Εισαγωγή
Τα Ομηρικά Έπη αποτελούν το θεμέλιο της Ελληνικής γραμματείας και ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Για περισσότερο από δυόμισι χιλιάδες χρόνια διαβάζονται ως αφηγήσεις ηρωισμού, πολέμων και θαλασσινών περιπλανήσεων. Ωστόσο, ήδη από την αρχαιότητα διαμορφώθηκε μια διαφορετική ερμηνευτική παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι στίχοι του Ομήρου δεν περιορίζονται στη διήγηση ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, αλλά αποκρύπτουν βαθύτερες φιλοσοφικές, θεολογικές και μυητικές αλήθειες.
Μήπως, λοιπόν, υπήρχε ιδιαίτερος λόγος που οι αρχαίοι Έλληνες, πέρα από τον απαράμιλλο παιδευτικό και ποιητικό λόγο του, θεωρούσαν τον Όμηρο όχι μόνο μέγιστο ποιητή αλλά και σοφό διδάσκαλο, αλληγοριστή και μυσταγωγό;
Η αντίληψη αυτή υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη ήδη από την αρχαιότητα. Από τον Θεαγένη τον Ρήγιο, τον πρώτο γνωστό αλληγορικό ερμηνευτή του Ομήρου, μέχρι τους Στωικούς, τους Πλατωνικούς και τους Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, διαμορφώθηκε η πεποίθηση ότι ο Όμηρος δεν συνέθεσε τα Έπη του αποκλειστικά για να ψυχαγωγήσει, αλλά για να διδάξει, αποκρύπτοντας κάτω από το ένδυμα της ποιητικής αφήγησης τις μεγάλες αλήθειες περί του ανθρώπου, της ψυχής και του σύμπαντος.1
Η ίδια η λέξη «ἀλληγορία», όπως εξηγεί ο Ηράκλειτος ο Αλληγοριστής, σημαίνει «ἀγορεύω περὶ ἄλλου», δηλαδή μιλώ για κάτι ενώ υπονοώ κάτι διαφορετικό. Στην κλασική εποχή, όμως, ο συνηθέστερος όρος ήταν η «ὑπόνοια», τον οποίο χρησιμοποιεί και ο Πλάτων στην Πολιτεία για να δηλώσει ότι πίσω από τον μύθο μπορεί να αποκρύπτεται ένα βαθύτερο νόημα.2
Στα μεγάλα έργα της Ελληνικής γραμματείας, όπως τα Ομηρικά Έπη και οι Πλατωνικοί Διάλογοι, η φιλοσοφική αλήθεια δεν εκφράζεται πάντοτε άμεσα. Αντίθετα, καλύπτεται από το πέπλο του μύθου, ώστε να μην προσφέρεται ως έτοιμη γνώση, αλλά να γίνεται αντικείμενο στοχασμού και εσωτερικής αναζητήσεως. Όπως στα Ελευσίνια Μυστήρια οι ιερές αλήθειες αποκαλύπτονταν μέσα από εικόνες, σύμβολα και τελετουργικά δρώμενα, έτσι και ο Όμηρος φαίνεται να χρησιμοποιεί πρόσωπα, τόπους και γεγονότα ως φορείς μιας εσωτερικής διδασκαλίας.
Τη θέση αυτή διατυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια ο Πορφύριος στον επίλογο του έργου του «Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν Ἄντρου», όταν γράφει ότι δεν πρέπει να θεωρηθούν οι ερμηνείες αυτές απατηλές και γεννήματα φαντασιόπληκτων, αλλά, αναλογιζόμενοι τη μεγάλη σοφία των αρχαίων και τη φρόνηση του Ομήρου, να αναγνωρίσουμε ότι κάτω από τον μύθο αλληγορούνται οι θειότερες εικόνες.3
Δεν συμμερίζονταν, βέβαια, όλοι οι αρχαίοι αυτή την αντίληψη. Ο Ξενοφάνης κατηγόρησε τον Όμηρο και τον Ησίοδο ότι απέδωσαν στους θεούς ανθρώπινα πάθη, όπως κλοπές, μοιχείες και απάτες, επειδή προσέγγισε τους μύθους κυριολεκτικά και όχι συμβολικά.4
Η κριτική αυτή αποδεικνύει ότι ήδη από την αρχαιότητα υπήρχε αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυριολεκτική και στην αλληγορική ανάγνωση των μύθων.
Χαρακτηριστική είναι επίσης η ομολογία του Παυσανία, ο οποίος αναφέρει ότι αρχικά θεωρούσε τους Ελληνικούς μύθους αφελείς. Όταν όμως γνώρισε βαθύτερα την αρχαία παράδοση, άλλαξε γνώμη, γράφοντας ότι οι παλαιοί σοφοί δεν μιλούσαν ευθέως αλλά μέσω αινιγμάτων, και ότι οι μύθοι αποτελούν έκφραση της αρχαίας ελληνικής σοφίας.5
Ακόμη χαρακτηριστικότερος είναι ο Ηράκλειτος ο Αλληγοριστής, ο οποίος αποκαλεί τον Όμηρο μέγα ιεροφάντη του ουρανού και των θεών, εκείνον που άνοιξε στις ανθρώπινες ψυχές τους μέχρι τότε άβατους δρόμους προς τον ουρανό.6
Η κορύφωση, όμως, της αλληγορικής ερμηνείας των Ομηρικών Επών συναντάται στη νεοπλατωνική παράδοση. Στα Σχόλια του Ερμεία στον Φαίδρο, που διασώζουν παλαιότερη πλατωνική διδασκαλία, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια παρουσιάζονται ως δύο διαδοχικές φάσεις του ίδιου μυητικού δράματος.7
Το Ίλιον ταυτίζεται με τον κόσμο της γενέσεως και της ύλης. Οι Τρώες συμβολίζουν τις άλογες μορφές της ζωής και τις ψυχές που παραμένουν δεμένες με το σώμα, ενώ οι Έλληνες αντιπροσωπεύουν τις λογικές ψυχές που προέρχονται από τον νοητό κόσμο. Η Ιλιάδα περιγράφει τον αγώνα της ψυχής μέσα στην ύλη, ενώ η Οδύσσεια την επίπονη επιστροφή της προς το νοητό, υπερβαίνοντας τους Κύκλωπες, την Κίρκη, τις Σειρήνες, την Καλυψώ και κάθε δύναμη που εμποδίζει την αναγωγή της.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Πρόκλος ερμηνεύει την Ελένη ως το σύμβολο της ωραιότητας του κόσμου της γενέσεως. Για αυτή την ομορφιά, γράφει, διεξάγεται ο αιώνιος πόλεμος των ψυχών, μέχρι τη στιγμή που οι λογικές ψυχές, οι «Έλληνες», υπερισχύουν των άλογων δυνάμεων, των «Τρώων», και επιστρέφουν στον νοητό κόσμο, από τον οποίο κάποτε εξήλθαν.8
Υπό το φως αυτής της αρχαίας ερμηνευτικής παραδόσεως, τα Ομηρικά Έπη αποκτούν μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Η Ιλιάδα δεν είναι μόνο η ιστορία της άλωσης μιας πόλης. Είναι συγχρόνως η αλληγορία της καθόδου της ψυχής στον κόσμο της γένεσης και της ύλης. Η Οδύσσεια δεν είναι απλώς ο νόστος ενός βασιλιά, αλλά η μυσταγωγική περιγραφή της επίπονης επιστροφής της ψυχής προς την αληθινή της πατρίδα, μέσα από αλλεπάλληλες δοκιμασίες, πειρασμούς και στάδια αυτογνωσίας.
Αν, λοιπόν, οι Πλατωνικοί και οι Νεοπλατωνικοί έχουν δίκιο, τότε τα Ομηρικά Έπη εξακολουθούν να κρύβουν πολλά από τα μυστικά τους. Αρκεί να τα προσεγγίσουμε όχι μόνο ως λογοτεχνικά ή ιστορικά κείμενα, αλλά ως μια μεγάλη μυητική αφήγηση, έχοντας ως οδηγό την αρχαία ελληνική παράδοση του αποσυμβολισμού. Τότε ο Οδυσσέας παύει να είναι απλώς ένας ευφυής θαλασσοπόρος και γίνεται η εικόνα κάθε ανθρώπινης ψυχής που αγωνίζεται να επιστρέψει στη λησμονημένη της πατρίδα.
Ι. Οι μυστικοί σταθμοί της ψυχής. Η περιπλάνηση μέσα στην ύλη.
Εφόσον η Ιλιάδα αποτελεί, σύμφωνα με την πλατωνική και νεοπλατωνική παράδοση, την αλληγορία της καθόδου των λογικών ψυχών στον κόσμο της γενέσεως και της ύλης, τότε η Οδύσσεια αποτελεί το δεύτερο μέρος του ίδιου μυστηριακού δράματος, την πορεία της αναγωγής, την επίπονη επιστροφή της ψυχής προς την αληθινή της πατρίδα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όμηρος δεν παρουσιάζει τον Οδυσσέα να επιστρέφει αμέσως μετά την άλωση της Τροίας. Αντίθετα, τον οδηγεί σε μία δεκαετή περιπλάνηση γεμάτη πειρασμούς, ναυάγια, απώλειες και διαρκείς δοκιμασίες. Όπως ακριβώς η ψυχή, μετά την κάθοδό της στον κόσμο της ύλης, δεν επιστρέφει άμεσα στο νοητό, αλλά περιπλανιέται μέσα στις μεταβολές της γενέσεως, μέχρι να ανακτήσει τη μνήμη της θείας καταγωγής της.
Ο Ερμείας, σχολιάζοντας τον Φαίδρο του Πλάτωνος, αναφέρει ότι όσοι ερμήνευσαν θεωρητικότερα τα Ομηρικά Έπη είδαν στην Ιλιάδα τον πόλεμο της ψυχής με την ύλη και στην Οδύσσεια την αναγωγή της ψυχής προς το νοητό, μέσα από τη διαφυγή από την Κίρκη, τους Κύκλωπες, τις Σειρήνες και την Καλυψώ, δηλαδή από όλα όσα εμποδίζουν την επιστροφή της.9
Έτσι, κάθε τόπος της Οδύσσειας παύει να είναι ένας απλός γεωγραφικός προορισμός. Γίνεται κατάσταση της ψυχής. Κάθε θαλάσσια περιπλάνηση είναι μία εσωτερική μεταβολή. Κάθε τέρας είναι μία μορφή των παθών. Κάθε θεότητα μία δύναμη που είτε οδηγεί είτε εμποδίζει την πνευματική ανάβαση.
Όπως αναφέρει ο Πορφύριος, οι αρχαίοι μύθοι δεν πρέπει να θεωρούνται απλές φανταστικές διηγήσεις, αλλά φορείς θειοτέρων εικόνων και κρυμμένων αληθειών κάτω από το πέπλο του μύθου.10
Ολόκληρη η Οδύσσεια μεταβάλλεται έτσι σε έναν μυητικό χάρτη της ανθρώπινης υπάρξεως.
1. Οι Λωτοφάγοι. Η λήθη της θείας καταγωγής.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία δεν είναι μία μάχη αλλά ένας καρπός. Οι Λωτοφάγοι δεν επιτίθενται στον Οδυσσέα. Δεν χρησιμοποιούν όπλα. Προσφέρουν έναν καρπό, ο οποίος οδηγεί στη λήθη της πατρίδας και στην εγκατάλειψη κάθε επιθυμίας επιστροφής.11
Η πρώτη δύναμη που αιχμαλωτίζει την ψυχή δεν είναι ο πόνος, αλλά η λήθη.
Οι Πλατωνικοί φιλόσοφοι συνέδεσαν την κάθοδο της ψυχής στον κόσμο της γενέσεως με την απώλεια της μνήμης της νοητής καταγωγής της και την ανάγκη της ανάμνησης, μέσω της φιλοσοφικής πορείας, προς την αλήθεια.12
Οι Λωτοφάγοι επομένως συμβολίζουν την κατάσταση εκείνη όπου ο άνθρωπος απορροφάται τόσο πολύ από το αισθητό και το πρόσκαιρο, ώστε παύει να αναζητεί την εσωτερική του πατρίδα.
2. Ο Πολύφημος. Η τυραννία της μονοδιάστατης συνειδήσεως.
Η επόμενη δοκιμασία οδηγεί τον Οδυσσέα στον Πολύφημο. Ο Κύκλωπας διαθέτει έναν μόνο οφθαλμό. Βλέπει, αλλά δεν θεωρεί. Αντιλαμβάνεται τα φαινόμενα, όχι όμως τις βαθύτερες αρχές που τα διέπουν.
Δεν γνωρίζει ούτε νόμο ούτε μέτρο ούτε φιλοξενία, επειδή παραμένει εγκλωβισμένος στην αυτάρκεια της αισθητής φύσεως.13
Ο Οδυσσέας δεν τον νικά με τη δύναμη αλλά με τον λόγο και τη διάκριση. Δηλώνει «Οὖτις», Κανείς, και μέσω αυτής της στρατηγικής αποφεύγει την καταστροφή.14
Η ψυχή δεν υπερβαίνει την ύλη με μία μεγαλύτερη μορφή εγωιστικής δύναμης, αλλά μέσω της γνώσεως και της αυτοκυριαρχίας.
3. Ο ασκός του Αιόλου. Οι ασταθείς δυνάμεις της ψυχής.
Ο Αίολος εμπιστεύεται στον Οδυσσέα τους ανέμους κλεισμένους μέσα στον ασκό.15
Οι άνεμοι μπορούν να θεωρηθούν εικόνα των ασταθών δυνάμεων και παθών της ψυχής, τα οποία πρέπει να βρίσκονται υπό την κυριαρχία του νου.
Όσο ο ασκός παραμένει κλειστός, η επιστροφή πλησιάζει. Όταν όμως οι σύντροφοι, κυριευμένοι από καχυποψία και επιθυμία, ανοίγουν τον ασκό, η πορεία ανατρέπεται.16
Ο Όμηρος δείχνει ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της ψυχής συχνά δεν βρίσκεται έξω από αυτήν, αλλά μέσα της.
4. Οι Λαιστρυγόνες. Η απώλεια των περιττών φορτίων.
Με τους Λαιστρυγόνες καταστρέφεται σχεδόν ολόκληρος ο στόλος του Οδυσσέα. Μόνο το δικό του πλοίο διασώζεται.17
Η μύηση προχωρεί μέσα από αλλεπάλληλες αφαιρέσεις. Η ψυχή, προκειμένου να επιστρέψει στην αρχική της καθαρότητα, πρέπει να απαλλαγεί από τα περιττά βάρη που συσσώρευσε μέσα στον κόσμο της ύλης.
5. Η Κίρκη. Η ζωώδης φύση της ψυχής.
Η Κίρκη μεταμορφώνει τους συντρόφους του Οδυσσέα σε χοίρους.18
Η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι μόνο ένα μυθολογικό γεγονός. Εκφράζει την κατάσταση της ψυχής όταν κυριαρχείται από τα κατώτερα πάθη και εγκαταλείπει τον λόγο.
Ο άνθρωπος γίνεται σύμφωνα με εκείνο που επιθυμεί.
Ο Οδυσσέας όμως αντιστέκεται, αφού λαμβάνει από τον Ερμή το μώλυ, το ιερό φυτό που τον προστατεύει από τη δύναμη της Κίρκης.19
Η παρουσία του Ερμή δεν είναι τυχαία. Ο θεός αυτός είναι ο αγγελιοφόρος ανάμεσα στον θεϊκό και τον ανθρώπινο κόσμο, ο οδηγός των ψυχών και σύμβολο της ερμηνευτικής γνώσεως.
Έτσι γίνεται φανερό ότι ο Όμηρος δεν περιγράφει απλώς ένα θαλάσσιο ταξίδι. Περιγράφει τη μυστική χαρτογράφηση της ανθρώπινης ψυχής.
Κάθε σταθμός είναι μία εσωτερική δοκιμασία. Κάθε νίκη είναι μία ανάκτηση της χαμένης μνήμης. Κάθε πτώση είναι μία υπενθύμιση ότι ο δρόμος προς την Ιθάκη δεν κατακτάται με τη δύναμη των χεριών, αλλά με τη μεταμόρφωση της ψυχής.
6. Οι Σειρήνες. Η γοητεία της γνώσεως χωρίς σοφία.
Μετά την Κίρκη, ο Οδυσσέας πρέπει να αντιμετωπίσει έναν διαφορετικό κίνδυνο, όχι τη βία ή την ωμή επιθυμία, αλλά τη γοητεία μιας γνώσεως που δεν οδηγεί στην απελευθέρωση.
Οι Σειρήνες δεν υπόσχονται πλούτη ή δύναμη. Υπόσχονται γνώση. Γνωρίζουν, όπως λένε στον Οδυσσέα, όλα όσα συνέβησαν στην Τροία και όλα όσα συμβαίνουν στη γη.20 Η δύναμή τους βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την υπόσχεση της απόλυτης γνώσεως.
Όμως η γνώση των Σειρήνων δεν οδηγεί στην αλήθεια. Είναι μία γνώση που αιχμαλωτίζει. Ο Οδυσσέας επιθυμεί να ακούσει το τραγούδι τους, αλλά γνωρίζει ότι η άμετρη προσέγγιση θα τον καταστρέψει. Γι’ αυτό ζητά από τους συντρόφους του να τον δέσουν στο κατάρτι και να μην τον απελευθερώσουν, όσο και αν τους το ζητήσει.21
Η εικόνα αυτή αποτελεί ένα από τα βαθύτερα σύμβολα της ελληνικής σκέψης. Η ψυχή δεν πρέπει να αρνηθεί τη γνώση, αλλά πρέπει να διαθέτει μέτρο και αυτοκυριαρχία ώστε να μην γίνει δούλη εκείνου που επιθυμεί να γνωρίσει.
Η αληθινή σοφία δεν είναι η κατοχή όλων των πληροφοριών. Είναι η ικανότητα να προσεγγίζεις την αλήθεια χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου.
7. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη. Η αναγκαιότητα της διάκρισης.
Η επόμενη δοκιμασία οδηγεί τον Οδυσσέα ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το θαλάσσιο τέρας που κατασπαράζει τους ναυτικούς, από την άλλη η Χάρυβδη που καταπίνει τα νερά της θάλασσας και απειλεί να καταστρέψει ολόκληρο το πλοίο.22
Η διέλευση ανάμεσα στις δύο αυτές δυνάμεις εκφράζει τη δύσκολη ισορροπία της ψυχής ανάμεσα σε αντίθετες υπερβολές. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι απαλλαγμένη από κινδύνους. Η σοφία δεν συνίσταται στην αποφυγή κάθε δοκιμασίας, αλλά στη σωστή κρίση μέσα στις αναπόφευκτες δυσκολίες.
Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να νικήσει ούτε τη Σκύλλα ούτε τη Χάρυβδη. Μπορεί όμως να διατηρήσει την πορεία του. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του φρόνιμου ανθρώπου. Δεν καταργεί τις δυνάμεις του κόσμου, αλλά μαθαίνει να πλέει ανάμεσά τους.
Η ψυχή που αναζητά την επιστροφή δεν χρειάζεται μόνο δύναμη. Χρειάζεται διάκριση, μέτρο και γνώση της πραγματικής φύσεως των πραγμάτων.
8. Η Θρινακία και τα βόδια του Ηλίου. Η παραβίαση του ιερού μέτρου.
Ο τελευταίος πειρασμός πριν από την καταστροφή του πλοίου είναι το νησί του Ηλίου, όπου βόσκουν τα ιερά βόδια του θεού. Ο Τειρεσίας και η Κίρκη είχαν προειδοποιήσει τον Οδυσσέα ότι οι σύντροφοί του δεν πρέπει να αγγίξουν τα ζώα αυτά.23
Όμως, όταν η ανάγκη και η πείνα δοκιμάζουν τους συντρόφους του, εκείνοι παραβιάζουν την απαγόρευση και θυσιάζουν τα βόδια του Ηλίου.24
Το επεισόδιο αυτό παρουσιάζει τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανώτερη γνώση και στις κατώτερες επιθυμίες. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα γνωρίζουν τον νόμο, αλλά δεν έχουν την εσωτερική δύναμη να τον ακολουθήσουν.
Ο Ήλιος συμβολίζει το θείο φως, την κοσμική τάξη και την αρχή της ζωής. Η παραβίαση των ιερών ορίων οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια. Ο Δίας καταστρέφει το πλοίο και όλοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα χάνονται. Μόνος ο ήρωας επιβιώνει.25
Η ψυχή, για να ολοκληρώσει την πορεία της, πρέπει να εγκαταλείψει εκείνες τις δυνάμεις που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον δρόμο της ανόδου.
9. Ο Άδης. Η κάθοδος στη γνώση του θανάτου.
Πριν από την τελική επιστροφή, ο Οδυσσέας πρέπει να κατέλθει στον κόσμο των νεκρών. Η κάθοδος στον Άδη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μυητικά μοτίβα της αρχαίας παράδοσης.26
Ο ήρωας δεν κατεβαίνει εκεί για να πεθάνει, αλλά για να γνωρίσει. Στον Άδη συναντά τον Τειρεσία, ο οποίος του αποκαλύπτει την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει, αλλά και μορφές του παρελθόντος, οι οποίες του θυμίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.27
Η κάθοδος αυτή συμβολίζει την αναγκαστική συνάντηση της ψυχής με το σκοτεινό και άγνωστο μέρος του εαυτού της. Κανείς δεν μπορεί να ολοκληρώσει την επιστροφή χωρίς πρώτα να αντικρίσει τον θάνατο, την απώλεια και τη φθορά.
Όπως στα αρχαία μυστήρια η κάθοδος προηγείται της αναγέννησης, έτσι και ο Οδυσσέας πρέπει να περάσει από τον κόσμο των σκιών για να αποκτήσει την τελική γνώση.
Ο Άδης δεν είναι μόνο τόπος νεκρών. Είναι ο τόπος όπου η ψυχή στερείται τις ψευδαισθήσεις της και συναντά την αλήθεια χωρίς τα προσωπεία της ζωής.
10. Η Καλυψώ. Η τελευταία δοκιμασία της λήθης.
Μετά την κάθοδο στον Άδη και την αποκάλυψη της μοίρας του, ο Οδυσσέας συνεχίζει το ταξίδι του μέσα από νέες απώλειες, έως ότου καταλήξει μόνος στην Ωγυγία, στο νησί της νύμφης Καλυψώς. Εκεί παραμένει για επτά χρόνια, μακριά από την πατρίδα του, ενώ η θεά τού προσφέρει όχι μόνο ασφάλεια και ευδαιμονία, αλλά ακόμη και την προοπτική της αθανασίας.28
Η Καλυψώ δεν εμφανίζεται ως μία απλή εχθρική δύναμη. Αντίθετα, αποτελεί έναν από τους πιο λεπτούς πειρασμούς της ψυχής. Δεν προσφέρει πόνο αλλά ηδονή. Δεν απειλεί με θάνατο αλλά υπόσχεται μία ζωή απαλλαγμένη από τη φθορά. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι πιο επικίνδυνη.
Το όνομά της προέρχεται από το ρήμα «καλύπτω». Η Καλυψώ είναι εκείνη που καλύπτει, που αποκρύπτει την αλήθεια, που περιβάλλει την ψυχή με ένα πέπλο λήθης. Ο Οδυσσέας βρίσκεται σε έναν τόπο όπου όλα φαίνονται τέλεια, όμως λείπει το σημαντικότερο στοιχείο, ο νόστος, η μνήμη της πραγματικής του φύσεως.
Η αθανασία που του προσφέρει η Καλυψώ δεν είναι η αληθινή αθανασία της ψυχής. Είναι μία ακινησία, μία παραμονή έξω από την ανθρώπινη πορεία, χωρίς εξέλιξη και χωρίς επιστροφή. Η ψυχή δεν ολοκληρώνεται όταν αποφεύγει όλες τις δοκιμασίες, αλλά όταν μέσα από αυτές ανακαλύπτει τον εαυτό της.
Γι’ αυτό ο Οδυσσέας απορρίπτει το δώρο της θεάς. Προτιμά τη θνητή ζωή με την Πηνελόπη και την Ιθάκη από μία αιώνια παραμονή σε έναν κόσμο χωρίς μνήμη και χωρίς πραγματική ταυτότητα.29
Εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες ιδέες της Οδύσσειας. Η ανθρώπινη ψυχή δεν επιθυμεί απλώς την αθανασία. Επιθυμεί την επιστροφή στην αληθινή της φύση.
Η Καλυψώ επομένως συμβολίζει τον τελευταίο πειρασμό πριν από την ολοκλήρωση. Είναι η δοκιμασία της άνεσης, η λήθη που έρχεται όχι μέσα από τον πόνο αλλά μέσα από την υπερβολική ευκολία.
Ο άνθρωπος συχνά δεν χάνει τον δρόμο του μόνο όταν υποφέρει. Μπορεί να τον χάσει και όταν παύει να αναζητεί.
Ο Οδυσσέας όμως θυμάται. Και η μνήμη αυτή γίνεται η δύναμη που τον οδηγεί πίσω στην Ιθάκη.
11. Οι Φαίακες. Η μετάβαση από τον κόσμο της πλάνης στον κόσμο της επιστροφής.
Μετά την αναχώρησή του από την Ωγυγία, ο Οδυσσέας φτάνει στη χώρα των Φαιάκων. Εκεί συναντά έναν λαό που βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων. Οι Φαίακες γνωρίζουν την τέχνη της ναυσιπλοΐας, φιλοξενούν τον ξένο και τελικά τον οδηγούν στην πατρίδα του.30
Η χώρα των Φαιάκων λειτουργεί ως ένας ενδιάμεσος τόπος μετάβασης. Ο Οδυσσέας δεν βρίσκεται πλέον στον κόσμο των μεγάλων πειρασμών, αλλά δεν έχει ακόμη επιστρέψει στην Ιθάκη.
Στην αυλή του Αλκινόου ο ήρωας ακούει την ίδια του την ιστορία να τραγουδιέται από τον αοιδό Δημόδοκο. Ακούει τα γεγονότα της Τροίας, τις δικές του πράξεις και τις δοκιμασίες που πέρασε.31
Η στιγμή αυτή έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Για πρώτη φορά ο Οδυσσέας αντικρίζει τη ζωή του σαν να ήταν αφήγηση κάποιου άλλου. Δεν είναι πλέον μόνο ο άνθρωπος που βιώνει τα γεγονότα. Είναι εκείνος που μπορεί να τα κατανοήσει.
Η αυτογνωσία προϋποθέτει αυτή την απόσταση. Ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να δει την πορεία του, να αναγνωρίσει τις δοκιμασίες του και να κατανοήσει το νόημά τους.
Οι Φαίακες επομένως συμβολίζουν τη δύναμη της μετάβασης. Είναι η γέφυρα ανάμεσα στην περιπλάνηση και την επιστροφή, ανάμεσα στον παλαιό και τον νέο εαυτό.
Όταν τον μεταφέρουν στην Ιθάκη ενώ κοιμάται, ο κύκλος της εξωτερικής περιπλάνησης ολοκληρώνεται. Αλλά αρχίζει η τελευταία και βαθύτερη δοκιμασία, η αποκατάσταση του εσωτερικού βασιλείου.
12. Η Ιθάκη. Η αποκατάσταση της βασιλείας της ψυχής.
Ύστερα από είκοσι χρόνια περιπλάνησης, ο Οδυσσέας αντικρίζει επιτέλους την Ιθάκη. Θα περίμενε κανείς ότι εδώ ολοκληρώνεται το ταξίδι. Όμως ο Όμηρος επιφυλάσσει την τελευταία και βαθύτερη δοκιμασία.
Η ψυχή δεν επιστρέφει ποτέ στον τόπο της όπως ακριβώς αναχώρησε από αυτόν.
Ο Οδυσσέας αποβιβάζεται κοιμισμένος. Οι Φαίακες τον μεταφέρουν στην ακτή της Ιθάκης χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί.32 Η εικόνα αυτή, σε ένα βαθύτερο αλληγορικό επίπεδο, μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία μετάβαση της ψυχής από τον κόσμο της πλάνης στον κόσμο της αλήθειας.
Η ολοκλήρωση της εσωτερικής πορείας δεν πραγματοποιείται πάντοτε με μία ξαφνική αποκάλυψη. Συχνά προηγείται μία περίοδος σιωπής, κατά την οποία η ψυχή έχει ήδη μεταμορφωθεί, πριν ακόμη συνειδητοποιήσει την αλλαγή της.
Και όμως, όταν ανοίγει τα μάτια του, ο Οδυσσέας δεν αναγνωρίζει την πατρίδα του.
Η Αθηνά έχει καλύψει την Ιθάκη με ομίχλη.33
Το τελευταίο πέπλο δεν καλύπτει τον τόπο αλλά τη συνείδηση. Η αλήθεια βρίσκεται μπροστά στον άνθρωπο, αλλά δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή χωρίς την κατάλληλη εσωτερική προετοιμασία.
