Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Το άσπρο του Αιγαίου, ο 'έγχρωμος' Παρθενώνας, και η χωριάτικη σαλάτα (Μύθοι και πραγματικότητες)...



«Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα, κατάλαβα πόσο το Ελληνικό τοπίο επιδρά στην ψυχή του ανθρώπου. Όλα έχουν ένα μέτρο ανθρώπινο. Όπως στην αρχαία Ελλάδα. Οι θεοί, τα βουνά, τα ιερά τους, ήταν κοντά στο μπόι τους, για να βλέπουν και ν, αντλούν δύναμη απ, αυτά. Δεν υπήρχε η αίσθηση της υπερβολής. Για να νιώσεις την αρχαία Ελλάδα, τη σκέψη της, την τέχνη της, τους θεούς της, μια αφετηρία υπάρχει: το χώμα, η πέτρα, το νερό, ο αέρας. Από δω πρέπει ν, αρχίσεις».
 
Καζαντζάκης


Στο άκουσμα του Αιγαίου ο νους αναπαράγει εικόνες μικρών κατάλευκων οικισμών, στο γαλάζιο άσπρο φόντο της θάλασσας, και του Ουρανού, γλυπτόμορφα οικιστικά συμπλέγματα, δομημένα με τρόπο που δε σ’ αφήνει να ξεχωρίσεις αν είναι ανθρώπινα ή της φύσης γέννημα. Η παράδοση κρύβει μια παράξενη αρχέτυπη  ομορφιά, ιδίως στην αρχιτεκτονική.Το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και τη σκιά ζωογονεί αυτά τα μονοχρωματικά συγκροτήματα, με φόντο το γαλάζιο ουρανό, τη θάλασσα και τις βραχώδεις πλαγιές των λόφων.

Από πότε όμως κυριάρχησε το λευκό χρώμα στα σπίτια του Αιγαίου κυρίως στις Κυκλάδες ; Στοιχεία για τις όψεις των κτιρίων στην αρχαιότητα διασώθηκαν, και γνωρίζουμε από τις περίφημες Μινωϊκές και Θηραϊκές τοιχογραφίες πως τα βασικά χρώματα ήταν το χονδροκόκκινο, η ώχρα, το μαύρο και το λουλακί, που τα έβρισκαν εύκολα στη φύση με τη μορφή οξειδίων και υπεροξειδίων του σιδήρου. Υπάρχουν επίσης οι αναφορές του Πλάτωνα στον «Τίμαιο», απ' όπου φαίνεται ότι ήταν ήδη γνωστή η τετραχρωμία. Τα αρχαία μνημεία, αγάλματα και ναοί  όπως λ.χ ο Παρθενώνας δεν ήταν λευκά όπως οι περισσότεροι πιστεύουν  και αυτό διότι οι αρχαίοι  χρησιμοποιούσαν  χρωστική ουσία με κυρίαρχα το το κόκκινο, το μπλε και το επίχρυσο. 



Κατά την Τουρκοκρατία όταν το Αιγαίο ήταν γεμάτο από πειρατές, οι κάτοικοι των νησιών πολύ λογικά, άφηναν τα σπίτια τους άβαφα, στο χρώμα της πέτρας, στε να μην ξεχωρίζουν από το βραχώδες τοπίο. Η οπτική ένταξη στο τοπίο ήταν λοιπόν μέσο επιβίωσης, πριν γίνει αργότερα αισθητική αξία. Κατά τον 19ο αιώνα τα  χρώματα που επικρατούσαν στους σοβατισμένους τοίχους εξακολουθούσαν να  είναι το ωχροκίτρινο, το ωχροπράσινο, το ανοιχτό καμινόχρωμα και το άσπρο, ενώ τα παραθυρόφυλλα είχαν  χρώμα καφετί.


Το λευκό χρώμα στα νησιά  του Αιγαίου επιβλήθηκε από τον Μεταξά το 1938, ως μέτρο υγειονομικής ανάγκης  για να αποτραπεί η διάδοση των μολυσματικών ασθενειών, που σάρωναν τότε την Ελλάδα. Διατάσσει όλα τα σπίτια των νησιών να ασβεστωθούν  για να προστατευτούν μ’ αυτό τον τρόπο, από την μόλυνση της χολέρας, που μάστιζε εκείνη την εποχή την Ελλάδα κι είχε απλωθεί και στα οικόσιτα πτηνά. 

Ο ασβέστης θεωρήθηκε το κατεξοχήν απολυμαντικό, αφού τότε ακόμη δεν ήταν διαδεδομένη η χρήση της χλωρίνης. Τα σοβαντισμένα σπίτια είναι περισσότερο ανθεκτικά και ο λευκός ασβέστης είχε διπλό ρόλο: πρωτίστως είχε απολυμαντικές ιδιότητες και τον χρησιμοποιούσαν για λόγους υγιεινής. 



Επιπλέον, το λευκό χρώμα αντανακλά τις  ακτίνες του ήλιου, κάνοντας το σπίτι πιο δροσερό. Το σοβάντισμα γινόταν με το μυστρί ελεύθερα, χωρίς οδηγούς, ακολουθώντας τις ακανονιστίες του τοίχου. Οι πολλαπλές στρώσεις του σοβά εξομάλυναν τους τοίχους, δημιουργώντας μια γλυπτική αίσθηση. Έτσι, οι λευκοί Αιγαιοπελαγίτικοι οικισμοί δίνουν μια θαυμαστή αίσθηση ενότητας.

Στη συνέχεια, με τις δύσκολες εποχές που ακολούθησαν,  το μέτρο της αναγκαστικής ασβέστωσης ξεχάστηκε, όχι όμως από όλους, καθώς ο φόβος της φυματίωσης θέριζε εκείνα τα χρόνια. Όταν λοιπόν έρχονταν τα Χριστούγεννα, το Πάσχα κι ο Δεκαπενταύγουστος, ασβέστωναν το χωριό, από τους τοίχους μέχρι τα σοκάκια, για να ‘χουν των υγειά τους και να δείχνουν «παστρικά» τα σπίτια.

Το 1955 η τότε βασίλισσα
  Φρειδερίκη, μετά από προτροπές  «κοσμικών κύκλων» (Ελένης Βλάχου, Σπύρου Μελά, Κώστα Μπίρη), παρουσιάζει στον Καραμανλή, ως πρόταση για να διαφημιστούν τα νησιά μας, μια φωτογραφία πρότυπο, καλοσυντηρημένων σπιτιών στην Μύκονο, που είχαν στην ιδιοκτησία τους, μερικοί ξένοι κι εγχώριοι κοσμοπολίτες αστοί στο νησί.

Οι παλιές σκέψεις για το άσπρο χρώμα των σπιτιών της Μυκόνου του
Le Corbusier, μπήκαν επίσης ως ισχυρό τουριστικό όπλο, στην προώθηση του σκοπού τους. Η συνταγή ήταν καλοφτιαγμένη. Η εικόνα του Αιγαίου: το άσπρο, το αγνό (καθάριο) χρώμα, σε συνδυασμό με το μπλε της θάλασσας, του ουρανού και της Ελληνικής σημαίας.


Διαβάζουμε σχετικά σε ένα έγγραφο που διαβίβασε το «Τμήμα Διοικητικής Αποκεντρώσεως Νομαρχίας Κυκλάδων» προς «τα Αστυνομικά Τμήματα, Δημάρχους & Προέδρους Κοινοτήτων Νομού» στις 15.6.1972:

«Μεταξύ των άλλων περιορισμών οίτινες ετέθησαν ως προς την ανοικοδόμησιν, απηγορεύθη και η πολυχρωμία εις το εξωτερικόν των οικιών, ωρίσθη δε ότι κυριαρχούν εξωτερικόν χρώμα των οικιών θα είναι το λευκόν...  όπερ άλλωστε αποτελεί ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν των νήσων των Κυκλάδων και εν πολλοίς ενσυνείδητον υποχρέωσιν πάντων των κατοίκων... εις τρόπον ώστε να επιτευχθή ομοιομορφία εναρμονιζομένη πλήρως προς το ιδιάζον χρώμα των νήσων του Κυκλαδικού Συμπλέγματος.» 
 

