Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Παγανισμός και Χριστιανισμός.

 


«Ο παγανισμός δεν ήταν ποτέ θρησκεία και δεν υπήρχαν ειδωλολάτρες πριν από τον Χριστιανισμό. Οι Xριστιανοί επινόησαν τον παγανισμό, όχι μόνο ως όρο, αλλά και ως σύστημα».

Maijastina Kahlos (διδάκτωρ Λατινικής και Ρωμαϊκής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και Ισόβιο Μέλος του Clare Hall, University of Cambridge. Ειδικεύεται στη μετανάστευση και την κινητικότητα στην ύστερη αρχαία Μεσόγειο, την καθημερινή ζωή στην αρχαία Ρώμη και τις αρχαίες θρησκείες. ), Debate and Dialogue: Christian and Pagan Cultures c. 360-430.

Oταν µιλάµε για «παγανισµό», δεν εννοούµε ένα συγκροτηµένο και οµοιογενές θρησκευτικό σύστηµα, αλλά µια θάλασσα παραδόσεων, εθίµων και πράξεων µεεσωτερική ποικιλοµορφία, αντιθέσεις και ιδιαιτερότητες.

Ούτε, άλλωστε, ο Xριστιανισµός, παρά την ιεραρχική του οργάνωση µε σχετικάσταθερό σηµείο αναφοράς τις Γραφές, αποτελούσε (ή αποτελεί σήµερα) µια µονολιθική θρησκευτική δοµή, αφού χαρακτηριζόταν (και χαρακτηρίζεται ακόµη) από επιµέρους οµάδες και ρεύµατα, µε αγεφύρωτο, πολλές φορές, µεταξύ τους χάσµα.

Ακόµη και η αρχαία Εβραϊκή θρησκεία, το λίκνο του Χριστιανισµού, δεν λειτουργούσε ως κλειστό σύστηµα, αλλά αντλούσε συνεχώς στοιχεία από το περιβάλλον της, πλουµίζοντας το υφαντό της µε Xανανιτικά, Αιγυπτιακά, Μεσοποταµιακά και Ελληνικά πολιτιστικά στοιχεία. Αυτή τη ρευστότητα, ένθεν και ένθεν, δεν πρέπει κανείς να την παραβλέπει.

Στη δηµοτική σκέψη, γράφει οΓιώργος Κοντογιώργης, «δεν υπάρχει ένας, αλλά πολλοί θεοί (ο Άδης, ο Χάρος, η Χάρισα, ο ‘Θεός’, οι Άγιοι, η Γη, η Παναγία κ.ά.).Μολονότι διαφαίνονται µια σχετική εσωτερική ιεράρχηση κι έναςσαφής καταµερισµός έργων, αναγνωρίζεται σε καθένα από τους θεούς αυτούς πλήρης αυτονοµία δράσης [...] Ο θεός Χάρος συνυπάρχει µε τον Θεό, αποτελεί ως προς αυτό την προσωποποίηση της ανοµίας, ενσαρκώνει την απόλυτη αδικία, το απόλυτο κακό»(Κοντογιώργης 2006:18).

H µετάβαση από τους θεούς στον Θεό ήταν διαδικασία αργή, σταδιακή, σύνθετη και, συνήθως, µη βίαιη [η ιστορία μας διδάσκει το αντίθετο, εδώ κατά την γνώμη μου ο συγγραφέας καταλήγει σε λάθος συμπεράσματα. Η διαδικασία αυτή συνήθως ήταν βίαιη].

Η διαδικασία τούτη εξαρτιόταν [ και σε μικρό βαθμό - θα ήταν πιο σωστό κατά την γνώμη μου ] από παράγοντες πέραν της αυτοκρατορικής καταστολής του παγανισµού, όπως η φυσική καταστροφή των παγανιστικών ιερών από σεισµούς, η ιδιωτικοποίηση της παγανιστικής θρησκείας και ο ενοθεϊσµός, δηλαδή η λατρεία ενός ύψιστου θεού, µιας µέγιστης µορφής ανάμεσα σε άλλες, κατώτερες θεότητες (Rautman 2002. Mitchell-Nuffelen 2010. Panayides2016a. Mavrojannis 2016-2017. Deligiannakis 2018).

Για τον David Frankfurter, «ο εκχριστιανισµός [...] του µεσογειακού χώρου δεν πρέπει πλέον να θεωρείται προϊόντης οριστικής και απόλυτης επίδρασης ιδεολογιών και θεολογικών διδασκαλιών», εφόσον η επιβίωση παγανιστικών στοιχείων αποκαλύπτει τον τρόπο µε τον οποίο «Χριστιανικά σύµβολα, ιδέες, εξουσίες, ονοµασίες και άγιοι προσλαµβάνονταν και τύγχαναν διαπραγµάτευσης σε τοπικό επίπεδο - όχι µόνο σε συγκεκριµένες περιοχές, αλλά σε διάφορα επίπεδα, στο σπίτι και στο εργαστήριο, στις γιορτές των αγίων και στο µυαλό όσων ασχολούνταν µε το λειτουργικό τελετουργικό. Αυτοί ήταν οι κοινωνικοί χώροι, οι θρησκευτικοί κόσµοι, του εκχριστιανισµού - το χωνευτήρι της θρησκευτικήςδράσης» (Frankfurter 2018:31).

Για την καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης παγανισµού και Χριστιανισµού, ο Frankfurter προτείνει την αξιοποίηση της θεωρίαςτου ανθρωπολόγου Robert Redfield περί «Μεγάλης» και «ΜικρήςΠαράδοσης».

«Η κουλτούρα µιας αγροτικής κοινότητας», γράφει οRedfield, «δεν είναι αυτόνοµη. Αποτελεί πτυχή της [ευρύτερης] κουλτούρας στην οποία εντάσσεται. Όπως ακριβώς η αγροτική κοινωνία είναι ελλιπής [ως κοινωνικό σύνολο], έτσι και η αγροτική κουλτούρα είναι ελλιπής [...] Χρειάζεται µιαν άλλη κουλτούρα για να συνεχίσει να λειτουργεί. Η διανοητική και, συχνά, θρησκευτική και ηθική ζωήτου χωριού παραµένει συνεχώς µη πλήρης [...] Το χωριό µάς προσκαλεί να εξετάσουµε τη µακρά αλληλεπίδραση µεταξύ της τοπικήςκοινότητας και των πολιτιστικών κέντρων» (Redfield 1955:13-14).

Η«Μεγάλη Παράδοση» είναι για τον Redfield η κουλτούρα του πυρήνα,των ελίτ, της άρχουσας τάξης. Από την άλλη, η «Μικρή Παράδοση» αναπνέει στο υπέδαφος, είναι η κουλτούρα των µικρών ανθρώπων,των αγροτών, των αγροτικών κοινοτήτων. «Ο πολιτισµός», καταλήγειο Redfield, «διαθέτει τοπικό εύρος και µεγάλο ιστορικό βάθος. Είναι ένα µεγάλο σύνολο, στον χώρο και τον χρόνο, εξαιτίας της πολυπλοκότητας της οργάνωσής του που διατηρεί και καλλιεργεί τις επιµέρους παραδόσεις», µε τη Μεγάλη Παράδοση να διαχέει πολιτιστικάχ αρακτηριστικά προς τις «πολλές και διαφορετικές µικρές τοπικές κοινωνίες που εµπεριέχονται σ’ αυτήν» (Redfield 1955:21).

