Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η ωραία Ελένη: ιέρεια της σελήνης και η μύηση των νεανίδων στην ενηλικίωση.

 

Αφορμής δοθείσης της φημολογιας ουτι στην «Οδύσσεια» του σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν, την Ωραία Ελένη θα ερμηνεύσει η Κενυατικής καταγωγής ηθοποιός Λουπίτα Νιόνγκο.*

Πριν γίνει «ωραία» στα τραγούδια των αοιδών, η Ελένη υπήρξε ιερή στη μνήμη των παλαιότερων ανθρώπων. Δεν γεννήθηκε πρώτα ως αιτία πολέμου, αλλά ως φως. Σαν αντανάκλαση του φωτός  της σελήνης (σέλας), επάνω στο νερό της νύχτας, σαν σεληνιακή λάμψη που διδάσκει τη σιωπή. Οι παλαιοί την ένιωθαν όχι απλώς γυναίκα, αλλά φορέα μιας δύναμης που προηγείται των βασιλέων και των όπλων: της δύναμης της Σελήνης.

Το όνομά της, έλεγαν, συγγενεύει με το σέλας, με τη λάμψη που αναδύεται από το σκοτάδι. Κι αν η φιλολογία στέκει επιφυλακτική, ο μύθος γνωρίζει καλύτερα: κάθε φορά που προφέρεται το «Ελένη», ακούγεται μαζί του ένας παλμός φωτός. Δεν είναι τυχαίο πως οι αρχαίοι τη φαντάστηκαν παιδί του κύκνου και του αυγού, τέκνο μιας ένωσης όπου το ζωικό, το ουράνιο και το ανθρώπινο συμπλέκονται.

Η Ελένη κουβαλά μνήμη αρχαιότερη από τον Όλυμπο. Ανήκει στην μητριαρχική εποχή όπου το θηλυκό δεν ήταν ακόμη σκιά του ανδρικού, αλλά κέντρο του κόσμου. Στη Μινωική Κρήτη, πριν υψωθούν τα ανάκτορα των βασιλέων, βασίλευε η μεγάλη  Θεά η Πότνια θέα των όφεων. Τα φίδια της ήταν σύμβολα της ανανέωσης, της ζωής που αλλάζει δέρμα. Από εκείνη τη ρίζα αναδύεται και η Ελένη, σαν ήπια συνέχεια μιας Μεγάλης Μητέρας που δεν χάθηκε, αλλά μεταμορφώθηκε.

Όταν οι Μυκηναίοι έφεραν μαζί τους την τάξη των ανδρών και των όπλων, η παλιά θεά δεν σβήστηκε. Έμαθε να φορά άλλα πρόσωπα: Άρτεμη στο δάσος, Δήμητρα στα στάχυα, Αφροδίτη στο κύμα, Αθηνά στον νου. Και η Ελένη στάθηκε ανάμεσά τους, σαν μεταιχμιακή μορφή, γυναίκα και σύμβολο μαζί. Εκείνη εκφράζει τη σύγκρουση: η σεληνιακή μνήμη απέναντι στο ηλιακό κράτος.

Κάποτε ο χρόνος μετριόταν με το φεγγάρι. Οι γυναίκες ήξεραν τις νύχτες καλύτερα από τους άνδρες, γιατί μέσα τους χτυπούσε ο ίδιος ρυθμός. Η Σελήνη δεν ήταν απλώς άστρο· ήταν δασκάλα. Κάτω από το φως της μύονταν τα κορίτσια. Όχι για να γίνουν υπάκουες, αλλά για να μάθουν να κατοικούν το σώμα τους.

Ο παραδοσιακός δεσμός ανάμεσα στη σελήνη και στην έμμηνο ρύση υπήρξε βαθύς στο λαϊκό φαντασιακό· ο κυκλικός ρυθμός της γυναίκας συνδεόταν με τις φάσεις του φεγγαριού και εντασσόταν στις τελετές που τιμούσαν το μυστήριο της σύλληψης και της γέννησης. Στις μυστικιστικές μύησες, ο ερωτικός πόθος θεωρείται προοίμιο της δημιουργίας· η σελήνη που ρυθμίζει τον κύκλο γίνεται σύμβολο της γονιμότητας και της μυστικής δυνατότητας να γεννηθεί ζωή — και οι τελετές της μύησης έχουν συχνά χαρακτήρα προετοιμασίας για το μυστήριο αυτό: σωστή φροντίδα, γνώση βοτάνων, σεβασμός του χρόνου του σώματος.

Η παράδοση λέει πως η Ελένη, ιέρεια της Σελήνης, έφτασε στη Ρόδο και στάθηκε μπροστά στον ναό του Ηλίου. Δίπλα, σιωπηλό, υπήρχε το παρεκκλήσι της αδελφής του, της Σελήνης. Εκείνη δεν ήρθε για να ανταγωνιστεί τον ήλιο, αλλά για να του θυμίσει τη νύχτα. Κάτω από έναν πλάτανο μάζευε τις νεαρές ψυχές και τις οδηγούσε απαλά από το παιχνίδι στη γνώση.