Εικόνα : Διαταγή εθνικής λεύκανσης, από έγγραφο που βρέθηκε προ ετών σε έκθεση ντοκουμέντων της Επταετίας στο Δημαρχείο Σερίφου.

Η υποχρεωτική λεύκανση συνεχίστηκε και μετά τη δικτατορία. Γράφει για παράδειγμα το ΠΔ ΦΕΚ 931Δ/24.10.02 για τη Κύθνο: «Σε περίπτωση χρωματισμού των όψεων το επικρατούν χρώμα είναι το λευκό».

Ομοίως το ΠΔ ΦΕΚ 920Δ/23.10.02 για την Φολέγανδρο:

«Ο χρωματισμός στις εξωτερικές επιφάνειες των όψεων του κτιρίου είναι από λευκό υδρόχρωμα ή ασβέστη σύμφωνα με τα πρότυπα της περιοχής».

Ωστόσο, όσοι πρόλαβαν νησιωτικές γωνιές όπως η Οία, το Σίγρι, ή η Κάλυμνος πριν εμφανιστούν πισίνες, ξέρουν πόσο διαδεδομένη ήταν η πολυχρωμία. Στο ΦΕΚ 402Δ/17.5.02 που αφορά δόμηση εκτός σχεδίου σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, αναγνωρίζεται ότι σε μερικά από αυτά: 

«Πέραν του λευκού, χρησιμοποιούνται και χρωματισμοί που ιστορικά συναντώνται σε κτίσματα του νησιού, και που είναι κυρίως ώχρα, γκρί, λουλακί, κεραμιδί».


Πολυχρωμία πριν λοιπόν, η  οποία έχει παραμείνει  σε ορισμένα νησιά  όπως λ.χ η Σύμη. 

Πολύχρωμη και  η Ελληνική «χωριάτικη σαλάτα», σχετικά πρόσφατο χαρακτηριστικό γαστρονομικό έδεσμα, όπως μάλλον λίγοι γνωρίζουν.  Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τη χρονική στιγμή που προέκυψε η ιδέα του να μπουν όλα τα συστατικά της σαλάτας μαζί, δηλαδή τα συστατικά που συνιστούσαν ένα λιτό γεύμα που έτρωγαν οι άνθρωποι στα χωριά. 


Το σίγουρο είναι πως ένα από τα κύρια  συστατικά  της σαλάτας είναι η ντομάτα, η οποία ήρθε στην Ελλάδα το 1818. Συνεπώς  πριν  την Ελληνική επανάσταση, δεν υπήρχε η χωριάτικη σαλάτα, καθώς τότε  τα συστατικά της χωριάτικης τρώγονταν μεμονωμένα και ολόκληρα και περιορίζονταν στην οικιακή παραγωγή μιας κατεξοχήν αγροτικής οικονομίας . Δηλαδή ο κόσμος έτρωγε την ντομάτα όπως και τα υπόλοιπα λαχανικά όπως τρώμε σήμερα τα φρούτα, ολόκληρα  δεν την έκοβαν.


Λέγεται πως  το 1909  ένας  ένας Έλληνας καπετάνιος από την Αμερική άρχισε να βάζει κάποια από αυτά υλικά μέσα σε ένα πιάτο όλα μαζί και να τα ανακατεύει. Συνεπώς εικάζεται ότι περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα προέκυψε η χωριάτικη σαλάτα, η οποία μαζί με το τζατζίκι, τον Μουσακά και το Σουβλάκι αποτελούν το γαστρονομικό «σήμα κατατεθέν» της Ελλάδος.






Δημοσίευση σχολίου