Στην περίπτωσή µας, ο Χριστιανισµός διαδραµατίζει τον ρόλο της Μεγάλης Παράδοσης, αφού υποστηρίζεται από το αυτοκρατορικό  κέντρο.  Ταυτόχρονα, συµβιώνει σε τοπικό επίπεδο µε πληθώρα προχριστιανικών αξιών, πρακτικών και εθίµων.

Η Μικρή αυτή Παράδοση προσλαµβάνει τη Μεγάλη µε διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικόβαθµό (βλ., π.χ., Frankfurter 2018:257-258).Ο Carlo Ginzburg αντιλαµβάνεται την εκδήλωση προχριστιανικών εθίµων, πράξεων και αντιλήψεων ως προϊόν συνύπαρξης µεταξύ της προφορικής κουλτούρας των λαϊκών µαζών και της γραπτής κουλτούρας της άρχουσας τάξης (Ginzburg 1980).

Πηγή: «Ο θάνατος των θεών: παγανισμός και μαγεία στη μεσαιωνική Κύπρο», δρ Χρυσοβαλάντης Κυριάκου.

 

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Μύηση με το στανιό

Στο τρέχον τεύχος, του περιοδικού ΙΧΩΡ, ανάμεσα στα άλλα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, υπάρχει και το άρθρο μου: «Μυητικά σπήλαια, και υπόγειες κρύπτες, λαβύρινθοι και νεκυομαντεία».



Διαβάστε την σχετική  "μεταφορική"  αναφορά  που έγινε στην εφημερίδα Δημοκρατία σήμερα, σε σχέση με το άρθρο.

Τα μυστήρια της τρόικας είναι ανοιχτά στο κοινό. Με ένα συμβολικό αντίτιμο (340 δισ. ευρώ) μπορούμε όλοι να συμμετέχουμε.



Στο περιοδικό «Ιχώρ» που κυκλοφορεί (τεύχος 138) υπάρχει ένα σπουδαίο θέμα. Τιτλοφορείται «Τα προϊστορικά μυστήρια στην Ελλάδα. Μυητικά σπήλαια, υπόγειες κρύπτες, λαβύρινθοι και νεκυομαντεία». Συναρπαστικά τα μυστήρια - ειδικά στην ελληνική αρχαιότητα και την προϊστορία. Μπροστά σε αυτά οι ταινίες με τον Ιντιάνα Τζόουνς και οι Αρχοντες των Δαχτυλιδιών φαντάζουν πιο βαρετές κι από ομιλίες του Κώστα Σημίτη σε συνάξεις τραπεζιτών.
Στο θέμα του περιοδικού αναφέρεται το ακόλουθο σημαντικό (σελ. 50): «Για το πώς οι υποψήφιοι μύστες κατάφερναν να “αναγεννηθούν” διά μέσου των μυστηριακών τελετουργιών δεν είναι του παρόντος, είναι κοινή όμως η πεποίθηση πως κατά την διάρκεια αυτών των δοκιμασιών μύησης η ψυχή του υποψηφίου περισσότερο πάθαινε παρά μάθαινε». Βρε! Τι θυμίζει τούτο; Δεν σου φέρνει στον νου (έστω σε ελεύθερη... μετάφραση) τις εκλογές; Οι εκπαιδευόμενοι στον παλαιοκομματισμό, στο ρουσφέτι και στην αυτού διαβολικότατη πασοκάρα περισσότερο παθαίνουν παρά μαθαίνουν! Ακούγοντας το ΓΑΠικό παράγγελμα «λεφτά υπάρχουν», μπούκαραν ξεβράκωτοι στον υπόγειο και καταχθόνιο αγγουρόκηπο της τρόικας. Με το «είναι μακέτο τούτο το έργο» του Σημίτη μυηθήκαμε στα ύπατα μυστήρια των μπετατζήδων εκδοτών και των Γερμανών σαδιστών.

Τάρταρος

Επίσης, στο ίδιο άρθρο αναφέρεται και το ακόλουθο: «Για τους αρχαίους μυσταγωγούς η ενατένιση του αθανάτου θεϊκού λίκνου της ψυχής ήταν εφικτή πριν επέλθει ο σωματικός θάνατος. Αυτή η διαδικασία όμως προϋπόθετε δοκιμασίες και επίπονες σωματικές και νοητικές ασκήσεις». Αυτά και άλλα πολλά συγκλονιστικά αποκαλύπτει το περιοδικό για τις μυήσεις στην πατρίδα μας πριν από μερικές χιλιετίες.


Εμείς οι τυχεράκηδες, αντί να κυνηγάμε τους δασκάλους, τους μύστες, τους ιεροφάντες και τους μάγους για να παρακαλέσουμε να γίνουμε δεκτοί στις συνάξεις τους, μας κυνηγούν αυτοί! Και αντί να λέμε ευχαριστώ, γκρινιάζουμε από πάνω. Και ιδού πώς διδάσκουν! Με τον ορθό τρόπο: παθήματα, όχι μαθήματα.


Αντικρίζοντας τον ΕΝΦΙΑ, τον λογαριασμό της ΔΕΗ, τις δόσεις της Εφορίας, τα μπουγιουρντιά που στέλνει το κράτος τι συμβαίνει; Ατενίζεις το «αθάνατο θεϊκό λίκνο της ψυχής πριν επέλθει ο σωματικός θάνατος». Αυτό συμβαίνει. Παθαίνεις τέτοιας εκτάσεως κοκομπλόκο και ταμπλάς που ξεκινάς διάλογο κατευθείαν με το Επέκεινα δίχως καν να έχεις προλάβει να πας εκεί. Βλέπεις καλειδοσκόπια, ουράνια τόξα και τον Βαγγέλη Βενιζέλο να έχει μεταμορφωθεί σε ορυκτό στον Τάρταρο. Τυχεράκια...

Παναγιώτης Λιάκος



Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η ένωση της ψυχή με τον Θεό σύμφωνα με τον Άγιο (Καθολικό ) Αυγουστίνο



 

Ρώτησα τη γη, κι αυτή μου είπε: "Δεν είμαι εγώ Θεός".



Κι όλα που είναι πάνω της το ίδιο μ΄ομολόγησαν.



Ρώτησα τη θάλασσα με τα βάθη της κι όλα τα ζωντανά που μέσα της κινούνται, και πήρα την απάντηση:



"Θεός σου εμείς δεν είμαστε,  ψάξε ψηλά πιο πάνω από μας".



Ρώτησα τους ανέμους...και λάλησε ολάκερο τ' αγέρα το βασίλειο

με όσα κατοικούσε μέσα του:



"Δεν είμαι εγώ Θεός".



Ρώτησα τον ουρανό, τον ήλιο και τ΄αστέρια:



"Ούτε κι εμείς είμαστε ο Θεός που συ ζητάς".



Κι εγώ είπα σ΄όλα τα πράγματα που είναι γύρω μου παντού:



"Πέστε μου λοιπόν κάτι για το Θεό μου, μιας και εσείς δεν είσαστε αυτός ελάτε, πέστε μου κάτι γι΄Αυτόν".



Κι αυτά ύψωσαν μια κραυγή και είπαν με δυνατή φωνή:



"Αυτός μας δημιούργησε"!



Η ερώτηση  μου ήταν η σκέψη μου, η απάντησή τους ήταν η ομορφιά τους.



Ιερός Αυγουστίνος  ("Εξομολογήσεις" Χ, 6 )*




Και  κατάλαβε ο Άγιος Αυγουστίνος ότι υπήρχε  μόνο μία πηγή που θα μπορούσε να δώσει απάντηση  στην ερώτηση σχετικά με το Θείο, η δική του ψυχή.

