Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου..



«Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει» Ηράκλειτος, Πλωτίνος, Αρεοπαγίτης, Μάξιμος, Γρηγόριος Παλαμάς, διαδρομή δύο χιλιάδων χρόνων αποφατικής θεολογίας σε ένα μόνο στίχο του Ελύτη.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Μαλεβίτση, Οι πνευματικοί άνθρωποι πάντοτε σπέρνανε και μόνο λίγος σπόρος κάρπιζε, ενώ ο περισσότερος πήγαινε χαμένος. Είναι η κατάσταση της ανθρώπινης μοίρας. Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων δεν είναι άμεσος όπως του πολιτικού ή του επιστήμονα. Αρκεί να υπάρχει μια πνευματική συνείδηση. Αυτή ακτινοβολεί έμμεσα και στα κρυφά. Το έργο του πνευματικού ανθρώπου λειτουργεί μέσα στις ψυχές διαχρονικά και τις παιδεύει και τις εκπαιδεύει και τις καθιστά ευγενέστερες!

Χαρακτηριστική είναι η συμβολική ιστορία που ακολουθεί: 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που ήταν πολύ πλούσιος και πολύ καλός. Κάθε πρωί πήγαινε στην αίθουσα των ακροάσεων του παλατιού του και άκουγε με προσοχή και συγκατάβαση τα προβλήματα των υπηκόων του. Οι περισσότεροι από αυτούς τού προσέφεραν και ένα δώρο, ο καθένας με τις δυνατότητές του.

Πίσω από τον θρόνο του βασιλιά στεκόταν όρθιος ο θησαυροφύλακας, στον οποίο παρέδιδε ο βασιλιάς το δώρο που του προσφερόταν, και αυτός το μετέφερε στο θησαυροφυλάκιο. Κάθε πρωί περνούσε μπροστά από τον βασιλιά και ένας ταπεινός άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν ζητούσε τίποτε, μόνο προσέφερε στο βασιλιά ως δώρο ένα μήλο. Ο βασιλιάς αδιάφορος για το ευτελές δώρο το παρέδιδε στον θησαυροφύλακά του και αυτός περιφρονητικά το πετούσε μέσα από ένα φεγγίτη στο υπόγειο.

Ο ταπεινός ανθρωπάκος έκανε αυτή τη δουλειά κάθε μέρα επί πολλά χρόνια, χωρίς να του δώσει κανείς σημασία. Επάνω στο δέκατο χρόνο, ένα παρόμοιο πρωινό ακροάσεων, παρουσιάστηκε έξαφνα μπροστά στο θρόνο του βασιλιά ο πίθηκος του. Είχε ξεφύγει από τα πίσω διαμερίσματα του παλατιού.

Διέκρινε αμέσως το βασιλιά μέσα από το πλήθος των υπηκόων, έτρεξε προς αυτόν και κάθισε στο βραχίονα του θρόνου του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε ο ταπεινός μας άνθρωπος και παρέδιδε στον άρχοντα του τόπου το καθιερωμένο μήλο και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος.

Προτού ο βασιλιάς προλάβει να δώσει το ευτελές δώρο στον θησαυροφύλακά του, το αρπάζει ο πίθηκος και το δαγκώνει για να το φάει. Όμως τα δόντια του προσέκρουσαν σε σκληρό αντικείμενο. Το αντελήφθη ο βασιλιάς, παίρνει το μήλο από το στόμα του πιθήκου και με τα χέρια του το ανοίγει στα δυο. Και τι να δει! Στο κέντρο υπήρχε ένα θαυμάσιο διαμάντι!

Ρωτάει αμέσως το θησαυροφύλακα, πού έριχνε τα προηγούμενα μήλα. Ο θησαυροφύλακας του είπε στο υπόγειο και τρέχουν και οι δύο προς τα εκεί. Και τι να δουν! Ένας μεγάλος σωρός από αστραφτερά διαμάντια ανάμεσα σε σαπισμένα μήλα.

Το παραμύθι λοιπόν λέει πως κάθε ημέρα της ζωής μας έρχεται προς εμάς ταπεινή και χωρίς να μας ζητήσει τίποτε. Μας προσφέρει σιωπηλά το πολύτιμο δώρο της, που εμείς το θεωρούμε ευτελές και το απορρίπτουμε. Και νομίζουμε πως τα κριτήριά μας είναι άσφαλτα επειδή είναι βασιλικά. Οι μετρημένες μέρες της ζωής μας είναι οι ίδιες διαμάντια. Η άπειρη αξία τους όμως μας διαφεύγει...

Θερίζουμε ότι σπέρνουμε. Σύντομοι και εύκολοι δρόμοι δεν υπάρχουν! Σπείρετε όνειρα και θετικά συναισθήματα. Όπως γράφει ο Ρίτσος: 

«Η καρδιά του ανθρώπου.. είναι σαν μια ρίζα μέσα στο χώμα.. Όταν πλησιάζει η Άνοιξη.. μπορεί να πετάξει πάλι βλαστάρια» !!


Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Τα όμοια αναγνωρίζουν τα όμοια τους.

«Στα δε Ελευσίνια Μυστήρια, ο μεν Ιεροφάντης υποδύεται την εικόνα του Δημιουργού, ο δε Δαδούχος αυτήν του Ηλίου, ο Επιβώμιος Ιερεύς υποδύεται την εικόνα της Σελήνης, ο δε Ιεροκήρυκας αυτή του Ερμού».
Πορφύριος – Περί Αγαλμάτων


Μουσείο Ελευσίνας. Η πίσω πλευρά της "Φεύγουσας Κόρης" Περσεφόνης (γύρω στο 480 π.Χ.).Φωτογραφία Σωκράτης Μαυρομμάτης

Αν μπορεί να γίνει με κάποιο τρόπο το θείο γνωστό, να είναι αντιληπτό από την ύπαρξη της ψυχής και από αυτήν να αναγνωρίζεται, καθ’ όσον είναι δυνατόν. Γιατί παντού τα όμοια αναγνωρίζουν τα όμοιά τους. Η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό θα δει και τον θεό. Και στην ένωσή της με το κέντρο της ζωής, ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη ίδια εις την πηγή των .

Και όπως ακριβώς στις πιο ιερές τελετές λένε ότι οι μύστες στην αρχή συναντούν πολυποίκιλα και πολυειδή τα γένη των θεών που έχουν προπορευτεί, ενώ, αν εισέλθουν ατάραχοι και προστατευόμενοι από τις τελετές, τότε την ίδια τη θεία έλλαμψιν ακραιφνώς μεταλαμβάνουν.

Κατά τον ίδιο τρόπο η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της λογικούς προσδιορισμούς.
Και αρχικά, καθώς βλέπει μόνο τον εαυτό της, εμβαθύνει στην αυτογνωσία της και βρίσκει τον νου μέσα της και τις βαθμίδες των όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό της και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί «με κλειστά τα μάτια» (εξ ου και μύηση) παρατηρεί (εξ ου και εποπτεία) και «το γένος των θεών» . Γιατί όλα υπάρχουν εντός μας με τρόπο ψυχικό και για αυτό από τη φύση μας τα γνωρίζουμε όλα, αφυπνίζοντας τις δυνάμεις που βρίσκονται εντός μας και τις εικόνες των πάντων.

To ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής είναι ένα «εις εαυτόν» εσωτερικό ταξίδι, καθώς η ψυχή «ήξει ουκ εις άλλα, αλλά εις εαυτόν». «Πάντα είσω», τα πάντα είναι μέσα μας, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλωτίνος. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να απομακρυνθούμε από όλα τα εξωτερικά, στραμμένοι ολοκληρωτικά προς τα μέσα. Καμία κλίση προς τα έξω, το σύνολο των πραγμάτων πρέπει να αγνοηθεί. Η ψυχή τότε δεν θα δει τον θεό να εμφανίζεται ξαφνικά μέσα της, διότι δεν υπάρχει τίποτα πια που να τους χωρίζει, καθώς τότε δεν υπάρχουν δύο. Ο ορών είναι ένα με το ορώμενο, δεν είναι όραμα αλλά ένωση. Και τότε η ψυχή δεν έχει πια συνείδηση πως βρίσκεται μέσα σε ένα σώμα, ούτε πως ο εαυτός της έχει κάποια ταυτότητα.

Και εάν κάποιος ρωτούσε αυτόν που κατάφερε να «δει» το νοητό φως, από πού αυτό προήρθε , από έξω ή από μέσα, πλανάται. Δεν πρέπει να ερωτηθεί από πού ήρθε: δεν υπάρχει ένα ‘από πού’, επειδή ούτε ήρθε ούτε έφυγε, αλλά εμφανίστηκε, και εξαφανίστηκε. Για αυτό δεν είναι ανάγκη να το εξαναγκάσει, αλλά πρέπει να περιμένει σιωπηλός έως ότου εμφανιστεί και να προετοιμαστεί για να το δει, όπως το βλέμμα περιμένει την ανατολή του ήλιου...!


Βασισμένο σε αποσπάσματα τροποποιημένα από τον γράφοντα από τα «Κατά Πλάτωνα Θεολογία», του Πρόκλου, και τις «Εννεάδες» του Πλωτίνου.