Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Πιτύκι και ρετσίνι. Δύο όψεις της ίδιας σχέσης του ανθρώπου με το πεύκο, δύο πρακτικές που γεννήθηκαν από την ανάγκη και κατέληξαν σε παράδοση.


Στο παρελθόν η φύση παρείχε τα μέσα για κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ανάμεσα σε αυτά εξέχουσα θέση είχε η φροντίδα των αλιευτικών διχτυών. Το πιτύκι, γνωστό και ως πίτισμα ή πετούκι, αποτελούσε παραδοσιακή μέθοδο βαφής και συντήρησης των διχτυών. Προερχόταν από την εκχύλιση του φλοιού των πεύκων, ο οποίος είναι πλούσιος σε ταννίνες. Οι ψαράδες συνέλεγαν τη φλούδα, την έβραζαν σε μεγάλα καζάνια και δημιουργούσαν ένα πυκνό, σκούρο υγρό. Μέσα σε αυτό βύθιζαν τα δίχτυα, συνήθως βαμβακερά, ώστε οι ταννίνες να εισχωρήσουν στις ίνες.

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν απλώς βαφή αλλά ουσιαστική πράξη συντήρησης. Προστάτευε τα δίχτυα από τη σήψη που προκαλούσαν η αλμύρα και οι μικροοργανισμοί, αύξανε την αντοχή τους στον χρόνο και τα σκούραινε, καθιστώντας τα λιγότερο ορατά στα ψάρια. Στη λαϊκή γλώσσα το «πίτισμα» ήταν σχεδόν τελετουργία, συνδεδεμένη με την αρχή της αλιευτικής περιόδου και τη συλλογική εργασία στο γιαλό. Σε ορισμένες περιοχές το ίδιο υλικό χρησιμοποιούνταν και για τη βαφή ξύλινων επιφανειών, ακόμη και ανεμόμυλων, ως φυσικό προστατευτικό.

Παράλληλα, από το ίδιο δέντρο αντλήθηκε ένα δεύτερο πολύτιμο αγαθό, η ρητίνη. Η χρήση της στον οίνο ανάγεται σε βαθιά αρχαιότητα. Με την προσθήκη ρητίνης κωνοφόρων στο υπό ζύμωση γλεύκος επιτυγχανόταν αφενός αρωματισμός και αφετέρου συντήρηση. Έτσι γεννήθηκε η ρετσίνα, ένας οίνος με ιστορία τουλάχιστον τεσσάρων χιλιάδων ετών.

Η απαρχή της φαίνεται πως υπήρξε πρακτική. Οι αρχαίοι σφράγιζαν τους αμφορείς με ρητίνη πεύκου ώστε να προστατεύεται το περιεχόμενο από τον αέρα. Με τον χρόνο διαπιστώθηκε ότι το άρωμα της ρητίνης διαπερνούσε το κρασί και του προσέδιδε ιδιαίτερο χαρακτήρα. Σταδιακά η προσθήκη ρητίνης έγινε συνειδητή επιλογή. Ο ρητινισμένος οίνος παρουσίαζε μεγαλύτερη αντοχή στην οξείδωση και διατηρούνταν περισσότερο.

Αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν αυτή την πρακτική. Στην Κρήτη έχουν εντοπιστεί αμφορείς της περιόδου 2200 έως 2700 π.Χ. με ίχνη οίνου και ρητίνης. Η σύζευξη πεύκου και αμπέλου δεν είναι τυχαία αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη συνάφεια του τοπίου. Το πευκοδάσος και ο γειτονικός αμπελώνας συναντώνται στο ίδιο ποτήρι, αναδεικνύοντας αρώματα όπως δενδρολίβανο, δάφνη και φρέσκια πευκοβελόνα.

Αν η γένεση του οίνου ανάγεται σε ένα τυχαίο γεγονός, η προσθήκη ρητίνης αποτελεί μία από τις πρώτες συνειδητές παρεμβάσεις του ανθρώπου στη ζύμωση, μια πρώιμη μορφή τεχνογνωσίας που συνδυάζει εμπειρία και παρατήρηση. Η ρετσίνα υπήρξε επί μακρόν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά προϊόντα του ελληνικού χώρου και διατηρεί έως σήμερα την ιδιαιτερότητα της ως οίνος «Ονομασίας κατά Παράδοση», που παράγεται αποκλειστικά στην Ελλάδα.

Ωστόσο, στη νεότερη εποχή η πορεία της γνώρισε υποχώρηση. Συνδέθηκε σχεδόν αποκλειστικά με την ταβέρνα και τη λαϊκή κατανάλωση και συχνά υποτιμήθηκε από τα νεοαστικά πρότυπα που στράφηκαν προς δυτικά οινικά πρότυπα. Έτσι οδηγήθηκε σε ποιοτική και συμβολική απαξίωση, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να λειτουργεί ως πρέσβειρα της ελληνικής γεύσης, ακριβώς λόγω της μοναδικότητάς της.

📷 Στη φωτογραφία εικονίζεται καζάνι μέσα στο οποίο ψαράδες βάφουν τα δίχτυα τους με πιτύκι, στη Ραφήνα το 1952. Πρόκειται για τεκμήριο μιας πρακτικής όπου η εργασία, η εμπειρία και η γνώση της φύσης συνυφαίνονταν αδιάσπαστα. Η εικόνα, έργο του Νικολάου Τομπάζη και μέρος του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη, διασώζει όχι μόνο μια τεχνική αλλά έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Οι Έλληνες λήσταρχοι Ρομπέν των δασών, και οι αυταπάτες.

 


Οι λήσταρχοι «Παππούς», Γιώργης Λύγκος, από Χέλι Αργολίδας και Μήτσος Λαφαζάνης, από Μπούζι Κορινθίας, περίπου 1860.

Τον 19ο αιώνα, ανάμεσα στους φημισμένους ληστές που αλώνιζαν τον Μοριά και τη Ρούμελη, ξεχώριζαν δυο συνεπώνυμοι από το ορεινό Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας, οι λήσταρχοι Λύγκοι. Ήταν ο Γιώργης Λύγκος, ο επιλεγόμενος παππούς και ο Αναστάσης Λύγκος, ο επιλεγόμενος λεβέντης. Ήσαν θείος και ανιψιός.

Πολλοί οι θρύλοι, που μπερδεύονται με την πραγματική ιστορία, όταν γίνεται αναφορά στους Λύγκους. Αιχμαλώτιζαν και λήστευαν πλούσιους ή τοκογλύφους. Πάντα ήταν ολιγαρκείς.

Πρώτα έπαιρναν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση των υποψηφίων θυμάτων τους. Σύμφωνα με την περιουσία τους, απαιτούσαν, το ένα πέμπτο περίπου. «Να πάρουμε κι εμείς, αλλά να σε αφήσουμε να ζήσεις κι εσύ», έλεγε ο παππούς Λύγκος.

Σε περιπτώσεις που έπαιρναν περισσότερα λύτρα, επειδή αυτός που τους πληροφόρησε για τα περιουσιακά στοιχεία του θύματος είχε κάτι εναντίον τους, τότε ο Λύγκος επέστρεφε ένα σεβαστό μέρος των λύτρων.

Η γενναιοφροσύνη τους κέρδισε την εκτίμηση των χωρικών και πιθανόν και την αγάπη τους. Ακόμα και οι χωροφύλακες των αποσπασμάτων φημολογείται ότι συμπαθούσαν τους Λύγκους. Αρκετοί από αυτούς που πιάστηκαν από τους λήσταρχους, όχι μόνο δεν κακοποιήθηκαν, αλλά ενισχύθηκαν οικονομικά από αυτούς. Ίσως όχι μόνο για φιλανθρωπικούς λόγους…

Για έναν χωροφύλακα, τον Γιάννη Στρίγκα, έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια. Έλεγε ο Παππούς: 

«Αν τύχει μωρέ παιδιά και πιαστούμε με σταυρωτήδες καβαλάρηδες, θέλω να προσέξετε. Να μη χτυπήσετε έναν με άσπρο άλογο, με μια ελιά στο πρόσωπο». Συχνά έδιναν χρήματα στους φτωχούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως επίσης η φωτογραφία των εικονιζόμενων λήσταρχων (όπως και όλες οι παλιές φωτογραφίες) για την κατανόηση της πολιτισμικής αλλά και φυλετικής κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση από τον Τούρκικο ζυγό.

Να αναφέρω για παράδειγμα πως τον Οκτώβριο του 1833 συντάσσεται ο κατάλογος των προς απαλλοτρίωση κτιρίων χάριν ανασκαφών στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα της Ελλάδος, καταγράφονται 400 σπίτια, 7 φούρνοι και 103 εργαστήρια, μεταξύ των οποίων 2 ελαιοτριβεία και 2 σαπουντζίδικα, μόνο στην περιοχή την οριζόμενη από τις κατοπινές οδούς Ηφαίστου, Μητροπόλεως, Νίκης, Αμαλίας και Λυσικράτους, δηλαδή στο ήμισυ περίπου της παλαιάς πόλης. Οι κάτοικοι ήταν κυρίως ποιμένες πολλοί εκ των οποίων μιλούσαν Αρβανίτικα.