Τις δίδασκε να φροντίζουν το σώμα όπως φροντίζει κανείς έναν κήπο. Να πλένουν, να αρωματίζουν, να θεραπεύουν με βότανα. Το σαραντοβότανο, το ψυλλόχορτο, το ελένειο, δεν ήταν απλώς φυτά· ήταν λόγος της γης που περνούσε στο αίμα. Η μύηση δεν ήταν φόβος, αλλά τρυφερή μαθητεία.

Όταν η τελετή τελείωνε, τα κορίτσια κρεμούσαν στον πλάτανο την κουτσούνα τους, την πάνινη πλαγώνα της παιδικής ηλικίας. Δεν την πετούσαν· την αφιέρωναν. Και έπαιρναν ρόκα και σφοντύλι. Όχι γιατί έπρεπε να δουλεύουν, αλλά γιατί έπρεπε να υφαίνουν τον χρόνο τους.

Το δρώμενο το είπαν αργότερα Ελενοφόρεια. Και την τιμούσαν ως Ελένη Δενδρίτιδα, δεμένη με το δέντρο όπως η ψυχή με τη ρίζα της. Ο Παυσανίας (Ελλάδος Περιήγησις Γ΄, 19, 9–10), 

περιηγητής των ιερών μνημών, ψιθυρίζει πως στη Θεράπνη υπήρχε ιερό της Ελένης και πως την έλεγαν Δενδρίτιδα, δεμένη με τον πλάτανο όπως η ψυχή με τη ρίζα της.

Στις νουμηνίες, όταν γεννιόταν το νέο φεγγάρι, η Ελένη μιλούσε για τον έρωτα όχι ως πάθος τυφλό, αλλά ως προανάκρουσμα της δημιουργίας. Η Σελήνη, έλεγε, έβαλε στη γυναίκα τον ρυθμό, για να μην χαθεί μέσα στις μεταμέλειες.

Τρία μεγάλα φεγγάρια του καλοκαιριού, έλεγαν, κατεβαίνουν ακόμη σαν αόρατες νύμφες ή νεράιδες που θυμίζουν πως η πρόνοια δεν είναι μοίρα, αλλά στάση ζωής: φροντίζω, άρα προστατεύομαι. Σημειώνεται, όμως, ότι οι μορφές της «νύμφης» και της «νεράιδας» όπως τις συναντάμε σε μεταγενέστερο λαϊκό αφήγημα είναι προϊόντα μακράς λαϊκής μεταπλασίας· οι νεότερες αυτές μορφές έχουν διαμορφωθεί και επηρεαστεί από τις χριστιανικές μετασχηματίσεις του λαϊκού φαντασιακού, μεταφέροντας παλαιότερα, σεληνιακά σύμβολα σε νέο πλαίσιο.

Η Ελένη πέθανε κάτω από τον πλάτανο, όμορφη όπως έζησε. Ο τόπος έγινε κήπος. Φυτεύτηκαν βότανα, άνθη, μνήμες. Στα Κύθηρα, στην Πελοπόννησο, η μορφή της δεν έσβησε. Δεν ήταν μόνο γυναίκα της Τροίας. Ήταν δασκάλα της μετάβασης.

Και έτσι η Ελένη μένει όχι ως αιτία πολέμου, αλλά ως μυσταγωγός του φωτός της νύχτας, εκεί όπου η γυναίκα, η φύση και ο χρόνος ενώνονται σε έναν παλαιό, σεληνιακό κύκλο ζωής.

🔗 * Παραπομπή: Τα Ομηρικά έπη είναι προϊόν συγκεκριμένου ιστορικού, γεωγραφικού και πολιτισμικού ορίζοντα. Οι περιγραφές σωμάτων, χρωμάτων, καταγωγών δεν είναι τυχαίες ούτε ουδέτερες. Η ανάγνωση που αγνοεί αυτό το πλαίσιο δεν «ανοίγει» τον Ομηρο· τον μεταφράζει στη γλώσσα των σύγχρονων ιδεολογικών αγωνιών μας. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν επιτρέπεται μια τέτοια αναπαράσταση, αλλά τι ακριβώς υπηρετεί.Γιατί μαύρη Ελένη; Τι κερδίζουμε ερμηνευτικά; Αν η απάντηση είναι η ορατότητα ή η συμβολική αποκατάσταση, τότε βρισκόμαστε ήδη εκτός φιλολογίας και εντός πολιτισμικής πολιτικής. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κατακριτέο – αρκεί να δηλώνεται καθαρά. Διαφορετικά, οδηγούμαστε σε παράδοξα: θα θέλαμε να δούμε λευκό τον αρχηγό των Ζουλού που κατατρόπωσε τους Βρετανούς; 

- Χρήστος Κ. Τσαγγάλης. Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, ΑΠΘ, τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, αντεπιστέλλον μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: