Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

«ΕΙΣ ΕΛΛΗΝ», ο άγνωστος Έλληνας εξερευνητής Παναγιώτης Ποταγός



«Διακινδύνευσα τη ζωή μου για την τιμή της χώρας μου, που δεν πρέπει να αντιπροσωπεύεται μόνο από το έδαφος μας και τα ένδοξα ερείπια μας, αλλά από εμάς τους ίδιους στην προσπάθεια μας να γίνουμε αντάξιοι των προγόνων μας».
Παναγιώτης Ποταγός



Ο Παναγιώτης Ποταγός  (1838-1904)  ιατρός από την Αρκαδία, υπήρξε ο μοναδικός Έλληνας εξερευνητής των νεωτέρων χρόνων. Γεννήθηκε στη Βυτίνα το 1839, και έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία έξι μηνών. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Μετά τη βράβευση του στον Μαυροκορδάτειο διαγωνισμό αναχώρησε για το Παρίσι όπου συμπλήρωσε τις επιστημονικές του γνώσεις.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί,  εκδηλώθηκε μεγάλη επιδημία χολέρας. Ο νεαρός ιατρός Παναγιώτης Ποταγός διακρίθηκε τότε για την αλτρουϊστική του δράση, κέρδισε δε την αγάπη και την εκτίμηση των συναδέλφων του και τιμήθηκε από τη Γαλλική Κυβέρνηση.  Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1866 και για ένα χρόνο περίπου άσκησε την ιατρική στο χωριό του πατριού του, στη Στεμνίτσα.

Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό καθώς ήταν ο Παναγιώτης Ποταγός, καλλιεργούσε από χρόνια στο μυαλό του την ιδέα της εξευρεύνησης αγνώστων περιοχών. Τις απόκρυφες αυτές σκέψεις του δεν τις εκμυστηρεύθηκε φυσικά σε κανέναν και προ πάντων δεν ήθελε να μάθουν τίποτε οι γονείς του φοβούμενος ότι θα αντιδρούσαν.

Στις 12 Νοέμβρη του 1867 επέστρεφαν στην Ελλάδα με το ατμόπλοιο «ΕΛΛΑΣ», το Βασιλικό ζεύγος Γεώργιος Α΄ και η Βασίλισσα Όλγα (πρώην πριγκίπισσα της Ρωσίας). Οι γάμοι είχαν γίνει στις 15 Οκτώβρη στην Πετρούπολη με μεγαλοπρέπεια.

Ηταν τότε που ο Παναγιώτης Ποταγός είπε στην οικογένεια του πως θα πήγαινε στην Αθήνα, προβάλοντας ως διακιολογία την άφιξη των βασιλέων και την αγορά επιστημονικών βιβλίων.

Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό καθώς ήταν ο Παναγιώτης Ποταγός επιχείρησε τολμηρά για την εποχή του εξερευνητικά ταξίδια. Η περιήγηση του άρχισε  το 1867 και διήρκησε δεκαπέντε χρόνια έως το 1883. Κατά το διάστημα αυτό διέσχισε δύο φορές την Ασιατική ήπειρο,  επισκεπτόμενος άγνωστες και αφιλόξενες εκτάσεις της κεντρικής  Αφρικής και πολύ πέρα από το σημείο που είχε φθάσει ο Georg Schweinhurt (Γερμανός βοτανολόγος και εξερευνητής).



Στο πρώτο του ταξίδι, ο Ποταγός ξεκίνησε από την Συρία και αφού πέρασε από το Ιράκ, την Περσία και το Αφγανιστάν, διέσχισε τους ορεινούς όγκους του Ινδικού Καύκασου και του Παμίρ και συνέχισε μέσα στην έρημο του Γκόμπι, στη Βόρεια Κίνα (Κασγκάρ και Χάμια), την Μογγολία (Βλιαστέ), για να καταλήξει στο Χηλή (Colintzia) της Ανατολικής Σιβηρίας, στην καρδιά της Ασιατικής ηπείρου, από όπου και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη και από εκεί στην Οδησσό και την Κωνσταντινούπολη.

Ξεκινώντας την περιήγηση του ο σύγχρονος αυτός Πυθέας  ακολούθησε  τη μεγάλη ιστορική πορεία του Μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη  στα βάθη της Ασίας. Διόρθωσε αναφορές άλλων συγγραφέων που σχετίζονται με την πολυθρύλητη εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έψαξε για Ελληνικά κατάλοιπα στη γλώσσα, στα ήθη, στα έθιμα, στις δοξασίες των περιοχών που επισκέφθηκε.  Πολλοί πρίγκηπες και βασιλιάδες που συνάντησε είχαν  συνείδηση Ελληνική,  και ένοιωθαν πως είναι απόγονοι των Μακεδόνων και του ξακουσμένου αρχηγού τους του Μ. Αλεξάνδρου.

Η Ελληνική υπηκοότητα λειτούργησε ως  «διαβατήριο» στα μέρη αυτά, εξ αιτίας της «Αλεξανδρινής κληρονομιάς», και το συγκριτικό του αυτό πλεονέκτημα ο Ποταγός κατάφερε να το αξιοποιήσει πλήρως. Έχοντας φιλοξενηθεί διαδοχικά στις αυλές των βασιλιάδων (εμίρηδων) όλων των σημαντικών πόλεων του Αφγανιστάν (Εράτ, Καμπούλ και Φεϊζαμπάτ), ο Ποταγός μπόρεσε να μας δώσει πολλά στοιχεία για την «χώρα-κλειδί» της κεντρικής Ασίας. Επιχείρησε κυρίως να συνδέσει τόσο τους τόπους όσο και τους λαούς με τις αναφορές που περιέχονται στην αρχαία γραμματεία, στον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Αρριανό, τον Πτολεμαίο, και τον Στράβωνα. 



Στο δεύτερο του ταξίδι, ξεκίνησε από το Σουέζ της Αιγύπτου και αφού περιηγήθηκε τις βορειο-δυτικές περιοχές της Ινδίας, τη Νότια Περσία και το Αφγανιστάν, επέστρεψε στο Καϊρο. Και  η Αραβόφωνη Ασία έφερε βαθιά χαραγμένα πάνω της τα ίχνη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πολύ ξεχωριστό Έλληνικό ενδιαφέρον έχουν οι διάφορες πληροφορίες που μας δίνει για την επιβίωση στα μέρη αυτά Έλληνικών πολιτισμικών στοιχείων.

Στην Εράτ του Δυτικού Αφγανιστάν για παράδειγμα, αναφέρει ότι χρησιμοποιούνται ακόμα κάποιες ελληνικές λέξεις και το στάδιον ως μέτρο αποστάσεων. Στην Καμπούλ και τη Φεϊζαμπάτ οι Εμίρηδες κατείχαν πολλές μεταφράσεις των Αρχαίων και ακολουθούσαν το αστρονομικό σύστημα του Πτολεμαίου, τα Φυσικά του Αριστοτέλη, την ιατρική του Ιπποκράτη και του Γαληνού, ενώ ο Πλάτωνας είχε σχεδόν αγιοποιηθεί.

Πολύτιμες  αν και συνοπτικές είναι και οι πληροφορίες για αρχαιολογικά ευρήματα, Έλληνικά νομίσματα, αλλά κυρίως για ήθη και έθιμα λαών του Αφγανιστάν με φανερές Έλληνικές καταβολές, ιδιαίτερα των Καφριστανών (απίστων) που ο Ποταγός γνώρισε δύο δεκαετίες πριν από τον υποχρεωτικό εξισλαμισμό τους (το 1896) που εξαφάνισε τα περισσότερα από τα Ελληνικά στοιχεία που ακόμα επιβίωναν σ’αυτούς.

Στο τρίτο του ταξίδι ξεκινώντας από το Κάϊρο, κατευθύνθηκε νότια  και μέσω του Σουδάν  έφτασε στην Κεντρική Αφρική, μέχρι τις περιοχές του Βορείου Κονγκό, προχωρώντας πιό πέρα από τις περιοχές που είχε εξερευνήσει ο μεγάλος Γερμανός εξερευνητής Γ. Σβαϊνφουρτ (1836-1925). Κορυφαίο του επίτευγμα υπήρξε η ανακάλυψη του μεγάλου ποταμού «Μπόμου» της Αφρικής, αγνώστου και μη καταγεγραμμένου στους χάρτες της εποχής (1887) χωρίς τη βοήθεια επιστημονικών οργάνων και χωρίς την παραμικρή αρωγή από τις Ελληνικές Κυβερνήσεις. 

Αντί να τον  επιβραβεύσουν  για τους άθλους του, πολιτική και πνευματική ηγεσία, του γύρισαν την πλάτη αδιαφορώντας για τα επιτεύγματα του. Ωστόσο επαινέθηκαν από κορυφαίους Ευρωπαίους διανοούμενος και τη Γεωγραφική Εταιρεία των Παρισίων. Ήταν μάλιστα τόσο σημαντικό το έργο του, ώστε ο Βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος ο Β΄ τον προσκάλεσε στις Βρυξέλλες και του ζήτησε να γράψει το όνομά του στη Χρυσή Βίβλο των εξερευνητών δίπλα στα μεγάλα ονόματα που ήσαν γραμμένα εκεί.

Και ο Ποταγός ντί του ονόματός του υπέγραψε αντί του ονόματος του, με κεφαλαία γράμματα «ΕΙΣ ΕΛΛΗΝ», κληροδοτώντας έτσι τη μοναδική αυτή τιμή στην αγαπημένη του πατρίδα. Και μόνον η πράξη του αυτή φθάνει για να τον χαρακτηρίσει μεγάλο άνδρα, υπέροχο ανάστημα, άξιο τέκνο της πατρίδας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα σημείο της γαλλικής μόνο έκδοσης του συγγράμματος του, γράφει ο Ποταγός:  «διακινδύνευσα τη ζωή μου για την τιμή της χώρας μου, που δεν πρέπει να αντιπροσωπεύεται μόνο από το έδαφος μας και τα ένδοξα ερείπια μας, αλλά από εμάς τους ίδιους στην προσπάθεια μας να γίνουμε αντάξιοι των προγόνων μας».!

Η ανθρωπιστική του ευαισθησία επιβεβαιώνεται πολλές φορές στα ταξίδια του, ιδιαίτερα στην Αφρικανική ήπειρο, όπου είναι φανερή η σταθερή του εμμονή να αναζητήσει και να εισηγηθεί τρόπους που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους λαούς αυτούς. Μάλιστα απηύθυνε επιστολή στον Βασιλέα του Βελγίου (και πρόεδρο τότε όλων των γεωγραφικών εταιρειών του κόσμου) στην οποία, αφού στιγμάτιζε την ερήμωση της Αιθιοπίας εξ’ αιτίας της σωματεμπορίας των Αράβων, πρότεινε την εισαγωγή του εμπορίου μέσω ενός δικτύου σταθμών που εκείνος υπεδείκνυε και που θα μπορούσαν να επεκταθούν βαθμηδόν από τα παράλια προς το εσωτερικό, «ποιούντες τρόπους δι ων να προκαλήται η θέλησις των αγρίων εις την αποδοχήν του πολιτισμού». 



Είναι βέβαια αλήθεια ότι η αντίληψη του «εκπολιτισμού μέσω του εμπορίου» ακούγεται στην εποχή μας σαν μια φανερά «νέο-αποικιοκρατική» και ελάχιστα αθώα προσέγγιση. Αν αναλογισθούμε όμως το στυγνό πρόσωπο και τον χαρακτήρα καθαρής λεηλασίας που είχε το αποικιακό μοντέλο του 19ου αιώνα, καταλαβαίνουμε ότι ο Ποταγός εμφορείτο από ένα ιδεώδες που δεν συμβάδιζε με την αντίληψη και τη στρατηγική των αποικιοκρατικών χωρών  τουλάχιστον την εποχή εκείνη. Το στοιχείο αυτό δεν μπορούσε παρά να εντείνει την καχυποψία και την υποτίμηση που αντιμετώπισε ο Ποταγός από την πλευρά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, καχυποψία και υποτίμηση που εκφράστηκαν τόσο μέσα από τον (κατευθυνόμενο από τις αποικιοκρατικές αρχές) Τύπο των Ινδιών όσο και από την Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία του Λονδίνου.

«Εννόησα ότι ενέπεσα εν Λονδίνω εις χείρας εγωισμού φθόνου και ασπλαχνίας»,  γράφει αναφερόμενος στη συνάντηση και την επιστημονική φιλονικία του με δύο εξέχοντα μέλη της Γεωγραφικής Εταιρείας, τον συνταγματάρχη Ζιούλ (μεταφραστή και θαυμαστή του Μάρκο Πόλο) και του κ. Ρουϊλσων (Rawilson), δάσκαλο και σύμβουλο του Πρίγκηπος της Ουαλίας. Ο πρώτος τον προκάλεσε υπερασπιζόμενος την αυθεντικότητα του δρομολογίου του Μάρκο Πόλο, που ο Ποταγός αμφισβήτησε με στοιχεία από το δικό του ταξίδι. Ο δεύτερος του ζήτησε να αναιρέσει από το άρθρο του τις αναφορές στους αρχαίους συγγραφείς «επειδή μ’αυτά είχε ασχοληθεί εκείνος»! 

Και στη Γαλλία και τη Γεωγραφική Εταιρεία των Παρισίων ο Ποταγός αντιμετωπίστηκε με εκτίμηση και αποδοχή και δημοσιεύτηκε το άρθρο του για την διάβαση του Παμίρ –όπως άλλωστε αργότερα και το βιβλίο του. Ο Γενικός γραμματέας της εταιρείας κ. Maunoir,  παρά το ότι αρχικά είχε αμφισβητήσει τον εμπειρικό ορισμό γεωγραφικών θέσεων που έκανε ο Ποταγός χωρίς τη χρήση αστρονομικών εργαλείων, στη συνέχεια τον συνεχάρη ενθουσιασμένος, αφού ο περιηγητής Ζιούνκ επιβεβαίωσε πλήρως τις θέσεις (για την περιοχή γύρω από το Νείλο). Στην γαλλική έκδοση των «Περιηγήσεων» συνετέλεσαν και δύο διαπρεπείς Γάλλοι επιστήμονες με τις παρατηρήσεις και τις σημειώσεις τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόκειται για δύο ιστορικούς (και όχι γεωγράφους), τον Emile Burnouf, επίτιμο διευθυντή της Γαλλικής Σχολής των Αθηνών και τον Alfred Maury, μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας του Παρισιού αλλά καθηγητή της Ιστορίας στο College de France.

Είναι ενδιαφέρον ότι, από τα τέσσερα «βιβλία» στα οποία διαιρείται ο Α’ τόμος των Περιηγήσεων του Ποταγού (τόσο στην ελληνική όσο και στη γαλλική του έκδοση) μόνο τα δύο πρώτα, που ονομάζει «Περιηγητικά», αφορούν την εξιστόρηση των τριών μεγάλων ταξιδιών του σε Ασία και Αφρική. Το τρίτο βιβλίο, που ονομάζει «Ιστορικόν» είναι μία συγκριτική μελέτη του συγγραφέα για τις χρονολογίες των αρχαίων λαών (Εβραίων, Αιγυπτίων, Ασσυρίων, Βαβυλωνίων, Αράβων, Συρίων, Φοινίκων, Λυδών, Μήδων, Περσών και Ελλήνων). Στο τέταρτο βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Φυσικόν», ο Ποταγός ασχολήται  με την ερμηνεία διαφόρων μετεωρολογικών κυρίως  φαινομένων, ενώ υπάρχει και ένα γεωγραφικό κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Περί διαιρέσεως της γης εις ζώνας και του ανθρώπου εις φυλάς».

Από τις Βρυξέλλες, μέσω Παρισίων, πήγε στη Μασσαλία και από εκεί επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Με ορμητήριο το Σουέζ και οδηγό τη Βίβλο, περιηγήθηκε την Αραβική χερσόνησο.  Από την περιοχή του Σινά πήγε στη Δαμασκό για να καταλήξει τελικά στα Άδανα της Κιλικίας. Από εκεί έστειλε ένα από τα συγγράμματα του προς το Υπουργείο Παιδείας για αξιολόγηση συνοδευόμενο από έγγραφο, στο οποίο σημείωνε ότι η Κυβέρνηση μπορεί να αναλάβει την έκδοσή του, εφόσον το έβρισκε σπουδαίο για το έθνος και ωφέλιμο για την επιστήμη. Έμεινε στα Άδανα επί ένα χρόνο και τρεις μήνες περίπου, περιμένοντας κάποια απάντηση. Στο διάστημα αυτό έγραψε προς το Υπουργείο πέντε φορές.  Δεν έλαβε όμως καμία απάντηση  θετική ή αρνητική.
Απελπισμένος, χωρίς να ξέρει τι απέγιναν οι σημειώσεις του εγκατέλειψε τα Άδανα και γύρισε στην Αθήνα στις 14 Φλεβάρη του 1883 ύστερα από απουσία δεκαπέντε χρόνων.

Αμέσως μετά την άφιξη του παρουσιάσθηκε στο βασιλιά Γεώργιο Α΄ εκθέτοντας τα παράπονα του εναντίον του υπουργείου Παιδείας. Αφού τον άκουσε ο Βασιλιάς, του υπεσχέθη ότι εντός της ημέρας θα έστελνε τον υπασπιστή του στον Υπουργό Παιδείας. Μετά λίγες μέρες τον επισκέφθηκε ο υπασπιστής του Βασιλιά και του ανακοίνωσε ότι η Α.Μ. έστειλε την αναφορά του στο Υπουργείο και ότι ελπίζει μετά λίγες μέρες πως θα έχουν απάντηση.
 


Πέρασαν είκοσι μέρες. Στο διάστημα αυτό ο Ποταγός επισκέφθηκε τρεις φορές τον γραμματέα των ανακτόρων Καλίνσκι. Οι απαντήσεις όμως του τελευταίου και τις τρεις φορές ήταν στερεότυπες και λακωνικές: «Δεν έχουμε λάβει ακόμα απάντηση κύριε Ποταγέ».  Στην συνέχεια  ο Ποταγός πήγε ο ίδιος στο Υπουργείο για να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Αφού επί ημέρες τον παρέπεμπαν από γραφείο σε γραφείο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάποιος από αυτούς και χωρίς να τα διαβάσει τα πέταξε στο καλάθι των αχρήστων… Επειδή δεν έβγαζε άκρη με το προσωπικό, πήγε στον Υπουργό Βουλπιώτη. Τελικά βρήκε ένα μέρος των χειρογράφων του.