Ο εκ των Αντιβασιλέων Georg Maurer, που έφθασε στην Αθήνα το 1833 κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσκεψης του Όθωνα, σημειώνει:

«Η Αθήνα που πριν απ’ τον Απελευθερωτικό Πόλεμο αριθμούσε 3.000 περίπου σπίτια, τώρα δεν είχε ούτε 300. Τα άλλα είχαν μεταβληθεί σ’ έναν άμορφο σωρό από πέτρες».

Τον Αύγουστο του 1832 ο Λουδοβίκος Ρος είχε δηλώσει απογοητευμένος:

« Αυτό δεν είναι αι ιοστεφείς και περίφημοι Αθήναι. Αυτό είναι μονάχα ένας θεόρατος σωρός ερείπια, μια άμορφη [...] γκριζωπή μάζα στάχτης και σκόνης, απ’ όπου ξεπροβάλλουν μια δωδεκάδα φοίνικες και κυπαρίσσια, τα μόνα που αντιστέκονται στην καθολική ερήμωση».

Την ίδια περίπου εποχή (1832-1833) επισκέπτεται την Αθήνα ο αποσπασμένος στο εκστρατευτικό σώμα του Στρατηγού Maison, J.L Lacour, οποίος διαπιστώνει:

«Η καρδιά σφίγγεται φτάνοντας στην Αθήνα. Νέα ερείπια καλύπτουν τα αρχαία, τα καταχωνιασμένα μέσα στη γη. [...] Στενά, σκοτεινά, λασπώδη, ακανόνιστα δρομάκια. Βρώμικα, καπνισμένα και δυσώδη μαγαζιά, με πραμάτειες που θα τις περιφρονούσαν ως και οι πλανόδιοι πωλητές στα χωριάτικα πανηγύρια μας, κι όλα αυτά περικυκλωμένα από ένα χονδροειδές τοιχίο, να τι έχει αντικαταστήσει το Ωδείο του Περικλέους, το Ελευσίνιο, το Λύκειο, τους Κήπους και τον Ναό της Αφροδίτης, τις Πύλες του Ερμού, [...] και τα λοιπά μνημεία, των οποίων μόνον τα ονόματα έχουν απομείνει».

Ο Thomas Abbet-Grasset παρατηρεί τον Οκτώβριο του 1834: 

«Δεν υπάρχουσιν όμως πλέον Αθήναι. Εις τον τόπον της ωραίας δημοκρατίας απλούται σήμερον πενιχρά πολίχνη, μαύρη εκ των καπνών, σιωπηλή ως φύλαξ των νεκρών μνημείων, με στενούς και ασύμμετρους δρομίσκους».

Είναι προφανές καταρχήν ότι οι αυτόπτες αυτοί μάρτυρες αποτύπωναν στα λόγια τους όχι μόνο τη θλίψη τους για ό,τι έβλεπαν αλλά και την απογοήτευση τους για ό,τι δεν έβλεπαν: 

«τας ιοστεφείς και περίφημους Αθήνας», «την ωραία δημοκρατία», «το Ωδείο του Περικλέους», και «τις Πύλες του Ερμού».

Είναι γεγονός πάντως ότι η πόλη είχε υποστεί σοβαρότατες καταστροφές, ιδιαίτερα στο διάστημα της ενδεκάμηνης πολιορκίας της από τον Κιουταχή, μεταξύ Ιουνίου 1826 και Μαΐου 1827.

Η Τουρκική φρουρά αποχώρησε οριστικά από το φρούριο της Ακροπόλεως την 31η Μαρτίου 1833. Στο διάστημα που προηγήθηκε, ιδιαίτερα κατά την τριετία 1830-1833, δεν διαδραματίστηκαν σοβαρά πολεμικά γεγονότα στην περιοχή.

Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα Πρωτόκολλα της Ανεξαρτησίας προέβλεπαν ασυζητητί την απελευθέρωση της Αθήνας, επέτρεψε τη βαθμιαία αναγέννηση της Πόλης.

Τον Νοέμβριο του 1831 οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Eduard Schaubert, μαθητές του σημαντικότερου ίσως Γερμανού νεοκλασικού αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, εγκαθίστανται στην Αθήνα, όπου βάζουν μπρος το έργο της συστηματικής τοπογράφησης της πόλης και στη συνέχεια συντάσσουν την πολεοδομική τους πρόταση, εν όψει της πιθανής εγκατάστασης εκεί της πρωτεύουσας του νεοπαγούς κράτους.

Αξίζει να αναφέρω πως κατά τον σχεδιασμό της πόλεως εξετάστηκε και το ενδεχόμενο ανέγερσής τους πάνω στην ίδια την Ακρόπολη, βάσει σχεδίων του Schinkel, η ιδέα όμως κατακρίθηκε και από τον ίδιο τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας.

Τα πρώτα ονόματα των οδών δόθηκαν από τους Κλεάνθη και Schaubert, όταν διαμόρφωναν την πολεοδομική τους πρόταση για την Αθήνα, το έτος 1832. Όπως ήταν επόμενο, τα αρχαιοελληνικής έμπνευσης ονόματα κυριάρχησαν εξ ολοκλήρου στις επιλογές τους, με μοναδικές ίσως εξαιρέσεις τα Βουλεβάρια και τις πλατείες Ανακτορίων, Βόρσας και Θεάτρου. 

Από τα ονόματα εκείνα, ένας μικρός αριθμός αντιστοιχούσε σε κάποια τοπογραφική πραγματικότητα, Λόγου χάριν, η Πειραιώς κατευθύνονταν πράγματι προς τον Πειραιά, η Μεσογείων προς τα Μεσόγεια, η Σταδίου, στην αρχική της σύλληψη, έφθανε ως το Στάδιο, η Αρείου Πάγου σκόπευε τον ομώνυμο βράχο και η Αθηνάς αντίστοιχα το Ναό της Παλλάδας, ενώ η Λυσικράτους έφθανε ως το ομώνυμο μνημείο και η Αιόλου ως τον υποτιθέμενο Ναό του Αιόλου, δηλαδή το Ωρολόγιο του Ανδρόνικου Κυρρήστου.

Τα κτίρια που ανεγέρθηκαν ακολούθησαν την νεοκλασική αρχιτεκτονική η οποία στα τέλη του 18ου και στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα υπήρξε ένα διεθνές στυλ που γεννήθηκε ως απάντηση στα περίκομψα και διακοσμητικά αυλικά αισθητικά ρεύματα του Μπαρόκ και του Ροκοκό. Στην Ελλάδα ο ρυθμός αυτός ήρθε διαμέσου της Γερμανίας.

Πως καταφέραμε λοιπόν να κάνουμε την Αθήνα των 400 σπιτιών του μία απέραντη τσιμεντούπολη είναι απορίας άξιο, ίσως και όχι…


Πηγή για την Αθήνα του 19 ου αιώνα το άρθρο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, Ιστορικός, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Ε.Ι.Ε, :

"Η Αθήνα τον 19ο αιώνα: Από επαρχιακή πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου" [https://archaeologia.eie.gr/archaeologia/gr/chapter_more_9.aspx]

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

Δεντρολατρεία και Χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Πλησιάζουμε προς τα Χριστούγεννα και ως γνωστόν, πολλά από τα έθιμα των εορτών (αν όχι όλα), έλκουν την προέλευση τους από την αρχαιότητα (σε παγανιστικές πεποιθήσεις και πρακτικές). Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στο αρχετυπικό σύμβολο του δέντρου, στην δεντρολατρεία, στην ιερότητα του στην αρχαία Ελλάδα, και την πιθανή σχέση του με τον στολισμό του Χριστουγεννιάτικου δέντρου.


Τα δέντρα ανήκουν στα αρχέτυπα των πανάρχαιων συμβόλων της ανθρωπότητας και αποτέλεσαν αντικείμενο λατρείας, θρησκευτικών ιδεών, περιεχόμενα μύθων, και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή όλων των λαών. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά καθώς το δέντρο, παρέχει προστασία, σκιά, ξυλεία ως δομικό υλικό και για την συντήρηση της φωτιάς, τους καρπούς του για τροφή κ.λ.π.

Τα δέντρα είναι σύμβολα θηλυκά και χθόνια, αλλά ταυτόχρονα και φαλλικά - αρσενικά λόγω του όρθιου κορμού τους. Στην σύνθεση τους αντιπροσωπεύουν  την ιερότητα του κόσμου, την παγκόσμια ενότητα και την αλληλεξάρτηση, τη γονιμότητά,  το πεπρωμένο, την Γνώση, και πλήθος άλλα. Η άνθιση, η καρποφορία και η γονιμότητα του δέντρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μαζί του. 

Αν το δέντρο είναι  φυλλοβόλο έρχεται να μας θυμίσει τον κύκλο της φύσης και της ζωής, ενώ αν είναι αειθαλές την αιωνιότητα. Οι δακτύλιοι στον κορμό φανερώνουν την ηλικία του και συμβολίζουν τα χρόνια και τις εμπειρίες στη ζωή, ενώ τα κλαδιά του συμβολίζουν τη σύνδεση με τους άλλους. Οι ρίζες συμβολίζουν την απαρχή, τη γέννηση. Το δέντρο θεωρείται ότι συνδέει τον κόσμο κάτω από τη γη με εκείνον στην επιφάνεια και τον ουρανό. Είναι το στοιχείο της φύσης που ενώνει τη γη με το ύδωρ και τον ουρανό.