Η Αθηνά, ως θεά της σοφίας, της φρόνησης και της νοητικής τάξεως, είναι η δύναμη που αποκαλύπτει σταδιακά την πραγματικότητα. Όπως στην πλατωνική αλληγορία του σπηλαίου η ψυχή χρειάζεται παιδεία για να στραφεί προς το φως, έτσι και ο Οδυσσέας χρειάζεται την καθοδήγηση της θείας σοφίας για να αναγνωρίσει εκ νέου την πατρίδα του.34
Στη συνέχεια η Αθηνά μεταμορφώνει τον Οδυσσέα σε γέροντα ζητιάνο.35
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες μυητικές εικόνες της Οδύσσειας.
Ο αληθινός βασιλιάς επιστρέφει στο βασίλειό του χωρίς στέμμα, χωρίς στρατό, χωρίς εξωτερικά σημάδια εξουσίας. Έχει απογυμνωθεί από όλες τις προσωρινές ταυτότητες που είχε αποκτήσει στον κόσμο.
Δεν είναι πλέον μόνο ο πολεμιστής της Τροίας, ούτε ο ένδοξος βασιλιάς των Αχαιών. Είναι ο άνθρωπος που γνώρισε την απώλεια, την περιπλάνηση και τον πόνο, και μέσα από αυτά απέκτησε γνώση του εαυτού του.
Η ψυχή, πριν επιστρέψει στην ανώτερη φύση της, πρέπει να εγκαταλείψει τα εξωτερικά προσωπεία. Η αληθινή βασιλεία δεν είναι η εξουσία πάνω στους άλλους, αλλά η κυριαρχία πάνω στον ίδιο τον εαυτό.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που αναγνωρίζουν τον Οδυσσέα δεν είναι οι ισχυροί.
Πρώτος είναι ο γηραιός σκύλος Άργος, ο οποίος, ύστερα από είκοσι χρόνια αναμονής, αναγνωρίζει τον κύριό του και πεθαίνει ήρεμος.36
Έπειτα ο πιστός χοιροβοσκός Εύμαιος, ο οποίος διατήρησε την αφοσίωσή του παρά την απουσία του βασιλιά.37
Τέλος, η τροφός Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα από την ουλή που είχε αποκτήσει στην παιδική του ηλικία.38
Ο Όμηρος υποδεικνύει ότι η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται μέσα από τη δόξα και την εξωτερική δύναμη, αλλά μέσα από τη μνήμη, την πίστη και τα σημάδια της δοκιμασίας.
Η ουλή του Οδυσσέα δεν είναι ατέλεια. Είναι η σφραγίδα της πορείας του.
Η ψυχή αναγνωρίζεται από όσα υπέμεινε και από όσα κατάφερε να μεταμορφώσει σε σοφία.
Οι μνηστήρες. Η κάθαρση του εσωτερικού οίκου.
Η τελευταία σύγκρουση της Οδύσσειας δεν πραγματοποιείται σε κάποιο μακρινό πεδίο μάχης, αλλά μέσα στον ίδιο τον οίκο του ήρωα.
Οι μνηστήρες έχουν καταλάβει το παλάτι της Πηνελόπης και κατασπαταλούν την περιουσία του Οδυσσέα κατά την απουσία του. Ο ήρωας, μαζί με τον Τηλέμαχο, τον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο, αποκαθιστά την τάξη και εξοντώνει τους μνηστήρες.39
Σε ένα βαθύτερο αλληγορικό επίπεδο, ο οίκος του Οδυσσέα αποτελεί εικόνα της ψυχής.
Ο Οδυσσέας συμβολίζει τον νου, τη συνειδητή αρχή που αναζητά, κρίνει και αποφασίζει. Η Πηνελόπη συμβολίζει την ψυχή, την εσωτερική καθαρότητα και την αληθινή ουσία του ανθρώπου.
Οι μνηστήρες αντιπροσωπεύουν τις κατώτερες δυνάμεις της φύσεως, τα πάθη, την αμετρία, την απληστία και τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες που εισβάλλουν στον εσωτερικό χώρο και καταναλώνουν τον πνευματικό πλούτο.
Όπως οι μνηστήρες καταλαμβάνουν τον οίκο της Πηνελόπης, έτσι και τα πάθη, όταν δεν κυβερνώνται από τον λόγο, καταλαμβάνουν τον εσωτερικό κόσμο της ψυχής. Η μάχη του Οδυσσέα δεν είναι μόνο εναντίον εξωτερικών εχθρών. Είναι η τελική σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.40
Ο Οδυσσέας τεντώνει το τόξο που κανείς άλλος δεν μπορεί να λυγίσει.41
Το τόξο γίνεται σύμβολο της ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Μόνο εκείνος που έχει αποκαταστήσει την εσωτερική του αρμονία μπορεί να το χειριστεί. Η βολή που διαπερνά τους πέλεκεις συμβολίζει τον νου που κινείται χωρίς απόκλιση προς τον σκοπό του.
Με την εξόντωση των μνηστήρων αποκαθίσταται η τάξη. Όμως η πραγματική αποκατάσταση δεν είναι πολιτική αλλά εσωτερική.
Ο οίκος καθαρίζεται. Η ψυχή επανέρχεται στην αρμονία της.
Η τελική αναγνώριση από την Πηνελόπη ολοκληρώνεται με το μυστικό της κλίνης, η οποία είναι λαξευμένη στον κορμό μιας ζωντανής ελιάς.42
Η ελιά, το ιερό δέντρο της Αθηνάς, συμβολίζει το σταθερό κέντρο μέσα στη μεταβολή. Οι ρίζες της βρίσκονται βαθιά στη γη, ενώ τα κλαδιά της υψώνονται προς τον ουρανό.
Έτσι και η ψυχή, αφού περιπλανήθηκε μέσα στον κόσμο της μεταβολής, ανακαλύπτει το αμετακίνητο κέντρο της υπάρξεώς της.
Εδώ ολοκληρώνεται η μύηση.
Η Ιθάκη δεν ήταν ποτέ μόνο ένας γεωγραφικός τόπος. Ήταν η λησμονημένη πατρίδα της ψυχής. Η Τροία ήταν η είσοδος στον κόσμο της σύγκρουσης. Η θάλασσα ήταν ο κόσμος της γένεσης και της μεταβολής. Οι σταθμοί της περιπλάνησης ήταν οι δοκιμασίες της ενσάρκωσης. Ο Άδης ήταν η κάθοδος στην αυτογνωσία. Η Καλυψώ ήταν ο τελευταίος πειρασμός της λήθης. Και η Ιθάκη είναι η ανάκτηση του εσωτερικού βασιλείου.
Ο άνθρωπος παύει πλέον να είναι ένας περιπλανώμενος ναυτικός και γίνεται κυρίαρχος του εαυτού του. Ο νόστος του Οδυσσέα γίνεται ο αιώνιος νόστος κάθε ανθρώπινης ψυχής προς την πηγή από την οποία προήλθε.
ΙΙ. Ο Οδυσσέας ως αρχέτυπο της ανθρώπινης ψυχής. Ο αιώνιος νόστος προς το θείο.
Με την αποκατάσταση του οίκου του Οδυσσέα ολοκληρώνεται η εξωτερική αφήγηση της Οδύσσειας. Ο βασιλιάς επέστρεψε, η Πηνελόπη αναγνώρισε τον σύζυγό της, οι μνηστήρες τιμωρήθηκαν και η τάξη επανήλθε στην Ιθάκη.
Όμως, αν προσεγγίσουμε το έπος μέσα από την αλληγορική και νεοπλατωνική παράδοση, η επιστροφή αυτή δεν αποτελεί απλώς το τέλος μιας περιπέτειας. Αποτελεί την εικόνα της τελικής αποκατάστασης της ψυχής στον αληθινό της τόπο.
Ο Οδυσσέας δεν είναι μόνο ένας ήρωας που επιστρέφει στην πατρίδα του. Είναι το αρχέτυπο του ανθρώπου που έχει απομακρυνθεί από την αρχική του κατάσταση και καλείται, μέσα από δοκιμασίες, πτώσεις και καθάρσεις, να επανακτήσει την εσωτερική του ενότητα.
Η περιπλάνησή του δεν είναι απλώς γεωγραφική. Είναι μία πορεία μέσα στα επίπεδα της υπάρξεως. Από την Τροία μέχρι την Ιθάκη, η ψυχή περνά από τον κόσμο της σύγκρουσης στον κόσμο της γνώσεως, από τη λήθη στη μνήμη, από τη διάσπαση στην ενότητα.
Αυτή η αντίληψη συναντάται έντονα στη νεοπλατωνική παράδοση, όπου η ψυχή θεωρείται ότι προέρχεται από τον νοητό κόσμο και, μέσω της καθόδου της στον αισθητό κόσμο, απομακρύνεται από την αρχική της φύση. Η φιλοσοφική πορεία δεν είναι παρά μία επιστροφή, μία ανάμνηση της θείας καταγωγής της ψυχής.43
Ο Πλάτων παρουσιάζει αυτή την ιδέα μέσα από τη θεωρία της ανάμνησης. Η γνώση δεν είναι απλή απόκτηση εξωτερικών πληροφοριών, αλλά αφύπνιση μιας βαθύτερης μνήμης που υπάρχει ήδη μέσα στην ψυχή. Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει μόνο κάτι νέο, αλλά αναγνωρίζει κάτι που η ψυχή του γνώριζε πριν από την επαφή της με τον κόσμο των αισθήσεων.44
Με αυτή την έννοια, η Οδύσσεια μπορεί να θεωρηθεί ποιητικό ανάλογο της πλατωνικής ανάμνησης.
Ο Οδυσσέας δεν αναζητά απλώς έναν χαμένο τόπο. Αναζητά μία χαμένη κατάσταση υπάρξεως.
Η Ιθάκη συμβολίζει εκείνο το εσωτερικό κέντρο όπου η ψυχή παύει να περιφέρεται ανάμεσα στις επιθυμίες, στους φόβους και στις εξωτερικές εντυπώσεις. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος γίνεται ξανά κύριος του εαυτού του.
Ο Πλωτίνος, συνεχίζοντας την πλατωνική παράδοση, περιγράφει την πορεία της ψυχής ως επιστροφή προς την αρχή από την οποία προήλθε. Η ψυχή, όταν στρέφεται αποκλειστικά προς τα εξωτερικά και τα αισθητά, απομακρύνεται από την αληθινή της φύση. Όταν όμως στραφεί προς το εσωτερικό της, ανακαλύπτει μέσα της την παρουσία του θείου.45
Αυτό ακριβώς εκφράζει και η τελευταία πράξη της Οδύσσειας.
Ο Οδυσσέας δεν κατακτά την Ιθάκη με τη δύναμη ενός κατακτητή. Επιστρέφει σε αυτήν αφού πρώτα έχει κατακτήσει τον εαυτό του.
Η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι η πτώση των μνηστήρων. Είναι η υπέρβαση των δυνάμεων που είχαν κυριαρχήσει μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.
Η απληστία, η επιθυμία, η αλαζονεία και η λήθη δεν είναι απλώς εξωτερικοί εχθροί. Είναι εσωτερικές καταστάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.
Γι’ αυτό η τελική ειρήνη στην Ιθάκη δεν είναι μόνο πολιτική αποκατάσταση. Είναι ψυχική και κοσμική αποκατάσταση. Ο μικρόκοσμος του ανθρώπου επανέρχεται σε αρμονία με τον μεγάλο κόσμο.
Η αρχαία ελληνική σκέψη θεωρούσε τον άνθρωπο μικρόκοσμο, μία μικρογραφία του σύμπαντος. Όπως ο κόσμος κυβερνάται από τάξη και αρμονία, έτσι και η ψυχή πρέπει να κυβερνάται από τον λόγο. Όταν τα πάθη κυριαρχούν, δημιουργείται εσωτερική σύγκρουση. Όταν ο νους αναλαμβάνει την ηγεμονία, επανέρχεται η αρμονία.46
Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε και τον ρόλο της Αθηνάς στην Οδύσσεια. Η θεά δεν είναι απλώς η προστάτιδα του ήρωα. Είναι η προσωποποίηση της σοφίας που καθοδηγεί την ψυχή στην επιστροφή της.
Όπου υπάρχει σύγχυση, η Αθηνά φέρνει διάκριση. Όπου υπάρχει αταξία, φέρνει μέτρο. Όπου υπάρχει λήθη, επαναφέρει τη μνήμη.
Η σχέση Οδυσσέα και Αθηνάς θυμίζει τη σχέση ανθρώπινου νου και θείας σοφίας. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται μόνο με τη δύναμή του. Χρειάζεται να εναρμονίσει τον εαυτό του με μία ανώτερη αρχή.47
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μυστήριο της Οδύσσειας. Ο άνθρωπος αναζητά σε ολόκληρη τη ζωή του κάτι που στην πραγματικότητα βρίσκεται ήδη μέσα του.
Η Ιθάκη δεν δημιουργείται στο τέλος του ταξιδιού. Υπήρχε πάντοτε ως δυνατότητα μέσα στην ψυχή. Το ταξίδι απλώς απομακρύνει τα εμπόδια που εμποδίζουν την αναγνώρισή της.
Όπως ο Οδυσσέας χρειάστηκε να χάσει το βασίλειό του για να κατανοήσει την αξία του, έτσι και ο άνθρωπος πολλές φορές χρειάζεται να απομακρυνθεί από τον εαυτό του για να επιστρέψει σε αυτόν.
Ο νόστος επομένως δεν είναι απλή επιστροφή σε έναν τόπο. Είναι επιστροφή στην αληθινή φύση. Και αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα που κρύβεται κάτω από την ποιητική επιφάνεια των Ομηρικών Επών.
Ο Όμηρος δεν αφηγείται μόνο τις περιπέτειες ενός βασιλιά της Ιθάκης. Αφηγείται την αιώνια περιπέτεια της ανθρώπινης ψυχής, η οποία περιπλανιέται στον κόσμο της γένεσης, δοκιμάζεται μέσα στην ύλη και τελικά αναζητά τον δρόμο της επιστροφής προς το φως από το οποίο προήλθε.
Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος. Η θάλασσα είναι η ζωή. Τα τέρατα είναι τα πάθη. Η Ιθάκη είναι η αυτογνωσία. Και ο νόστος είναι η αιώνια κίνηση της ψυχής προς το θείο.
ΙΙΙ. Όμηρος ως μυσταγωγός. Η αλληγορική παράδοση από τον Πλάτωνα έως τον Πρόκλο.
Η προσέγγιση της Οδύσσειας ως ενός εσωτερικού ταξιδιού της ψυχής δεν αποτελεί μία σύγχρονη αυθαίρετη προβολή πάνω στο ομηρικό κείμενο. Αντίθετα, εντάσσεται σε μία μακρά ερμηνευτική παράδοση της αρχαιότητας, σύμφωνα με την οποία ο Όμηρος δεν υπήρξε μόνο ο πρώτος μεγάλος ποιητής των Ελλήνων, αλλά και ένας σοφός διδάσκαλος, ο οποίος έκρυψε μέσα στις ποιητικές εικόνες του βαθύτερες αλήθειες για τον άνθρωπο, τον κόσμο και τη θεία τάξη.
Για πολλούς αρχαίους φιλοσόφους, ο μύθος δεν ήταν αντίθετος προς τη φιλοσοφία. Ήταν ένας διαφορετικός τρόπος έκφρασης της αλήθειας. Όπως η φύση αποκαλύπτει τις δυνάμεις της μέσα από σύμβολα και μορφές, έτσι και ο ποιητικός λόγος μπορούσε να μεταφέρει υψηλότερες γνώσεις μέσα από εικόνες, θεούς και ήρωες.
Η αλήθεια δεν δινόταν πάντοτε άμεσα. Ο μύθος απαιτούσε ερμηνεία. Ο αναγνώστης έπρεπε να περάσει από το φαινόμενο στο νόημα, από την εικόνα στην αρχή που αυτή συμβολίζει.
Η λέξη «ἀλληγορία», όπως αναφέρει ο Ηράκλειτος ο Αλληγοριστής, δηλώνει ακριβώς αυτή τη λειτουργία του λόγου, όπου άλλα λέγονται και άλλα υπονοούνται. Η ποιητική αφήγηση γίνεται έτσι ένα ένδυμα βαθύτερων νοημάτων, τα οποία δεν αποκαλύπτονται στον επιφανειακό αναγνώστη, αλλά σε εκείνον που αναζητά την κρυμμένη σημασία.48
Ήδη από τον Θεαγένη τον Ρήγιο, τον πρώτο γνωστό αλληγορικό ερμηνευτή του Ομήρου, εμφανίζεται η προσπάθεια να αποκαλυφθεί πίσω από τους θεούς και τους μύθους μία φυσική και κοσμολογική τάξη. Οι θεοί δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως απλές ανθρωπόμορφες μορφές, αλλά ως σύμβολα δυνάμεων που διέπουν το σύμπαν.49
Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε από τους Στωικούς, οι οποίοι θεώρησαν ότι οι ποιητικοί μύθοι περιείχαν κρυμμένες αντιλήψεις για τη φύση, το θείο και τη λειτουργία του κόσμου. Ο Όμηρος, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν ήταν ένας απλός αφηγητής ιστοριών, αλλά ένας ποιητής που γνώριζε τους νόμους της φύσεως και τους απέδωσε με συμβολικό τρόπο.
Ακόμη και ο Πλάτων, παρότι σε ορισμένα σημεία ασκεί αυστηρή κριτική στην ποιητική παράδοση, αναγνωρίζει τη δύναμη του μύθου ως μέσου παιδείας. Στους διαλόγους του χρησιμοποιεί ο ίδιος μύθους, όπως τον μύθο του Ηρός στην Πολιτεία και τον μύθο του άρματος στον Φαίδρο, για να εκφράσει αλήθειες που δύσκολα μπορούν να αποδοθούν μόνο με λογικές έννοιες.50
Στους μεταγενέστερους Πλατωνικούς και ιδιαίτερα στους Νεοπλατωνικούς, η σχέση φιλοσοφίας και ποιήσεως γίνεται ακόμη στενότερη. Τα Ομηρικά Έπη θεωρούνται πλέον φορείς μιας κρυφής θεολογίας και μιας διδασκαλίας περί της πορείας της ψυχής.
Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν παρουσιάζουν μόνο εξωτερικά γεγονότα. Περιγράφουν δύο μεγάλες κινήσεις της υπάρξεως. Η πρώτη είναι η κάθοδος, όπου η ψυχή απομακρύνεται από τον νοητό κόσμο και εισέρχεται στον κόσμο της γένεσης, της μεταβολής και της ύλης. Η δεύτερη είναι η επιστροφή, όπου η ψυχή, μέσα από δοκιμασίες, καθάρσεις και αναγνώριση του εαυτού της, αναζητά την επάνοδό της προς την αρχική της πηγή.51
Ο Πορφύριος, στο έργο του «Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν Ἄντρου», ερμηνεύει το σπήλαιο των Νυμφών στην Ωγυγία ως ένα μεγάλο κοσμολογικό σύμβολο. Το σπήλαιο αντιπροσωπεύει τον κόσμο της γένεσης, όπου οι ψυχές εισέρχονται και από όπου πρέπει να αναζητήσουν την επιστροφή τους προς το νοητό.52
Για τον Πορφύριο, ο Όμηρος δεν επέλεξε τυχαία τις εικόνες του. Τα σύμβολα των σπηλαίων, των θαλασσών, των νησιών και των θεοτήτων λειτουργούν ως φορείς βαθύτερων θεολογικών και φιλοσοφικών νοημάτων. Ο ίδιος τονίζει ότι δεν πρέπει να θεωρούνται οι αλληγορικές ερμηνείες αυθαίρετες κατασκευές, αλλά προσπάθειες αποκάλυψης της σοφίας του ποιητή, ο οποίος έκρυψε κάτω από τον μύθο θείες εικόνες και υψηλές αλήθειες.
Στην ίδια γραμμή κινείται και ο Πρόκλος, ο τελευταίος μεγάλος εκπρόσωπος της αθηναϊκής νεοπλατωνικής σχολής. Για τον Πρόκλο, οι ομηρικοί μύθοι παρουσιάζουν με ποιητικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στις θεϊκές δυνάμεις, τον κόσμο και την ανθρώπινη ψυχή. Η Ελένη, σύμφωνα με την ερμηνεία του, δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο για το οποίο διεξάγεται ένας πόλεμος. Είναι σύμβολο της ομορφιάς του αισθητού κόσμου, εκείνης της ομορφιάς που έλκει τις ψυχές προς τη γένεση. Οι Έλληνες και οι Τρώες συμβολίζουν αντίστοιχα τις ανώτερες και κατώτερες δυνάμεις της ψυχής, τις λογικές και άλογες τάσεις που συγκρούονται μέσα στον άνθρωπο.53
Με αυτή την οπτική, ο Τρωικός Πόλεμος δεν είναι μόνο ένα ιστορικό ή μυθολογικό γεγονός. Είναι η αιώνια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάμνηση του θείου και στην έλξη του αισθητού κόσμου.
Ο Οδυσσέας αποτελεί την ολοκληρωμένη εικόνα αυτής της πορείας. Δεν είναι ο ήρωας της ωμής δύναμης, όπως ο Αχιλλέας. Είναι ο ήρωας του μέτρου, της φρόνησης και της νοήσεως. Το μεγάλο του όπλο δεν είναι μόνο το ξίφος ή το τόξο. Είναι ο νους.
Η αντίληψη αυτή συνδέεται με τη νεοπλατωνική θεώρηση της ψυχής, σύμφωνα με την οποία η ολοκλήρωση του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται με την εξάλειψη των κατώτερων δυνάμεων, αλλά με την επαναφορά τους σε τάξη κάτω από την ηγεμονία του λόγου.54
Ο άνθρωπος, σύμφωνα με αυτή την παράδοση, δεν ολοκληρώνεται καταστρέφοντας τις κατώτερες δυνάμεις του, αλλά επαναφέροντάς τες σε τάξη κάτω από την ηγεμονία του λόγου.
Αυτό ακριβώς εκφράζει ο νόστος του Οδυσσέα. Δεν επιστρέφει στην Ιθάκη επειδή εγκαταλείπει τον κόσμο, αλλά επειδή μέσα από τον κόσμο ανακαλύπτει τον αληθινό εαυτό του.
Η Οδύσσεια επομένως δεν είναι μόνο ένα έπος περιπλάνησης. Είναι ένα φιλοσοφικό ποίημα για την ανθρώπινη κατάσταση.
Ο άνθρωπος ξεκινά ως ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό. Περιπλανιέται μέσα στον κόσμο των αισθήσεων. Αντιμετωπίζει τη λήθη. Δοκιμάζεται από τα πάθη. Κατέρχεται στο σκοτάδι της αυτογνωσίας. Και τελικά επιστρέφει στην εσωτερική του πατρίδα.
Η πορεία αυτή αντιστοιχεί στη φιλοσοφική ιδέα της ανάμνησης, σύμφωνα με την οποία η ψυχή δεν αποκτά απλώς νέα γνώση, αλλά ανακαλεί τη βαθύτερη αλήθεια της υπάρξεώς της.55
Η εσωτερική επιστροφή της ψυχής προς το θείο, όπως περιγράφεται από τον Πλωτίνο, αποτελεί το φιλοσοφικό υπόβαθρο αυτής της εικόνας του νόστου.56
Αυτός είναι ο λόγος που τα Ομηρικά Έπη παρέμειναν ζωντανά για χιλιάδες χρόνια. Δεν αφηγούνται μόνο την ιστορία ενός βασιλιά της Ιθάκης. Αφηγούνται την αιώνια περιπέτεια κάθε ανθρώπινης ψυχής που αναζητά την επιστροφή της προς την αλήθεια.
Ο Όμηρος, μέσα από τη γλώσσα του μύθου, δεν έδωσε έτοιμες απαντήσεις. Έδωσε σύμβολα. Και τα σύμβολα αυτά εξακολουθούν να καλούν τον άνθρωπο να αναζητήσει πίσω από την εικόνα την αλήθεια που πάντοτε περιμένει να αποκαλυφθεί.
Παραπομπές:
1Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, Β΄ 11, για τον Θεαγένη τον Ρηγίνο ως πρώτο γνωστό αλληγορικό ερμηνευτή του Ομήρου· πρβλ. Quintilianus, Institutio Oratoria, VIII, 6, 44.
2Πλάτων, Πολιτεία, Β΄, 378d, όπου χρησιμοποιείται ο όρος «ὑπόνοια» για το κρυμμένο νόημα του μύθου.
3Πορφύριος, Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν Ἄντρου, κεφ. 36: «Οὐ γὰρ ἀπεικὸς Ὅμηρον τοσαύτης σοφίας ὄντα…».
4Ξενοφάνης, απόσπ. 11 και 12 Diels–Kranz.
5Παυσανίας, Ἑλλάδος Περιήγησις, Η΄ (Ἀρκαδικά), 8.3.
6Ηράκλειτος ο Αλληγοριστής, Ὁμηρικὰ Προβλήματα, 76.
7Ερμείας ο Αλεξανδρεύς, Σχόλια εἰς τὸν Πλάτωνος Φαῖδρον, 87–89 Couvreur.
8Πρόκλος, Σχόλια εἰς τὴν Πολιτείαν Πλάτωνος, βιβλ. Α΄.
9Ερμείας ο Αλεξανδρεύς, Σχόλια εἰς τὸν Πλάτωνος Φαῖδρον, 87–89 Couvreur· πρβλ. σημ. 7.
10Πορφύριος, Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν Ἄντρου, κεφ. 5–6 και 32–36· πρβλ. σημ. 3.
11Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ι΄, 82–104.
12Πλάτων, Πολιτεία, Ι΄, 621a, ο μύθος του Ηρός και το ποτάμι της Λήθης· πρβλ. Φαίδρος, 248c–249d.
13Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ι΄, 105–192.
14Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ι΄, 364–412.
15Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, κ΄, 1–27.
16Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, κ΄, 28–55.
17Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, κ΄, 80–132.
18Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, κ΄, 210–243.
19Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, κ΄, 274–306.
20Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, μ΄, 184–191.
21Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, μ΄, 192–200.
22Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, μ΄, 73–126 και 201–259.
23Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, λ΄, 104–115· κ΄, 490–495· μ΄, 127–141.
24Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, μ΄, 340–373.
25Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, μ΄, 403–425.
26Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, λ΄, 1–50.
27Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, λ΄, 90–224.
28Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ε΄, 1–227· πρβλ. η΄, 255–260.
29Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ε΄, 215–224.
30Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ζ΄–η΄ (passim).
31Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, θ΄, 486–520.
32Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ν΄, 70–125.
33Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ν΄, 189–193.
34Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ν΄, 221–310· πρβλ. Πλάτων, Πολιτεία, Ζ΄, 514a–521c, η αλληγορία του σπηλαίου.
35Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ν΄, 429–438.
36Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ρ΄, 290–327.
37Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ξ΄–ο΄ (passim).
38Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, τ΄, 386–475.
39Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, χ΄, 1–329.
40Πρβλ. Πλάτων, Πολιτεία, Δ΄, 441c–444e, για την αρμονία των μερών της ψυχής υπό την κυριαρχία του λογικού στοιχείου.
41Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, φ΄, 404–434.
42Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ψ΄, 173–204.
43Πλωτίνος, Ἐννεάδες, V, 1, 1–2.
44Πλάτων, Φαίδων, 72e–77a· Μένων, 81a–d.
45Πλωτίνος, Ἐννεάδες, I, 6, 7–9.
46Πλάτων, Πολιτεία, Δ΄, 441c–444e.
47Πλάτων, Φαίδρος, 246a–254e, η εικόνα της ψυχής ως άρματος και η ανοδική πορεία της προς το νοητό μέσω της θείας καθοδηγήσεως.
48Ηράκλειτος ο Αλληγοριστής, Ὁμηρικὰ Προβλήματα, Πρόλογος· πρβλ. σημ. 6.
49Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, Β΄, 11· Πορφύριος, Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν Ἄντρου, 4· πρβλ. σημ. 1.
50Πλάτων, Πολιτεία, Β΄, 378d–379a· Φαίδρος, 246a–249d· Πολιτεία, Ι΄, 614b–621d.
51Ερμείας ο Αλεξανδρεύς, Σχόλια εἰς τὸν Πλάτωνος Φαῖδρον, 87–89 Couvreur· πρβλ. σημ. 7 και 9.
52Πορφύριος, Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν Ἄντρου, κεφ. 5–6 και 32–36· πρβλ. σημ. 3 και 10.
53Πρόκλος, Σχόλια εἰς τὴν Πολιτείαν Πλάτωνος, βιβλ. Α΄· πρβλ. σημ. 8.
54Πλάτων, Πολιτεία, Δ΄, 441c–444e· πρβλ. σημ. 26.
55Πλάτων, Φαίδων, 72e–77a· Μένων, 81a–d· πρβλ. σημ. 20.
56Πλωτίνος, Ἐννεάδες, I, 6, 7–9· πρβλ. σημ. 21.
