Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2007

Κατακλυσμικοί μύθοι

 


Ο μύθος του κατακλυσμού αποτελεί έναν παγκόσμιο μύθο, ένα μύθο-αρχέτυπο, που περιγράφει ένα πραγματικό γεγονός, και που καταγράφηκε στο συλλογικό ασυνείδητο πολλών αρχαίων λαών, από τους Έλληνες, τους Ινδούς, έως τους Ατζέκους και τους Μάγιας.

Είναι πλέον κοινά αποδεκτό από τους μελετητές, ότι οι αρχαίοι μύθοι περιέχουν στον πυρήνα τους μία συγκεκαλυμμένη αλήθεια, σε αντίθεση με το παρα-μύθι. 

Το ερώτημα λοιπόν στο οποίο καλούμαστε να δώσουμε απάντηση είναι όχι εάν ο κατακλυσμός συνέβη, αλλά πότε συνέβη.

Στη παρούσα μελέτη θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές των μύθων που αφορούν κατακλυσμούς στην λεκάνη της μεσογείου και της Μεσοποταμίας, αλλά και να προσδιορίσουμε κατά προσέγγιση πότε αυτοί συνέβησαν. Για να προσδιορίσουμε κατά προσέγγιση χρονικά τον ή τους κατακλυσμούς, θα καταφύγουμε εκτός από τις αρχαίες πηγές, και στα πορίσματα προσφάτων γεωλογικών μελετών.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να τονιστεί, πως ενώ για την επιστημονική κοινότητα ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε πριν από περίπου 7000 χρόνια, μία σειρά από ανεξήγητα ευρήματα , αλλά και αντιφάσεις σε σχέση με το πολιτισμικό επίπεδο των αρχαίων πολιτισμών, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τα πορίσματα της αρχαιολογίας και της ανθρωπολογίας.

Η μεγαλύτερη αντίφαση που προκύπτει είναι, πως συνήθως η τεχνολογική και πολιτισμική εξέλιξη ενός πολιτισμού, βελτιώνεται συν τον χρόνο καθώς η πρόοδος είναι μια σωρευτική διαδικασία. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η Αίγυπτος. Είναι παράδοξο πως ένας τεχνολογικά υψηλός πολιτισμός γεννήθηκε ξαφνικά από το τίποτε, από μία Νεολιθική, πρωτόγονη κοινωνία, και αμέσως μετά την γέννησή του, αφού μεγαλούργησε για 400 χρόνια, άρχισε προοδευτικά να φθίνει, αντί να εξελίσσεται.

Τα Τεχνολογικά επιτεύγματα των πέντε πρώτων δυναστειών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Μεγάλη Πυραμίδα, η οποία κατασκευάσθηκε κατά την επίσημη αρχαιολογική άποψη, το 2500 π.χ περίπου. Το μέγεθος της, η τελειότητα της κατασκευής της, αλλά και οι γεωμετρικές, και αστρονομικές γνώσεις, που καταγράφονται σε αυτήν, είναι ασύλληπτες για ένα πολιτισμό που μόλις βγήκε από την λίθινη εποχή.

Οι αναλογίες των μέτρων και γωνιών κατασκευής της ( Ύψος: 147 μέτρα , σήμερα είναι 138 μέτρα, Όγκος: 2.600.000 κ.μ, Βάρος ογκόλιθων: 6.000.000 τόνοι), εκφράζουν λόγους του Ιερού αριθμού π (3,14) και τού Χρυσού αριθμού Φ (1,618).
Στην συνέχεια, και ενώ η λογική υποστηρίζει πως με την συσσώρευση της γνώσης και της εμπειρίας, οι πυραμιδοειδής κατασκευές θα ήταν τελειότερες και πιο πολύπλοκες, αντίθετα οι επόμενες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συγκριθούν με αυτή.


Αναφορές αρχαίων μελετητών, έρχονται να ενισχύσουν την άποψη για έναν ανεπτυγμένο πολιτισμό, πολύ αρχαιότερο από αυτόν που η επίσημη αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει. Σύμφωνα για παράδειγμα , με αρχαία Αιγυπτιακά κείμενα που μετέφρασε ο Αιγύπτιος ιερέας Μανέθων τον τρίτο αιώνα π.χ, κατ’ εντολή του Πτολεμαίου, οι θνητές δυναστείες που κυβέρνησαν την Αιγυπτιακή αυτοκρατορία , κάλυπταν ένα χρονικό διάστημα 24.927 ετών.

Ο Ηρόδοτος επιβεβαιώνει αυτή την αναφορά, καθώς αναφέρει ότι οι 340 γενεές βασιλέων και ιερέων έχουν κυβερνήσει την Αίγυπτο, κατά την διάρκεια των οποίων ο Ήλιος μετακινήθηκε από την συνηθισμένη πορεία του , ανατέλλοντας δύο φορές από όπου σήμερα δύει, και δύοντας δύο φορές από εκεί που ανατέλλει (κάτι που συμβαίνει κάθε 26.000 χρόνια). Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι σύμφωνα με τούς Ιερείς του Άμμωνος, μεταξύ τού πρώτου Θεού-βασιλέως τής Αιγύπτου, του Ηφαίστου και τού Μ. Αλεξάνδρου μεσολάβησαν 48.863 χρόνια. Ορίζει δηλαδή την αρχή του Αιγυπτιακού βασιλείου, στο 49.000 π.Χ.! Ο Πλάτωνας στον Τίμαιο κάνει λόγο για έναν προκατακλυσμιαίο πολιτισμό ηλικίας 9000 χρόνων.

Σε κάθε περίπτωση για να υπάρχει ένα κοινό σημείο αναφοράς, η συνεχεία της έρευνας μας θα βασιστεί σε επιστημονικώς αποδεκτά στοιχεία.

Σύμφωνα λοιπόν με όσα γνωρίζουμε σήμερα από την γεωλογία, πριν από 18.000 χιλιάδες χρόνια το Αιγαίο δεν είχε την σημερινή του μορφή. Η στάθμη της θάλασσας ήταν πολύ χαμηλότερη (υπολογίζεται σε 121 μέτρα), πολλά από τα νησιά ήταν ενωμένα μεταξύ τους, ενώ τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ήταν ενωμένα με την Μικρά Ασία.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το επίπεδο της θάλασσας από το 15.000 π.χ έως το 5.000 π.χ, «ανέβηκε» περίπου 80 μέτρα. Το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου συνέβη έως το 9.750 π .χ περίπου, όταν η μεσόγειος ξεχείλισε στην μαύρη θάλασσα η οποία έως τότε ήταν λίμνη. Νοτιότερα στην Μεσοποταμία, και συγκεκριμένα στην περιοχή του Τίγρη και του Ευφράτη η άνοδος της στάθμης των ποταμών, προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στην ενδοχώρα γύρω στο 3.500-2800 π.χ, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τον Νείλο γύρω στο 3.000 π.χ.


Αυτή την εποχή οι Σουμέριοι αναπτύσσουν τον πρώτο μεγάλο πολιτισμό της Μεσοποταμίας, ενώ σταδιακά οι Ακκάδες και άλλα σημιτικά φύλλα από το 3.000 έως το 2.500 π.χ εισβάλουν στην χώρα.

Ο Σαργών θα κατακτήσει τελικά την Σουμερία και περίπου το 2.125 π.χ, η πόλη της Ουρ (τόπος γέννησης του Αβραάμ) θα ακμάσει. Με βάση τα παραπάνω οι κατακλυσμοί που θα μπορούσαν να έχουν μυθολογικά περιγραφεί, θα έπρεπε να είχαν συμβεί σε κάποιες ή σε όλες από τις παρακάτω περιπτώσεις;

  • 15.000- 10.000 , π.χ άνοδος του επιπέδου της θάλασσα παγκοσμίως.
  • 10.000-9.000, π.χ υπερχείλιση της μεσογείου στην μαύρη θάλασσα.
  • 3.000 –2.500, π.χ έντονες βροχοπτώσεις και υπερχείλιση ποταμών στην Μεσοποταμία.

Στον κατακλυσμό που περιγράφεται στο Ασσυριακό έπος του Γκιλκάμες, αναφέρεται ότι οι άνθρωποι πλήθαιναν και γεννοβολούσαν, και οι θεοί με προτροπή του Θεού Ενλίλ, αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό γιατί οι άνθρωποι ήταν θορυβώδης. Ο Θεός Εά όμως, προειδοποίησε τον Ουτναπιστίμ γιο του Ουμπάρα να φτιάξει ένα πλοίο, και να πάρει σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων μαζί του. Έξι μερόνυχτα φυσούσαν δυνατοί άνεμοι και θύελλες και πλημμύρες, και την έβδομη η θύελλα κόπασε. Σιγή βασίλευε και όλη η ανθρωπότητα είχε γίνει λάσπη.

Το πλοίο προσάραξε στο βουνό Νισίρ, και την έβδομη ημέρα ο Ουτναπιστίμ άφησε ένα περιστέρι ελεύθερο. Το περιστέρι πέταξε μακριά αλλά επειδή δεν βρήκε μέρος να καθίσει ξαναγύρισε. Ύστερα άφησε ένα χελιδόνι, αλλά και αυτό ξαναγύρισε. Άφησε ύστερα ένα κοράκι, το οποίο δεν ξαναγύρισε. Ο Ουτναπιστίμ τότε κατάλαβε ότι ο κατακλυσμός σταμάτησε, και έκανε θυσία για να ευχαριστήσει τους θεούς .

Σύμφωνα με τις Βαβυλωνιακές παραδόσεις του έπους του Άτράχαρση (1700 π.χ), ο Ατράχαρσης οδηγήθηκε από τον Θεό Ενκί, να κατασκευάσει μία κιβωτό για να αποφύγει την οργή του Θεού Ενλίλ, ο οποίος αποφάσισε να τιμωρήσει τους ανθρώπους , λόγω του ότι θορυβούσαν και δεν τον άφηναν να κοιμηθεί.! Έξι μέρες και έξι νύχτες έβρεχε ασταμάτητα.

Όταν η βροχή κόπασε ο ο Ατράχαρσης, έστειλε πρώτα ένα περιστέρι, κατόπιν ένα χελιδόνι, και στο τέλος ένα κοράκι, που δεν ξαναγύρισε. Έτσι κατάλαβε ο Ατράχαρσης, ότι μπορούσε να βγει στην στεριά.

Ο Αιγυπτιακός μύθος είναι διαφορετικός από αυτόν της Μεσοποταμίας. 

Σύμφωνα με αυτόν, ο Ρα αποφάσισε ότι οι άνθρωποι είχαν γίνει φιλοπόλεμοι και ασεβείς και σκόπευαν να επαναστατήσουν ενάντια στους θεούς. Έστειλε έτσι τον αδελφό του Άθορ στην γη για να καταστρέψει την ανθρωπότητα. Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια αίματος, ο Νείλος ξεχείλισε και έλαβε μέρος η μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε το ανθρώπινο είδος. Ο Ρα συνειδητοποιώντας την καταστροφή, μετάνιωσε μίας και δεν ήθελε πλέων να αφανίσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, για αυτό και συμβουλεύτηκε τον Θεό της σοφίας Θωθ, ο οποίος μέθυσε τον Άθωρ έτσι ώστε να μην εξαφανιστεί το ανθρώπινο γένος. Όπως είδαμε παραπάνω η υπερχείλιση του Νείλου συνέβη σύμφωνα με τους μελετητές γύρω στο 3.000 π.χ.

Στον κατακλυσμό της παλαιάς διαθήκης οι άνθρωποι πλήθαιναν επί της γης. Οι δε υιοί του θεού όταν είδαν ότι οι θυγατέρες των ανθρώπων ήταν όμορφες τις πήραν ως γυναίκες τους, και τεκνοποίησαν μαζί τους. Με την αύξηση των ανθρώπων όμως, αυξανόταν και η κακιά τους, γιαυτό ο θεός αποφάσισε να εξαλείψει τον άνθρωπο από προσώπου γης. Ο Θεός όμως, προειδοποίησε τον Νώε να φτιάξει ξύλινη κιβωτό, όπου θα έπρεπε να μπει ο Νώε με την γυναίκα του, τους υιούς του και τις γυναίκες τους, αλλά και με κάθε ζώο που υπήρχε στην γη.