Για όλους τους παραπάνω λόγους,  υπήρχε το έθιμο της δεντρολατρείας στους αρχαίους πολιτισμούς (το οποίο συντηρείται ακόμη και σήμερα),  και ο στολισμός των δέντρων με καρπούς - προσφορές, υφάσματα, κορδέλες, τάματα του ανθρώπου προς την φύση για γονιμότητα, υγεία  και καλή σοδειά. Δεν είναι επίσης λίγες οι περιπτώσεις που τα ιερά δέντρα χρησμοδοτούσαν τα μελλούμενα, όπως λ.χ  τα διάσημα μαντεία του Δία στη Δωδώνη και του Άμμωνος Διός στην Αίγυπτο.  Όσοι ενδιαφέρονταν να πάρουν χρησμό έγραφαν το ερώτημα τους σε χάλκινο έλασμα.

Οι άρρενες ιερείς Σελλοί (οι οποίοι έμεναν «άλπυτοι» και κοιμόντουσαν στη γη, για να βρίσκονται σε διαρκή επαφή μαζί της ώστε να αντλούν από αυτή τη δύναμή τους (Ιλ., Π, 233-235)),  και οι Πέλειες οι οποίες  χρησμοδοτούσαν από το θρόισμα των φύλλων της φηγού, το πέταγμα και τους κρωγμούς των περιστεριών, τον ήχο των λεβήτων που περιέβαλλαν την ιερή φηγό, την Κερκυραϊκή μάστιγα (1)  κ.τ.λ. Ήχοι, φτερωτές οντότητες και το σταθερό δέντρο συνέβαλαν στη διαδικασία της μαντικής.

Το δέντρο που χρησμοδοτεί διαφέρει από τα άλλα, δεν είναι σαν τα υπόλοιπα. Τα αναρτημένα ενδύματα, τάματα, προσφορές,  κάνουν το ίδιο το δέντρο να διαφοροποιείται από όλα τα υπόλοιπα. Το επισημαίνουν και το διαχωρίζουν. Το καθιστούν ορατό από μακριά. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα δέντρων που εικονίζονται με υφάσματα τυλιγμένα επιμελώς γύρω από τους κορμούς τους.

Στον Αιγιακό χώρο η δεντρολατρεία υπάρχει ήδη από τον Μινωικό πολιτισμό. Στο περίφημο χρυσό δαχτυλίδι του Μίνωα, ένα χρυσό σπάνιο κόσμημα του 15ου αιώνα π.Χ. υπάρχει  σύνθετη θρησκευτική παράσταση, που απεικονίζει μορφές της Κρητομυκηναϊκής θεματολογίας, δηλαδή δεντρολατρεία με καθιστή θεά, ουρανό, γη και θάλασσα αλλά και ένα ιερό πλοίο.

Η δεντρολατρεία είναι κάτι το συνηθισμένο στη Μινωική λατρεία. Οι Μινωίτες, θεωρούσαν τα δέντρα ιερά, εμψυχωμένα, πηγή ζωής και αναγέννησης. Το δέντρο αντιπροσωπεύει τον γήινο κόσμο και την αδιάκοπη ανανέωσή του, που τελικά είναι η ίδια η αιώνια ζωή. Έτσι το κοσμικό δέντρο ως θεϊκό όργανο, μετατρέπεται και το ίδιο σε θρησκευτικό αντικείμενο, φορτισμένο με μεταφυσικούς συμβολισμούς. Tο δέντρο είναι σταθερό στοιχείο της σκηνογραφίας του Ιερού Γάμου. Το ιερό δέντρο είναι η ενσάρκωση της Μεγάλης Θεάς (Το δέντρο στο συγκεκριμένο δαχτυλίδι είναι Δρυς).

Κεντρικό θέμα στο δαχτυλίδι έχει μια γυναικεία θεότητα η οποία κατεβαίνει από τον ουρανό -  Θεοφάνεια, μια που κάθεται στη γη και μία πάνω σε ένα πλοίο που έχει μορφή ιππόκαμπου. Με άλλα λόγια, η κίνηση της Θεάς από ένα βραχώδες ιερό σε ένα άλλο, συνθέτοντας μια συμβολική παράσταση με τον ουρανό, την γη και την θάλασσα. Δύο Ιερά Δέντρα που βρίσκονται σε δοχεία πάνω σε βωμούς ή λίθινες στήλες, πλαισιώνουν την παράσταση του δαχτυλιδιού.

Η ένωση της γης, του ουρανού και του ανθρώπου είναι προφανής, ενώ τα δέντρα αντιπροσωπεύουν αυτόν τον γήινο κόσμο και την αδιάκοπη ανανέωσή του που τελικά είναι η ίδια η αιώνια ζωή. Το Κοσμικό δέντρο γίνεται το στήριγμα αυτού του κόσμου και όργανο Θεών, Δαιμόνων και Ηρώων.


Στον μετα Μινωικό Ελληνικό πολιτισμό, τα δέντρα είναι έμψυχα, καθώς οι νύμφες Δρυάδες, κατοικούσαν μέσα σε κορμούς δέντρων κυρίως βελανιδιών .Οι Νύμφες στο σύνολό τους ήταν γυναικείες μορφές θεϊκής καταγωγής, στενά συνδεδεμένες με τον φυσικό κόσμο, συμβολισμός της ομορφιάς και συνάμα των κινδύνων του («Άπτεσθαι ξύλου», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, λόγω της πεποίθησής τους πως στα δένδρα κατοικούσαν οι νύμφες Δρυάδες-Αμαδρυάδες, χτυπούσαν τον κορμό των δέντρων για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων).

Δύο ιδιαίτερες κατηγορίες Νυμφών ήταν οι Αμαδρυάδες και οι Μελίες. Οι διάφορες Νύμφες των δασών κατοικούσαν κοντά στα αγαπημένα τους δέντρα, ζούσαν μέσα σε αυτά, έπαιρναν τη μορφή τους, ή ακόμα και ταξίδευαν από κορμό σε κορμό. Στη Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου και στα Σχόλια εις Λυκόφρονα του Ιωάννη Τζέτζη (1110-1180), αναφέρεται πως ο Αρκάς, γιος της Καλλιστούς, έσωσε το δέντρο της Αμαδρυάδας Χρυσοπέλειας και από αυτήν απέκτησε δύο γιους, τον Έλατο και τον Αφείδα.

Στην αρχαία Αθήνα, το πρώτο ιερό ελαιόδεντρο δόθηκε από την Αθηνά ως δώρο στους κατοίκους των Αθηνών, και είχαν ληφθεί μέτρα για την προστασία του. Ακόμη και τα διάσπαρτα ελαιόδεντρα που εθεωρούντο κλώνοι του αρχικού, του μητρικού, εκείνου που είχε φυτέψει η Αθηνά στην Ακρόπολη, ήταν περιφραγμένα με σηκούς. Ένας ξύλινος φράκτης διαχώριζε τον ιερό χώρο της ελιάς από τον υπόλοιπο. Όποιος τον παραβίαζε ή τον κατέστρεφε κινδύνευε με αυστηρή τιμωρία, ακόμη και θανατική.

Η προστασία των δέντρων δημιούργησε τον θεσμό ης ανακήρυξης μεγάλων δασικών εκτάσεων σε ιερά άλση ή προστατευόμενες περιοχές. Τα άλση είναι αφιερωμένα σε διαφορετικούς θεούς. Το ιερό άλσος αποτελούσε ουσιαστικά ένα είδος ναού οριοθετημένο και αφιερωμένο στους Θεούς.

Άλλοτε πυκνοφυτεμένο και άλλοτε χωρίς καθόλου βλάστηση, όπως περιγράφεται από τον Παυσανία. Η πηγή συμπληρώνει τα ιερά άλση ως ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό γνώρισμα και μάλλον απαραίτητη για το πότισμα των δέντρων. Ιεροί νόμοι προστάτευαν τα ιερά άλση από τη λεηλασία.

Η Ακαδημία αποτελεί το πιο ονομαστό ιερό άλσος, που εξελίχθηκε σε διακοσμητικό κήπο. Γύρω από το ιερό του Ακάδημου βρίσκονταν ο αρχικός πυρήνα του, ο οποίος σχηματίζονταν από 12 ελιές που προέρχονταν από την ιερή ελιά της Ακρόπολης. Στη συνέχεια φυτεύτηκαν γύρω τους κι άλλα δέντρα και θάμνοι καλλωπιστικού περιεχόμενου, που συνετέλεσαν στη μετατροπή, ενός αυθεντικού αγροτικού τοπίου σε διακοσμητικό κήπο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και το Λύκειο άλσος , που οι πρώτες φυτεύσεις του πραγματοποιήθηκαν γύρω από το ιερό του Απόλλωνα τον 6ο αιώνα π.Χ. και στη συνέχεια απόκτησε παγκόσμια φήμη χάρη στο Σωκράτη, ο οποίος σύχναζε και δίδασκε εκεί (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) και τον Αριστοτέλη, που λίγο αργότερα (335 π.Χ.) δημιούργησε εκεί κοντά την περιπατητική» σχολή του.

Οι νόμοι που προστάτευαν αυτά τα ιερά άλση ήταν πάρα πολλοί. Απαγορευόταν κάθε είδους ενέργεια που θα μπορούσε να προκαλέσει περιβαλλοντική αλλαγή στο τοπίο. Ο Παυσανίας γράφει πως απαγορευόταν, όχι μόνο το κόψιμο των δέντρων, αλλά ακόμα και να μαζέψει και να μεταφέρει κανείς ξύλα ή πεσμένα φύλλα. Το μεγαλύτερο παράπτωμα ήταν να βάλει κανείς φωτιά ή να ρυπαίνει τις πηγές, αδίκημα που επέσυρε φυσικά τις ανάλογες ποινές.

Από διαφόρους συγγραφείς (Παυσανίας, Ξενοφών κ.τ.λ.) μαθαίνουμε πως εξίσου σοβαρά παραπτώματα ήταν το κυνήγι και το ψάρεμα μέσα σε προστατευόμενες περιοχές. Επίσης, οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στα ιερά άλση, όπως η καλλιέργεια του εδάφους, απαγορευόταν αυστηρά. Τόσο στον Ηρόδοτο και τον Παυσανία, όσο και στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή, η πιθανή οργή των θεών λειτουργούσε αποτρεπτικά, κάνοντας τους ανθρώπους να σέβονται τα ιερά δάση. Γενικά οι νόμοι διέφεραν από περιοχή σε περιοχή.

Στο σύνολο τους όμως οι τοπικοί δικαστικοί νόμοι προστάτευαν τα ιερά δάση από κάθε είδους παραβιάσεις και πολλά δάση, όπως μας γράφει ο Παυσανίας, είχαν ιερείς ως φύλακες. Ας σημειωθεί εδώ πως έχει βρεθεί στα δυτικά Ιμαλάια (κοντά στη περιοχή που ζουν οι Καλάς) Ελληνική επιγραφή από το πέρασμα του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου το οποίο που γράφει: «μη θηρεύεις, μη αλιεύεις, μη φονεύεις».

Οι ποινές για τους παραβάτες ήταν αυστηρές. Μαστίγωμα για τους δούλους ή τους ξένους και πρόστιμα για τους πολίτες. Εκτός από τις νομικές διατάξεις, εξίσου εκφοβιστικό ρόλο είχαν και οι θρησκευτικές κατάρες ή η θεία Δίκη. Μερικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πυθαγόρας και ο Εμπεδοκλής, πίστευαν πως τα δένδρα είχαν τη δική τους ψυχή, όπως και οι άνθρωποι. Έτσι θεωρούσαν την κοπή των δένδρων ως ένα είδος φόνου.

Και ο Θεός της βλάστησης και του γλεντιού ο Διόνυσος, σχετίζεται με τα δέντρα για αυτό τον λόγο  ονομαζόταν «Δενδρίτης». Από κορμούς πεύκων και ελάτων οι αρχαίοι Έλληνες κατασκεύαζαν καράβια, και ο Διόνυσος ήταν προστάτης των ναυτικών. Στα αρχαία «Διονύσια» έβγαινε και παρέλαυνε ένα μικρό καράβι με ρόδες, που για ιστίο είχε ένα έλατο, το οποίο συμβόλιζε τον Διόνυσο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο στολισμός του καραβιού ήταν μια πρακτική  προς τιμή του δενδρίτη Διονύσου.

Σήμερα την θέση των καρπών έχουν πάρει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι μπάλες που φυσικά δεν μοιάζουν τυχαία με καρπούς δέντρων. Πολλοί ερευνητές συσχετίζουν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο με το αρχαίο Ελληνικό έθιμο της Ειρεσιώνης.

Η Ειρεσιώνη ήταν ένα κλαδί ελιάς, πάνω στο οποίο κρεμούσαν λευκές και κόκκινες κορδέλες από όπου έδεναν καρπούς από την φθινοπωρινή σοδειά: φρούτα, αμύγδαλα, καρύδια, δημητριακά, βελανίδια, ρόδια. Η κόκκινη κορδέλα συμβόλιζε το αίμα των ανθρώπων, και η λευκή το αίμα των θεών. Η κίνηση αυτή ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του έτους που τελείωνε, και παράκληση για εξακολούθηση της γονιμότητας και κατά το επόμενο.

Την Ειρεσιώνη όμως την κοσμούσαν στην αρχαία Ελλάδα, με καρπούς τον μήνα Οκτώβριο και όχι Δεκέμβριο, όπως συμβαίνει με το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το έθιμο παρόλα αυτά δεν παύει να παραμένει το ίδιο.

Στα νεότερα χρόνια στην Ελλάδα ο στολισμός του Χριστουγεννιάτικου δέντρου καθιερώνεσαι με τους Βαυαρούς και τον Όθωνα, οι οποίοι το έφεραν από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Με τη συμβολική μορφή, κυρίως, του δέντρου της ζωής φυσικά έχει προϊστορία που ανάγεται στα βάθη των αιώνων στην Ελλάδα, όπως προαναφέρθηκε.

 Πηγή φωτογραφίας: neakriti.gr

Παραπομπή:

1 .Την πρώτη περιγραφή του αναθήματος την οφείλουμε στον Αριστοτέλη (απόσπ. στη Σούδα 1445. 5), ο οποίος, ωστόσο δεν αναφέρει τους Κερκυραίους. ο ίδιος σημειώνει ότι επρόκειτο για ένα αγαλμάτιο παιδιού, το οποίο στεκόταν επάνω έναν κίονα και κρατούσε μια μάστιγα στο χέρι, οι ιμάντες της οποίας, σειόμενοι ὑπ’ ἀνέμου προσέκρουαν στα μεταλλικά τοιχώματα ενός χάλκινου λέβητα, τοποθετημένου σε έναν δεύτερο κίονα, δίπλα στον πρώτο. η σύνδεση του αναθήματος με τους Κερκυραίους έγινε από τον Στράβωνα (7.7.6), ο οποίος αναφέρει ότι η μάστιγα που κρατούσε το αγόρι ήταν τριπλή και αλυσιδωτή με αστραγάλους. Σημειώνει μάλιστα με έμφαση, ότι από αυτήν τη μάστιγα, προήλθε η παροιμία Κερκυραίων μάστιξ, και συμφωνεί με τον πολέμωνα, περιηγητή του ύστερου 3ου - πρώιμου 2ου αι. π.Χ., ότι επρόκειτο για το περίφημο Δωδωναῖον χαλκεῖον, το οποίο έμελλε να καθιερωθεί ως έκφραση για αυτούς που μιλούσαν ακατάπαυστα (Στέφανος Βυζάντιος, στο λήμμα Δωδώνη).

Πηγές :

1. Ιερό δέντρο - τρυποπέρασμα στον Αχλαδέ, του Νίκου Ψιλάκη.

2. Ευάγγελος Ι. Μανωλάς, "Το Φυσικό Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα", Έκδοση Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος, και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

 


 

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Διόνυσος ο αρχαίος Θεός του Καρναβαλιού.

«Και όταν έρχεται η άνοιξη, χαρά δίνουν στον Διόνυσο, ερεθίσματα χορών μ’ ωραίες φωνές και μουσική βαρύβροντη με αυλούς».

Αριστοφάνη, Νεφέλες, στ. 311-313

Οι απόκριες ως γνωστόν έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα καθώς συνδέονται άμεσα µε την λατρεία του Θεού Διονύσου. Η Αγγλική λέξη «carnival», προέρχεται από το Λατινικό «carnem levare» ή «carnis levamen», που σημαίνει τη «διακοπή της βρώσης κρέατος». Στα Ελληνικά το λατινογενές Καρναβάλι ταυτίζεται με τη λέξη «απόκρεω ή αποκριά», και έχει ακριβώς την ίδια ερμηνεία. Η λέξη «Τρι – ωδιο»  επίσης προέρχεται από τις Διονυσιακές εορτές, καθώς έχει κοινή ρίζα με τη λέξη «Τραγωδία» -  «Τράγος» καί «Ωδή», (ύμνος προς τιμήν των Τράγων – Διονυσιακές τελετές).

Στο τελείωμα του χειμώνα, περιμένοντας τα πρώτα σημάδια της άνοιξης, οι Αθηναίοι τιμούσαν με πολλή χαρά και κάθε επισημότητα τον θεό Διόνυσο. Προς τιμήν του διοργάνωναν τα «εν Άστει ή Μεγάλα Διονύσια». Στα πλαίσια δυο μεγάλων θρησκευτικών εορτών, στα «Διονύσεια ἐν ἄστει», και στα «Λήναια», αφιερωμένων στη λατρεία του Διονύσου, του κατεξοχήν θεού της δραματικής τέχνης, διεξάγονται οι δραματικοί αγώνες. Εκεί και μόνο εκεί μπορούσε κάποιος να παρακολουθήσει θέατρο, με το δραματικό θέαμα στενά συνδεδεμένο με τις υπόλοιπες τελετουργίες

Στα Μεγάλα Διονύσια, τα «ἐν ἄστει», για τα οποία διαθέτουμε και περισσότερες πληροφορίες, έχουμε τρεις ίσως και τέσσερεις πομπές, με πρώτη τη μεταφορά του ειδώλου του θεού από το τέμενός του κάτω από την Ακρόπολη στις Ελευθερές, όπου πραγματοποιούσαν θυσία σε βωμό και έψελναν ύμνους. Ακολουθεί η εἰσαγωγή, η επιστροφή του ειδώλου υπό το φως των πυρσών στην πόλη, ως ανάμνηση της αλλοτινής άφιξης του θεού και αναπαράσταση της εισαγωγής και εγκαθίδρυσης της Διονυσιακής λατρείας στην αρχαία Αθήνα, τελετουργία που πιθανότατα ανάγεται στην αρχαιότατη περίοδο της εορτής.

Με αυτή την τελετουργία διασφαλίζεται η παρουσία του θεού και την επόμενη μέρα ακολουθεί χαρμόσυνη πομπή εντός της πόλης, όπου συμμετέχει ενεργά μεγάλο τμήμα του λαού, συνοδεία χορών και σατιρικών τραγουδιών, με προσφορές που μεταφέρονται σε χρυσά κάνιστρα και τους εορταστές να κρατούν τεράστιους φαλλούς, οδηγώντας έναν ταύρο και άλλα ζώα για θυσία στο ναό του Διονύσου του Ελευθερέα

Η σχέση τραγωδίας και Διονυσιακής λατρείας αντικατοπτρίζεται και στις προσπάθειες να εντοπιστεί η ετυμολογία της λέξης τραγωδία είτε ως τραγούδι που έψαλαν κατά τη θυσία τράγου, είτε ως άσμα με βραβείο τον τράγο, είτε από το χορό αντρών με στολή τράγου. Κατά αναλογία η ετυμολογία της λέξης κωμωδίας ως τραγούδι του κωμού, μιας θορυβώδους πομπής μεθυσμένων ανδρών που την χαρακτηρίζουν οι προσβολές, ο χλευασμός, η τολμηρή βωμολοχία και η σάτιρα, αποτελεί μονόδρομο που μας οδηγεί στη λατρεία του Διονύσου, του αγαπημένου θεού που κυριεύει με το ζυμωμένο χυμό του σταφυλιού, το συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων.

Στην αρχαιότητα, η Διονυσιακή λατρεία άρχισε στη Θράκη και απλώθηκε σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια. Κυριότερα σύμβολα του Διονύσου ήταν από τα φυτά το αμπέλι και ο κισσός και από τα ζώα ο τράγος, ο ταύρος, ο πάνθηρας και ο γάιδαρος. Τα συμπληρώνει ο θύρσος, δηλαδή η ιερή ράβδος του θεού που ήταν στολισμένη με αμπελόφυλλα, κισσό και με ένα κουκουνάρι στην κορυφή, και ο φαλλός, το σύμβολο της γονιμότητας.

Ως θεός της μεταμόρφωσης σύμβολό του ήταν και το προσωπείο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Το προσωπείο χρησιμοποιήθημε και στο θέατρο το οποίο συνδέεται με τον Διόνυσο και τις τελετές του, ως μέρος της σκευής των υποκριτών (φορεσιά, προσωπίδα, υπόδημα), ήταν το βασικό συστατικό του αρχαίου θεάτρου που υποδήλωνε το δεσμό με αρχέγονες τελετές, όπως η μάσκα του μάγου σε πολλούς πρωτόγονους λαούς. Όταν ο ηθοποιός φορούσε το προσωπείο, ταυτιζόταν με το πρόσωπο που υποδυόταν και οι θεατές αναγνώριζαν σε αυτόν, όχι τόσο τον ίδιο τον θεό, όσο το συμβολικό χαρακτήρα του.

Συχνά οι πιστοί τοποθετούσαν ένα προσωπείο που συμβόλιζε το Διόνυσο σε ψηλούς κορμούς δέντρων ή κίονες, τους οποίους έντυναν με υφάσματα. Μετά πραγματοποιούσαν γύρω από το ομοίωμα του θεού ξέφρενους χορούς και τελετουργικά δρώμενα, για να προκαλέσουν την εμφάνισή του.

Το Μάρτιο, περίπου την ίδια περίοδο που σήμερα εορτάζουμε τις Απόκριες, στην αρχαιότητα στην Αθήνα εόρταζαν τα «Ανθεστήρια»,  μία εορτή πρός τιμή του θεού Διόνυσου.  Τα «Ανθεστήρια», ήταν ετήσια γιορτή της αναγέννησης της φύσης και γιορτή των νεκρών προς τιμή του Λιμναίου Διονύσου και του χθόνιου Ερμή.

Τελούνταν το μήνα Ανθεστηριώνα (από 18 Φεβρουαρίου - 17 Μαρτίου περίπου) και κρατούσαν τρεις μέρες. Την πρώτη ημέρα γιορτάζονταν τα Πιθοίγια. Άνοιγαν τα πιθάρια για να δοκιμάσουν το κρασί της νέας χρονιάς. Την ημέρα εκείνη καθώς και την επόμενη, οι Αθηναίοι επέτρεπαν στους δούλους να πίνουν μαζί τους.

Τη δεύτερη ημέρα γιορτάζονταν οι Χόες ή Χοές, που η ονομασία τους προέρχεται από το χούς, το ειδικό πήλινο αγγείο, που είχαν μαζί τους οι εορτάζοντες. Γινόταν η πομπική είσοδος του Διονύσου - τον οποίο υποδυόταν ο άρχων βασιλεύς - στην πόλη, πάνω σε καράβι με τροχούς.

Πάνω στο καράβι υπήρχαν μεταμφιεσμένοι ακόλουθοι του Θεού Διονύσου, Σάτυροι και Σιληνοί, που πείραζαν τον κόσμο με τις βωμολοχίες τους, δημιουργώντας κέφι και χαρά.  Ο Διόνυσος ήταν ο κατ’ εξοχήν θεός των λαϊκών στρωμάτων, ο προστάτης του αμπελιού και του κρασιού, της γονιμότητας, της μεταμφίεσης, της συμμετοχής, του ξεφαντώματος, της μυστηριακής μύησης, του γλεντιού.

Οι λατρευτικές µορφές µε τις οποίες συναντάται ο Διόνυσος είναι τρεις.

Πρώτη μορφή ως θεός της βλάστησης, της γονιµότητας, των χυμών των φυτών δέντρων, της αµπελουργίας, ιδιότητα µε την οποία λατρεύεται στις εορτές της πόλης-κράτους, ενώ µε την ίδια συνδέεται και µε την λατρεία της Δήµητρας. 

Η δεύτερη µορφή του είναι αυτή του θεού της έκστασης, ως θεός του κρασιού που απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, χαρίζοντας, ευθυμία, τη κωμωδίας, του θέατρου, της χαράς της ζωής κ. α. Με το κρασί χάριζε στους ανθρώπους την ξενοιασιά, την διασκέδαση και την χαρά της ζωής, γι’ αυτό αναφέρεται και ως «πολυγηθής». Ως αποτέλεσµα των χαρακτηριστικών του γνωρισµάτων έγινε γνωστός µε διάφορα επίθετα όπως: «Δενδρίτης», «Άνθιος», «Ευανθής», «Ανθεύς», «Κισσοχαίτης», «Κισσοφόρος», «Κισσοκόµης», που παραπέµπουν στην σχέση του θεού µε τα λουλούδια και τον κισσό.

Τέλος, λατρεύεται και µε την χθόνια ιδιότητά του, ως Ζαγρέας. Πρόκειται για τον θεό του Ορφισµού, ο οποίος παρουσιάζεται ως γιος του Δία και της Περσεφόνης.  Ας εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά αυτά πιο αναλυτικά:

Οι Διονυσιακές τελετές λάµβαναν χώρα κυρίως τη νύχτα, υπό το φώς των πυρσών  με πρωταγωνίστριες τις Μαινάδες, τις ιέρεις του Διονύσου. Αυτό το χαρακτηριστικό της Διονυσιακής λατρείας σχετίζεται µε την απόδοση του λατρευτικού επιθέτου «νυκτέλιος» στον Διόνυσο. Πίνοντας κρασί έφθαναν σε ιερή μέθη και έξαψη, πιστεύοντας ότι έτσι «ακουμπούν» τον θεό ή και ταυτίζονται με αυτόν. Όσοι,  αφοσιώνονταν στον θεό και τη λατρεία του και συμμετείχαν στους Διονυσιακούς χορούς, απόλυτα ελευθερωμένοι, οδηγούνταν σε όργια και εκτροπές. Ο χορός από έντονες και γρήγορες εκστατικές κινήσεις, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισµα της Βακχικής τελετουργίας.

Εκτός από τις Μαινάδες, ο Διόνυσος συνοδευόταν πάντοτε από την ακολουθία των «μαινόμενων» πιστών του. Πρόκειται για τους Σιληνούς και τους Σατύρους, δαίμονες της υπαίθρου, οι οποίοι  εκπροσωπούσαν τις δυνάμεις της γονιμότητας της φύσης.  

Οι Μαινάδες φόραγαν την «νεβρίδα»,  ένα είδος στολής, φτιαγµένη από δέρµα ελαφίνας. Την νεβρίδα την φορούσαν τοποθετώντας την στους ώµους και δένοντας τα άκρα του ζώου στο στήθος τους. Ωστόσο την φορούσαν επίσης δένοντας τα άκρα του ζώου γύρω από τον λαιµό τους ή στον ώµο.

Αναφέρεται επίσης και η «µίτρα», ένα είδος κορδέλας, η οποία αποτελούνταν από µία ταινία ή έναν φιλέ και τυλίγονταν γύρω από το κεφάλι. Θεωρείται στοιχείο της γυναικείας ένδυσης, αλλά φαίνεται ότι η χρήση του στις Διονυσιακές τελετές δεν ήταν αποκλειστικά γυναικεία. Η µίτρα ως στοιχείο της Διονυσιακής τελετουργικής ενδυµασίας µαρτυρείται σε αγγεία του 5ου και εξής αι. π.Χ, όπου είτε ο ίδιος ο Διόνυσος είτε οι πιστοί του απεικονίζονται να φορούν την µίτρα.

Σύµφωνα µ’ ένα τελετουργικό έθιµο οι Μαινάδες έπλεκαν στα µαλλιά τους φίδια. Το έθιµο έχει τις ρίζες του στην σύνδεση του µύθου της γέννησης του Διονύσου µε τους δράκοντες, καθώς και στην κατάταξη του φιδιού στα ζώα που σχετίζονται µε την Διονυσιακή λατρεία. Στον θίασο των Μαινάδων δεν επιτρεπόταν η παρουσία άντρα, εναντίον των οποίων µάλιστα υπήρξαν εχθρικές, όταν οι τελευταίοι τις εδίωκαν.

Τα τύµπανα αποτελούν ένα από τα σύµβολα της βακχείας. Το χτύπηµα των τυµπάνων από τις Μαινάδες αποτελεί χαρακτηριστικό τελετουργικό στοιχείο. Ο αλαλαγµός του θεού αποτελεί αναγνωριστικό στοιχείο για τις µυηµένες στην λατρεία του. Έτσι µόλις αναγνωρίσουν την φωνή του και σε κατάσταση µανίας προβαίνουν στην τέλεση των εντολών του θεού. Η µανία, η οποία εµφυσήθηκε σ’ αυτές, τις προσθέτει υπερφυσικές δυνάµεις.

Η ταραχή και ο θόρυβος που κατ’ εξοχήν συνοδεύουν τις Διονυσιακές επιφάνειες, αποτελούν την έκφραση της Διονυσιακής έκστασης, ωστόσο µαρτυρούνται και στις επιφάνειες άλλων θεοτήτων. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί η Άρτεµις, η Μεγάλη Μητέρα και η Δήµητρα. Πέρα από το «Βρόµιος», ο Διόνυσος είναι γνωστός ως «ερίβροµος» και ως «εριβόας», επίθετα που παραπέµπουν εξίσου σε θορυβώδες ηχητικό υπόβαθρο.

Συχνή είναι και η χρήση του προσωνύµιου «Βάκχος», που αποδίδεται ως λατρευτικό επίθετο στον Διόνυσο, καθώς και του προσωνύµιου «Εὔιος»,  που προέρχεται από την λατρευτική κραυγή των βακχών «εὐοῖ». Το επίθετο «Βάκχος», υπήρξε τόσο χαρακτηριστικό της λατρείας του θεού, που κατέληξε να χρησιµοποιείται ως κύριο όνοµα δηλωτικό του ίδιου του Διονύσου. Το όνοµα «Ζαγρέας» συνδέεται επίσης µε τον Διόνυσο κυρίως κατά την Ελληνιστική εποχή.

Ο εκστατικός χαρακτήρας των τελετών βρισκόταν κάτω από ένα τυπικό τελετουργικό. Πρώτα άρχισαν να κινούν εκστατικά τους θύρσους και να φωνάζουν «Ίακχε». Ο Ίακχος ήταν µία θεότητα των Ελευσινίων, µε την οποία ταυτιζόταν ο Διόνυσος.  

«Δυο πρόσωπα», αναφέρει ο Ευριπίδης στις Βάκχες (στ. 274-285) «είναι τα πιο σημαντικά στον κόσμο: η θεά Δήμητρα - είναι η γη, πες την με όποιο όνομα εσύ θέλεις - το ένα, κι αυτή με τα ώριμα καρπίσματά της τρέφει τους θνητούς• το άλλο αυτός που ήρθε αργότερα• ο γιος της Σεμέλης ο Διόνυσος βρήκε κι έφερε για τους θνητούς το υγρό πιοτό του σταφυλιού».

Στα Ελευσίνια μυστήρια, ο Διόνυσος είναι ο Οίνος, ενώ η Δήμητρα είναι ο Άρτος (ο σίτος είναι το έμβλημα της θεάς). Ο Οίνος συμβολίζει την πνευματική ζωή. Ο Διόνυσος είναι ο θεός του κρασιού και της έκστασης. Το κρασί είναι το αποτέλεσμα μίας φυσικής ζύμωσης των σταφυλιών, έτσι και το πνεύμα αποτελεί την πνευματικοποίηση της ύλης Την πνευματικότητα ή την πνευματική γνώση, η οποία προκύπτει μέσα από την υλική γήινη ύπαρξη. Όταν η ύλη εμβαπτισθεί στον Οίνο, στο Πνεύμα, καθαγιάζεται. Οι δύο λατρείες, Δήμητρας και Διονύσου, είχαν συγχωνευθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Η λέξη «όργια» χρησιµοποιήθηκε εκτενώς για τις Διονυσιακές τελετές και είναι δηλωτική του υπερβολικού, εκστατικού και οργιαστικού χαρακτήρα της λατρείας του Διονύσου. Τα όργια του θεού είναι γνωστά από την αρχαία Ελληνική λογοτεχνία και τέχνη, ήδη από τους κλασικούς χρόνους. Ο θεός έχει την ικανότητα να ελευθερώσει τους ανθρώπους όχι µόνο από τα ψυχικά δεσµά µέσω του κρασιού, αλλά και από τα φυσικά δεσµά. Σ’ αυτήν την ιδιότητα του θεού, αναφέρεται το λατρευτικό επίθετο «Λύσιος» που του έχει αποδοθεί.

Ένα άλλο σύμβολο της Διονυσιακής λατρείας, είναι ο «Θυρσός», για τον οποίο έγινε πρόσφατα σχετική ανάρτηση,  ένα ραβδί που στην άκρη του κρέµεται ένα κουκουνάρι στερεωµένο µε µίσχο µάραθου. Τον θύρσο κρατούσαν στο χέρι οι βακχεύοντας και επιδίδονταν σε τελετουργίες προς τιµήν του θεού.

Στις Διονυσιακές τελετές συναντούμε επίσης το  φαινόµενο της ωµοφαγίας, το οποίο προέρχεται από τον µύθο του διαµελισµού του Διονύσου από τους Τιτάνες. Προς ανάµνηση αυτού του µύθου οι µυηµένοι επιδίδονταν σε ωµοφαγικές πράξεις, όπως το κυνήγι ζώων, ο διαµελισµός τους και η βρώση ωµού κρέατος κατανάλωση κρασιού. Κατά την διάρκεια της ωµοφαγίας οι µυηµένοι βρίσκονταν σε απόλυτη ένωση µε τον θεό, όχι µόνο αναπαράγοντας συµβολικά τον µύθο, αλλά και ουσιαστικά, καθώς πίστευαν ότι ο ίδιος ο Διόνυσος βρίσκεται στο ωµός κρέας και το κρασί που καταναλώνουν.

Πηγές :

Ο Θεός Διόνυσος, Harrison, Jane, εκδόσεις Ιάμβλιχος

Θρησκειολογικές αναφορές στις «Βάκχες» τυ Ευριπίδη Δήμητρα  Δ. Σκέπη, μεταπτυχικαή εργασία  Α.Π.Θ

Προσωπίδες και προσωπιδοφόρια (Από τις γιορτές του Διονύσου μέχρι τα σημερινά αποκριάτικα δρώμενα,  Χρήστος Σ. Ζάλιος

Από την Διονυσιακή λατρεία στην Θεατρική πράξη, Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Διεύθυνση Μουσείων

Αρχαίο Ελληνικό θέατρο, Νικόλαος Τσαμπούκος

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Το κρασί, οι ευχές, και το τσούγκρισμα των ποτηριών...


Στην αρχαία Ελλάδα το συμπόσιο (συν+πίνειν) ήταν μια διαδεδομένη συνήθεια. Ο Όμηρος τα αποκαλεί «εράνους», ενώ γνωστές είναι οι αρχαίες σχετικές φράσεις «δειπνείν από συμβολών», ή «δείπνον από σπυρίδος». Σκοπός των συμποσίων για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η «διά λόγων συναστροφή», η οποία φυσικά τότε ευχαριστεί και ψυχαγωγεί, όταν γίνεται μέτρια χρήση οίνου, οπότε ανοίγονται οι καρδιές και άρχιζαν φιλολογικές και φιλοσοφικές συζητήσεις.

Στην Αρχαία Ελλάδα το κρασί το έπιναν με κύλικες, τα οποία  ήταν κύπελλα από πηλό, και οι  προπόσεις και οι ανακοινώσεις ευχών αποτελούσαν επιδιωκόμενες τελετουργικές διαδικασίες κατά τη διάρκεια των συμποσίων. Το κρασί των αρχαίων Ελλήνων ήταν  πολύ πιο δυνατό από αυτό που πίνουμε σήμερα για αυτό και συνήθιζαν να το ανακατεύουν με νερό, ώστε να μην τους μεθάει και να το απολαμβάνουν σιγά -σιγά. Κατά τα συμπόσια, ο οινοχόος συνεκεράνυε μεθ’ ύδατος (ανακάτευε με νερό) τον οίνον, τον οποίον σπάνια έπιναν άκρατον.

Το ρήμα που σημαίνει «ανακατεύω» στα αρχαία είναι το «κεράννυμι». Η μετοχή του παρακειμένου μας δίνει τον τύπο «εκραμένος» (αυτός που έχει ανακατευθεί), ενώ το ουσιαστικό που παράγεται είναι η «κρσις».  Από εδώ   προέκυψε η ρίζα της λέξεως (ΚΡΑ); Κι έτσι έχουμε: «κρα – σί», αλλά και Κρατήρας: Είναι το αρχαίο σκεύος (δοχείο), στο οποίο ανακατευότανε ο οίνος και το ύδωρ (= νερό). 

Όπως προαναφέρθηκε, η πόση του κρασιού γινόταν από  έναν  κύλικα που περιφερόταν από άτομο σε άτομο της ομήγυρης. Αυτός ο τρόπος πόσης δημιουργεί πολύ πιο έντονα και ανάγλυφα την αίσθηση της συντροφικότητας, σε σχέση με το  να πίνει ο καθένας από το δικό του κύπελλο, κάτι που συναντάται  σχεδόν παντού στην αρχαιότητα, όταν και  κατά την διάρκεια των  τελετουργιών οι  συμμετέχοντες έπιναν από το ίδιο δοχείο, το οποίο αποκαλούνταν «δοχείο της αγάπης».

Σύμφωνα με την  αρχαία Ελληνική μυθολογία  αυτός που εφηύρε το κρασί (οίνο) και δίδαξε την καλλιέργεια της αμπέλου είναι ο Θεός Διόνυσος, ο οποίος γεννήθηκε στη Βοιωτία και μεγάλωσε στο όρος Νύσα, ένα βουνό που βρίσκεται κάπου μακριά της Φοινίκης και κοντά στην Αίγυπτο. Ο ίδιος εφεύρε και το ζύθο ή λατινικά μπύρα από το κριθάρι και στη συνέχεια περιόδευσε σε όλο τον κόσμο, για τα μετάδωσε. Ο Εύβουλος παρουσιάζει τον Διόνυσο να λέγει  σχετικά με την ποσότητα κατανάλωσης του κρασιού:  

«Κρατήρες για τους φρόνιμους τρεις έχω στην χρήση και ανακατέβω το κρασί. Τον ένα τον έκανε για την υγεία, που πρώτα πίνουν όλοι, τον δεύτερο για τον έρωτα και για την ηδονή. Τον τρίτο για τον ύπνο. Και οι καλεσμένοι μόλις πιουν στο σπίτι τους γυρίζουν σαν άνθρωποι σοφοί. Αν λες και για τον τέταρτο, δεν είναι δικός μας, αυτός ανήκει στις βρισιές, όπως και ο πέμπτος στις φωνές και ο έκτος στο τρίκλισμα και το άτακτο τραγούδι. Ο έβδομος τα μούτρα σπάει. Ο όγδοος για δίκη στο δικαστήριο καλεί, ο ένατος εξάπτει (και στο θυμό ξεσπάει), ο δέκατος στην τρέλα, αυτή που γίνεται αφορμή και να σε ρίξει κάτω. Γιατί άμα χυθεί πολύς (οίνος) σε ένα μικρό αγγείο (εννοεί το στομάχι) βάζει εύκολα τρικλοποδιά σ’ εκείνους που τον ήπιαν».

Την ώρα του συμποσίου ο Θαλής ανάμεσα στα άλλα ανέφερε ότι οι Αιγύπτιοι στα συμπόσια τοποθετούσαν μπροστά στους συμπότες ένα σκελετό για να τους θυμίζει ότι γρήγορα θα γίνουν έτσι, παρόλο που έρχεται σαν ένας δυσάρεστος συμπότης, έχει και το καλό του: τους προτρέπει όχι στο πιοτό και στις αλόγιστες απολαύσεις, αλλά στη φιλία και στο να αγαπιούνται μεταξύ τους. Και τους συμβουλεύει ακόμα, τη ζωή που είναι τόσο σύντομη, να μην την μακραίνουν με κακές πράξεις. 

Πρόσφατα, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στην Τουρκία ένα μοναδικό αρχαιοελληνικό μωσαϊκό ηλικίας 2.400 ετών, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην επαρχία Χατάι, κοντά στα τουρκο-συριακά σύνορα. Σε αυτό απεικονίζεται ένας... σκελετός που χαλαρώνει, έχοντας δίπλα του έναν αμφορέα με κρασί και ψωμί και ο οποίος στέλνει στους ζωντανούς ένα αισιόδοξο μήνυμα. Η λέξη «ευφρόσυνος» είναι γραμμένη στην επιγραφή, και σημαίνει «αυτός που χαίρεται την ζωή».


Το τσούγκρισμα  των ποτηριών έγινε κοινωνικό έθιμο από τότε που επινοήθηκε και εξαπλώθηκε το γυαλί, ιδίως μετά τα πρώτα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας. Πιστεύεται όμως πως το εν λόγω εθιμοτυπικό, με την σφοδρή σύγκρουση των ποτηριών έχει τις ρίζες του στον μεσαίωνα, και πιο συγκεκριμένα ήταν «έμπνευση» της αριστοκρατίας της εποχής, βασιλέων  και λοιπών.  

Τότε οι κούπες σερβίρονταν ξέχειλες από  κρασί, και μάλιστα  δεν τσούγκριζαν απλά τα ποτήρια ώστε να ακουστεί μόνο ο ήχος του γυαλιού, αλλά γινόταν με δύναμη και τα ποτά αναπηδούσαν μέσα και έξω από την κούπα.  Σκοπός στην ουσία  του τσουγκρίσματος  ήταν ουσιαστικά να πέσει λίγο ποτό από το ένα ποτήρι στο άλλο, να γίνει μία «ανταλλαγή» οίνου δηλαδή.  Με αυτόν τον τρόπο,  και οι δύο συν-πότες έπιναν και μία μικρή ποσότητα από το κρασί του φίλου τους. 

Αλλά γιατί γινόταν αυτό;  Για… λόγους ασφαλείας. Λόγω  της υψηλής κοινωνικής τους θέσης τους πολλοί πίστευαν πως κάποιοι ίσως έριχναν δηλητήριο στο κρασί  τους. Με  το τσούγκρισμα και την ανταλλαγή  του οίνου, ήταν σίγουροι  πως  ο οικοδεσπότης δεν θα προσπαθούσε να τους δηλητηριάσει, εφόσον όλοι  θα έπιναν  από το ίδιο κρασί! 

Στην Ελλάδα όταν πίνουμε χρησιμοποιούμε την  ευχή «εις υγείαν», τσουγκρίζοντας τα ποτήρια, κάποιες φορές όμως,  χρησιμοποιούμε επίσης  και το επιφώνημα  «εβίβα», που επίσης  ανταλλάσσεται συχνά μεταξύ των συμποτών, η οποία όσο και αν μοιάζει, δεν είναι λατινική, αλλά μάλλον αρχαία Ελληνική. Πιο συγκεκριμένα, προέρχεται από τη συναίρεση του βακχικού - διονυσιακού επιφωνήματος «ευοί-ευάν».  Για τους αρχαίους σήμαινε κάτι ανάλογο με το υγίαινε ή χαίρε.

Παρόλο που κάποιοι ισχυρίζονται ότι η έκφραση αυτή δεν μπορεί να αναλυθεί ετυμολογικά επειδή είναι επιφώνημα, σε λεξικά των αρχαίων ελληνικών μπορούμε να βρούμε ότι η λέξη ευάζω σημαίνει φωνάζω «ευοί ευάν» προς τιμή του Βάκχου, το δε ευοί πιθανό να προέρχεται από το ευ=καλά και το ει = ζω. Ο Ευριπίδης αναφέρει αυτό το επιφώνημα μερικές φορές στις Βάκχες.  

Η  κατανάλωση κρασιού από την αρχαιότητα ήταν  συνδεδεμένη με ποικίλα τελετουργικά έθιμα. Τα έθιμα αυτά, ήταν και  είναι εκφράσεις του συλλογικού ασυνειδήτου των ανθρώπων. Με τη χειρονομία της πρόποσης,  εκτός της σύσφιξης των κοινωνικών σχέσεων,  δίδεται η ευκαιρία να πει κανείς μια ευχή που αφορά ένα άτομο,  ή  το κοινό καλό. 

Και έτσι έφτασε ως τις μέρες μας, ως παράδοση και ακόμα τσουγκρίζουμε  τα ποτήρια μας πριν πιούμε, κάνοντας ευχές …!

Σύνθεση από παλαιότερα σχετικά άρθρα της Μυσταγωγίας,  και της Μυθαγωγίας.




Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

« Η Παναγιά η Γοργόνα»


Σε ένα μικρό ξωκλήσι σε ένα ψαροχώρι της Λέσβου, την Σκάλα Συκαμινιάς, υπάρχει μία  παράξενη και συνάμα μοναδική απεικόνιση της Παναγιάς ως Γοργόνας. 

Από  την μέση και πάνω έχει την συνηθισμένη μορφή της Παναγιάς, ενώ από την μέση και κάτω έχει σώμα ψαριού, όπως και οι γνωστές από τους θρύλους και τις παραδόσεις γοργόνες. Στο ένα χέρι κρατάει ένα καΐκι, ενώ  στο άλλο το σύμβολο του Ποσειδώνα, μία  τρίαινα, ως προστάτιδα προφανώς των ναυτικών.


Το εκκλησάκι ονομάστηκε λόγω τη παράξενης και μοναδικής αυτής εικόνας: « Η Παναγιά η Γοργόνα». Προφανώς  ο αγιογράφος  θέλησε να  «παντρέψει» τοπικές παραδόσεις και θρύλους με την χριστιανική πίστη. Η μοναδική αυτή  και περίεργη ονομασία της Παναγιάς, έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη: «Η Παναγιά η Γοργόνα». Γράφει συγκεκριμένα: 

«…Eίναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. Όμως από τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια, κι από την άλλη ένα τρικράνι, σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας».


