Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας. Μέρος Α


Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε. Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν ανάλογα με τις εποχές, ταυτόχρονα όμως, εύκολα διαπιστώνει κανείς, πως στην πραγματικότητα μοιραζόμαστε διαχρονικά τα ίδια πάθη, φόβους, ανησυχίες και ελπίδες. 
Στα πλαίσια αυτά έχει αξία και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η γνώση της λαϊκής αυτής σοφίας. Η παρουσίαση θα γίνει ανά χρονική περίοδο, αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία, Νεώτεροι χρόνοι.

Χτύπα ξύλο.
.
«Απτεσθαι ξύλου», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Λόγω της πεποίθησης τους πως στα δένδρα κατοικούσαν νύμφες (Δρυάδες/Αμαδρυάδες) χτύπαγαν το ξύλο του κορμού των δένδρων για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων.
Αυτή η συνήθεια συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, όταν ακούμε κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μας συμβεί...


Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, προέρχεται από τον μύθο του Αισώπου, «Ανήρ κομπαστής», και χρησιμοποιείται για όσους καυχιούνται για κάτι και το υποστηρίζουν, αλλά αδυνατούν να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας αθλητής που βρισκόταν στην Αθήνα καυχιόνταν συνέχεια ότι σε αγώνες στην Ρόδο είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άλμα. Καθώς δεν τον πίστευε κανείς, αυτός έλεγε στους Αθηναίους να πάνε στη Ρόδο και να ρωτήσουν τους θεατές των αγώνων. Τότε ένας Αθηναίος πήγε στο σκάμμα, και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη «Ρόδος».Κατόπιν γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα», το οποίο έχει μείνει ως «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Το προφανές νόημα είναι ότι ο καθένας έχει οποτεδήποτε την δυνατότητα να αποδείξει τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται η επίκληση μυθικών προγόνων, κατορθωμάτων κτλ

Τα κρέμασε στον κόκορα
Οι αρχαίοι αγαπούσαν και αυτοί τα τυχερά παιχνίδια, όπως τα κότσια। ( ζάρια), αλλά και τα στοιχήματα στις κοκορομαχίες (αλεκτρυονομαχίαι). Όπως συμβαίνει και σήμερα κυρίως στην Ασία, έβαζαν δύο κοκόρια να μαλώσουν και άρχιζαν τα στοιχήματα, για τον νικητή. Έτσι, πάνω στα κοκόρια στοιχηματίζοντας, κρεμούσαν πολλές φορές ακόμα και ολόκληρες περιουσίες. Στον κόκορα κρεμούσαν τα χρήματά τους και όπως συμβαίνει συνήθως με τους παίχτες, τα έχαναν. Από τα αρχαία λοιπόν χρόνια, και από τις κοκορομαχίες, μας έμεινε και η φράση «τα κρέμασε στον κόκορα », που λέμε μέχρι και σήμερα με την ίδια σημασία.
.
Δε μύρισα τα νύχια μου.

Στην αρχαία Ελλάδα πριν αθλητές μπουν στο στίβο, πολλοί από τους θεατές έβαζαν μεγάλα στοιχήματα, για τον νικητή, όπως γίνεται σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα. Πολλοί ακόμη πήγαιναν στα διάφορα μαντεία, για να μάθουν το νικητή. Οι «μάντισσες», «βουτούσαν» τότε τα νύχια τους σ ένα υγρό, από δαφνέλαιο, ύστερα τα έβαζαν κοντά στη μύτη τους κι έπεφταν σ ένα είδος καταληψίας. Τότε ακριβώς έλεγαν και το όνομα του νικητή. Από το περίεργο αυτό γεγονός έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «δε μύρισα τα νύχια μου», που τη λέμε συνήθως, όταν μας ρωτούν για κάποιο γνωστό συμβάν, το οποίο εμείς δεν έχουμε μάθει.

Μη μου τους κύκλους τάραττε.

Όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τις Συρακούσες το 212 π.Χ., μετά από τριετή αντίσταση των Ελλήνων, κάποιοι Ρωμαίοι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι του Αρχιμήδη, και τον βρήκαν να σχεδιάζει κύκλους στο έδαφος. Ο Αρχιμήδης τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τελειώσει τη λύση κάποιου σπουδαίου προβλήματος που τον απασχολούσε, εξού και οι κύκλοι στο έδαφος. Για αυτό και τους είπε το γνωστό «μη μου τους κύκλους τάραττε». Ο Ρωμαίος στρατιώτης όμως δυστυχώς και τους κύκλους του χάλασε, και τον Αρχιμήδη σκότωσε...!!!! Η φράση όμως έμεινε...

 
Κοράκιασα από τη δίψα.

Φράση που προέρχεται από έναν αρχαιοελληνικό μύθο. Σύμφωνα με αυτόν, σε κάποια μικρή ορεινή πόλη της αρχαίας Ελλάδας, οι κάτοικοι αποφάσισαν κάποτε να κάνουν μια θυσία στο θεό Απόλλωνα. Το νερό όμως που θεωρούσαν ιερό και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες , βρίσκονταν ανάμεσα σε δύσβατα φαράγγια. Έπρεπε λοιπόν για αυτή τη σημαντική θυσία να στείλουν κάποιον σε αυτή τη δύσκολη και ανηφορική διαδρομή, για να φέρει το «ιερό» νερό. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή από ένα δέντρο εκεί κοντά. Ήταν η φωνή ενός κόρακα ο οποίος προσφερόταν να αναλάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παρά την έκπληξη που ένιωσαν οι κάτοικοι ακούγοντας τη φωνή του κόρακα, αποφάσισαν να του αναθέσουν την αποστολή, μιας και με τα φτερά του θα έφτανε γρήγορα και εύκολα στην πηγή που έτρεχε το «ιερό» αυτό νερό.Έδωσαν λοιπόν, οι άνθρωποι στον κόρακα μια μικρή υδρία, αυτός την άρπαξε με τα νύχια του και πέταξε στον ουρανό με κατεύθυνση την πηγή. Ο κόρακας έφτασε γρήγορα στην πηγή. Πλάι της αντίκρισε μια συκιά γεμάτη σύκα, και λιχούδης καθώς ήταν άρχισε να δοκιμάζει μερικά σύκα. Τα σύκα όμως ήταν άγουρα, και ο κόρακας αποφάσισε να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν, ξεχνώντας όμως την αποστολή που είχε αναλάβει για λογαριασμό των ανθρώπων. Περίμενε τελικά δύο ολόκληρες μέρες ώσπου τα σύκα ωρίμασαν. Έφαγε πολλά μέχρι που κάποια στιγμή θυμήθηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε έρθει στην πηγή. Άρχισε να σκέφτεται λοιπόν, πώς θα δικαιολογούσε την αργοπορία του στους κατοίκους της πόλης. Τελικά γέμισε με νερό τη μικρή υδρία, άρπαξε με το ράμφος του ένα μεγάλο φίδι το οποίο διέκρινε να κινείται κοντά στους θάμνους και πέταξε για την πόλη. Όταν ο κόρακας έφτασε στην πόλη, οι κάτοικοι θέλησαν να μάθουν το λόγο για τον οποίο άργησε να επιστρέψει με το νερό από την πηγή. Ο κόρακας αφού άφησε κάτω την υδρία και το φίδι, και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φίδι ρουφούσε το νερό από την πηγή, με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να ξεραίνεται. Έπειτα τους είπε πως όταν το φίδι αποκοιμήθηκε, αυτός γέμισε την υδρία με το νερό και γράπωσε και το φίδι για να το παρουσιάσει στους κατοίκους.Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και σκότωσαν το φίδι χτυπώντας το με πέτρες και ξύλα. Όμως, το φίδι αυτό ήταν του θεού Απόλλωνα, και ο θεός του φωτός οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον κόρακα για το ψέμα του. Έτσι από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από κάποια πηγή, αυτή στέρευε. Κράτησε πολύ καιρό το μαρτύριο αυτό της δίψας του κόρακα, μέχρι που ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και τον έκανε αστέρι στον ουρανό. Από τότε, όταν κάποιος διψούσε πολύ, έλεγε τη φράση « Κοράκιασα από τη δίψα ». Και αυτή η φράση έχει παραμείνει ως τις μέρες μας…

Ο κλέψας του κλέψαντος.

Αρχαία ελληνική έκφραση, (Αλωπεκίζειν προς ετέρα αλώπεκα). Παροιμία που λεγόταν για τους απατεώνες και μάλιστα σε περιπτώσεις που κάποιος εξ αυτών, επιχειρούσε να εξαπατήσει άλλον απατεώνα.

Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.

Φράση που χρησιμοποιείται για να υποδείξει δολιότητα. Κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου, O Λαοκόων ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα, προειδοποίησε τους συμπατριώτες του Τρώες, (μάταια) να μη δεχθούν το δώρο που πρόσφεραν οι Έλληνες -οι Δαναοί- στους Τρώες, όταν υποτίθεται ότι αποφάσισαν να τερματίσουν την πολιορκία τους. To προκείμενο δώρο ήταν, εννοείται, ο Δούρειος ίππος. Δώρο που αποδείχθηκε θανάσιμο και καταστροφικό για τους Τρώες, και την αγαπημένη τους πόλη, την Τροία.

 
Καβάλησε το καλάμι.

Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).
Σε τρώει ή μύτη σου, ξύλο θα φας.

Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των Θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρωει το χέρι μου χρήματα θα πάρω», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διέλυσε το συμβούλιο.- Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία…Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».


Πράσσειν άλογα.

Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λεει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: « Τί είναι αυτά που μου λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα»…Το «πράσσειν άλογα» λοιπόν, δεν είναι πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση…Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογο» που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό «λόγος» που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο το παράλογο, δηλαδή ,Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα…

Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη.

Σ’ έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ’ ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ’ ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται». 

Κροκοδείλια δάκρυα.

Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται και βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κάποιο παιδάκι και τρέχουν να το βοηθήσουν... Ο κροκόδειλος τότε επιτίθεται ξαφνικά και σκοτώνει το θύμα του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος, οι Έλληνες όμως έμαθαν για αυτόν από τους Φοίνικες εμπόρους, που τους γέμιζε με τρόμο και θαυμασμό για την δύναμη και την πανουργία του κροκόδειλου . Έτσι λοιπόν, παρόλο που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι' αυτούς που ψευτόκλαινε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική. 


Άρες μάρες κουκουνάρες.
Η Έκφραση προέρχεται από αρχαίες Ελληνικές κατάρες. Στον ενικό η λέξη είναι Κατάρα Κατ-άρα Με την πάροδο των χρόνων για λόγους καθαρά εύηχους και μόνο προσετέθη και το «Μ». Δηλαδή: Κατ-άρα-μάρα. Και έτσι στη νεότερη ελληνική έγινε -αρα-μάρα, άρες μάρες, έβαλαν και την «κούφια» ομοιοκατάληκτη λέξη κουκουνάρες (κούφια δεν είναι τα κουκουνάρια;)και δημιουργήθηκε αυτή η καινούρια φράση! την λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ακούσαμε κάτι χωρίς νόημα και χωρίς ουσία!

Αναγκαίο κακό.

Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε για πρώτη φορά σ' ένα στίχο του Μένανδρου (342-291 π.Χ.),που μιλάει για το γάμο. Ο ποιητής γράφει ότι ο γάμος «...εάν τις την Αλήθειαν σκοπή, κακόν μεν εστίν, άλλ' αναγκαίον κακόν». Δηλαδή: Εάν θέλουμε να το εξετάσουμε στο φως της αλήθειας, ο γάμος είναι μεν ένα κακό, αλλά «αναγκαίον κακόν». Σ' ένα άλλο απόσπασμα του Μένανδρου διαβάζουμε -ίσως για παρηγοριά για τα παραπάνω- την εξής περικοπή: «Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστίν». Επίσης: «αθάνατον εστί κακόν αναγκαίον γυνή». Δηλαδή, η γυναίκα είναι το αιώνιο αναγκαίο κακό..

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος

Στην αρχαιότητα , όταν ένας γάιδαρος φώναζε πριν αρχίσει μια μάχη, νόμιζαν ότι οι θεοί τους προειδοποιούσαν για τη νίκη. Κάποτε ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι. Τότε αποφάσισε ν' αναβάλει για μερικές μέρες την επίθεση, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου από το στρατόπεδο του. - Κατά φωνή κι ο γάιδαρος! έκανε ενθουσιασμένος ο Φωκίωνας. Και διέταξε ν' αρχίσει η επίθεση, με την οποία νίκησε τους Μακεδόνες. Από τότε ο λόγος έμεινε, και τον λέμε συχνά, όταν βλέπουμε ξαφνικά κάποιο φίλο μας, που δεν τον περιμέναμε.

Δεν ιδρώνει τ’ αυτί του.
 
Την φράση αυτή την χρωστάμε στον πατέρα της Ιατρικής τον Ασκληπιό. Όταν κάποια νεαρή τον ρώτησε, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να κάνει τον νεαρό που της άρεσε να την αγαπήσει, αυτός απάντησε : «Να τον κλείσεις σ' ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, την συμβούλευσε, και αν ιδρώσουν τ αφτιά του, θα σ αγαπήσει. Αν δεν ιδρώσουν, μην παιδεύεσαι άδικα». Από την περίεργη αυτή συμβουλή του Ασκληπιού, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «δεν ιδρώνει τ’ αυτί του», που τη λέμε συνήθως, για τους αναίσθητους και αδιάφορους.

Δίνω τόπο στην οργή. 

Δώσε τόπο της οργής», φράση που την βρίσκουμε στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (718): «είκε θυμώ και μετάστασιν δίδου». Αυτά τα λόγια λεει ο Αίμωνας στον πατέρα του τον Κρέοντα , που επιμένει να τιμωρήσει την Αντιγόνη, γιατί δεν υπάκουσε στη διαταγή του και έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη. «Είκε» σημαίνει υποχώρησε, «θυμώ και» αντί «και θυμώ μετάοτασιν δίδου» , δηλαδή, και άλλαξε γνώμη, δηλαδή, δώσε τόπο στην οργή. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου (847) λεει η θεά Αθηνά στο Χορό (των Ευμενίδων): «οργάς ξυνοίσω σοι γεραιτέρα γαρ ει». Η λ έξη οργή έχει και τη σημασία: διάθεσης, των αισθημάτων, όπως κι εδώ «θα δώσω τόπο στην οργή», θα υποχωρήσω και θα ανεχθώ τις διαθέσεις σου (ξυνοίσω που σημαίνει συνοίσω , μέλλων του συμφέρω, εδώ ανέχομαι, συγχωρώ, υπομένω), γιατί είσαι γεροντότερη (Ευριπ. Ελ. 80, Απόσπ. 31) «οργή είκειν» κ.ά. 

Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Όταν ο Σωκράτης, σε περασμένη πια ηλικία αποφάσισε να μάθει κιθάρα, τον πείραξαν οι φίλοι του, λέγοντας του: «Γέρων ών κίθαριν μανθάνεις;...». Κι ο Σωκράτης τότε απάντησε: «Κάλλιον οψιμαθής ή αμαθής (παραμένειν)».



Του πήρε τον αέρα..

Η έκφραση αυτή έχει παραμείνει από την αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα από τις ναυμαχίες που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες. Οποίος μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα τον αέρα μπορούσε να κινηθεί πιο γρήγορα άρα και να νικήσει. Έτσι οποίος έπαιρνε τον αέρα ήταν και ο νικητής.

Αέρα!

Στην αρχαία Ελλάδα, όταν άρχιζε κάποια μάχη, οι πολεμιστές έπεφταν πάνω στον αντίπαλό τους, φωνάζοντας «αλαλά», λέξη που δεν είχε κανένα νόημα, αλλά ήταν απλώς πολεμική κραυγή. Απ’ αυτό, ωστόσο, βγήκε η λέξη «αλαλάζω» και η αρχαία φράση «ήλόλαζον την νίκην». Ο αλαλαγμός χρησιμοποιήθηκε και στους νεότερους πολέμους, τόσο για εμψύχωση των πολεμιστών, ιδίως στις εφόδους, όσο και σαν επωδός της νίκης, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «Αλαλά» με τη λέξη «Aέρα». Αλλά ποιο ήταν πάλι το γεγονός εκείνο που έκανε τη λέξη «Αέρα» να επικρατήσει σαν πολεμική κραυγή;Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων (1912-13), οι οβίδες του εχθρού, που χτυπούσαν εναντίον των οχυρωματικών θέσεων του στρατού μας, δεν έφερναν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα, εκτός από το δυνατό αέρα, που δημιουργούσαν ολόγυρα οι εκρήξεις. Σε κάθε τέτοια, λοιπόν, αποτυχημένη βολή, οι Έλληνες στρατιώτες -προπαντός όμως οι θρυλικοί Τσολιάδες- φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα!», θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκδηλώσουν τη χαρά τους για την εχθρική αποτυχία (ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων). Η λέξη, όμως, «Αέρα» έγινε ένα πραγματικό σύμβολο κατά τον πόλεμο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Τα τσούξαμε. 

Στην αρχαιότητα, υπήρχαν πολλές γυναίκες, που έπιναν πολύ κρασί, ανακατεύοντας το ποτό τους με μια ειδική σκόνη, που έκανε το κρασί να γίνεται πιο πικάντικο. Απ' αυτό βγήκε και η φράση «τα τσούξαμε». 

Ες αύριον τα σπουδαία.

Αυτή η παροιμιακή φράση είναι του Πλουτάρχου, από το βίο του Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Πελοπίδα. Ανήκει στον Θηβαίο στρατηγό Αρχία (4ος αι. π.Χ.), φίλο των Σπαρτιατών, όταν σε ένα συμπόσιο κάποιος του πήγε ένα γράμμα, που περιείχε την πληροφορία ότι κινδύνευε από τους δημοκρατικούς και τον Πελοπίδα που είχε επιστρέψει στη Θήβα από την Αθήνα κρυφά. Βρισκόμαστε στο 379 π.Χ. Ο Αρχίας, πάνω στο γλέντι και μέσα στη χαρά του, πάνω στη μέθη της δύναμής του και της εξουσίας, αμέλησε να το ανοίξει. Αντί να ανοίξει την επιστολή και να τη διαβάσει, την έβαλε στην άκρη λέγοντας «εις αύριον τα σπουδαία», δηλαδή αύριο 8α διαβάσω τα σημαντικά πράγματα που περιέχει αυτή η επιστολή. Αυτό ήταν και το λάθος του. Σε λίγο δολοφονήθηκε και αυτός και οι φίλοι του.

Από μηχανής θεός.

Με την φράση «από μηχανής θεός» χαρακτηρίζουμε ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, που με την απροσδόκητη εμφάνισή του, δίνει μια λύση ή μια νέα εξέλιξη σε περίπτωση αμηχανίας ή διλήμματος. Η καταγωγή της έκφρασης αυτής, ανάγεται στην αρχαία ελληνική δραματική ποίηση και ειδικότερα στην τραγωδία. Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις ο τραγικός ποιητής οδηγούσε σταδιακά την εξέλιξη του μύθου σ’ ένα σημείο αδιεξόδου, με αποτέλεσμα η εξεύρεση μιας λύσης να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Τότε, προκειμένου το θεατρικό έργο να φτάσει σε ένα τέλος, συνέβαινε το εξής: εισαγόταν στο μύθο ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο και το έργο μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί ομαλά. Η έκφραση «ο από μηχανής θεός» καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της «μηχανής», δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά, ή καμιά φορά από καταπακτή, εάν επρόκειτο για θεό του Άδη . Ουσιαστικά, δηλαδή, πρόκειται για μια περίπτωση επιφάνειας (θεϊκής δηλαδή εμφάνισης στους θνητούς), που συνέβαινε στο τέλος μιας τραγωδίας, διευκολύνοντας τον τραγικό ποιητή να δώσει μια φυσική λύση στο μύθο του έργου του.

Τα σπάσαμε.

Οι αρχαίοι Κρήτες την παραμονή του γάμου τους, συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ τραγουδούσαν και χόρευαν, τα έσπαζαν ένα ένα. Η συνήθεια αυτή με τον καιρό, γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα. Από αυτή την συνήθεια βγήκε η φράση «τα σπάσαμε» που τη λέμε μετά από κάθε διασκέδαση.

Τρωει τα νύχια του για καυγά.

Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, κάτι που δεν ήταν εύκολο, καθώς τα νύχια των σκλάβων, ήταν μεγάλα και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν.Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρωει τα νύχια του για καβγά».

.

Για ψύλλου πήδημα.

Από τον πρώτο αιώνα η επικοινωνία των Ρωμαίων με τον ασιατικό κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή πληθώρας γελοίων και εξευτελιστικών δεισιδαιμονιών, που κατέκλυσαν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας. Εκείνοι που φοβόντουσαν το μάτιασμα, κατάφευγαν στις μάγισσες, για να τους ξορκίσουν μ' ένα πολύ περίεργο τρόπο: Οι μάγισσες αυτές είχαν μερικούς γυμνασμένους ψύλλους, που πηδούσαν γύρω από ένα πιάτο με νερό. Αν ο ψύλλος έπεφτε μέσα και πνιγόταν, τότε αυτός που τον μάτιασε ήταν εχθρός. Αν συνέβαινε το αντίθετο -αν δεν πνιγόταν δηλαδή-τότε το μάτιασμα ήταν από φίλο, πράγμα που θα περνούσε γρήγορα. Κάποτε μια μάγισσα υπέδειξε σ' έναν πελάτη της ένα τέτοιο εχθρό με τ' όνομα του. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή «βεντέτα» ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: «Για ψύλλου πήδημα». 

 Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι.

Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους. Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία, σημασία, σε αγνοώ.



Βιβλιογραφεία :
«Βυζαντινν Βίος καί Πολιτισμός», Φαίδων Κουκουλές



Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Η προέλευση του Πληθυντικού ευγενείας

Ο Φαυστήλος με τους Ρωμύλο και Ρώμο.

Ο Πληθυντικός ευγενείας λέγεται ότι πρώτο- χρησιμοποιήθηκε τον έβδομο αιώνα προ Χριστού στην Ρώμη. Εκείνη την εποχή, ιδρυτές και πρώτοι συνεπώς Βασιλείς της Ρώμης, ήταν τα δίδυμα αδέλφια και ήρωες Ρωμύλος (λατ.Romulus) και Ρώμος (λατ. Remus) . Γεννήθηκαν το 771 π.Χ. πατέρας τους ήταν ο Θεός Άρης, και μητέρα τους η Ρέα Συλβία.

Η Ρέα Συλβία ήταν θυγατέρα του Νουμίτωρα (απόγονος του Τρώα ήρωα Αινεία), βασιλιά της Άλβα Λόνγκα. Ο νεότερος όμως αδερφός του ο Αμούλιος επιβουλεύτηκε το θρόνο του Νουμίτωρα , γι' αυτό και θανάτωσε όλους τους αρσενικούς απογόνους του αδερφού του. Την δε Ρέα Συλβία, εξανάγκασε να γίνει μια από τις Εστιάδες Παρθένες, ιέρειες της θεάς Βέστα, οι οποίες ήταν ορκισμένες να διαφυλάξουν την παρθενία τους για μια περίοδο τριάντα ετών. Με την πράξη του αυτή, ο Αμούλιος θεωρούσε πως εξασφάλιζε ότι ο Νουμίτωρας δεν θα αποκτούσε άλλο διάδοχο. Ο Θεός Άρης όμως την αποπλάνησε στο δάσος, με αποτέλεσμα να γεννηθούν δύο δίδυμα αγόρια ο Ρωμύλος και ο Ρώμος.


Όταν ο Αμούλιος το έμαθε αυτό εξοργίστηκε και , εξορισμένος φυλάκισε τη Ρέα Συλβία και διέταξε έναν υπηρέτη του να θανατώσει τα μωρά. Ο υπηρέτης όμως λυπήθηκε τα δύο νεογνά, και για αυτό τα άφησε σε μία σκάφη στις όχθες του ποταμού Τίβερη, ελπίζοντας πως κάποιος θα τα βρει και θα σωθούν. Η σκάφη πιάστηκε στην ρίζα μιας συκιάς, όπου μία λύκαινα που μόλις είχε χάσει τα δικά της μικρά, βρήκε τα δίδυμα και τα θήλασε. Στη σπηλιά της τα βρήκε ο βοσκός Φαυστύλος, και τα πήρε στην καλύβα του όπου τα μεγάλωσαν μαζί με τη γυναίκα του.


Η λύκαινα θυλάζει τον Ρώμο και Ρωμύλο.
.
Τα δύο αδέλφια μεγάλωσαν σαν βοσκοί στην καλύβα του Φαυστύλου. Όταν ενηλικιώθηκαν έμαθαν τι είχε συμβεί με τον Αμούλιο, τον οποίο και εκθρόνισαν, επαναφέροντας στο θρόνο της Άλβας Λόνγκας τον Νουμίτωρα. Ο Νουμίτωρας τους παραχώρησε το μέρος όπου τους βρήκε και τους μεγάλωσε ο Φαυστύλος, για να χτίσουν εκεί μια πόλη.

Τα δύο αδέλφια διαφώνησαν για το πού ακριβώς έπρεπε να χτιστεί η πόλη. Επικαλέστηκαν τότε τους οιωνούς, ο μεν Ρωμύλος πάνω στον Παλατίνο Λόφο, ο δε Ρώμος στον Ρεμώριο, που είναι η βορειοδυτική άκρη του Αβεντίνου Λόφου.
Στον Ρωμύλο παρουσιάστηκαν 12 γύπες ενώ στον Ρώμο 6. Η Ρώμη λοιπόν θεμελιώθηκε πάνω στον Παλατίνο Λόφο.


Όταν χτιζόταν η πόλη, το 754 π.Χ., τα δύο αδέλφια μάλωσαν και πάλι, και ο Ρωμύλος σκότωσε τον Ρώμο και έμεινε μοναδικός βασιλιάς. Αυτό συνέβη στις 21 Απριλίου του 753 π.Χ.


Ο Ρωμύλος θέσπισε πολιτικά όργανα που διατηρήθηκαν για αιώνες. Τη Σύγκλητο, η οποία ήταν ένα συμβούλιο που αποτελούταν από τους αρχηγούς των ρωμαϊκών γενών (patres) , και τη συνέλευση του λαού. Εξαιτίας της δολοφονίας του Ρώμου, «γεννήθηκε» ο πληθυντικός ευγενείας όπως αποκαλείται σήμερα.


Πιο συγκεκριμένα, μετά την δολοφονία του Ρώμου από τον αδελφό του Ρωμύλο, πολλές συμφορές βρήκαν την πόλη της Ρώμης και τον ίδιο τον Ρωμύλο. Ο Ρωμύλος θορυβημένος, ζήτησε χρησμό από το μαντείο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.


Ο χρησμός δόθηκε και ανέφερε, πάνω-κάτω, ότι αν δεν καθίσει ξανά μαζί του στο βασιλικό θρόνο ο δολοφονημένος αδερφός του, δεν πρόκειται να επανέλθει η ηρεμία στην Ρώμη. ( «ει μη συγκαλεσθή σοι ο σος αδελφός εν τω βασιλικώ θρόνω, ου μη σταθή η πόλις σου Ρώμη ούτε ησυχάση ο δήμος..» )


Ο Ρωμύλος, πονηρά σκεπτόμενος αποφάσισε πως η μόνη λύση είναι να κατασκευαστεί η εικόνα του νεκρού Ρώμου, την οποία θα τοποθετούσε δίπλα στον θρόνου του, όπου υπήρχε πια μόνο ο άδειος θρόνος του Ρώμου.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάθε φορά που εξέδιδε αποφάσεις, χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό αριθμό «εμείς», και ταυτόχρονα υποχρέωνε, όσους του απεύθυναν τον λόγο, να χρησιμοποιούν τον πληθυντικό, σαν να απευθύνονταν ταυτόχρονα και στους δύο.. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λέγεται πως «προήλθε» ο πληθυντικός.

H αρπαγή των Σαβίνων παρθένων από τους Ρωμαίους (1)

Αφού ο Ρωμύλος βασίλεψε 38 χρόνια, σε ηλικία 54 χρονών ενώ βρισκόταν στο Πεδίο του Άρεως επιθεωρώντας τον στρατό του μέσα σε θύελλα, τον άρπαξε στον ουρανό ο πατέρας του, ο Άρης. Μετά την εξαφάνισή του, λατρεύτηκε ως πολεμική θεότητα με το όνομα Κυρίνος (Quirinus).