Ο κατακλυσμός διήρκεσε σαράντα ημέρες και νύχτες. Την σαρακοστή πρώτη ο Νώε έστειλε ένα κόρακα να βρει στεριά, αλλά ο κόρακας επέστρεψε. Κατόπιν έστειλε περιστέρι το οποίο και αυτό επέστρεψε, καθώς δεν βρήκε στεριά να κάτσει. Μετά από επτά ημέρες ξανάστειλε την περιστέρα και το απόγευμα η περιστέρα επέστρεψε με κλάδο ελιάς στο στόμα της, και έτσι κατάλαβε ο Νώε ότι έπαυσαν τα ύδατα επί της γης. Στην Ελληνική εκδοχή του μύθου τα πράγματα περιπλέκονται μίας και υπάρχουν μαρτυρίες όχι για έναν αλλά για τρεις κατακλυσμούς. Πιο συγκεκριμένα οι εξής:
  • Του Ωγύγου
  • του Δευκαλίωνα
  • του Δαρδάνου.
Σύμφωνα με τον Α. Σταγειρήτη, ο Ωγύγος πιστεύεται ότι ήταν ο πρώτος αυτόχθονος βασιλιάς της Αττικής. Οι Αθηναίοι πίστευαν ότι ήταν υιός της Γης και αυτόχθων, ενώ άλλοι πίστευαν ότι ήταν υιός του Ποσειδώνα, επί της βασιλείας του οποίου, έγινε ο πρώτος κατακλυσμός. Λογικά η πρώτη αυτή περιγραφή κατακλυσμού, πρέπει να αναφέρεται στην πρώτη περίπτωση της παγκοσμίου ανόδου των υδάτων, που όπως είδαμε συνέβη γύρω στο 15.000 π.χ-10.000 π.χ .
Η δεύτερη ιστορία κατακλυσμού είναι αυτή του Δευκαλίωνα, για την οποία πρέπει να αναφερθεί ότι πολλοί ξένοι μελετητές την τοποθετούν γύρω στο 1.500 π. χ, όπου συνέβη η έκρηξη της Θήρας, με αποτέλεσμα τις τεράστιες καταστροφές που προκάλεσε το Τσουνάμι με την έκρηξη του Ηφαιστείου. 

Κάτι όμως που δεν μπορεί να ισχύει διότι το Τσουνάμι δεν έχει σχέση με βροχόπτωση, αλλά με ύδατα που παρασύρθηκαν από το τεράστιο ωστικό κύμα, και που είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του λαμπρού Μινωικού πολιτισμού, αλλά και διότι, ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα προηγείται του κατακλυσμού του Δαρδάνου.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει στα μετεωρολογικά (352 d), ότι ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα έγινε στην περιοχή ανάμεσα στη Δωδώνη και στον Αχελώο, όπου ήταν η αρχαιότατη Ελλάδα, και εκεί κατοικούσαν οι Σελλοί, και αυτοί που ονομάζονταν πρώτα Γραικοί και τώρα Έλληνες. Την ίδια πληροφορία δίνει και το Πάριο Χρονικό, του 3ου π.Χ. αιώνα.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Δάρδανος καταγόταν από την Σαμοθράκη η οποία υπέστη καταστροφές από τις πλημμύρες. Κατόπιν τούτου, ο Δάρδανος πέρασε στην μικρά Ασία όπου και ίδρυσε την πόλη που ονομάστηκε Τροία από τον εγγονό του Τρώα.


Oι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει 10 πόλεις την μία χτισμένη πάνω από την άλλη, με την πρώτη και αρχαιότερη να είναι χτισμένη περίπου το 3.000 π.χ. Άρα ο κατακλυσμός του Δαρδάνου πρέπει να συνέβη τότε ακριβώς γύρω στο 3.000 π. Χ, όταν συνέβησαν και οι καταστροφές στην Μεσοποτάμια και Αίγυπτο.
Συνεπώς το πιο πιθανό είναι ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος ως παλαιότερος του Δαρδάνου, να τοποθετείται γύρω στο 9.700 π. Χ, όταν όπως είδαμε παραπάνω, συνέβη η υπερχείλιση της μεσογείου στην μαύρη θάλασσα.
Μία ενδιαφέρουσα επίσης πληροφορία που μας δίνει ο Ηρόδοτος είναι, ότι την εποχή του Δευκαλίωνα, στην Θεσσαλία υπήρχε θάλασσα, όπως αποκαλύπτεται και από το όνομα που της δόθηκε.( Θεσσαλία - θέση θάλασσας – αλός στα αρχαία Ελληνικά ).

