Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο μύθος του Πανός, και η μύηση της φύσης.

📜Το ακόλουθο κείμενο αποτελεί συγχρονη μυθοπλασία· μια αφήγηση εμπνευσμένη από αρχαίες μνήμες και αρχέγονες τελεστικές μορφές. Ο μύθος που ακολουθεί· είναι  δημιούργημα της  φαντασίας μου, που προσδοκά να ανασυνθέτει την παλιά αίσθηση του ιερού, με σεβασμό στην παράδοση και στην παλαιά μυσταγωγική πρακτική.

Ας μεταφερθούμε νοερά σε χρόνους αρχέγονους, στη μυστική Αρκαδία, όταν οι άνθρωποι της γης εκείνης ονομάζονταν προσέλληνοι — τόσο παλαιοί, ώστε έλεγαν πως προϋπήρχαν ακόμη και της σελήνης ως μετρητή του χρόνου. Ζούσαν μέσα σε έναν κόσμο όπου η φύση δεν ήταν τοπίο αλλά συγγένεια· το δάσος δεν ήταν ύλη αλλά μήτρα.

Πριν ακόμη καταλληθεί η μητριαρχική τάξη, τον καιρό που κυριαρχούσε η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας, οι άνθρωποι ζούσαν νομαδικά, από το κυνήγι και τη συλλογή. Ο κύκλος της ζωής και του θανάτου γινόταν αντιληπτός κυρίως μέσα από το αίμα του κυνηγιού και του θηράματος. Όμως οι γυναίκες γνώριζαν βαθύτερα μυστήρια. Στις σπηλιές, υπό το φως της σελήνης, μυούσαν τα νεαρά κορίτσια στα άρρητα: ότι το αίμα δεν είναι μόνο τέλος αλλά και αρχή· ότι μέσω της εμμήνου ρήσεως και των σεληνιακών κύκλων έρχεται η κύηση και η νέα ζωή.

🌒Η σελήνη δίνει και η σελήνη παίρνει.

Με το πέρασμα των αιώνων, η Μεγάλη Μητέρα έλαβε νέα μορφή: έγινε η Άρτεμις, κυρία των θηρών, προστάτιδα των δασών, του κυνηγιού και των μεταβάσεων. Οι γηραιές γυναίκες της φυλής ήταν οι ιέρειές της. Αυτές φύλασσαν τη μνήμη, αυτές τελούσαν τις μυήσεις.

Σε μια μικρή ομάδα της Αρκαδίας ζούσε μια τέτοια ιέρεια. Είχε έναν γιο, τον Πανίερο. Το όνομά του σήμαινε «ο παντελώς ιερός», μα η μοίρα του φαινόταν ταπεινή: είχε πρόβλημα στην κίνηση των ποδιών και δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους άνδρες στο κυνήγι. Έτσι αποξενώθηκε από την ανδρική κοινότητα, που όριζε την αξία με βάση τη δύναμη και την κυνηγετική επιτυχία.

Όμως ό,τι θεωρείται αδυναμία συχνά γίνεται πύλη μύησης.

Ο Πανίερος περνούσε ώρες στο ιερό σπήλαιο της Μεγάλης Μητέρας. Εκεί παρακολουθούσε σιωπηλά τις τελετές των γυναικών. Η μητέρα του, διακρίνοντας τη βαθιά του ευαισθησία, τον μύησε στα μυστικά που ως τότε παρέμεναν απρόσιτα στους άνδρες: στη γνώση του αίματος ως φορέα ζωής, στη σημασία της κυκλικότητας, στη μυστική συγγένεια ανθρώπου και θηρίου.

Οι άνδρες σε αντίθεση με τις γυναίκες που το αίμα σήμαινε πύλη ζωής, είχαν συνηθίσει την οσμή του αίματος μόνο ως οσμή θανάτου. Θυσίαζαν ζώα για να μετέχουν στο θαύμα της ζωής, μα έφερναν μόνο τέλος. Δεν κατανοούσαν ότι η ζωή δεν κατακτάται με βία, αλλά γεννιέται μέσα από ρυθμό και μέτρο.

Μια ημέρα, από τον βράχο πάνω από τη σπηλιά, έπεσε ένα αγριοκάτσικο και έσπασε το πόδι του. Ο Πανίερος το βρήκε να σπαρταρά. Αναγνώρισε σε αυτό τον εαυτό του. Αντί να το παραδώσει στους κυνηγούς, το έκρυψε και το φρόντισε.