Στα νεώτερα χρόνια ο πληθυντικός έλκει την καταγωγή του από την Αγγλία του 11ου αιώνα, όταν οι Γάλλοι άκουσαν τους Αγγλοσάξονες φεουδάρχες, να μιλούν στον πληθυντικό στους κολλίγους και αντιστρόφως, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο ως εκπρόσωποι ομάδων. Οι Γάλλοι το εξέλαβαν ως ένδειξη πολιτισμού, αφού θεωρούσαν πως οι Αγγλοσάξονες ήταν πιο πολιτισμένοι από εκείνους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υιοθέτησαν τον γραμματικό πληθυντικό εκλαμβάνοντάς τον ως πληθυντικό ευγενείας. Από την Γαλλία ο πληθυντικός ευγενείας πέρασε και σε άλλες γλώσσες.


Στην Ελληνική γλώσσα ο πληθυντικός ευγενείας εισήλθε ουσιαστικά τον 19ο αιώνα, καθώς η Γαλλική γλώσσα εκείνη την εποχή ήταν πολύ διαδεδομένη στην υψηλή κοινωνία της Ελλάδος.



Παραπομπή

(1) «…Μετά το κτίσιμο της πόλης (της Ρώμης), ο Ρωμύλος μάζευε διάφορα κακόφημα άτομα και όρισε ως άσυλο ένα τέμενος ανάμεσα στην Άκρα και στο Καπιτώλιο. Επίσης έκανε πολίτες όλους όσους κατέφευγαν στην πόλη από τις γειτονικές. Επειδή δεν υπήρχαν αρκετές γυναίκες να τους παντρέψει, όρισε ιππικό αγώνα προς τιμήν του Ποσειδώνα, αυτόν που γίνεται και σήμερα. Ήρθαν πολλοί, ιδίως Σαβίνοι, οπότε πρόσταξε να αρπάξουν τις παρθένες που είχαν έλθει, όλοι όσοι ήθελαν γυναίκα. Ο Τίτος Τάτιος, βασιλιάς των των Σαβίνων, θέλησε να ξεπλύνει την ντροπή με τα όπλα, αλλά συμβιβάστηκε με τον Ρωμύλο στην βάση να μοιραστούν εξουσία και πολιτεία. Ο Τάτιος δολοφονήθηκε στο Λαουΐνιο, οπότε βασίλεψε μόνος του ο Ρωμύλος με την έγκριση των Σαβίνων. Τον διαδέχθηκε ο Νουμάς Πομπίλιος, συμπολίτης του Τατίου, που πήρε τον θρόνο με την συγκατάθεση των υπηκόων του…». Στράβων





Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

O Μαραθωνοδρόμος Ευκλής, και ο Σπάρταθλος του Φειδιππίδη

«Νενικήκαμεν», την ιστορική αυτή φράση, την είπε ο μαραθωνοδρόμος οπλίτης Ευκλής, και όχι ο Φειδιππίδης όπως οι περισσότεροι νομίζουν. Ο Ευκλής ήταν ο οπλίτης, ο οποίος διένυσε με τον οπλισμό του 42 χλμ, για να ανακοινώσει τον νίκη των Αθηναίων κατά των Περσών στον Μαραθώνα το 490 π.χ.

Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη καλλιτεχνική αναπαράσταση που τον παρουσιάζει να ξεψυχά εισερχόμενος στην Αθήνα, αναγγέλλοντας την χαρμόσυνη είδηση.


Αντίθετα ο Φειδιππίδης ήταν ένας διάσημος Αθηναίος δρομέας, ο οποίος στάλθηκε από τους Αθηναίους στην Σπάρτη για να ζητήσει την βοήθεια των Λακεδαιμονίων πριν την μάχη του Μαραθώνος. Ο Φειδιππίδης διένυσε την απόσταση των 200 χιλιομέτρων σε 2 ημέρες. Σε ανάμνηση του δρόμου του Φειδιππίδη, καθιερώθηκε ο αγώνας υπερμαραθωνίου δρόμου 245,3 χιλιομέτρων από την Αθήνα προς την Σπάρτη το Σπάρταθλον.


Σε αντίθεση με τον Μαραθώνιο, ο υπερμαραθώνιος αγώνας του Σπαρτάθλου δεν είναι γνωστός στους περισσοτέρους σύγχρονους Έλληνες. Όπως συνέβαινε και με τον γράφοντα, ο οποίος λόγω της φύσης της εργασίας του, συμμετείχε στην φιλοξενία των αθλητών στην Αθήνα. Τότε έμαθα για το αγώνισμα, και ήρθα σε επαφή με τους αθλητές που έρχονται από όλο τον κόσμο για να διανύσουν την εξοντωτική αυτή πορεία για να φτάσουν εξουθενωμένοι στην Σπάρτη, τερματίζοντας στο άγαλμα του Λεωνίδα, ξεσπώντας σε δάκρυα, και φιλώντας τα πόδια του αγάλματος. Αυτοί (οι αλλοεθνείς Βάρβαροι) γνωρίζουν!!!


Τότε όμως επίσης, ένοιωσα ντροπή για τις συνθήκες φιλοξενίας των ξένων αθλητών από την Ελληνική επιτροπή, καθώς οι αθλητές πλήρωναν για την συμμετοχή και την διαμονή τους στην Ελλάδα, και «εμείς» τους στοιβάζαμε σε τρίκλινα και τετράκλινα δωμάτια, αθλητές αγνώστους μεταξύ τους, οι οποίοι πρέπει να είναι ξεκούραστοι για την διαδρομή. Παράπονα, φωνές και απογοήτευση αλλά ποιος νοιάζεται, αυτοί είναι οι Βάρβαροι.…..!!! 
Ποίοι είναι όμως άραγε οι πραγματικοί Βάρβαροι;

Για να διαπιστώσουμε την άβυσσο που χωρίζει τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και τους τότε σύγχρονους Βαρβάρους, με τους σύγχρονους Έλληνες, αξίζει να αφηγηθούμε απλά ένα στιγμιότυπο από την
περιγραφή του ο Ηροδότου.

