Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η ένωση της ψυχή με τον Θεό σύμφωνα με τον Άγιο (Καθολικό ) Αυγουστίνο



 

Ρώτησα τη γη, κι αυτή μου είπε: "Δεν είμαι εγώ Θεός".



Κι όλα που είναι πάνω της το ίδιο μ΄ομολόγησαν.



Ρώτησα τη θάλασσα με τα βάθη της κι όλα τα ζωντανά που μέσα της κινούνται, και πήρα την απάντηση:



"Θεός σου εμείς δεν είμαστε,  ψάξε ψηλά πιο πάνω από μας".



Ρώτησα τους ανέμους...και λάλησε ολάκερο τ' αγέρα το βασίλειο

με όσα κατοικούσε μέσα του:



"Δεν είμαι εγώ Θεός".



Ρώτησα τον ουρανό, τον ήλιο και τ΄αστέρια:



"Ούτε κι εμείς είμαστε ο Θεός που συ ζητάς".



Κι εγώ είπα σ΄όλα τα πράγματα που είναι γύρω μου παντού:



"Πέστε μου λοιπόν κάτι για το Θεό μου, μιας και εσείς δεν είσαστε αυτός ελάτε, πέστε μου κάτι γι΄Αυτόν".



Κι αυτά ύψωσαν μια κραυγή και είπαν με δυνατή φωνή:



"Αυτός μας δημιούργησε"!



Η ερώτηση  μου ήταν η σκέψη μου, η απάντησή τους ήταν η ομορφιά τους.



Ιερός Αυγουστίνος  ("Εξομολογήσεις" Χ, 6 )*




Και  κατάλαβε ο Άγιος Αυγουστίνος ότι υπήρχε  μόνο μία πηγή που θα μπορούσε να δώσει απάντηση  στην ερώτηση σχετικά με το Θείο, η δική του ψυχή.

Η ψυχή είπε,  πως ούτε μάτια ούτε αυτιά μπορούν να σου μεταδώσουν αυτό που είναι μέσα μου. Γιατί εγώ μονάχα μπορώ να σου πω , και σου το λέω με τέτοιο τρόπο, που δεν μπορείς να αμφιβάλεις για αυτό.

Οι άνθρωποι μπορεί να αμφιβάλουν για το αν η ζωτική δύναμη βρίσκεται στο αέρα ή στην φωτιά, αλλά ποιος μπορεί να αμφιβάλει ότι αυτός ο ίδιος ζει, θυμάται κατανοεί, επιθυμεί, πιστεύει, γνωρίζει, και κρίνει..

Αν αμφιβάλει,  αυτό είναι μία απόδειξη ότι είναι ζωντανός θυμάται για ποιο λόγο αμφιβάλει, κατανοεί το γεγονός της αμφιβολίας, αν βεβαιώσει τον εαυτό του για κάτι, πιστεύει, αν γνωρίζει,  ότι δεν γνωρίζει τίποτα, κρίνει ότι αυτός δεν πρέπει να αποδέχεται τίποτα στα βιαστικά.’ Ο άνθρωπος μαθαίνει σχετικά με το θείο , οδηγώντας την ψυχή του να γνωρίσει τον εαυτό της ως πνευματικό, έτσι ώστε να μπορέσει να ανακαλύψει το δρόμο της, ως πνεύμα, στον πνευματικό κόσμο.





* Ο Αυρήλιος Αυγουστίνος ή Άγιος Αυγουστίνος ( 354-430μ.Χ ), γεννήθηκε στις 13 Νοέμβρη του 354 στην Ταγάστη της ρωμαϊκής επαρχίας της Νουμιδίας (τη σημερινή Αλγερία ), από πατέρα ειδωλολάτρη τον Πατρίκιο και μητέρα χριστιανή, τη Μόνικα η οποία έχει ανακηρυχθεί αγία της καθολικής εκκλησίας. Έλαβε επιμελημένη  φιλοσοφική παιδεία, παρά την άστατη νεανική ζωή του. Σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα (371) και αργότερα (374) δίδαξε γραμματική στην πατρίδα του και ρητορική στην Καρχηδόνα (375-383), τη

Στην Καρχηδόνα, διαβάζει το βιβλίο του Κικέρωνα «Ορτένσιος», συγκλονίζεται από αυτό και ξεκινά την αναθεώρηση της ζωής του θέτοντας ως σκοπό της αναζήτηση της σοφίας. Οι πνευματικές του ενασχολήσεις δεν υπερισχύουν των κοσμικών του επιθυμιών και βιώνει για μεγάλο διάστημα τη σύγκρουση των δύο στην ψυχή του.  Σε αυτή την περίοδο συνδέεται με μια εταίρα από την οποία και αποκτά ένα γιο, τον Αδεολάτο ή Αβερδάτο, που αργότερα θα βαφτιστεί και θα ονομαστεί Θεόδοτος. Παράλληλα ασπάζεται το Μανιχαϊσμό, αίρεση που πρεσβεύει την ύπαρξη δύο αρχών στο Σύμπαν του καλού και του κακού και την αντίστοιχη ύπαρξη δύο ψυχών στον άνθρωπο.

