Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Θερινό Ηλιοστάσιο, ο Ήλιος στο ζενίθ του ουρανού, και η έναρξη του Καλοκαιριού.


Φωτογραφία από τον φωτογράφο Λουκά Χαψή. Καταγραφή της κίνησης του Ηλίου από την 21η Δεκεμβρίου (Χειμ. ηλιοστάσιο), την 21η Μαρτίου (εαρ. Ισημερία), έως την 21η Ιουνίου (Θερ. ηλιοστάσιο), στην πύλη της Αρχηγέτιδος Αθηνάς στη δυτική πλευρά της Ρωμαϊκής Αγοράς. στην Ρωμαϊκή αγορά της Αθήνας. 
 
Σήμερα είναι το Θερινό Ηλιοστάσιο. Η λέξη ηλιοστάσιο προέρχεται από τον ήλιο και τη στάση, επειδή κοντά στα ηλιοστάσια (λίγες ημέρες πριν ή μετά) ο Ήλιος φαίνεται να επιβραδύνει τη φαινομενική κίνησή του προς τα βόρεια ή προς τα νότια. ο θερινό ηλιοστάσιο σηματοδοτεί και επίσημα την έναρξη του καλοκαιριο.

Το θερινό ηλιοστάσιο είναι μία από τις τέσσερις ημέρες του χρόνου, κατά τις οποίες οι αρχαίοι λαοί (και όχι μόνο) έδιναν εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Ήταν οι Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια, όταν όλοι ανεξαιρέτως οι αρχαίοι πολιτισμοί, τιμούσαν τις ιδιαίτερες αυτές μέρες, με ιερές τελετουργίες και μυήσεις. 

Οι ιερουργίες αυτές γίνονταν σε ιερά των οποίων οι θέσεις των ιερών δεν ήταν καθόλου τυχαίες, αλλά καθορίζονταν από μία ξεχασμένη ιερή γεωμετρία, της «μυστικής διασύνδεσης» των ναών με τον ουρανό. Σε αυτήν την διασύνδεση τα Ηλιοστάσια και οι Ισημερίες έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο, με βάση τις κινήσεις του ζωοδότη Ηλίου αλλά και των πλανητών [*]. 

Κατά το θερινό ηλιοστάσιο στο βόρειο ηλιοστάσιο ο Ήλιος εμφανίζεται να περνά ακριβώς από το ζενίθ το μεσημέρι σε τόπους που βρίσκονται: πάνω στον Τροπικό του Καρκίνου. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει κατά το νότιο ηλιοστάσιο σε τόπους που βρίσκονται σε πάνω στον Τροπικό του Αιγόκερω. 

Το θερινό ηλιοστάσιο συμβολίζει την κάθοδο των ψυχών στο πεδίο της ύλης, καθώς το φως αρχίζει να λιγοστεύει και χάνεται η θεία γνώση και η σύνδεση μας με το Θεϊκό μας λίκνο. Αντίθετα, το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβολίζει την αναζήτηση αυτής της θείας γνώσης, καθώς η ημέρα μεγαλώνει εις βάρος της νύχτας, του σκότους, και της λήθης της ύλης. 

Στο ανθρώπινο σώμα, ο κάθετος άξονας αντιστοιχεί στα ηλιοστάσια, και ο οριζόντιος στις ισημερίες. Το χειμερινό ηλιοστάσιο ταυτίζεται με τον βορά, το θερινό με τον νότο, η εαρινή ισημερία με την ανατολή και η φθινοπωρινή με τη δύση. 

Η ημέρα του θερινού ηλιοστασίου είναι η μεγαλύτερη του χρόνου και η νύχτα η μικρότερη, ενώ η ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου αντίστοιχα είναι η μικρότερη του χρόνου και η νύχτα η μεγαλύτερη. Ενδιάμεσα έχουμε τη φθινοπωρινή και την εαρινή ισημερία, κατά τις οποίες το φως της ημέρας και το σκοτάδι της νύχτας είναι ισομοιρασμένα. Από σήμερα, οι μέρες θα αρχίσουν σιγά-σιγά να μικραίνουν, ώσπου σχεδόν να εξισωθούν με τις νύχτες κατά τη φθινοπωρινή ισημερία. 

Στην αρχαία Ελλάδα γιόρταζαν κατά το θερινό Ηλιοστάσιο την ανάσταση της Κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης και δόξαζαν τον Διόνυσο, ως ελευθερωτή των ανθρωπίνων ψυχών. Η Περσεφόνη είναι η ψυχή της Γης, η οποία πέρασε απ’ όλες τις καταστάσεις των τεσσάρων εποχών και κατόπιν ανέβηκε στον Όλυμπο, αφού ενώθηκε με τον Διόνυσο και έτσι θα ζήσει μαζί του την αιώνια νεότητα και ευθυμία
Για το λόγο αυτό, η νύχτα του θερινού ηλιοστασίου ήταν η γιορτή μιας ερωτικής μαγείας, με τους νέους να ανταλλάσσουν ερωτικούς όρκους και να πηδούν πάνω από τις φωτιές για να εξαγνίσουν αυτούς τους όρκους διώχνοντας κάθε επιβουλή. Ήταν οι φωτιές της τύχης, πηδώντας πάνω από τις φλόγες τρεις φορές. 

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού το έθιμο αυτό συνδέθηκε με την εορτή του Γιαννιού όταν οι νέοι και οι νέες πηδούν πάνω από τις φωτιές.
Αν βρεθείτε σήμερα στην φύση, στρέψτε το εσωτερικό των παλαμών σας προς το ζωοποιό φως του ηλίου, και διαλογιστείτε στο νοητικό και πνευματικό φως του για φώτιση, αναζωογόνηση.

[* ] Η εαρινή Ισημερία στην απώτατη αρχαιότητα καθοριζόταν από το ζώδιο Ταύρου, η φθινοπωρινή από τον Αετό ή Σκορπιό, το θερινό ηλιοστάσιο ήταν στον Λέοντα και το χειμερινό στον Υδροχόο (Ιδού το αίνιγμα της Σφιγγός στην Αίγυπτο) Λόγω της μετάπτωσης, οι Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια καθορίζονται πλέον από τα ζωώδια του Κριού 20-22/3 Εαρινή Ισημερία, Καρκίνου 21- 22/6 Θερινό Ηλιοστάσιο, Ζυγού 23/9 Φθινοπωρινή Ισημερία και Αιγόκερω 21- 22/12 Χειμερινό Ηλιοστάσιο.



Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

Τα μυστικά της αρχαίας Ελληνικής γλυπτικής.

Εικόνα: Αναπαράσταση των πολεμιστών του Ριάτσε * όπως ήταν στην αρχαιότητα.


Τι είναι η Γλυπτική; O Μιχαήλ Άγγελος πίστευε ότι είναι η διαδικασία της αφαίρεσης του περιττού υλικού, ώσπου ν’ απελευθερωθεί η Μορφή από την Ύλη όπου βρίσκεται φυλακισμένη. Μπορεί επίσης να είναι ένα απέραντο σκουπιδαριό, για το οποίο κάποιοι πείθουν τους υπόλοιπους ότι είναι κάτι αλλιώτικο απ’ αυτό που στην πραγματικότητα είναι.

Όταν η Τέχνη παύει να είναι αναγνωρίσιμη, όταν η Τέχνη χρειάζεται επεξηγήσεις, να αμφιβάλλεις εάν πρόκειται για Τέχνη.

Σύμφωνα με τον Νεο Πλατωνικό Πορφύριο ( 234 - 305 μ.χ ) μαθητής του Πλωτίνου), Ἄγαλμα σημαίνει «πᾶν ἐφ’ ᾧ τις ἀγάλλεται», δηλαδή, καθετί με το οποίο κανείς αγάλλεται, γεμίζει από χαρά και θαυμασμό! α αγάλματα, ιδίως αυτά των Θεών, αποτυπώνουν μια ξεχασμένη σήμερα σε μας Μυστηριακή «Γλώσσα του Σώματος»..

Ο Πορφύριος μας αποκαλύπτει, πως στην αρχαιότητα για κάποιον που γνώριζε τα μυστικά της αγαλματικής «απεικόνισης», υπήρχε η δυνατότητα να αντλήσει μυστηριακές γνώσεις και πληροφορίες υψίστης σημασίας. Το άγαλμα, ως τρισδιάστατο δημιούργημα, ήταν κάτι που μιλούσε άμεσα στην ψυχή του κάθε ανθρώπου, προκαλώντας αυτή την ιδιαίτερη ψυχική φόρτιση που ονομάζουμε αγαλλίαση.

Ο Πορφύριος μας αποκαλύπτει πως σύμφωνα με την απόκρυφη τέχνη, ειδικά τα αγάλματα, των Θεών, αποτύπωναν μια ξεχασμένη σήμερα σε μας Μυστηριακή «Γλώσσα του Σώματος».

«Όσοι αποδίδουν τον πρέποντα σεβασμό στους Θεούς, δεν πιστεύουν ότι ο Θεός βρίσκεται στο ξύλο ή στον λίθο ή στον χαλκό από τον οποίο κατασκευάζεται το ομοίωμά τους, ούτε θεωρούν ότι αν άκρωτηριασθεί ένα μέρος τού άγάλματος μειώνεται η δύναμη του Θεού.
Τα ομοιώματα και οι ναοί ιδρύθηκαν από τους προγόνους μας για την διαρκή ύπενθύμιση της υπάρξεως των Θεών• για να παρέχουν την δυνατότητα σε όσους φοιτούν εκεί να ανάγονται στην έννοια του Θεού με συστηματική εργασία και καθαρό βίο και σε όσους προσέρχονται εκεί, να μπορούν να απευθυνθούν στον Θεό με προσευχές και ικεσίες, ζητώντας από αυτόν ό,τι έχει ο καθένας ανάγκη.
Και πραγματικά, εάν κανείς φτιάξει την εικόνα ενός φίλου, δεν πιστεύει βεβαίως ότι ο φίλος του βρίσκεται μέσα στην εικόνα ούτε ότι τα μέλη του σώματός του έχουν εγκλεισθεί μέσα στη ζωγραφιά, αλλά θεωρεί ότι μέσω της εικόνας δείχνει την τιμή που αποδίδει στον φίλο του.
Όσον αφορά δε τις θυσίες που προσφέρονται στους Θεούς, αυτές περισσότερο αποτελοΰν δείγμα της διαθέσεως των θρησκευόντων και εκδήλωση ευγνωμοσύνης προς τους Θεούς, παρά απονομή τιμής σε αυτούς.»
 
Πορφύριος, περί αγαλμάτων,  εκδόσεις Ηλιοδρόμιον.

Υπό αυτό το πρίσμα, γίνεται κατανοητό για ποιό λόγο στην αρχαία Ελλάδα, όταν οι γυναίκες ήταν σε ΕνΔίαφέρουσα, αφιέρωναν το παιδί που κυοφορούσαν στον θεό Απόλλωνα, ώστε καθώς εκείνες σκέπτονταν, έβλεπαν (στα αγάλματα) και φαντάζονταν τις γνωστές αρετές του θεού: το Φως, την Αρμονία, την Μουσικότητα και την Ομορφιά της Ψυχής του, τις ίδιες αρετές να εντυπώσουν, με την θαυμαστή μορφοποιητική τους ιδιότητα, στο παιδί τους .

Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής γράφει: «Κατά την φαντασίαν της γυναικός, κατά την σύλληψιν μορφούνται τα βρέφη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν περικαλή αγάλματα ηρώων ή θεών και όμοια μ’ αυτούς παιδιά έφεραν στον κόσμο».

«Κατά την συμπάθεια της εγκύου γυναικός μορφούνται τα βρέφη», διδάσκουν επίσης οι στωικοί.

Ο δε Σωρανός (Β’ αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι «ο τύραννος των Κυπρίων, που ήταν κακόμορφος, ανάγκαζε την γυναίκα του κατά τους πλησιασμούς», να βλέπει «περικαλή αγάλματα» κι έγινε έτσι πατέρας ευμόρφων τέκνων.

Για αυτό τον λόγο ίσως ήταν έθιμο οι σε «εν Δία φέρουσα γυναίκες» να επισκέπτονται τον Παρθενώνα και να θαυμάζουν τα περικαλή αγάλματα του Φειδία, ώστε το «κάλλος και η αρετή των θεών» να εμπνεύσει την «μορφοποιητική» γυναικεία ιδιότητα!

Αυτός ήταν γενικότερα ο λόγος, για τον οποίο στην Αρχαία Ελλάδα οι Ελληνίδες αφιέρωναν, όπως είπαμε, το κυοφορούμενο παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, που εκπροσωπούσε σοφία, ομορφιά, αρμονία και όλες τις ανθρώπινες αρετές – αποτελούσε ένα πρότυπο ανώτερου ανθρώπου για τους πολίτες– ώστε σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, με το οποίο ταύτιζε το παιδί της η Ελληνίδα, να το διαπλάσει με όμορφο σώμα και ψυχή

* Οι πολεμιστές του Ριάτσε είναι δύο μοναδικά έργα αρχαίας ελληνικής τέχνης μπρούντζινα αγάλματα του αυστηρού ρυθμού τα οποία χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.
Βρέθηκαν στο βυθό της θάλασσας ανοικτά του Ριάτσε και φιλοξενούνται στο Εθνικό Μουσείο της Μεγάλης Ελλάδας στο Ρέτζιο Ντι Καλάμπρια με αριθμό καταλόγου 12801 και 12802, που έγιναν σήμα κατατεθέν της πόλης αυτής.
Τα αγάλματα είναι χυτά με την τεχνική του χαμένου κεριού. Προέρχονται από Αθηναϊκό εργαστήριο του 5ου αιώνα π.Χ., ενώ η προέλευση του μετάλλου είναι από το Άργος. Εκτός από χαλκό χρησιμοποιήθηκαν και άλλα υλικά: άργυρος για τα δόντια, ελεφαντόδοντο για τις κόρες των οφθαλμών, και ψήγματα για τα χείλη και τις θηλές.
Παρά τις ομοιότητες, η μελέτη αποκάλυψε σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο αγαλμάτων, που αποδίδονται σε δύο διαφορετικούς καλλιτέχνες. Οι λεπτομέρειες του σώματος αποδίδονται λεπτομερώς με κάθε λεπτομέρεια, στους μύες, τις φλέβες, και όλα τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ανατομίας.
Τα δύο αγάλματα που ονομάζονται «ηλικιωμένος» και «έφηβος» ή «Α» και «Β» έχουν και ύψος 2,05 και 1,98 μέτρα αντίστοιχα, πολύ υψηλά για την εποχή τους. Ζυγίζουν 400 kg το ένα. Η κοντραπόστο στάση του σώματος υποδεικνύει ότι κρατούσαν ασπίδα στο αριστερό και σπαθί, δόρυ ή σφενδόνα στο δεξί.
Ο ηλικιωμένος φοράει ταινία στα μαλλιά, ενώ ο έφηβος φοράει κράνος στο κεφάλι.
Τα δύο αγάλματα αποδίδονται σε δύο διαφορετικούς καλλιτέχνες. Ο έφηβος χρονολογείται στο 460 π.Χ. και ο ηλικιωμένος στο 430 π.Χ. Ο πρώτος είναι αυστηρού ρυθμού και ο δεύτερος κλασσικού ρυθμού. Αποδίδονται στην σχολή του Πολύκλειτου, ενώ μπορεί και να είναι έργο του Φειδία ή του εργαστηρίου του.