Η ψυχή είπε,  πως ούτε μάτια ούτε αυτιά μπορούν να σου μεταδώσουν αυτό που είναι μέσα μου. Γιατί εγώ μονάχα μπορώ να σου πω , και σου το λέω με τέτοιο τρόπο, που δεν μπορείς να αμφιβάλεις για αυτό.

Οι άνθρωποι μπορεί να αμφιβάλουν για το αν η ζωτική δύναμη βρίσκεται στο αέρα ή στην φωτιά, αλλά ποιος μπορεί να αμφιβάλει ότι αυτός ο ίδιος ζει, θυμάται κατανοεί, επιθυμεί, πιστεύει, γνωρίζει, και κρίνει..

Αν αμφιβάλει,  αυτό είναι μία απόδειξη ότι είναι ζωντανός θυμάται για ποιο λόγο αμφιβάλει, κατανοεί το γεγονός της αμφιβολίας, αν βεβαιώσει τον εαυτό του για κάτι, πιστεύει, αν γνωρίζει,  ότι δεν γνωρίζει τίποτα, κρίνει ότι αυτός δεν πρέπει να αποδέχεται τίποτα στα βιαστικά.’ Ο άνθρωπος μαθαίνει σχετικά με το θείο , οδηγώντας την ψυχή του να γνωρίσει τον εαυτό της ως πνευματικό, έτσι ώστε να μπορέσει να ανακαλύψει το δρόμο της, ως πνεύμα, στον πνευματικό κόσμο.





* Ο Αυρήλιος Αυγουστίνος ή Άγιος Αυγουστίνος ( 354-430μ.Χ ), γεννήθηκε στις 13 Νοέμβρη του 354 στην Ταγάστη της ρωμαϊκής επαρχίας της Νουμιδίας (τη σημερινή Αλγερία ), από πατέρα ειδωλολάτρη τον Πατρίκιο και μητέρα χριστιανή, τη Μόνικα η οποία έχει ανακηρυχθεί αγία της καθολικής εκκλησίας. Έλαβε επιμελημένη  φιλοσοφική παιδεία, παρά την άστατη νεανική ζωή του. Σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα (371) και αργότερα (374) δίδαξε γραμματική στην πατρίδα του και ρητορική στην Καρχηδόνα (375-383), τη

Στην Καρχηδόνα, διαβάζει το βιβλίο του Κικέρωνα «Ορτένσιος», συγκλονίζεται από αυτό και ξεκινά την αναθεώρηση της ζωής του θέτοντας ως σκοπό της αναζήτηση της σοφίας. Οι πνευματικές του ενασχολήσεις δεν υπερισχύουν των κοσμικών του επιθυμιών και βιώνει για μεγάλο διάστημα τη σύγκρουση των δύο στην ψυχή του.  Σε αυτή την περίοδο συνδέεται με μια εταίρα από την οποία και αποκτά ένα γιο, τον Αδεολάτο ή Αβερδάτο, που αργότερα θα βαφτιστεί και θα ονομαστεί Θεόδοτος. Παράλληλα ασπάζεται το Μανιχαϊσμό, αίρεση που πρεσβεύει την ύπαρξη δύο αρχών στο Σύμπαν του καλού και του κακού και την αντίστοιχη ύπαρξη δύο ψυχών στον άνθρωπο.

Ο Αυγουστίνος που ελπίζει να βρει απάντηση σε προβλήματα όπως η δημιουργία του κόσμου, η φύση του Θεού και του διαβόλου, η ανθρώπινη ψυχή και η εκδήλωση του Θεού στον άνθρωπο, απογοητεύεται. Μετά τη συνάντησή του με τον αρχιερέα των Μανιχαίων Φαύστο (382), εξαίρετο ρήτορα που όμως δεν κατάφερε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά του, εγκαταλείπει το Μανιχαϊσμό και φεύγει για τη Ρώμη (383).

Εκεί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη διδασκαλία των Νεοπλατωνικών, όπου και  βρίσκει  πολλές τις απαντήσεις που ψάχνει. Στο Μιλάνο γνωρίζει και έχει δάσκαλό του  τον επίσκοπο Αμβρόσιο, ο οποίος τον έφερε ξανά σε επαφή με το Χριστιανισμό. Το 387 μαζί με το γιο του και τον αδελφικό του φίλο Αλύπιο, βαφτίζεται χριστιανός και αφοσιώνεται στη μελέτη των γραφών, τη συγγραφή και την περισυλλογή. Το 388 επιστρέφει στην πατρίδα του και ζει ως μοναχός μέχρι το 395 που γίνεται επίσκοπος Ιππώνας και στρέφεται εναντίον των αιρέσεων της εποχής, συμπεριλαμβανομένου και του Μανιχαϊσμού, και αφιερώνεται στην προάσπιση της χριστιανικής πίστης.  Το 430  ενώ η πόλη βρίσκεται σε πολιορκία από τους Βάνδαλους, προσβάλλεται από αρρώστια και πεθαίνει. Λέγεται ότι οι εισβολείς σεβάστηκαν τα συγγράμματά του παρότι κατέκαψαν την πόλη, και αυτά απετέλεσαν το θεμέλιο για τη θεολογία της δυτικής εκκλησίας.

Κατά τον Αυγουστίνο  η ουσία της ψυχής είναι η αναζήτηση της αλήθειας, την οποία η ψυχή δεν βρίσκει έξω από τον εαυτό της, αλλά μέσα της. Πρέπει για να το πετύχει να γνωρίσει τον εαυτό της, να τον υπερβεί και να φτάσει εκεί όπου ανάβει κάθε φως του λόγου, δηλαδή στον Θεό.  «Το να είσαι ο εαυτός σου, είναι το να γνωρίσεις το Θεό», ρήση του Αυγουστίνου  που μοιάζει πολύ με το δελφικό ρητό «γνώρισε τον εαυτό σου και θα γνωρίσεις το Σύμπαν και τους Θεούς».

Η βεβαιότητα η θρυμματισμένη από τον σκεπτικισμό αναβλύζει τελικά από την αυτοσυνείδηση ως αληθινό φως (lumen verum), που περιέχει όλες τις αλήθειες, είναι αόρατο με τα μάτια του σώματος και πηγή του είναι ο Θεός. Η μάθηση δεν είναι λοιπόν συλλογή γνώσεων από τον έξω κόσμο (De Magistro)· γι’ αυτό κανένας δάσκαλος δεν μπορεί τίποτα να διδάξει, αλλά μόνο να βοηθήσει να γίνει νοητή η αλήθεια που είναι παρούσα μέσα στην ψυχή.

Η αλήθεια είναι μία  καθολική και αιώνια, και χάρη σ’ αυτήν συνεννοούνται και επικοινωνούν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους. Από την παρουσία της αλήθειας μέσα της, η ψυχή συνάγει την ύπαρξη του Θεού και  αντίστροφα, από την ύπαρξη του Θεού την ύπαρξη της αλήθειας. Πίστη και λόγος συνταυτίζονται:  «πίστευε για να κατανοήσεις»,  «κατανόησε για να πιστεψεις» ο λόγος δημιουργεί τις προϋποθέσεις της πίστης.

Κατά τον Αυγουστίνο ο κόσμος δεν είναι ούτε κάποιο είδος απορροής εξαιτίας της ύπαρξης του Θεού, γιατί Θεός και κόσμος δεν ταυτίζονται, ούτε είναι διαμόρφωση απο τον Θεό μιας προϋπάρχουσας ύλης: ο κόσμος είναι δημιουργία του Θεού μέσα στον χρόνο.

Ο χρόνος όμως δεν έχει αντικειμενική υπόσταση, είναι το βίωμα της ανάμνησης και της προσμονής της ψυχής. Η συνείδηση είναι σταθερό σημείο μέσα στην αλλαγή των πραγμάτων. Το πρόβλημα του κακού όμως ταράζει τη σκέψη του Αυγουστίνου. Από πού προέρχεται, αφού δεν έχει την πηγή του στον Θεό, δημιουργό των πάντων; Κατά τον Αυγουστίνο  η ουσία των πραγμάτων είναι το καλό, ενώ το κακό είναι το μη ον, δηλαδή μια απουσία που δικαιολογείται όμως από την αναγκαία ιεραρχία στην τελείωση των όντων.

Το αληθινό όμως κακό προέρχεται από την ελευθερία της βούλησης, δηλαδή από την ελευθερία της εκλογής που έχει ο άνθρωπος. Έχει την αρχή του στην κακή χρήση της ανθρώπινης θέλησης. Η θεία χάρη όμως δίνει τη δυνατότητα στην ανθρώπινη θέληση, αφού τη λύτρωσε από το προπατορικό αμάρτημα, να τείνει στην επιδίωξη και πραγμάτωση του καλού.



Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Η δύναμη του συμβόλου και του Μύθου

 


Η δύναμη του συμβόλου, και η χρησιμοποίηση της ιερογλυφικής   γραφής   από τον Πλωτίνο.  Την επόμενη φορά που θα ακούσετε   να  πουλάνε (με  πολύ καλές πωλήσεις)  «φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες»,  κάνοντας λόγο για κυνόμορφους,  ρυπαρά έθνη, υποχθόνιους – επιχθόνιους, Νεφελίμ  και  άλλα υφάνταστα,  απλά συσχετίστε τις φυσικές  ιδιότητες  ενός  εκάστου ζώου, με την θεότητα την οποία αυτό εν μέρη συμβόλιζε :

«Είτε ως αποτέλεσμα επακριβών ερευνών, είτε ενστικτωδώς  όταν μετέδιδαν στην σοφία τους,  οι Αιγύπτιοι  σοφοί,  δεν χρησιμοποιούσαν, προκειμένου να εκφράσουν την διδασκαλία τους και τα διδάγματα τους,  γραπτά σύμβολα που να αποτελούν μιμήσεις της φωνής και του λόγου.

Αντίθετα χάρασσαν  εικόνες   στις εγχαράξεις των ναών τους , εικονίζοντας   την σκέψη που ταίριαζε σε κάθε ένα ξεχωριστό πράγμα,  έτσι ώστε κάθε εικόνα να είναι ένα αντικείμενο που ενσωματώνει  την  γνώση και την σοφία σε μία ενότητα , χωρίς καμία εξήγηση ή σχόλιο. Αργότερα, το περιεχόμενο της εικόνας  εξάγεται και εκφράζεται  σε  λέξεις και  ανακαλύπτεται ο λόγος   που αυτό είναι  έτσι  και όχι  αλλιώς.»

Συσχετίστε επίσης τα σύμβολα  υπό την  μυθολογική αφήγηση,   όπως την αποκαλύπτει   ο Σαλλούστιος. (Σερήνος Σαλλούστιος, Νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 4ου μ.Χ. αιώνος, σύγχρονος και προσωπικός φίλος και συμβουλάτορας του Αυτοκράτορα Ιουλιανού του λεγόμενου "Παραβάτη"): 


«Επειδή λοιπόν  κάθε όν χαίρεται με ό,τι είναι όμοιό του και αποστρέφεται το ανόμοιο, είναι λογικό και οι αφηγήσεις για τους Θεούς να είναι όμοιες με εκείνους, ώστε να γίνουν αντάξιες της ουσίας των Θεών και να γίνουν οι Θεοί, ευμενείς προς εκείνους που τις αφηγούνται. Όλα αυτά επιτυγχάνονται μόνο δια μέσου των μύθων.

Οι μύθοι λοιπόν μιμούνται τους ίδιους τους Θεούς, ως προς την ρητή και άρρητη πλευρά τους, την αφανή και φανερή φύση τους, το σαφές και το ακατάληπτο τους, όπως και μιμούνται την αγαθότητα των Θεών, καθώς όπως ακριβώς κι εκείνοι εχάρισαν σε όλους τα αγαθά που παράγουν οι αισθήσεις, αλλά τα αγαθά που παράγει η νόηση στους έμφρονες μόνο, έτσι και οι μύθοι ανακοινώνουν σε όλους ότι υπάρχουν οι θεοί, αλλά μόνο στους ικανούς να δουν βαθύτερα φανερώνουν το ποιοι ακριβώς είναι αυτοί και ποιες είναι οι δυνάμεις τους.  Και τις ενέργειες των Θεών παρουσιάζουν επίσης οι μύθοι.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να ονομάσουμε Μύθο και αυτόν τον ίδιο τον Κόσμο, καθώς μέσα του τα σώματα και τα πράγματα είναι φανερά, ενώ αποκρύπτονται οι ψυχές και οι νόες. Επιπροσθέτως, αν θελήσει κάποιος να διδάξει σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια για τους θεούς, θα προκαλέσει από την μία τον καγχασμό των ανόητων λόγω της αδυναμίας τους να την κατανοήσουν και από την άλλη την ραθυμία των συγκροτημένων. Ενώ η συγκάλυψη της αληθείας με τους μύθους, δεν επιτρέπει στους πρώτους να καγχάσουν,τους δε δεύτερους εξαναγκάζει στο να φιλοσοφούν.» 






Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Το "μυητικό" ταξίδι των Ομηρικών επών



Μεταξύ των σπουδαιότερων αρχαίων  Μυθολογικών κείμενων (Έπη) όπως  τα Έπη του Γιλγαμές,  η Μαχαμπαράτα, και η Ραμαγίανα (1) εξέχουσα θέση κατέχουν τα Ομηρικά Έπη.

Στα Ομηρικά Έπη περικλείεται  κατά τρόπο αριστοτεχνικό όλη η  αρχαία Ελληνική μυθιστορία. Το νοηματικό όμως εύρος τους εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αφήγησης μυθολογικών ή ιστορικών γεγονότων,  καθώς όπως θα αποκαλυφθεί στην συνέχεια, σε αυτά  περιέχονται σημαντικότατες κοσμολογικές και θεολογικές έννοιες, τις οποίες ο «μυθαγωγός» Όμηρος πολύ έντεχνα έκρυψε κάτω από το πέπλο αφ' ενός μεν του Τρωικού Πολέμου ( Ιλιάδα),  και αφ' ετέρου στις δοκιμασίες που 
περίμεναν τον πολυμήχανο Οδυσσέα στη προσπάθεια του επιστροφής του στην πατρίδα του (Οδύσσεια).

Το έπος του Ομήρου είναι μοναδικό καθώς ανάγεται στη σφαίρα της Προμηθεικής υπέρβασης και τον καθιστά μέγιστο δάσκαλο της ανθρωπότητας . Ο Όμηρος όπως θα υποστηριχθεί, δεν αποτέλεσε απλά τον πιο εμπνευσμένο ποιητή  του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου, αλλά  υπήρξε ταυτόχρονα και  ένας από τους μεγαλύτερους «Πανεπιστήμονες» όλων των εποχών, καθώς τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια αναγνωρίζονται οι αρχές της Ελληνικής θεολογίας, φιλοσοφίας και επιστήμης.

Ο Όμηρος τραγούδησε για έναν μεγάλο πόλεμο όπου συμμετείχαν θεοί και υπεράνθρωποι ήρωες. Εξυμνώντας τα αμέτρητα ανδραγαθήματα των παλαιοτέρων εκείνων ηρώων,  διαπαιδαγώγησε τους νεότερους παραδίδοντας αθάνατα πρότυπα ηρωισμού και αρετής που όλοι οι Έλληνες θέλησαν να μιμηθούν. Σειρές γενεών ανδρώθηκαν  στην Αρχαία Ελλάδα έχοντας ως πρότυπο ζωής την ανδρεία, την αγάπη για τον φίλο και την περιφρόνηση προς  τον θάνατο του Αχιλλέα. 

Την επινοητικότητα, τη φρόνηση και την καρτερικότητα του Οδυσσέα, το πνευματικό κάλλος και τη ρητορική δεινότητα του Νέστορα, το ακατάβλητο πείσμα, την περηφάνια και την αξιοπρέπεια του Έκτορα που δεν παραιτείται από τον αγώνα παρ’ όλο που ξέρει ότι είναι μάταιος. Την εμψύχωση, την προτροπή για αιδώ και αντοχή στις δυσμενέστερες συνθήκες του Αίαντα, αθάνατα ηρωικά υποδείγματα που δεν συναντούνται πουθενά αλλού την εποχή εκείνη. 

Αυτό από μόνο του αρκεί για να εξηγήσει γιατί ο Όμηρος είναι «πατέρας των Ελλήνων», καθώς η αρετή της ανδρείας και της ρητορικής δεξιότητας και πειθούς, η επίτευξη της τελειότητας σε λόγια και έργα, αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ελληνικού ιδανικού.


Ίσως λοιπόν δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να  υποστηριχθεί πως εάν οι Έλληνες δεν είχαν ανατραφεί με την ηρωοκεντρική παιδεία του Ομήρου είναι αμφίβολο εάν θα είχαν αναπτύξει το θρυλικό ηρωικό ήθος που τους διέκρινε. Για παράδειγμα, η συγκλονιστική εποποιία κατά της Περσικής αυτοκρατορίας δεν ήταν αποτέλεσμα μονάχα της τεχνολογικής και στρατηγικής τους ανωτερότητας, αλλά και του διαχρονικού φρονήματος του Έλληνα οπλίτη που είχε εμφυτευμένο μέσα του το αρχέτυπο του Ομηρικού ήρωα.





Το σημαντικότερο, όμως, όλων ήταν πως χάρη κυρίως στον Όμηρο οι Έλληνες άρχισαν να φιλοσοφούν περί των θεοτήτων και του κόσμου. Μάρτυρα σ’αυτό αποτελεί το σχόλιο του Ηροδότου πως ο Όμηρος και ο Ησίοδος: 
«Ήταν οι πρώτοι που δίδαξαν τη θεογονία στους Έλληνες, που έδωσαν στους θεούς ονόματα, τους απέδωσαν τιμές, καθόρισαν το επάγγελμά τους και περιέγραψαν τις μορφές τους».

Χάρη λοιπόν στον ασεβή (αλλά οπωσδήποτε αλληγορικό) ανθρωπομορφισμό των ομηρικών θεών για πρώτη φορά στη γνωστή ιστορία ο άνθρωπος σταματά να φοβάται το Θείο και επιχειρεί να το γνωρίσει. Οι «αρχετυπικές» διηγήσεις του Ομήρου συνθέτουν μία ολιστική φιλοσοφία που άσκησε τεράστια επίδραση στη φυσική, ηθική και πολιτική φιλοσοφία της αρχαιότητας, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας, έχοντας ασπαστεί πλήθος θεολογικών απόψεων του Ποιητή, τον ονόμασε αρχηγέτη των φιλοσόφων της Ιωνίας»..

Ο δε Στράβωνας συμφωνούσε με τον Πολύβιο πως οι πάντες θεωρούσαν την ποίηση του Ομήρου ως φιλοσοφική δήλωση, κατατάσσοντάς τον μεταξύ των μεγάλων φιλοσόφων, διότι μελέτησε επισταμένα όλα τα γήινα και ουράνια θέματα, περιγράφοντας τον κόσμο και τις θεότητες μέσω ποιητικών αλληγοριών, μέθοδος που ακολούθησαν ουκ ολίγοι φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων και επικριτές του Ομήρου.

Αμέτρητες είναι οι ιδέες που ενέπνευσε ο Ποιητής στους φιλοσόφους, ιδίως στους Προσωκρατικούς-φυσικούς φιλοσόφους, λόγω της χρονικής εγγύτητας και της πνευματικής τους συγγένειας, αφού έμμεσα πλην σαφώς ο Ποιητής συσχέτισε τους θεούς όχι μόνο με τα στοιχεία της φύσης αλλά και με τις πνευματικές δυνάμεις που επενεργούν στον φυσικό κόσμο.

Κατά πόσο όμως γνωρίζουμε πραγματικά τα Ομηρικά Έπη; Πόσες και ποιες είναι άραγε οι ανεξερεύνητες «πτυχές» και τα «κρυμμένα νοήματα»  τους; Μήπως οι αρχαίοι σοφοί είχαν σημαντικούς λόγους να τονίζουν ότι εκτός από κορυφαίος ποιητής ο Όμηρος υπήρξε και μέγας «αλληγοριστής» που δίδαξε με ποιητικό τρόπο περί του παντός; 

Ας ξεκινήσουμε την έρευνα αρχίζοντας  από το όνομα του. Το όνομα  «Όμηρος» 
σύμφωνα με τον ιστορικό Έφορο ετυμολογείται από το « ο μή ορών», δηλαδή αυτός που δεν βλέπει. Το ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός έχει τρεις ερμηνείες. 
Η  πρώτη είναι  η προφανής,  από φυσικά δηλ. αίτια, συνεπώς αυτό θα μπορούσε να συνέβαινε  είτε σε εκ γενετής τύφλωσης,  είτε σε κάποια ασθένεια είτε σε κάποιο ή ατύχημα, που είχε στην διάρκεια της ζωής του.

Η δεύτερη ερμηνεία αφορά την τύφλωση του Ομήρου, ως Προμηθεική τιμωρία στα όσα  «άρρητα» ο Όμηρος ασεβώς αποκάλυψε στο λαό, υπό το πέπλο των «αλληγοριών» των  «συμβόλων» και των «τελετουργιών των  μυστηρίων». 
Έως τότε τόσο στα ιερά βιβλία, τις προγονικές παραδόσεις και τα Θεία άρρητα τελετουργικά,  όσο και στην γραφή, στις επιστήμες και τις τέχνες των Μουσών,  πρόσβαση είχε η  μόνο η Ελληνική ιερατική τάξη, όπως συνέβαινε εξάλλου αντίστοιχα και στην Αίγυπτο και την  Βαβυλωνία τότε. 
..


Μία κοινοποίηση λοιπόν των «ιερών και αρρήτων» διδαχών θα επέφερε τη τιμωρία, όπως συνέβαινε εξάλλου και αργότερα στην Κλασσική Ελλάδα όταν κάποιος τολμούσε να ανακοινώσει τις διδαχές και τις τελετουργίες στις Μυστηριακές τελετές.

Στα αρχαία χρόνια η τύφλωση ήταν συνήθης τρόπος τιμωρίας αλλά και αυτοτιμωρίας, όπως διαπιστώνουμε και στον μύθο του Οιδίποδα. Στην Ιλιάδα μάλιστα αναφέρεται ο αοιδός Θάμυρις ο οποίες τυφλώθηκε επειδή τα έβαλε με τις Μούσες, πιθανή υπόνοια ότι τα έβαλε με το ιερατείο αφού οι Μούσες συμβολικά είχαν υπό την εποπτεία τους τις τέχνες και τις επιστήμες..

Η Τρίτη ερμηνεία αφορά την τυφλότητα ως συμβολισμός «εσωτερικής όρασης», όπως  μας αποκαλύπτει ο Πρόκλος, μιας  και ο Όμηρος αποκάλυπτε ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των οποίων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόηση. Αναφέρει χαρακτηριστικά :

«Ο Όμηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μιαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ' αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα.... είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό».  (2)

Μήπως λοιπόν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος που οι Αρχαίοι Έλληνες  πέρα από μεγάλο παιδευτικό και αφηγηματικό λόγο του Ομήρου τον θεωρούσαν επίσης μέγα «αλληγοριστή» διδάσκαλο και «μυσταγωγό»; 

Αυτή ήταν μία αρκετά διαδεδομένη στα αρχαία χρόνια, αφού οι περισσότεροι μεγάλοι φιλόσοφοι είχαν τονίσει με έμφαση ότι ο Όμηρος δεν ήταν απλά ένας ραψωδός  που συνέθετε με σκοπό την ψυχαγωγία, αλλά ένας σοφότατος δάσκαλος που με τρόπο μυσταγωγικό και μέσω ποιητικών αλληγοριών δίδαξε περί του παντός..

Η ίδια η λέξη «αλληγορία», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον Αλληγοριστή  (1ος αι. μ.Χ.), φανερώνει τη σημασία της αφού ετυμολογείται από το αγορεύω περί άλλου και εννοεί «τον λόγο που ενώ μιλάει για κάτι υπονοεί κάτι άλλο», ωστόσο η αντίστοιχη λέξη που χρησιμοποιούταν στην κλασική αρχαιότητα ήταν η λέξη «υπόνοια» που μεταχειρίστηκε μεταξύ άλλων και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για να περιγράψει τον αλληγορικό χαρακτήρα του Ομηρικού έργου..

Στα αρχαία λογοτεχνικά έργα που χρησιμοποίησαν την αλληγορική μέθοδο, όπως τα Ομηρικά Έπη και οι Πλατωνικοί διάλογοι, τα βαθύτερα νοήματα είναι καλυμμένα υπό το ένδυμα της περιγραφής μυθικών ή και ιστορικών γεγονότων, προσώπων και διαλόγων.Ο Πορφύριος στον επίλογο του έργου του «Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Αντρου» αναφέρει σχετικά :

«...Δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθούν οι ερμηνείες που παρετέθησαν παραπάνω ότι είναι απατηλές και γεννήματα φαντασιόπληκτων. Αλλ' αφού αναλογιστούμε την μεγάλη αξία της παλαιάς σοφίας και πόσον μεγάλη υπήρξε η φρόνηση του Ομήρου και η ακρίβειά του, να μην τα θεωρήσουμε άχρηστα, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι κάτω από τον μύθο αλληγορούνται από τον Ομηρο οι θειότερες εικόνες...».

Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι σοφοί συμφώνησαν στο ότι ο ποιητής αυτός εκπαίδευσε ολόκληρη την Ελλάδα, αν και δεν λείπουν και αυτοί που τον κατακρίνουν όπως για παράδειγμα ο Ξενοφάνης ο οποίος αναφέρει πως:.

 «.. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος όλα τα απέδωσαν στους θεούς όσα κατά την κρίση των ανθρώπων είναι άξια ονειδισμού και επικρίσεως, τις κλοπές, τις μοιχείες και τις αναμεταξύ τους απάτες, παίρνοντας κατά γράμμα τις ιστορίες και τις μυθοπλασίες του Ομήρου»

Ο  Παυσανίας αν και αρχικά επικριτικός σε κάθε απόπειρα εγκυρότητας ή αποσυμβολισμού των μύθων, στην συνέχεια όπως ο ίδιος παραδέχεται άλλαξε γνώμη :

 «Όταν ξεκινούσα να συγγράφω την ιστορία μου έτεινα να πιστεύω ότι οι μύθοι των Ελλήνων είναι ανόητοι, όταν όμως έφτασα στην Αρκαδία στράφηκα προς μία πιο ώριμη γνώμη: στα παλιά χρόνια οι Έλληνες που θεωρούνταν σοφοί μιλούσαν όχι με ευθύ τρόπο αλλά μέσω αινιγμάτων, γι’ αυτό και θεωρώ τους θρύλους περί του θεού Κρόνου ένα είδος Ελληνικής σοφίας» . (3) 
 


Αντίθετα ο  Ηράκλειτος ο Αλληγοριστής  αποκαλούσε τον Όμηρο :

«Mέγα ιεροφάντη του ουρανού και των θεών...αυτόν που άνοιξε τους άβατους και αποκλεισμένους για τις ανθρώπινες ψυχές δρόμους προς τον ουρανό».

Ο  Αδαμάντιος Κοραής πολλούς αιώνες αργότερα διαπίστωνε με θλίψη πως: 

«Δεν είναι τυχαίο που με την παραμέληση των Ομηρικών Επών ξεκίνησε η πορεία της Ελλάδας προς το χειρότερο, και σταδιακά επιδεινώθηκε για να φτάσει στη σημερινή βαρβαρότητα από την οποία πασχίζουμε να ελευθερωθούμε».

Αυτό συνέβη διότι με τρόπο «μυσταγωγικό»,  τέτοιο που και οι ίδιοι οι Έλληνες ουδέποτε κατανόησαν επαρκώς, ο Ποιητής εντύπωσε στο υποσυνείδητό τους τις «αρχετυπικότερες εικόνες» και τις μυστικότερες αλήθειες για τον άνθρωπο, τον κόσμο, τη ζωή, τον θάνατο, την ψυχή και το Θείο.

Με το κηρύκειο του «Ερμητικού» του λόγου οδήγησε την Ελληνική σκέψη προς υψηλούς τόπους και με τον θεϊκό σπόρο της διδασκαλίας του γονιμοποίησε το ανθρώπινο πνεύμα, βάζοντας τα θεμέλια και ευνοώντας την πρόοδο πασών των τεχνών και των επιστημών, από την πολιτική, τη ρητορική τέχνη, την ιστοριογραφία και τη γεωγραφία έως τη φιλοσοφία και την υψηλή ποίηση..

Διότι ο Όμηρος είναι η θεία Φαντασία, με την υψηλότερη έννοια του όρου, ο φιλοσοφικός Αιθήρ και πεμπτουσία του ελληνικού πνεύματος, o πολυμορφικός Πρωτέας, ο Αίολος της αρχαίας σοφίας που συγκέντρωσε σε μία ενιαία θεώρηση όλους τους επιστημονικούς, θεολογικούς και καλλιτεχνικούς κλάδους.

Μέσω της «ολιστικής» του σοφίας σταδιακά αναδύθηκαν, διαχωρισμένα πλέον, τα τέσσερα στοιχεία με τη μορφή των αρχετυπικών ανθρώπινων υποδειγμάτων:

1.      οι Ήρωες (φωτιά),
2.     οι Φιλόσοφοι και επιστήμονες (αέρας)
3.     οι Καλλιτέχνες (νερό) 
4.     Πολίτες-οπλίτες (γη)

Υπό αυτό το πρίσμα, η  Ιλιάδα σε ένα πρώτο επίπεδο  πραγματεύεται τον Πόλεμο, στην πιο αυθεντική και άγρια μορφή του. Πόλεμος Πατήρ Πάντων Βασικό δίδαγμα είναι ότι ο άνθρωπος συγγενεύει με τα θηρία (το έπος είναι γεμάτο από παρομοιώσεις ηρώων με άγρια ζώα της ζούγκλας).
 


Σε αυτό το επίπεδο λοιπόν φαίνεται να απεικονίζει την Δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Ένας κόσμος καθόλου εξιδανικευμένος και αδυσώπητος.  Ήρωες ριγμένοι από την Ανάγκη στο φονικό πεδίο του θεού Άρεως, καταδικασμένοι να μάχονται για την επιβίωση. Ο πόλεμος είναι η απόλυτη εγρήγορση των αισθήσεων διότι ο κίνδυνος ελλοχεύει παντού και ανά πάσα στιγμή.  Οι Έλληνες όμως δεν ενσάρκωσαν μονάχα την αθάνατη δόξα αλλά και τα οδυνηρά πάθη των Ομηρικών ηρώων, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας είχε δίκιο όταν έγραφε ότι η επιφανειακή ανάγνωση και μη εμβάθυνση στα εσωτερικά νοήματα των Επών ωθούσαν τους νέους σε μία εγωκεντρική στάση ζωής, οξύνοντας το θυμικό και την επιθυμία τους για δόξα.  

Και αυτό διότι σε ένα δεύτερο επίπεδο η Ιλιάδα όπως και η Οδύσσεια  δεν είναι απλώς μια αφηγηματική παρουσίαση κάποιων γεγονότων, πραγματικών ή φανταστικών, αλλά είναι μια πολύ καλά κωδικοποιημένη αποτύπωση βαθιών μυστηριακών θεμάτων, όπως αποκαλύπτει ο Πλάτωνας (4) στα Σχόλια του Ερμεία στον Φαίδρο:

«...Ιλιον λοιπόν ας νοήσουμε τον γενητό και ένυλο τόπο που ονομάστηκε από την ιλύν(λάσπη) και την ύλην, στον οποίο είναι και ο πόλεμος και η στάση.
Οι δε Τρώες είναι τα υλικά είδη και όλες οι περί τα σώματα ζωές, για αυτό και ιθαγενείς καλούνται οι Τρώες. Διότι και την ύλη περιτριγυρίζουν όλες οι περί τα σώματα ζωές και οι άλογες ψυχές. Οι δε Ελληνίδες είναι οι λογικές ψυχές που ήλθαν από την Ελλάδα, δηλαδή από το νοητό. Οι οποίες ήλθαν στην ύλη, για αυτό και καλούνται επήλυδες οι Ελληνες και επικρατούν των Τρώων επειδή είναι υπέρτερης από αυτούς τάξεως...(..).....Αυτοί δε που εξήγησαν θεωρητικότερα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και την άνοδον... για αυτό λένε στην Ιλιάδα, επειδή η ψυχή πολεμείται από την ύλη, μάχες και πολέμους και τα τοιαύτα έκανε, στην δε Οδύσσεια...παραπλέοντας τις Σειρήνες και διαφεύγοντας από την Κίρκη, τους Κύκλωπες, την Καλυψώ και όλα όσα εμποδίζουν την αναγωγή της ψυχής και μετά από αυτά επιστρέφοντας στην πατρίδα, δηλαδή στο νοητό»

Ο Πρόκλος επίσης :  

«Νομίζω δηλαδή πως οι μύθοι θέλουν να συμβολίσουν με την Ελένη όλη την ωραιότητα του κόσμου της γένεσης που έλαβε υπόσταση με την δημιουργία, ωραιότητα για την οποία ξεσπά μέσα σε όλο τον χρόνο ο πόλεμος των ψυχών, μέχρι την στιγμή που οι πιο νοερές ψυχές (= Ελλήνες ), επικρατώντας των άλογων μορφών της ζωής ( = Τρώες ), οδηγηθούν από τον κόσμο τούτο στον εκεί τόπο (= νοητό), απ΄όπου ξεκίνησαν καταρχάς».(5)

Έτσι λοιπόν η Ιλιάδα πέρα από μία ιστορική διήγηση,  είναι και μία αλληγορία της δημιουργίας του κόσμου και της καθόδου των ψυχών στον κόσμο της ύλης, ενώ η Οδύσσεια υποκρύπτει την προσπάθεια επιστροφής των ψυχών στο νοητό κόσμο.  

Αν λοιπόν έχουν δίκιο ο Πλάτωνα και ο Πρόκλος, τότε ίσως τα Ομηρικά Έπη εάν προσεγγίσουμε τον άνθρωπο του παρελθόντος υπό μία  άλλη οπτική και φυσικά εάν κατέχουμε τις κλείδες του αποσυμβολισμού, τότε ίσως μας αποκαλύψουν κάποια από τα  καλά κρυμμένα μυστικά τους, κάτι που απαιτεί φυσικά ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες ιδιαίτερα σήμερα  που ο άνθρωπός έχει μονωθεί από τόσο την φύση, όσο  από την «φύση» του. (Ο άνθρωπος της Αρχαιότητος δεν είχε χάσει την επαφή με την θεία του υπόσταση, καθώς υπήρχαν ιδιαίτερα χαρισματικά κάτοχοι πνευματικής ανωτερότητας. Αυτή η κατάσταση σταδιακά χάθηκε για την ανθρωπότητα Πτώση. Έτσι ο άνθρωπος, άρχισε να έχει ανάγκη πλέον την μυητική διαδικασία προκειμένου να ξαναβρεί μέρος της χαμένης του πνευματικότητας ).

Στην περίπτωση της Οδύσσειας είναι γενικώς άγνωστο ότι οι σταθμοί του Οδυσσέα πριν επιστρέψει στην Ιθάκη είναι 12 στον αριθμό (Κίκονες, Λωτοφάγοι, Κύκλωπες, νησί Αιόλου, Λαιστρυγόνες, Αιαία (Κίρκη), Κιμμέριοι (Άδης), νησί Σειρήνων, πέρασμα Σκύλλας-Χάρυβδης, νησί Ήλιου, Ωγυγία (Καλυψώ) και νησί των Φαιάκων). Για αποσυμβολισμό του ταξιδιού του Οδυσσέα πατήστε εδώ.

Αποτελεί επίσης ελάχιστα γνωστή πληροφορία ότι ο κάθε σταθμός αντιστοιχεί στο καθένα από τα 12 ζώδια. Η κάθε δοκιμασία του Οδυσσέα περιγράφει έξοχα τις αρχετυπικές ιδέες που κρύβονται πίσω από το κάθε ζώδια. Ο ίδιος ο Όμηρος μάλιστα μας δίνει μία έμμεση επιβεβαίωση περί του λόγου το αληθές όταν παρουσιάζει τον Οδυσσέα ενώπιον των μνηστήρων να είναι ο μοναδικός που καταφέρνει να τεντώσει το θρυλικό του τόξο, περνώντας το βέλος μέσα από το κεφάλι 12 τσεκουριών, τα οποία  συμβολίζουν το «μυητικό» του ταξίδι μέσα από τις 12 δοκιμασίες που κατόρθωσε να φέρει εις πέρας.

Η κάθε δοκιμασία λοιπόν του Οδυσσέα συνοδεύεται από πλήθος κωδικοποιημένων στοιχείων, δηλαδή αναφορών που εξυπηρετούν αποκλειστικά την αλληγορική σκοπιμότητα του Ποιητή. Η Οδύσσεια θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένας άνθρωπος που μάχεται να υπερβεί το απατηλό «εγώ» και να επιστρέψει στο «πνευματικό του λίκνο» από όπου προέρχεται.


Η Οδύσσεια εν κατακλείδι, είναι ένα αλληγορικό ταξίδι αυτογνωσίας, το οποίο μας καλεί να ξεπεράσουμε τις σειρήνες του φαινομενικού κόσμου της ύλης, αλλά και να λύσουμε τα δεσμά τα οποία μας κρατούν δέσμιους, σε ένα κόσμο εγωκεντρικό, γεμάτο φοβίες, πάθη, και εξαρτήσεις. Η αναμέτρηση του Οδυσσέα με τα αισθήματά του, με τους θεούς, τους δαίμονες του και τον ίδιο τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος ως «άλλος» Οδυσσέας, μάχεται για να ξεπεράσει την ατομικότητα του το ατομοκεντρικό εγώ, τους φόβους και τα πάθη του, ώστε να ταυτιστεί στο τέλος του ταξιδιού του, με την αθάνατη ψυχή του, την Πηνελόπη. Οι (μυητικές) περιπέτειες του τον αναγκάζουν να αναπτύξει ταλέντα και δεξιότητες και πάνω από όλα να έλθει σε επαφή τον βαθύτερο εαυτό του.

Το ταξίδι αυτό, μας καλεί να ανοιχτούμε σε άγνωστες θάλασσες, αναζητώντας κάτι εξαιρετικά πολύτιμο, ένα θησαυρό, το οποίος στην πρακτικότητα δεν βρίσκεται πολύ μακριά μας, απλά οι θεοί το έκρυψαν βαθιά μέσα μας, τον αληθινό μας εαυτό. Η ψυχή μέσα από τα αλλεπάλληλα ταξίδια της μαθαίνει, ομορφαίνει, αναπτύσσεται διευρύνει την συνείδησή της, αγκαλιάζοντας όλα τα πλάσματα και όλες τις διαστάσεις της.

Σύμμαχος του Οδυσσέα στο ταξίδι αυτό, είναι η σοφία, για αυτό και στην Οδύσσεια η Αθηνά παίζει κυρίαρχο ρόλο στο έπος του Ομήρου. Ο Οδυσσέας είναι εκείνος ο άνθρωπος που καταφέρνει να σωθεί από την ύλη (θάλασσα, Ποσειδώνας) και να κατευθυνθεί προς το βραχώδες νησί της Ιθάκης (Αθηνά-σοφία). Οι σύντροφοί του, τα κατώτερα στοιχεία του, οι κατώτερες επιθυμίες του πεθαίνουν, για να φτάσει ο ίδιος χωρίς περιττά βάρη στον τόπο προέλευσής του…!

Οδυσσέα, δεν σε αναγνώρισε ο τόπος σου όχι γιατί σε μεταμόρφωσαν οι θεοί, αλλά γιατί σε άλλαξε το ταξίδι σου. Ευτυχισμένος αυτός που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα...

Κείμενο το οποίο έγραψα βασιζόμενος και εμπνεόμενος από το βιβλίο του συνοδοιπόρου, Κωνσταντίνου Γραβάνη  «Αστρολογία και  Εσωτερική Φιλοσοφία στον Όμηρο» (εκδόσεις Πύρινος Κόσμος), το όποιο αξίζει να διαβάστε.

Παραπομπές: 

1)Το  Έπος του Γιλγαμές είναι ένα επικό ποίημα που αφορά την συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, μυθικό ή/και ιστορικό πρόσωπο Βασιλέα ήρωα της Ουρούκ που θεωρείται ότι έζησε την 3η χιλιετία π.Χ. )
Η Μαχαμπαράτα, ή εξελληνισμένα Μαχαβαράτα είναι ένα ινδικό έπος γραμμένο στα σανσκριτικά. Είναι ένα από τα τρία σημαντικότερα έπη της Ινδίας (τα άλλα είναι το Ραμαγιάνα, και οι Μεγάλες Πουράνες. Σε μέγεθος είναι επτά φορές μεγαλύτερο από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια μαζί.  Σε αυτό εξιστορείται η πολεμική δράση των Μπαράτα, αρχαίας πολεμικής φυλής της Βόρειας Ινδίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, το βιβλίο γράφτηκε από τον μάγο Βιάσα, πιθανότατα στα τέλη της ύστερης Βεδικής περιόδου (περίπου τον 8ο αιώνα π.Χ.) Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι το Μαχαμπαράτα είναι έργο συλλογικό και δημιουργοί του είναι διάφοροι συγγραφείς από τον 4ο ή 8ο αιώνα π.Χ. έως τον 4ο αιώνα μ.Χ.. Πιθανώς πήρε την τελική του μορφή κατά την αρχή της περιόδου των Γκούπτα.  Η Ραμαγιάνα είναι ένα επίσης Ινδικό έπος, αρκετά μικρότερο από τη Μαχαμπάρατα,  μεγαλύτερο όμως επίσης από τα Ομηρικά έπη. Αν και η διαδικασία του σχηματισμού του έπους αυτού άρχισε τον 5ο π.Χ. αιώνα, ολοκληρώθηκε με την μορφή που έχει σήμερα τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Αφηγείται τις περιπέτειες του Ράμα, ενός άλλου Αβατάρα (Απεσταλμένου) του Θεού Βισνού, που μαζί με τον αδελφό του Λακσμάνα σπεύδει για να απελευθερώσει την σύζυγό του Σίτα, την οποία είχε κλέψει ο Ραβάνα, ο βασιλιάς-δαίμονας του νησιού Λάνκα, προσωποποίηση του κακού).
2  Σχόλια στην Πολιτεία 1.174
3  Ελλάδος Περιήγησις, 8.8.3
4  Η θέση του Πλάτωνα απέναντι στον Όμηρο είναι διφορούμενη. Χρησιμοποίησε την αλληγορική μέθοδο του Ομήρου και στα δικά του έργα ωστόσο δίδασκε αφενός πως η μέθοδος των Ποιητών -παρά το ενορατικό τους χάρισμα- δεν ήταν η ορθή φιλοσοφική μέθοδος ανεύρεσης της πραγματικής Αλήθειας, και αφετέρου πως ο τρόπος ερμηνείας των εν λόγω αλληγοριών εκ μέρους κυρίως των νέων δεν είχε χτιστεί σε σωστή βάση. Στον Θεαίτητο πάντως δηλώνει ξεκάθαρα πως «οι αρχαίοι απέκρυψαν δια της ποίησης τα νοήματά τους από το πλήθος», ενώ ο Σωκράτης στο «Συμπόσιο» του Ξενοφώντος τονίζει πως «δεν υπάρχει πιο ανόητο γένος από τους ραψωδούς, και ο λόγος είναι ότι αγνοούν τα κρυμμένα νοήματα του Ομήρου»)
5  Σχόλια στην Πολιτεία του Πλάτωνα 1.175 :