Μετά την θυσία των 300 και την τελική
νίκη των Περσών στη μάχη των Θερμοπυλών, τα περσικά στρατεύματα βαδίζοντας προς τον νότο αναζητώντας τον υπόλοιπο Ελληνικό στρατό, πληροφορήθηκαν ότι οι Έλληνες βρίσκονταν στην Ολυμπία, για την τέλεση της έβδομης Ολυμπιάδας.


Σε ελεύθερη απόδοση ο διάλογος μεταξύ του Ξέρξη και του αυλικού του ήταν έτσι:

- Πού βρίσκονται Έλληνες τώρα;
- Στην Ολυμπία είναι. Εκεί έχουν μαζευτεί όλοι τους.
- Και τι κάνουν εκεί;
- Αθλητικούς αγώνες.
- Πως το είπες;
- Αθλητικούς ολυμπιακούς αγώνες!
- Και τι είναι πάλι αυτό;
- Να, τρέχουν ο ένας δίπλα στον άλλο, ποιος θα έλθει πρώτος.
- Τρέχουν;
- Ναι
- Και τι βραβείο παίρνει ο πρώτος;
- Ένα κλαδί αγριελιάς!
- Τι;
- Ναι τον στεφανώνουν με ένα κλαδί αγριελιάς που τον λένε κότινο (1).
- Μίλα καλά, ανάξιε σκλάβε
- Αλήθεια λέω στρατηγέ μου. Ένα κλαδί αγριελιάς.!

Κοιτάζονται οι Πέρσες στρατηγοί μεταξύ τους μην πιστεύοντας στα αυτιά τους. Παγωνιά έπεσε στο στρατόπεδο των Περσών. Σε τι τόπο είχαν έρθει; Την σιωπή έσπασε ο γιος του ευυπόληπτου Πέρση πολέμαρχου Αρτάβανου, Τριταντέχμης, είπε: «Αλίμονο, Μαρδόνιε, με ποιους άνδρες μας έφερες να πολεμήσουμε! Μ' αυτούς που δεν αγωνίζονται για χρήματα, αλλά για την αρετή!».

(«Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ' άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας, οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται, αλλά περί αρετής!»)

Αντίστοιχο πολιτισμικό σοκ έπαθε και ένας άλλος «Βάρβαρος» ο Ανάχαρσης, που είχε έρθει από την Μαύρη θάλασσα στην Αθήνα το 590 π.χ αναζητώντας την Ελληνική σοφία. (Τώρα οι Βάρβαροι έρχονται για να μας επιβάλουν τους όρους τους)

ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ.- «Και δεν μου λες σε παρακαλώ Σόλων, γιατί κάνουν αυτά τα πράγματα εδώ οι νέοι. Βλέπω ότι αλείφθηκαν με λαδί και έτριψαν φιλικότατα ο ένας τον άλλον, έπειτα δεν γνωρίζω τι έπαθαν και όρμησαν με την κεφαλή χαμηλωμένη και άρχισαν να αλληλοσπρώχνονται και να συγκρούουν τα μέτωπα τους.
Να!, εκείνος άρπαξε τον άλλον από τα πόδια και τον έριξε κάτω και δεν τον αφήνει να σηκωθεί αλλά τον ωθεί κάτω με ορμή !
Τώρα δε αφού τον καβαλίκευσε, τον κρατά μεταξύ των σκελών του, πέρασε τον βραχίονα του κάτω από τον λαιμό του, και ο άλλος τον χτυπά ελαφρά στον ώμο του ζητώντας τον να τον αφήσει..!
Οι άλλοι εδώ που βλέπω ορμούν τώρα ο ένας στον άλλο με ΠΥΞ(μπουνιές)και ΛΑΞΤΙΜΑΤΑ!(κλωτσιές)! Μάλιστα ο επιβλέπων αυτούς δεν τους χωρίζει αλλά τους παρακινεί και επαινεί εκείνον που χτύπησε τον άλλον!!
Άλλοι πιο δίπλα ευρίσκονται σε μεγάλη κίνηση πηδούν ψηλά και λακτίζουν στον αέρα !!
Θέλω να μάθω λοιπόν για ποιον λόγο έχουν τρελαθεί αυτοί οι άνθρωποι και τα κάνουν αυτά.». 

Η απάντηση του Σόλωνα ήταν η εξής:

- «Δεν γίνονται αυτά από τρέλα, ούτε με διάθεση να προσβάλει ο ένας την αξιοπρέπεια και την τιμή του άλλου, χτυπιούνται μεταξύ τους και κυλιούνται στην λάσπη, και ρίχνουν ο ένας σκόνη στον άλλο. Αυτό που κάνουν έχει κάποια χρησιμότητα και απόλαυση, και δυναμώνει πολύ τα σώματα τους. Αν μάλιστα μείνεις ένα διάστημα στην Ελλάδα, όπως ελπίζω ότι θα κάνεις, πριν περάσει πολύς καιρός θα είσαι και εσύ ένα από τους λασπωμένους ή σκονισμένους. Τόσο ευχάριστο θα βρεις αυτό το πράγμα».

Ας επανέλθουμε όμως στο σήμερα. Η αναβίωση του Σπαρτάθλου, ανήκει ως συνήθως, σε έναν αλλοεθνή βάρβαρο Eλληνολάτρη και μελετητή της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας, τον Βρετανό σμήναρχο της RAF John Foden .

Ο John Foden διαβάζοντας λοιπόν τον Ηρόδοτο (δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει) διερωτήθηκε εάν θα μπορούσε κάποιος σήμερα να διανύσει τα 250 χλμ. Αθήνας - Σπάρτης σε δύο μέρες. Σκέφθηκε τότε πως ο μόνος τρόπος να το διαπιστώσει, ήταν να τρέξει ο ίδιος την ιστορική διαδρομή, αφού ο ίδιος ήταν δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Έτσι με άλλους τέσσερις συναδέλφους του επίσης δρομείς, ήρθε στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1982, και στις 9 Οκτωβρίου, μετά από 36 ώρες ο John Foden, έφτασε τρέχοντας στη Σπάρτη μπροστά στο άγαλμα του Λεωνίδα.