Όμως πολλές ιστορικές σημειώσεις του καθώς και πληροφορίες που αφορούσαν στην πανίδα και χλωρίδα πολλών περιοχών που είχε επισκεφθεί, είχαν χαθεί για πάντα.  Μια μέρα συνάντησε τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη που ήταν μαζί με τον υπουργό Βουλπιώτη και τόλμησε να τους ζητήσει να τον διορίσουν έφορο στην Εθνική Βιβλιοθήκη, δεδομένου ότι είχε δεν είχε καθόλου χρήματα. Η απάντηση ήταν αρνητική. Πικραμένος ο Ποταγός πήρε από το Υπουργείο όσα χειρόγραφα βρήκε και πήγε στο Πανεπιστήμιο.

Ήταν τελευταία του ελπίδα. Εκεί ζήτησε από τον πρύτανη το εκτενές κείμενο που είχε σταλεί στην Πρυτανεία τυπωμένο σε πέντε αντίτυπα πριν τέσσερα χρόνια από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Παρισίων. Το κείμενο συνοδευόταν από σχετικό έγγραφο στο οποίο οι Γάλλοι συνιστούσαν στη Σύγκλητο την έκδοση του σπουδαίου αυτού συγγράμματος. Ο Πρύτανης (Πρύτανης ήταν ο Παναγιώτης Κυριακός) έδωσε εντολή να αναζητηθούν τόσο το έγγραφο, όσο και το σχετικό κείμενο. Ύστερα από έρευνα εντοπίσθηκαν σε ογκώδη φάκελλο που είχε σχηματισθεί. Κανείς ωστόσο, δεν είχε μπει στον κόπο να του ρίξει έστω μια ματιά. 


Όταν ο Πρύτανης Παναγιώτης Κυριακός διάβασε το περιεχόμενο του Γαλλικού δημοσιεύματος έμεινε άναυδος. Δεν πίστευε στα μάτια του. Να υπάρχει στο Πανεπιστήμιο τέτοιος θησαυρός και κανείς να μην έχει αντιληφθεί τόσα χρόνια την αξία του; Έδωσε αμέσως εντολή στον γραμματέα να ειδοποιήσουν τον Ποταγό πως τον ζητά επειγόντως. Λίγες ώρες αργότερα ο Π. Ποταγός στεκόταν μπροστά στον Πρύτανη. Ο τελευταίος τον χαιρέτησε, έβγαλε τα ματογυάλια του και του είπε βαθιά συγκινημένος: «Αγαπητέ κύριε συνάδελφε, σας συγχαίρω από βάθους καρδίας. Το μνημειώδες έργο σας αποτελεί πράγματι εθνικό θησαυρό. Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου προκειμένου να εκδοθεί σε  τόμο».

Αμέσως την επομένη υπέβαλε στη Σύγκλητο αναφορά στην οποία, αφού εξηγούσε το μεγάλο έργο του Π. Ποταγού και παρέθετε  τις επαινετικές κριτικές των  επιστημόνων  της Γεωγραφικής  Υπηρεσίας των Παρισίων για το έργο του, ζητούσε να εγκρίνει έκτακτη πίστωση για την έκδοση του συγγράμματος.
Η σύγκλητος ενέκρινε ομόφωνα πίστωση 5.000 δρχ. Μάλιστα ο καθηγητής Δημήτριος Στρούμπος μετά την ανάγνωση της μελέτης αναφώνησε: «Μα πρόκειται για έργο υπεράνθρωπο. Έργο  που τιμά την πατρίδα μας, αφού και από ξένους ακόμα χαρακτηρίζεται εθνικό».

Μετά την έγκριση του ποσού, ο Πρύτανης επισκέφθηκε τον Υπουργό Οικονομικών Βουλπιώτη,  του ανακοίνωσε της απόφαση της Συγκλήτου και του συνέστησε να εγκρίνει  την πίστωση. Μάλιστα παρατήρησε ότι ο Ποταγός λόγω των πολύχρονων εξερευνητικών του ταξιδιών δεν είχε πλέον  τους απαιτούμενους πόρους για την έκδοση του μεγάλου αυτού έργου. Η απάντηση του Υπουργού Παιδείας Βουλπώτη ήταν αρνητική, ότι δεν υπάρχουν κονδύλια με την αμίμητη φράση: «Περίμενε τόσα χρόνια. Ε, ας περιμένει μερικά ακόμα!!!»

Το Ελληνικό Κράτος από τότε θα γνωρίσει πολλούς Βουλπιώτηδες που, θρονιασμένοι σε κάποιες αναπαυτικές πολυθρόνες του Υπουργείου «παιδείας» θα φροντίσουν να θάψουν επιμελώς τα έργα των πρωτοπόρων Ελλήνων. Στην Ελλάδα του χθες  του σήμερα και του αύριο, οι φελλοί πάντοτε  επέπλεαν και πάντοτε θα επιπλέουν, για αυτό φτάσαμε σε αυτό το σημείο σήμερα. Αρκεί να αναφερεθεί  το εξής χαρακτηριστικό: Λίγα χρόνια πριν τον Βουλπιώτη, στο ίδιο Υπουργείο Παιδείας, με υπουργό τον Ιωάννη Βαλασόπουλο, ο οποίος όταν ύστερα από επιμονή του Ερρίκου Σλήμαν για το θέμα του θησαυρού των Μυκηνών και της Τροίας έφτασε στη Βουλή, εκστόμισε το αθάνατο εκείνο: «Να μαζέψει ο κύριος Σλήμαν τα τσουκαλάκια του από εδώ και να μας αφήσει ήσυχους!!!».

Ο Παναγιώτης Ποταγός πέθανε πάμπτωχος, πικραμένος και απογοητευμένος  στο χωριό «Νύμφες» της Κέρκυρας τον Φεβρουάριο του 1903 σε ηλικία 64 ετών.
Σήμερα  δυστυχώς κανείς σχεδόν δεν γνωρίζει το έργο του που πρόσφερε στην  Ελλάδα αλλά και στην ανθρωπότητα ο Παναγιώτης Ποταγός. Το έργο του είναι γνωστό μόνο σε έναν περιορισμένο κύκλο ανθρώπων κυρίως στους κατοίκους της Βυτίνας.

Στην πόλη Isiro (πρ. Paulis) στο Κογκό, μια από τις μεγαλύτερες λεωφόρους φέρνει το όνομα «AVUE P. POTAGOS». Τέλος, στην κεντρική πλατεία της γενέτειρας του Π. Ποταγού  Βυτίνα, υπάρχει ορειχάλκινη προτομή έργο του γλύπτη Θ. Βασιλόπουλου  και δυο σχεδιαγράμματα του εξερευνητικού οδοιπορικού του στην Ασία και Κεντρική  Αφρική με  έξοδα των Ελλήνων της Αφρικανικής Ηπείρου.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Το άσπρο του Αιγαίου, ο 'έγχρωμος' Παρθενώνας, και η χωριάτικη σαλάτα (Μύθοι και πραγματικότητες)...



«Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα, κατάλαβα πόσο το Ελληνικό τοπίο επιδρά στην ψυχή του ανθρώπου. Όλα έχουν ένα μέτρο ανθρώπινο. Όπως στην αρχαία Ελλάδα. Οι θεοί, τα βουνά, τα ιερά τους, ήταν κοντά στο μπόι τους, για να βλέπουν και ν, αντλούν δύναμη απ, αυτά. Δεν υπήρχε η αίσθηση της υπερβολής. Για να νιώσεις την αρχαία Ελλάδα, τη σκέψη της, την τέχνη της, τους θεούς της, μια αφετηρία υπάρχει: το χώμα, η πέτρα, το νερό, ο αέρας. Από δω πρέπει ν, αρχίσεις».
 
Καζαντζάκης


Στο άκουσμα του Αιγαίου ο νους αναπαράγει εικόνες μικρών κατάλευκων οικισμών, στο γαλάζιο άσπρο φόντο της θάλασσας, και του Ουρανού, γλυπτόμορφα οικιστικά συμπλέγματα, δομημένα με τρόπο που δε σ’ αφήνει να ξεχωρίσεις αν είναι ανθρώπινα ή της φύσης γέννημα. Η παράδοση κρύβει μια παράξενη αρχέτυπη  ομορφιά, ιδίως στην αρχιτεκτονική.Το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και τη σκιά ζωογονεί αυτά τα μονοχρωματικά συγκροτήματα, με φόντο το γαλάζιο ουρανό, τη θάλασσα και τις βραχώδεις πλαγιές των λόφων.

Από πότε όμως κυριάρχησε το λευκό χρώμα στα σπίτια του Αιγαίου κυρίως στις Κυκλάδες ; Στοιχεία για τις όψεις των κτιρίων στην αρχαιότητα διασώθηκαν, και γνωρίζουμε από τις περίφημες Μινωϊκές και Θηραϊκές τοιχογραφίες πως τα βασικά χρώματα ήταν το χονδροκόκκινο, η ώχρα, το μαύρο και το λουλακί, που τα έβρισκαν εύκολα στη φύση με τη μορφή οξειδίων και υπεροξειδίων του σιδήρου. Υπάρχουν επίσης οι αναφορές του Πλάτωνα στον «Τίμαιο», απ' όπου φαίνεται ότι ήταν ήδη γνωστή η τετραχρωμία. Τα αρχαία μνημεία, αγάλματα και ναοί  όπως λ.χ ο Παρθενώνας δεν ήταν λευκά όπως οι περισσότεροι πιστεύουν  και αυτό διότι οι αρχαίοι  χρησιμοποιούσαν  χρωστική ουσία με κυρίαρχα το το κόκκινο, το μπλε και το επίχρυσο. 