Όσον  αφορά  την έμπνευση του αγιογράφου, ο  Μυριβήλης, εμπλέκει  την αρχαία Ελληνική εκδοχή γέννησης της Αθηνάς, από το κεφάλι του πατέρα της Δία. Αναφέρει χαρακτηριστικά :


«..Μέσα από το κεφάλι του κοσμοκαλόγερου, όπως μέσα από το κεφάλι του Δία, πήδηξε και στυλώθηκε πάνω στο μοναδικό θαλασσόβραχο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού μια καινούρια ελληνική θεότητα... μια θεότητα πολεμική, θηλυκιά και παρθένα!» .



Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά».


Ο «Μάρτης» φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται όλο τον Μάρτη, στον καρπό του χεριού ως  βραχιόλι. Είναι  φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» φοριέται κυρίως από τα παιδιά, ώστε να προστατέψουν τα  πρόσωπά τους από τον ήλιο της Άνοιξης.

Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο αριστερό χέρι και πόδι τους (μερία της καρδιάς). Στην λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» κατασκευάζεται  από δύο κλωστές, μία άσπρη και μία κόκκινη, πλεγμένες μεταξύ τους. Σε κάποιες παραδόσεις αναφέρεται και μία χρυσή κλωστή  ή (κίτρινη*) ώστε να συμβολίζει το φώς, την ζωή  και την αφθονία. ..

Ας δούμε όμως, τι λένε οι αρχαίες πηγές σχετικά με την «Κρόκη», ονομασία η οποία προέρχεται από τον Κρόκωνα. Πιο συγκεκριμένα, ο Παυσανίας αναφέρει σχετικά με τον Κρόκωνα. «Όταν κανείς περνά από τους Ρειτούς, έχει πρώτα το μέρος όπου έμενε ο Κρόκων, το οποίο τώρα ονομάζεταιανάκτορα του Κρόκωνα[…].». 

Ο Κρόκων, ο επώνυμος ήρωας των Κροκωνιδών, ήταν παλαιός ηγεμόνας των Ελευσινίων με έδρα στα νοτιοανατολικά κράσπεδα του Θριάσιου πεδίου. Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση του δήμου των Σκαμβωνιδών, ο Κρόκων είχε παντρευτεί τη Σαισάρα, κόρη του Ελευσίνιου βασιλιά Κελεού. Άλλη παράδοση θέλει τον Κρόκωνα γιο του Τριπτόλεμου και εγγονό του Κελεού. Όταν έφτανε στη θέση των ανακτόρων του Κρόκωνα, η πομπή  των υποψήφιων μυστών των Ελευσινίων μυστηρίων σταματούσε. Τα μέλη του γένους των Κροκωνιδών έδεναν κίτρινη * κλωστή από μαλλί στο αριστερό χέρι και πόδι κάθε μύστη, καθώς πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο απομάκρυναν τα μιάσματα..


Το ερώτημα λοιπόν είναι,  πότε η κίτρινη κλωστή έγινε κόκκινη και άσπρη….

Τα χρώματα έχουν τον συμβολισμό τους. Το άσπρο συμβολίζει την αγνότητα και το κόκκινο την αγάπη. Συμβολίζει επίσης το κόκκινο χρώμα από το κάψιμο του ήλιου στην άσπρη επιδερμίδα.

Σύμφωνα με μια Βυζαντινή δοξασία, n άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως του ήλιου και η κόκκινη το καυτό μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν την καυτερή ηλιαχτίδα και έτσι, προστατεύεται το πρόσωπο από το «άρπαγμα» του μαρτιάτικου ήλιου.

Σε κάθε περίπτωση, το δέσιμο της κλωστής έχει πάντα μια μεταφυσική έννοια…
Σε κάποιες παραδόσεις,  η κλωστή του Μάρτη ετοιμαζόταν ως εξής: την παραμονή, n γιαγιά του σπιτιού έστριβε τη διπλή, άσπρη και κόκκινη κλωστή. Την στριφογύριζε και την περνούσε σε μια τρύπια δεκάρα.


Την κλωστή του Μάρτη την κρατούσαν εννιά μέρες (όσες και η διάρκεια των Ελευσινίων). Την ένατη μέρα πια, την κρεμούσαν σε κλαδιά δέντρου. Ο σκοπός ήταν να την πάρουν από εκεί τα χελιδόνια και να την μεταφέρουν  στον Θεό μαζί με όλα τους τα αιτήματα…




Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Από πού προήρθε το ‘τσούγκρισμα’ των ποτηριών, και η ευχή «εις υγείαν»





Μέρες γιορτινές αυτές που διανύουμε, με  κοινωνικές συναθροίσεις,  και με το φαγητό και το ποτό , να έχουν την τιμητική τους.  Κατά την διάρκεια των γευμάτων συνηθίζουμε να τσουγκρίζουμε τα ποτήρια και να ευχόμαστε εις υγείαν. Έχετε σκεφθεί ποτέ πως προέκυψε αυτή η συνήθεια;


Οι άνθρωποι πίνουν «εις υγείαν» από τότε που ανακάλυψαν την μπύρα και το κρασί. Το συνήθιζαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, Πέρσες οι Έλληνες και… όλοι οι άλλοι.

Γενικότερα η  κατανάλωση κρασιού από την αρχαιότητα ήταν  συνδεδεμένη με ποικίλα τελετουργικά έθιμα. Τα έθιμα αυτά, ήταν και  είναι εκφράσεις του συλλογικού ασυνειδήτου των ανθρώπων. Με τη χειρονομία της πρόποσης,  εκτός της σύσφιξης των κοινωνικών σχέσεων,  δίδεται η ευκαιρία να πει κανείς μια ευχή που αφορά ένα άτομο ή  το κοινό καλό.


Στην Αρχαία Ελλάδα το κρασί το έπιναν με κύλικες, τα οποία  ήταν κύπελλα από πηλό, και οι  προπόσεις και οι ανακοινώσεις ευχών αποτελούσαν επιδιωκόμενες τελετουργικές διαδικασίες κατά τη διάρκεια των συμποσίων. 

 

Συνήθως η πόση του κρασιού γινόταν από  έναν  κύλικα που περιφερόταν από άτομο σε άτομο της ομήγυρης. Αυτός ο τρόπος πόσης δημιουργεί πολύ πιο έντονα και ανάγλυφα την αίσθηση της συντροφικότητας, σε σχέση με το  να πίνει ο καθένας από το δικό του κύπελλο, κάτι που συναντάται  σχεδόν παντού στην αρχαιότητα, όταν και  κατά την διάρκεια των  τελετουργιών  οι  συμμετέχοντες έπιναν από το ίδιο δοχείο, το οποίο αποκαλούνταν «δοχείο της αγάπης».


Στην αρχαία Μεσοποταμία λ.χ, όταν ανακαλύφθηκε η μπίρα (αρχαιότερη του κρασιού) και εκεί έπιναν επίσης από ένα μεγάλο κοινό δοχείο, με καλάμια που τα χρησιμοποιούσαν ως τα σημερινά καλαμάκια. 


Το τσούγκρισμα τώρα, των ποτηριών έγινε κοινωνικό έθιμο από τότε που επινοήθηκε και εξαπλώθηκε το γυαλί, ιδίως μετά τα πρώτα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας. Πιστεύεται όμως πως το εν λόγω εθιμοτυπικό, με την σφοδρή σύγκρουση των ποτηριών έχει τις ρίζες του στον μεσαίωνα, και πιο συγκεκριμένα ήταν ‘έμπνευση’ της  αριστοκρατίας της εποχής, βασιλέων  και λοιπών.    


Τότε οι κούπες σερβίρονταν ξέχειλες από  κρασί, και μάλιστα  δεν τσούγκριζαν απλά τα ποτήρια ώστε να ακουστεί μόνο ο ήχος του γυαλιού, αλλά γινόταν με δύναμη και τα ποτά αναπηδούσαν μέσα και έξω από την κούπα. 

Σκοπός στην ουσία  του τσουγκρίσματος  ήταν ουσιαστικά να πέσει λίγο ποτό από το ένα ποτήρι στο άλλο, να γίνει μία "ανταλλαγή" οίνου δηλαδή.  Με αυτόν τον τρόπο,  και οι δύο συν-πότες έπιναν και μία μικρή ποσότητα από το κρασί του φίλου τους. 

Αλλά γιατί γινόταν αυτό;  Για… λόγους ασφαλείας. Λόγω  της υψηλής κοινωνικής τους θέσης τους πολλοί πίστευαν πως κάποιοι ίσως έριχναν δηλητήριο στο κρασί   τους. Με  το τσούγκρισμα και την ανταλλαγή  του οίνου, ήταν σίγουροι  πως  ο οικοδεσπότης δεν θα προσπαθούσε να τους δηλητηριάσει, εφόσον όλοι  θα έπιναν  από το ίδιο κρασί! 

Και έτσι έφτασε ως τις μέρες μας, ως παράδοση και ακόμα τσουγκρίζουμε  τα ποτήρια μας πριν πιούμε, κάνοντας ευχές …!
                         

Και εις άλλα εις υγείαν,  και καλή χρόνια να έχουμε!