Ο Αυγουστίνος που ελπίζει να βρει απάντηση σε προβλήματα όπως η δημιουργία του κόσμου, η φύση του Θεού και του διαβόλου, η ανθρώπινη ψυχή και η εκδήλωση του Θεού στον άνθρωπο, απογοητεύεται. Μετά τη συνάντησή του με τον αρχιερέα των Μανιχαίων Φαύστο (382), εξαίρετο ρήτορα που όμως δεν κατάφερε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά του, εγκαταλείπει το Μανιχαϊσμό και φεύγει για τη Ρώμη (383).

Εκεί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη διδασκαλία των Νεοπλατωνικών, όπου και  βρίσκει  πολλές τις απαντήσεις που ψάχνει. Στο Μιλάνο γνωρίζει και έχει δάσκαλό του  τον επίσκοπο Αμβρόσιο, ο οποίος τον έφερε ξανά σε επαφή με το Χριστιανισμό. Το 387 μαζί με το γιο του και τον αδελφικό του φίλο Αλύπιο, βαφτίζεται χριστιανός και αφοσιώνεται στη μελέτη των γραφών, τη συγγραφή και την περισυλλογή. Το 388 επιστρέφει στην πατρίδα του και ζει ως μοναχός μέχρι το 395 που γίνεται επίσκοπος Ιππώνας και στρέφεται εναντίον των αιρέσεων της εποχής, συμπεριλαμβανομένου και του Μανιχαϊσμού, και αφιερώνεται στην προάσπιση της χριστιανικής πίστης.  Το 430  ενώ η πόλη βρίσκεται σε πολιορκία από τους Βάνδαλους, προσβάλλεται από αρρώστια και πεθαίνει. Λέγεται ότι οι εισβολείς σεβάστηκαν τα συγγράμματά του παρότι κατέκαψαν την πόλη, και αυτά απετέλεσαν το θεμέλιο για τη θεολογία της δυτικής εκκλησίας.

Κατά τον Αυγουστίνο  η ουσία της ψυχής είναι η αναζήτηση της αλήθειας, την οποία η ψυχή δεν βρίσκει έξω από τον εαυτό της, αλλά μέσα της. Πρέπει για να το πετύχει να γνωρίσει τον εαυτό της, να τον υπερβεί και να φτάσει εκεί όπου ανάβει κάθε φως του λόγου, δηλαδή στον Θεό.  «Το να είσαι ο εαυτός σου, είναι το να γνωρίσεις το Θεό», ρήση του Αυγουστίνου  που μοιάζει πολύ με το δελφικό ρητό «γνώρισε τον εαυτό σου και θα γνωρίσεις το Σύμπαν και τους Θεούς».

Η βεβαιότητα η θρυμματισμένη από τον σκεπτικισμό αναβλύζει τελικά από την αυτοσυνείδηση ως αληθινό φως (lumen verum), που περιέχει όλες τις αλήθειες, είναι αόρατο με τα μάτια του σώματος και πηγή του είναι ο Θεός. Η μάθηση δεν είναι λοιπόν συλλογή γνώσεων από τον έξω κόσμο (De Magistro)· γι’ αυτό κανένας δάσκαλος δεν μπορεί τίποτα να διδάξει, αλλά μόνο να βοηθήσει να γίνει νοητή η αλήθεια που είναι παρούσα μέσα στην ψυχή.

Η αλήθεια είναι μία  καθολική και αιώνια, και χάρη σ’ αυτήν συνεννοούνται και επικοινωνούν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους. Από την παρουσία της αλήθειας μέσα της, η ψυχή συνάγει την ύπαρξη του Θεού και  αντίστροφα, από την ύπαρξη του Θεού την ύπαρξη της αλήθειας. Πίστη και λόγος συνταυτίζονται:  «πίστευε για να κατανοήσεις»,  «κατανόησε για να πιστεψεις» ο λόγος δημιουργεί τις προϋποθέσεις της πίστης.

Κατά τον Αυγουστίνο ο κόσμος δεν είναι ούτε κάποιο είδος απορροής εξαιτίας της ύπαρξης του Θεού, γιατί Θεός και κόσμος δεν ταυτίζονται, ούτε είναι διαμόρφωση απο τον Θεό μιας προϋπάρχουσας ύλης: ο κόσμος είναι δημιουργία του Θεού μέσα στον χρόνο.

Ο χρόνος όμως δεν έχει αντικειμενική υπόσταση, είναι το βίωμα της ανάμνησης και της προσμονής της ψυχής. Η συνείδηση είναι σταθερό σημείο μέσα στην αλλαγή των πραγμάτων. Το πρόβλημα του κακού όμως ταράζει τη σκέψη του Αυγουστίνου. Από πού προέρχεται, αφού δεν έχει την πηγή του στον Θεό, δημιουργό των πάντων; Κατά τον Αυγουστίνο  η ουσία των πραγμάτων είναι το καλό, ενώ το κακό είναι το μη ον, δηλαδή μια απουσία που δικαιολογείται όμως από την αναγκαία ιεραρχία στην τελείωση των όντων.

Το αληθινό όμως κακό προέρχεται από την ελευθερία της βούλησης, δηλαδή από την ελευθερία της εκλογής που έχει ο άνθρωπος. Έχει την αρχή του στην κακή χρήση της ανθρώπινης θέλησης. Η θεία χάρη όμως δίνει τη δυνατότητα στην ανθρώπινη θέληση, αφού τη λύτρωσε από το προπατορικό αμάρτημα, να τείνει στην επιδίωξη και πραγμάτωση του καλού.



Δημοσίευση σχολίου