Στον μύθο του Δευκαλίωνα ο κατακλυσμός προκλήθηκε από την οργή του Δία ενάντια στο γιο του Πελασγού Λυκάονα. Αυτό συνέβη διότι όταν κάποτε ο Δίας επισκέφτηκε τους γιους του Λυκάονα, αυτοί θυσίασαν μυστικά τον αδελφό τους Νύκτιμο, και τον κομμάτιασαν για να φτιάξουν μια σούπα, την οποία και πρόσφεραν στο Δία ο οποίος είχε μεταμφιεστεί σε φτωχό ταξιδιώτη. Ο Δίας δεν εξαπατήθηκε και τιμώρησε τους γιους του Λυκάονα, μεταμορφώνοντάς τους σε λύκους, ενώ επανέφερε στη ζωή τον Νύκτιμο. Η οργή του Δία ήταν τέτοια για τον ξεπεσμό των ανθρώπων, που όταν επέστρεψε στον Όλυμπο, αποφάσισε να στείλει έναν κατακλυσμό με σκοπό να αφανίσει το γένος των ανθρώπων. Όμως ο Προμηθέας, που έμαθε τι σχεδίαζε ο Δίας, ειδοποίησε τον γιο του, το βασιλιά της Φθίας Δευκαλίωνα για ότι επρόκειτο να συμβεί. Έτσι ο Δευκαλίωνας κατασκεύασε μία κιβωτό, την οποία γέμισε με διάφορα εφόδια, και επιβιβάστηκε σε αυτήν, μαζί με την γυναίκα του την Πύρα, κόρη του Επιμηθέα.

Όταν ξέσπασε ο κατακλυσμός, ο άνεμος φύσηξε με όλη του την ορμή, ενώ η βροχή έκανε τα ποτάμια και την θάλασσα να υψωθούν, σαρώνοντας όλες τις πόλεις των ανθρώπων. Σε λίγες ημέρες όλη η γη είχε πλημμυρίσει, εκτός από ελάχιστες βουνοκορφές, και όλοι οι άνθρωποι αφανίστηκαν, εκτός από τον Δευκαλίωνα και την Πύρα, που βρισκόταν στην κιβωτό. Επί εννιά ημέρες η κιβωτός έπλεε πάνω στα νερά, έως ότου προσάραξε στην κορυφή του Παρνασσού. Όταν η βροχή σταμάτησε, ο Δευκαλίωνας έστειλε ένα περιστέρι να δει εάν υπήρχε αρκετή ξηρά, ώστε να βγουν από την κιβωτό. Όταν σιγουρεύτηκε ότι ο κατακλυσμός είχε σταματήσει, αυτός και η γυναίκα του αποβιβάστηκαν στην ξηρά και προσέφεραν θυσία στον Δία. Ο Δίας ευχαριστήθηκε μαζί τους, και έστειλε τον Ερμή να τους διαβεβαιώσει πως οποιαδήποτε επιθυμία τους θα την πραγματοποιούσε. Ο Δευκαλίωνας και η Πύρα μόνοι και απελπισμένοι πάνω στην γη, ζήτησαν να μπορέσουν να αναστήσουν το ανθρώπινο γένος, και έτσι ο Δίας έστειλε τη Θέμιδα να τους πει τι έπρεπε να κάνουν. Έπρεπε να πάρουν πέτρες, και να τις πετούν πίσω τους καθώς προχωρούσαν.


Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας γινόταν άντρες, και οι πέτρες που έριχνε η Πύρα γίνονταν γυναίκες. Έτσι δημιουργήθηκε ξανά το γένος των ανθρώπων (εξού και η λέξη λαός, από το «Λάος» που σημαίνει λίθος). Από τον Δευκαλίωνα και την Πυρρά γεννιούνται τρία παιδιά, πρώτον εκ των οποίων ήταν ο Έλλην, για τον οποίον λένε ότι γεννήθηκε από τον Δία, δεύτερος ο Αμφικτύωνας, ο οποίος βασίλευσε μετά τον Κραναό στην Αττική, και την Πρωτογένεια. Ο Έλλην παντρεύτηκε την Ορσηίδα και έκαναν τρία παιδιά, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο και μοίρασε την Ελλάδα στα τρία παιδιά του. Αυτός λοιπόν ο Έλλην, από τον εαυτόν του ονόμασε Έλληνες αυτούς που ονομάζονται γραικοί (Γραικός, γιος του Δία και της Πανδώρας), και στα παιδιά του μοίρασε την χωρά. Ο Δώρος πήρε την περιοχή πάνω από την Πελοπόννησο, για αυτό και οι κάτοικοι αυτής της περιοχής ονομάστηκαν Δωριείς. Ο Ξούθος πήρε την Πελοπόννησο και έκανε δύο γιους με την Κρέουσα, κόρη τον Ερεχθέα. Οι γιοι του ήταν ο Αχαιός και ο Ίωνας, από όπου ονομάστηκαν οι Αχαιοί και οι Ίωνες. Ο Αίολος πήρε την Θεσσαλία και οι κάτοικοι αυτής της περιοχής ονομάστηκαν από αυτόν Αιολείς.
 
Άνθρωπος και Γαία - Χλέτσος Βασίλης
Δημοσίευση σχολίου