Ο συνάδελφος του John Scholten είχε φτάσει μισή ώρα νωρίτερα και τέλος ο John MacArthy τερμάτισε σε λιγότερο από 40 ώρες. Η ομάδα των Βρετανών είχε αποδείξει πως ο Ηρόδοτος είχε δίκιο! Ένας άνθρωπος είναι πράγματι ικανός να καλύψει 250 χλμ. σε δύο μέρες.

Μετά την επιτυχία του εγχειρήματος, ο πρωτεργάτης του άρχισε να οραματίζεται την καθιέρωση ενός αγώνα που θα έφερνε στην Ελλάδα δρομείς μακρινών αποστάσεων από όλον τον κόσμο για να τρέξουν στα ίχνη του αρχαίου ημεροδρόμου Φειδιππίδη. Το 1983 οργανώθηκε ο υπερμαραθώνιος του Α' Διεθνούς ΣΠΑΡΤΑΘΛΟΝ με την συμμετοχή 45 δρομέων από 11 χώρες και την Ελλάδα. Από τότε ο αγώνας πραγματοποιείται κάθε Σεπτέμβρη γιατί τότε τοποθετεί χρονολογικά ο Ηρόδοτος την αποστολή του Φειδιππίδη στην Σπάρτη.

Οι δρομείς του ΣΠΑΡΤΑΘΛΟΥ ακολουθούν τη διαδρομή που χάραξε ο John Foden και η ομάδα του το 1982, βασιζόμενη στην περιγραφή του Ηρόδοτου για το κατόρθωμα του Αθηναίου ημεροδρόμου Φειδιππίδης που έφθασε στη Σπάρτη την επομένη της αναχώρησης του από την Αθήνα, καθώς και σε γνωστά ιστορικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Θεωρείται, δε, ως η πλησιέστερη της πορείας που ο Φειδιππίδης θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε πώς ο αγγελιοφόρος του Μιλτιάδη, ξεκινώντας από την Αθήνα, θα πέρασε από την αρχαία Ιερά Οδό μέχρι την Ελευσίνα. Κατόπιν θα ακολούθησε την Σκυρώνια Οδό, μια στρατιωτική οδό στις πλαγιές των Γερανίων Ορέων, και θα έφθασε στα Ίσθμια, τα Εξαμίλια και την Αρχαία Κόρινθο. Από εκεί θα πέρασε από την Αρχαία Νεμέα και αποφεύγοντας την Επικράτεια του Αργους που δεν είχε συμμαχία με την Αθήνα, θα προχώρησε προς τον ορεινό όγκο μεταξύ Αργολίδας και Αρκαδίας, θα αναρριχήθηκε στο Παρθένιο Όρος ( 1200μ.ύψους ), όπου είπε ότι συνάντησε τον θεό Πάνα, και κατεβαίνοντας από το βουνό θα κατευθύνθηκε προς την Τεγέα, μία τοποθεσία που αναφέρεται στην αφήγηση του Ηροδότου για τον Φειδιππίδη και θα συνέχισε νότια με κατεύθυνση τη Σπάρτη.

Σήμερα όλοι οι Έλληνες τρέχουν έναν αγώνα δρόμου με αντίπαλο τον κακό τους εαυτό, για να σώσουν την Ελλάδα από την πτώχευση, και τα παιδία τους από ένα δυσοίωνο μέλλον. Μία κοινωνία όμως πρώτα πτωχεύει πολιτισμικά και ηθικά, και μετά οικονομικά.!! 

Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουμε το μοναδικό προτέρημα να κριτικάρουμε τους πάντες εξαίροντας πάντα τον εαυτό μας. Για την θέση όμως της χώρας και των πολιτών της είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. !!!

Παραπομπή:

Σύμφωνα με την μυθολογία ο θεμελιωτής των Ολυμπιακών Αγώνων και του κότινου ως επάθλου, ήταν ο Ιδαίος Ηρακλής, ο οποίος φύτεψε για πρώτη φορά αγριελιά στην Ολυμπία. Ο Κρητικός Κουρήτης ή Ιδαίος Δάκτυλος Ηρακλής είχε φέρει την αγριελιά από την πατρίδα του, την Κρήτη. Ο Ιδαίος Ηρακλής είχε τέσσερα αδέρφια, τον Παιωναίο, τον Επιμίδη, τον Ιάσιο και τον Ίδα. Ο μεγαλύτερος αδερφός τους πήγε κάποια μέρα στην Ολυμπία για να τρέξουν. Ήταν ο πρώτος αγώνας δρόμου που έγινε στον κόσμο! Ο Ηρακλής στεφάνωσε τον νικητή με ένα κλαδί από την ελιά που είχε ο ίδιος φυτέψει εκεί. Κι από τότε έμεινε η συνήθεια να στεφανώνουν με κλαδιά στεφάνια αγριελιάς τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων. Πράγματι, το μοναδικό βραβείο («άθλον») για τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ένα στεφάνι φτιαγμένο από τον «κότινο», δηλαδή την άγρια ελιά. Ο κότινος καθιερώθηκε, ως έπαθλο, από τον Ίφιτο, ύστερα από χρησμό του Μαντείου των Δελφών, την έκοβε πάντα δε από την «Καλλιστέφανο» ελιά ένα μικρό αγόρι (του οποίου ζούσαν και οι δυο γονείς του). Το παιδί αυτό πήγαινε στην ελιά και έκοβε με χρυσό ψαλίδι τόσα ακριβώς κλαδιά όσα και τα αγωνίσματα των Ολυμπιακών. Έπειτα το πήγαινε στο ναό της θεάς Ήρας, όπου και τα τοποθετούσε πάνω σε χρυσελεφάντινη τράπεζα.