Κατά την Τουρκοκρατία όταν το Αιγαίο ήταν γεμάτο από πειρατές, οι κάτοικοι των νησιών πολύ λογικά, άφηναν τα σπίτια τους άβαφα, στο χρώμα της πέτρας, στε να μην ξεχωρίζουν από το βραχώδες τοπίο. Η οπτική ένταξη στο τοπίο ήταν λοιπόν μέσο επιβίωσης, πριν γίνει αργότερα αισθητική αξία. Κατά τον 19ο αιώνα τα  χρώματα που επικρατούσαν στους σοβατισμένους τοίχους εξακολουθούσαν να  είναι το ωχροκίτρινο, το ωχροπράσινο, το ανοιχτό καμινόχρωμα και το άσπρο, ενώ τα παραθυρόφυλλα είχαν  χρώμα καφετί.


Το λευκό χρώμα στα νησιά  του Αιγαίου επιβλήθηκε από τον Μεταξά το 1938, ως μέτρο υγειονομικής ανάγκης  για να αποτραπεί η διάδοση των μολυσματικών ασθενειών, που σάρωναν τότε την Ελλάδα. Διατάσσει όλα τα σπίτια των νησιών να ασβεστωθούν  για να προστατευτούν μ’ αυτό τον τρόπο, από την μόλυνση της χολέρας, που μάστιζε εκείνη την εποχή την Ελλάδα κι είχε απλωθεί και στα οικόσιτα πτηνά. 

Ο ασβέστης θεωρήθηκε το κατεξοχήν απολυμαντικό, αφού τότε ακόμη δεν ήταν διαδεδομένη η χρήση της χλωρίνης. Τα σοβαντισμένα σπίτια είναι περισσότερο ανθεκτικά και ο λευκός ασβέστης είχε διπλό ρόλο: πρωτίστως είχε απολυμαντικές ιδιότητες και τον χρησιμοποιούσαν για λόγους υγιεινής. 



Επιπλέον, το λευκό χρώμα αντανακλά τις  ακτίνες του ήλιου, κάνοντας το σπίτι πιο δροσερό. Το σοβάντισμα γινόταν με το μυστρί ελεύθερα, χωρίς οδηγούς, ακολουθώντας τις ακανονιστίες του τοίχου. Οι πολλαπλές στρώσεις του σοβά εξομάλυναν τους τοίχους, δημιουργώντας μια γλυπτική αίσθηση. Έτσι, οι λευκοί Αιγαιοπελαγίτικοι οικισμοί δίνουν μια θαυμαστή αίσθηση ενότητας.

Στη συνέχεια, με τις δύσκολες εποχές που ακολούθησαν,  το μέτρο της αναγκαστικής ασβέστωσης ξεχάστηκε, όχι όμως από όλους, καθώς ο φόβος της φυματίωσης θέριζε εκείνα τα χρόνια. Όταν λοιπόν έρχονταν τα Χριστούγεννα, το Πάσχα κι ο Δεκαπενταύγουστος, ασβέστωναν το χωριό, από τους τοίχους μέχρι τα σοκάκια, για να ‘χουν των υγειά τους και να δείχνουν «παστρικά» τα σπίτια.

Το 1955 η τότε βασίλισσα
  Φρειδερίκη, μετά από προτροπές  «κοσμικών κύκλων» (Ελένης Βλάχου, Σπύρου Μελά, Κώστα Μπίρη), παρουσιάζει στον Καραμανλή, ως πρόταση για να διαφημιστούν τα νησιά μας, μια φωτογραφία πρότυπο, καλοσυντηρημένων σπιτιών στην Μύκονο, που είχαν στην ιδιοκτησία τους, μερικοί ξένοι κι εγχώριοι κοσμοπολίτες αστοί στο νησί.

Οι παλιές σκέψεις για το άσπρο χρώμα των σπιτιών της Μυκόνου του
Le Corbusier, μπήκαν επίσης ως ισχυρό τουριστικό όπλο, στην προώθηση του σκοπού τους. Η συνταγή ήταν καλοφτιαγμένη. Η εικόνα του Αιγαίου: το άσπρο, το αγνό (καθάριο) χρώμα, σε συνδυασμό με το μπλε της θάλασσας, του ουρανού και της Ελληνικής σημαίας.


Διαβάζουμε σχετικά σε ένα έγγραφο που διαβίβασε το «Τμήμα Διοικητικής Αποκεντρώσεως Νομαρχίας Κυκλάδων» προς «τα Αστυνομικά Τμήματα, Δημάρχους & Προέδρους Κοινοτήτων Νομού» στις 15.6.1972:

«Μεταξύ των άλλων περιορισμών οίτινες ετέθησαν ως προς την ανοικοδόμησιν, απηγορεύθη και η πολυχρωμία εις το εξωτερικόν των οικιών, ωρίσθη δε ότι κυριαρχούν εξωτερικόν χρώμα των οικιών θα είναι το λευκόν...  όπερ άλλωστε αποτελεί ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν των νήσων των Κυκλάδων και εν πολλοίς ενσυνείδητον υποχρέωσιν πάντων των κατοίκων... εις τρόπον ώστε να επιτευχθή ομοιομορφία εναρμονιζομένη πλήρως προς το ιδιάζον χρώμα των νήσων του Κυκλαδικού Συμπλέγματος.» 
 

Εικόνα : Διαταγή εθνικής λεύκανσης, από έγγραφο που βρέθηκε προ ετών σε έκθεση ντοκουμέντων της Επταετίας στο Δημαρχείο Σερίφου.

Η υποχρεωτική λεύκανση συνεχίστηκε και μετά τη δικτατορία. Γράφει για παράδειγμα το ΠΔ ΦΕΚ 931Δ/24.10.02 για τη Κύθνο: «Σε περίπτωση χρωματισμού των όψεων το επικρατούν χρώμα είναι το λευκό».

Ομοίως το ΠΔ ΦΕΚ 920Δ/23.10.02 για την Φολέγανδρο:

«Ο χρωματισμός στις εξωτερικές επιφάνειες των όψεων του κτιρίου είναι από λευκό υδρόχρωμα ή ασβέστη σύμφωνα με τα πρότυπα της περιοχής».

Ωστόσο, όσοι πρόλαβαν νησιωτικές γωνιές όπως η Οία, το Σίγρι, ή η Κάλυμνος πριν εμφανιστούν πισίνες, ξέρουν πόσο διαδεδομένη ήταν η πολυχρωμία. Στο ΦΕΚ 402Δ/17.5.02 που αφορά δόμηση εκτός σχεδίου σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, αναγνωρίζεται ότι σε μερικά από αυτά: 

«Πέραν του λευκού, χρησιμοποιούνται και χρωματισμοί που ιστορικά συναντώνται σε κτίσματα του νησιού, και που είναι κυρίως ώχρα, γκρί, λουλακί, κεραμιδί».


Πολυχρωμία πριν λοιπόν, η  οποία έχει παραμείνει  σε ορισμένα νησιά  όπως λ.χ η Σύμη. 

Πολύχρωμη και  η Ελληνική «χωριάτικη σαλάτα», σχετικά πρόσφατο χαρακτηριστικό γαστρονομικό έδεσμα, όπως μάλλον λίγοι γνωρίζουν.  Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τη χρονική στιγμή που προέκυψε η ιδέα του να μπουν όλα τα συστατικά της σαλάτας μαζί, δηλαδή τα συστατικά που συνιστούσαν ένα λιτό γεύμα που έτρωγαν οι άνθρωποι στα χωριά. 


Το σίγουρο είναι πως ένα από τα κύρια  συστατικά  της σαλάτας είναι η ντομάτα, η οποία ήρθε στην Ελλάδα το 1818. Συνεπώς  πριν  την Ελληνική επανάσταση, δεν υπήρχε η χωριάτικη σαλάτα, καθώς τότε  τα συστατικά της χωριάτικης τρώγονταν μεμονωμένα και ολόκληρα και περιορίζονταν στην οικιακή παραγωγή μιας κατεξοχήν αγροτικής οικονομίας . Δηλαδή ο κόσμος έτρωγε την ντομάτα όπως και τα υπόλοιπα λαχανικά όπως τρώμε σήμερα τα φρούτα, ολόκληρα  δεν την έκοβαν.


Λέγεται πως  το 1909  ένας  ένας Έλληνας καπετάνιος από την Αμερική άρχισε να βάζει κάποια από αυτά υλικά μέσα σε ένα πιάτο όλα μαζί και να τα ανακατεύει. Συνεπώς εικάζεται ότι περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα προέκυψε η χωριάτικη σαλάτα, η οποία μαζί με το τζατζίκι, τον Μουσακά και το Σουβλάκι αποτελούν το γαστρονομικό «σήμα κατατεθέν» της Ελλάδος.