Η πράξη αυτή ήταν η πρώτη του αληθινή μύηση: η μετατροπή του κυνηγού σε φύλακα.

Πέρασαν κύκλοι πολλοί της σελήνης. Το ζώο θεραπεύτηκε και εξοικειώθηκε με την παρουσία του. Έγινε μεγαλόσωμος τράγος και δεν έφυγε ποτέ από κοντά του. Σταδιακά προστέθηκαν κι άλλα ζώα. Ο Πανίερος έγινε ο πρώτος κτηνοτρόφος της Αρκαδίας.

Η γνώση αυτή έμεινε μυστική. Μόνο η μητέρα του τη γνώριζε. Εκείνη προέβλεψε πως ο γιος της είχε υπερβεί τον παλαιό τρόπο ζωής. Δεν κυριαρχούσε στη φύση — συνδιαλεγόταν μαζί της.

Όταν ήρθε η ώρα της τελικής μετάβασής της στον κόλπο της Μεγάλης Μητέρας, έκανε το ανήκουστο: αντί να ορίσει διάδοχο μία γυναίκα της φυλής, έχρισε τον Πανίερο φύλακα του ιερού.

Η φυλή αντέδρασε. Πώς ένας άνδρας —και μάλιστα «ατελής»— να ηγηθεί των μυστηρίων;

Τότε ο Πανίερος οδήγησε το εξημερωμένο κοπάδι του στο ιερό της Άρτεμις. Μπροστά προχωρούσε ο μεγαλόσωμος τράγος, αγέρωχος· δίπλα του βάδιζε ο ίδιος. Από μακριά, το θέαμα φαινόταν υπερφυσικό. Ως τότε, τα θηρία ήταν άγρια και φοβικά. Δεν περπατούσαν δίπλα σε άνθρωπο. Από μακρυά φαινόταν ένας τράγος με κορμό ανθρώπου.

Οι άνθρωποι πάγωσαν. Είδαν έναν νέο τύπο ύπαρξης: άνθρωπο και ζώο σε αρμονία. 

Εκεί, μπροστά στον ναό, ο Πανίερος φύσηξε έναν απλό αυλό από καλάμι —ήχο που έμαθε στη σπηλιά. Ο ήχος δεν καλούσε σε θυσία· καλούσε σε συνύπαρξη. Τα ζώα δεν διασκορπίστηκαν. Έμειναν.

🌀Η στιγμή εκείνη θεωρήθηκε επιφάνεια.

Η φυλή όχι μόνο ακολούθησε το παράδειγμά του και έγινε κτηνοτροφική· τον τίμησε με νέο όνομα: Πάνας — ο ιερός της ολότητας, εκείνος που ενώνει τα πάντα.

Δεν ήταν πλέον απλώς άνθρωπος. Ήταν αρχή πολιτισμού. Η μετάβαση από το διαρκές κυνήγι στη σταθερή εγκατάσταση, από την αδιάκοπη αιματηρή αναζήτηση τροφής στην αυτάρκεια, άλλαξε τον ρυθμό της ανθρώπινης ζωής για πάντα.

Με τα χρόνια, η μορφή του Πάνα έλαβε συμβολικά χαρακτηριστικά: κέρατα, τραγίσια σκέλη, άγρια όψη. Όχι ως τέρας, αλλά ως υπενθύμιση της ενότητας ανθρώπου και ζώου. Ο ήχος του αυλού του έγινε σύμβολο της άρρητης επικοινωνίας με τη φύση.

Η λατρεία του διαδόθηκε πέρα από την Αρκαδία, σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μα στον πυρήνα της παρέμεινε η αρχική μυσταγωγία:

ότι η αληθινή ιερότητα δεν βρίσκεται στην κυριαρχία επί της φύσης, αλλά στη συμφιλίωση με αυτήν.

Ο Πάνας δεν γεννήθηκε ως θεός· έγινε.

Και έγινε τη στιγμή που ο άνθρωπος έπαψε να βλέπει το θηρίο ως εχθρό και άρχισε να το αναγνωρίζει ως συγγενή.

Έτσι, στην καρδιά της Αρκαδίας, μέσα σε σπηλιές και σεληνιακούς κύκλους, γεννήθηκε όχι μόνο ένας θεός, αλλά ένας νέος τρόπος να κατοικεί ο άνθρωπος τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: