Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Περιπέτειες στον Όλυμπο, Δίας και Ευρώπη

Μέρος Τρίτο, Ευρώπη και Δίας

To  ευθυμογράφημα  που ακολουθεί, βασίστηκε στον σατιρικό τρόπο γραφής του Λουκιανού του Σύρου (125 - 180 μ.Χ.). Ο Λουκιανός ήταν ρήτορας και σατιρικός συγγραφέας, δημιουργός του σατιρικού διαλόγου, και από τους σημαντικότερους Αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής. Ο λόγος του Λουκιανού είναι αιχμηρός και διεισδυτικός, και χρησιμοποιεί κατά κόρον τον διάλογο για να σατιρίσει, να καυτηριάσει και να αναπτύξει τα θέματα που της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας. Η προσπάθεια που ακολουθεί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την πρωτοτυπία και την αξία των έργων του Λουκιανού ή οποιουδήποτε άλλου αρχαίου Έλληνα συγγραφέα. Αποτελεί  απλώς ένα σατιρικό κείμενο το οποίο αντλεί την έμπνευση του, από την μαγευτική και ανεξάντλητη αρχαία Ελληνική μυθολογία.  Οι αναγνώστες του κειμένου θα πρέπει να το εκλάβουν ως τέτοιο και μόνο. Το κείμενο θα αναρτάται σε συνέχειες.




Αυτό τον καιρό είχε μαθευτεί πως ο Δίας είχε βάλει στο «μάτι», μία ξακουστή για την ομορφιά της  πριγκίπισσα, με τεράστια αμυγδαλωτά μάτια, την Ευρώπη, κόρη του βασιλιά Αγήνορα, ο οποίος ήταν βασιλιάς της Τύρου της Φοινίκης. Η Ευρώπη ήταν ξακουστή για την ομορφιά της και όπως είναι φυσικό,  ο Δίας  βάλθηκε να την αποκτήσει καταστρώνοντας σχέδιο απαγωγής της.  

Το βράδυ πριν την απαγωγή της, η Ευρώπη είδε ένα παράξενο όνειρο, τυχαίο; Μάλλον όχι, αλλά η Ευρώπη δεν το γνώριζε... Στο όνειρο,  αυτό βρισκόταν λέει η Ευρώπη  ανάμεσα σε δύο μεγάλης ηλικίας άγνωστες σε αυτήν  γυναίκες, οι οποίες εκπροσωπούσαν  δυο ηπείρους, με την απέραντη θάλασσα να τις χωρίζει.. Τη μια τη γνώριζε, ήταν η Ασία, η ήπειρος όπου κατοικούσε, η άλλη όμως, της ήταν άγνωστη. Οι δυο γυναίκες μαλλιοτραβιόντουσαν και τσίριζαν μανιασμένα για το ποια θα έπαιρνε στην μεριά της την όμορφη   Ευρώπη. Στο τέλος με τη βοήθεια του Δία νίκησε η άγνωστη γυναίκα, η αντίπαλος της Ασίας.

Η Ευρώπη ξύπνησε τρομαγμένη από τον εφιάλτη, και  αργότερα μαζί με φίλες της  πήγαν να μαζέψουν λουλούδια σε ένα  λιβάδι. Ξάφνου και ενώ οι όμορφες κοπέλες μάζευαν λουλούδια, χόρευαν και τραγουδούσαν ξαφνικά σκάει μύτη από το πουθενά, ένας ήμερος υπέροχος άσπρος  ταύρος,  με   χρυσά κέρατα. Ομορφιά, χρυσός και δύναμη, τι άλλο θέλουν οι γυναίκες.. Τρέχουν λοιπόν όλες οι τσούπρες κουνάμενες και σεινάμενες, για να θαυμάσουν και να χαϊδέψουν τον επιβήτορα. Ο μεταμορφωμένος Δίας  είχε μάτια  μόνο για την Ευρώπη, πλησιάζει λοιπόν την Ευρώπη και ξαπλώνει στα πόδια της, τρίβοντας την μουσούδα του στην μέση της, ωθώντας την να ανέβει στην ράχη του. 

Ο Διό - ταυρος τότε πετάχτηκε επάνω  και καλπάζοντας  προς την θάλασσα, πέταξε προς τις  ακτές της Κρήτης εκεί όπου, είχε κρυφά μεγαλώσει στο «Δικταίον άντρον». Και είχε μεγαλώσει κρυφά διότι ο Πατέρας ο Κρόνος κατάπινε όσα παιδιά γεννούσε η σύζυγός του Ρέα, καθώς φοβόταν ο έρμος,  ότι θα  πραγματοποιηθεί η προφητεία του πατέρα του, του Ουρανού, η οποία έλεγε ότι κάποιο από τα παιδιά του θα του έπαιρνε το θρόνο. Και επειδή η Ρέα δεν μπορούσε να αλλάξει τη γνώμη του Κρόνου, ζήτησε τη συμβουλή των γονέων της.  Οι γονείς της την συμβούλεψαν να πάει  στην πόλη Λύκτο της Κρήτης όπου εκεί στο όρος Δίκτη, στο Δικταίο άντρο, γέννησε κρυφά το Δία. 

Την ανατροφή του νεογέννητου Δία οι κόρες του Κουρήτη Μελισσέα, η Ίδη και η Αδράστεια, οι καλούμενες και ιερές Μητέρες. Η Ίδη μάλιστα του χάρισε το πρώτο του παιχνίδι. Μια κρυστάλλινη σφαίρα που όταν την πετούσε ψηλά άφηνε λαμπρές πολύχρωμες γραμμές στον αέρα, όπως τα άστρα του ουρανού.
.
Ο Δίας μεγάλωνε πίνοντας γάλα από μια αίγα (κατσίκα), την καλούμενη Αμάλθεια και τρώγοντας μέλι από τα μελίσσια που υπήρχαν εκεί και επίσης με αμβροσία και νέκταρ, δηλαδή με το φαγητό και το ποτό των αθανάτων, που κουβαλούσαν ολόλευκα περιστέρια και ένας αετός. Κάποια μέρα ο Δίας από απροσεξία και επειδή δεν μπορούσε να ελέγξει τη θεϊκή του δύναμη, έσπασε ένα κέρατο της Αμάλθειας. Λυπήθηκε τόσο πολύ το ζημιάρικο το βρέφος που για να παρηγορήσει το ευλογημένο ζώο, έδωσε το κέρατο στη Νύμφη Αμάλθεια, αφού πρώτα το προίκισε με μαγικές ιδιότητες. Αυτός που το είχε, αρκούσε μόνο να κάνει μια ευχή και αμέσως εμφανίζονταν μπροστά του όλα τα καλά του κόσμου. Από τότε έμεινε γνωστό ως «κέρας της Αμάλθειας» ή «κέρας της Αφθονίας». 
 .
Όταν η κατσίκα γέρασε και πέθανε από το δέρμα της έφτιαξε την παντοδύναμη «αιγίδα του», που ήταν το πιο σημαντικό όπλο του στην Τιτανομαχία. Την προστασία του Δία είχαν αναλάβει οι Ιδαίοι Δακτύλοι, οι οποίοι αργότερα μετονομάστηκαν σε Κ(ου)ρήτες –Κρήτες. Οι Κουρήτες, για να αποφύγουν κάποια ανεπιθύμητη επίσκεψη του Κρόνου εξαιτίας του κλάματος του βρέφους, κάθε φορά που ο Δίας έκλαιγε, χόρευαν και συνάμα χτυπούσαν με τα δόρατα ή τα σπαθιά τους τις ασπίδες τους,  και έτσι ο Κρόνος δεν μπορούσε να ακούσει το κλάμα του μωρού

Όταν η Ρέα επέστρεψε στον Όλυμπο, ο σύζυγό της ο Κρόνος, επειδή είχε μάθει τα καθέκαστα, της ζήτησε να δει το παιδί,  και εκείνη του έδωσε μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, σαν να ήταν το παιδί του και εκείνος την καταβρόχθισε και την οποία μετά ξέρασε στον Παρνασσό. Έτσι λοιπόν την γλύτωσε ο Δίας, αλλά όλα εδώ πληρώνονται. Η ίδια προφητεία που έκανε τον Κρόνο να καταπίνει τα παιδιά του, ίσχυε και για το Δία, γι’ αυτό όπως είδαμε στην αρχή της ιστορίας μας ο Δίας κατάπιε την Μήτιδα, και γέννησε την Αθηνά μονάχος του. 

Ο Διό – ταύρος λοιπόν με την έντρομη Ευρώπη γαντζωμένη από τον φόβο της απρόσμενης απαγωγής,  των χαμηλών πτήσεων και των κενών αέρος, κατέληξε από την μία στην άλλη, σε μία θεϊκή ερωτική φωλιά στο Ιδαίον Άντρο. Την ερωτική φωλίτσα την είχαν φροντίσει με περίσσια τέχνη και φροντίδα, κεράκια, λουλουδάκια, κ.λ.π., οι Ώρες. Ήταν «άβγαλτη» η Ευρώπη και ήθελαν να την καλοπιάσουν. Ο Δίας έμπειρος πήρε την Θεϊκή μορφή του, την σαγήνευσε, και χωρίς να βιάζεται της αφιέρωσε ώρες, πριν κάνει την ερωτική του επίθεση. Ήξερε πολύ καλά έξαλλου πως «Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι».

Τρεις ημέρες χάρηκαν τον παράνομο (τουλάχιστον για τον Δία), έρωτα τους στο σπήλαιο το ζευγάρι, καθώς η Ήρα καιροφυλακτούσε. Ο Δίας έπρεπε να εγκαταλείψει την ερωτική του φωλίτσα, αλλά μη θέλοντας να αφήσει μόνη της την Ευρώπη, η οποία  ήταν ήδη  σε εν Διαφέρουσα κατάσταση από τον Δία με τρεις γιους,  τον  Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα, την πάντρεψε με τον βασιλιά της Κρήτης  Αστέριο. Της έκανε επίσης  τρία μοναδικά δώρα : έναν χάλκινο γίγαντα, τον Τάλω το πρώτο ρομπότ , για να προστατεύει τόσο την Ευρώπη, όσο και ολόκληρη την Κρήτη, ένα χρυσό σκύλο τον Λαίλαπα ή Λαίλαψ, από τον  οποίο κανένα θήραμα δεν μπορούσε να ξεφύγει,  και μια φαρέτρα με βέλη, που ποτέ δεν αστοχούσαν.  

Και όχι μόνο αυτό. Προς τιμήν της Ευρώπης όπως ο Δίας  έδωσε στην ήπειρο στην οποία ζούσε, το όνομα Ευρώπη.  Ο αναπληρωματικός θνητός σύζυγος της Ευρώπης, τον οποίο διόρισε ο Δίας να τον αντικαταστήσει καταγόταν  άμεσα από τον  μυθικό Έλληνα,  ο οποίος ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας.  Ας τα πάρουμε όμως με την σειρά…


 Τέλος τρίτου μέρους. Σύνδεσμος στο πρώτο μέρος εδώ.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

Περιπέτειες στο Όλυμπο. Ήφαιστος

To  ευθυμογράφημα  που ακολουθεί, βασίστηκε στον σατιρικό τρόπο γραφής του Λουκιανού του Σύρου (125 - 180 μ.Χ.). Ο Λουκιανός ήταν ρήτορας και σατιρικός συγγραφέας, δημιουργός του σατιρικού διαλόγου, και από τους σημαντικότερους Αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής. Ο λόγος του Λουκιανού είναι αιχμηρός και διεισδυτικός, και χρησιμοποιεί κατά κόρον τον διάλογο για να σατιρίσει, να καυτηριάσει και να αναπτύξει τα θέματα που της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας. Η προσπάθεια που ακολουθεί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την πρωτοτυπία και την αξία των έργων του Λουκιανού ή οποιουδήποτε άλλου αρχαίου Έλληνα συγγραφέα. Αποτελεί  ένα σατυρικό κείμενο το οποίο αντλεί την έμπνευση του, από την μαγευτική και ανεξάντλητη αρχαία Ελληνική μυθολογία.  Οι αναγνώστες του κειμένου θα πρέπει να το εκλάβουν ως τέτοιο και μόνο. Το κείμενο θα αναρτάται σε συνέχειες.




Μέρος  δεύτερο:  Ήφαιστος

Μετά από την ετυμηγορία, όλοι  οι Θεοί επέστρεψαν στον Όλυμπο, ή όπου αλλού η  ανάγκη τους είχε ορίσει. Είχε έρθει η ώρα  να αντιμετωπίσει ο Δίας την Ήρα. Έως τώρα είχε αποφύγει με τα κόλπα του την μουρμούρα της,  η ώρα όμως ζύγωνε για της Ήρας την οργή. Σαν στο Θεϊκό παλάτι φτάσανε, ξεκίνησε η μπόρα.  Αφού αρχίζει να ξεσπά σε ότι έβρισκε μπροστά της, μέχρι και στα αυτόματα που της είχε κάνει δώρο ο γιος της ο Ήφαιστος  για να την υπηρετούν,  αρχίζει τον εξάψαλμο  στον Δία, η  Ήρα: 

- «Δία  Άναξ,  σύζυγε πατέρα Θεών και ανθρώπων,  τρανό και υπεράνω όλων περνάς τον εαυτό σου.  Τους άλλους μπορεί να ξεγελάς, εγώ όμως  την κλίνη μου μοιράζομαι χρόνια η άτυχη μαζί σου, και σε έχω δει κακομοίρη μου όπως κανένας άλλος. Δεν φτάνει που την πίστη σου δεν έχω δεδομένη, όχι μόνο σε Θεές μα και σε θνητές  τον γόνο σου ξεδιάντροπα μοιράζεις. Και σαν αυτό να μην έφτανε, τώρα μόνος σου  Παιδιά μονάκριβα στον κόσμο τούτο φέρνεις. Εμένα δεν με σκέφτεσαι, καθόλου δεν με λογαριάζεις; Ξεχνάς πως πρώτη και εγώ Θεά είμαι ανάμεσα στον Όλυμπο μα και ανάμεσα στους ανθρώπους;»  

- «Ήρα  Θεά του γάμου και προστάτιδα των γυναικών, την τύχη σου μην την πιέζεις. Ξέρεις πολύ καλά πως αυτό δεν το έκανα από γινάτι, αλλά από ανάγκη να μην πάθω αυτό που έπαθε ο πατέρας μας από εμένα. Ξέρεις τι έλεγε ο χρησμός,  τι ήθελες να κάνω; Πρώτη Θέα ανάμεσα στις άλλες είσαι. Τις καλύτερες σπονδές εσύ από όλες τις Θεές,  απ’ τις θνητές γυναίκες παίρνεις.  Τι με ζαλίζεις  συνεχώς με τα καμώματα  μου; Την αντρική την φύση μου πως θες να ξεπεράσω;  Και αν καμία φορά ξεστρατώ σε σένα πάντα δεν γυρίζω; Νομίζεις πως καλοπερνώ τον γόνο μου όταν σπέρνω;»

- «Περίσσιο είναι  το θράσος σου  να θέλεις να με πείσεις,  πως τα λυγερά κορμιά δεν θέλεις να  αγαπήσεις». 

- « Εμείς οι άντρες Ήρα μου,  μικρή απόλαυση έχουμε για αυτό και το κυνηγούμε…»

- «Τι λες βρε ξεδιάντροπε, σαρδανάπαλε, ξεμωραμένε; Εσύ τα κανόνισες έτσι,  ώστε και την απόλαυση να έχετε  και τις αρπαχτές σας να κάνετε, και να βγαίνετε και από πάνω. Όχι αγάπη μου φτάνει πια, υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια!»

- «Στο λέω και είναι σίγουρο, εσείς έχετε όλη την απόλαυση, για εμάς μένει λίγη». 
.
- «Αν θωρείς πως με έπεισες βαθιά είσαι νυχτωμένος, αν δεν σ’ άρεσε όπως λες  πολύ,  δεν θα έφευγες όλη την ώρα».

- «Αν στα δικά μου λόγια εκτίμηση δεν βάζεις,  σου έχω ουδέτερη φωνή θνητού απόδειξη για  να ‘χεις».

- «Και ποιος είναι αυτός που απόδειξη ατράνταχτη  έχει;»

- «Ο  Τειρεσίας  που έχει υπάρξει και άντρας και γυναίκα,  ξέρει ποιος χαίρεται τον έρωτα καλύτερα, και αυτό θα ομολογήσει. Την ιστορία θαρρώ την ξέρεις. Κάποτε  ο Τειρεσίας ενώ περπατούσε στο όρος Κυλλήνη,  συνάντησε δύο φίδια που ζευγάρωναν.  Τα φίδια ενοχλήθηκαν και κίνησαν κατά πάνω του.  Τότε εκείνος σήκωσε το ραβδί του,  και  χτύπησε το θηλυκό το φίδι. Μόλις το φίδι ψόφησε, ο Τειρεσίας μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε  γυναίκα. Επτά  χρόνια αργότερα, ο Τειρεσίας ως γυναίκα πια,  βρέθηκε πάλι να περπατάει στο ίδιο ακριβώς σημείο του βουνού. Είδε και πάλι  μπροστά του δύο ακριβώς ίδια φίδια, όπως και παλαιότερα, να ζευγαρώνουν. Αυτήν την φορά ο Τειρεσίας, χωρίς δισταγμό, σήκωσε το ραβδί του,  και θανάτωσε το αρσενικό  φίδι. Ακριβώς την ίδια στιγμή που το αρσενικό φίδι πέθαινε, ο Τειρεσίας  ξαναέγινε  και πάλι άντρας!» 

Αφού το σκέφτηκε λιγάκι, η  Ήρα σίγουρη για  την γνώμη της, είπε στον Δία χωρίς να τον κοιτά : 

- «Πολύ καλά πες του Ερμή του γοργοπόδαρου, μπροστά μας να τον φέρει».
.
Ο Ερμής δεν άργησε  κατά όπως είπαν οι Θεοί, στον Όλυμπο τον Τειρεσία να φέρει. ‘Έτρεμε από τον φόβο του ο Τειρεσίας, τι του έμελε να πάθει, κριτής αυτός ο δύσμοιρος σε Θεϊκό καβγά, ποιανού το μέρος να πάρει;  Κατάλαβε ο Δίας, το δίλημμα του Τειρεσία και του  ‘πε να μην διστάσει την αλήθεια μόνο να πει, γιατί το ψέμα δεν ξεγελά τους Θεούς. Ο κακορίζικος τι έπαθα, δεν μου ‘φτάνε το πάθημα να αλλάζω φύλλο χωρίς να θέλω, τώρα  μπροστά στον θρόνο του Ολύμπου εγώ εδώ να τρέμω σκέφτηκε με τρόμο.

- «Άστα αυτά θνητέ,  και την αλήθεια πες μας», του είπε κοφτά η Ήρα. 

- «Την αλήθεια δεν τολμώ να πω, μα τον Δία Ήρα, αλλά με ένα τρόπο απλό,  μόνοι σας μπορείτε να ανακαλύψετε, ότι  θέλετε να μάθετε. Πάρτε το μικρό δάχτυλο της παλάμης σας και τρίψτε το μέσ’ το αυτί σας. Ποιο αισθάνεστε καλύτερα το δάκτυλο ή το αυτί; Το αυτί  το δίχως άλλο, ...νομίζω…», είπε με τα μάτια χαμηλωμένα, μην τυχόν και αντικρίσει της Ήρας την ματιά….! Ο Δίας  ξέσπασε στα γέλια, ασυγκράτητος διπλώθηκε στα δύο, η Ήρα κοκκίνισε από το κακό της.

-«Εξαφάνισε τον από μπροστά μου», τσίριξε στον Ερμή. Ο δε Τειρεσίας τα έκανε επάνω του, που να ήξερε πως για αυτή του την ομολογία θα έχανε το φως του. Έτσι τον τιμώρησε η  Ήρα . Ο  Δίας για να του απαλύνει τον πόνο,  του έδωσε το χάρισμα της μαντικής και της ενόρασης. Τέτοιο ήταν το ξέσπασμα της Ήρας,  που ο  γιος της ο Ήφαιστος από τις φωνές  της, ήρθε να δει τι συμβαίνει.  
.
- «Τι έγινε πάλι  μητέρα,  οι φωνές σας ακούγονται σε ολάκερη την  πλάση. Πατέρα τι της έκανες πάλι; Δεν την λυπάσαι λίγο;»

Τα πήρε στο κρανίο ο Δίας,  πολλά του είχε μαζεμένα,  ήταν το χαϊδεμένο παιδί της μάνας του. Και όχι μόνο αυτό, δεν φτάνει που έπαιρνε πάντα το μέρος της, ήταν τόσο κακομούτσουνος  και άσχημος,  που δεν μπορούσε να είναι δικός του σπόρος. Άστραψε και βρόντηξε ο  Όλυμπος. Ποιος είδε τον Δία και δεν φοβήθηκε; Πιάνει με μιας  τον Ήφαιστο από το πόδι,  τον στριφογυρίζει στον αέρα,  και τον πετάει από τον Όλυμπο.

Ο Ήφαιστος στριφογύριζε στον αιθέρα για εννέα ημέρες, έως ότου ζαλισμένος έσκασε άγαρμπα και με κρότο  στον λόφο Μόσυχλο της Λήμνου. Από την ζαλάδα και την άγαρμπη πτώση του,  έσπασε το πόδι του, για αυτό και - αν και Θεός- , κούτσαινε. Οι κάτοικοι του νησιού  πανικοβλήθηκαν από τον κρότο της πτώσης  του Ηφαίστου, και έτρεξαν στο βουνό για να δουν τι είχε συμβεί. Εκεί είδαν τον Θεό σε κακά χάλια, και τον περιποιήθηκαν. 

Οι κάτοικοι της Ανεμόεσσας Λήμνου, αποδείχθηκαν πολύ  φιλόξενοι στον Θεϊκό επισκέπτη τους,  για αυτό και ο Ήφαιστος όχι μόνο τους δίδαξε την τέχνη της μεταλλουργίας, αλλά τους χάρισε και τον διάσημο φαρμακευτικό πηλό την Λημνία γη, την οποία και ο ίδιος έβαζε στο πονεμένο πόδι του. Τον διάσημο αυτό πηλό  τον εξόρυσσαν οι ιέρειες της Αρτέμιδος  την 6η ημέρα του μηνός «Μουνιχιώνος» (Μαΐου). Τον πηλό αυτό από το όρος Μόσυχλο, το μάζευε η ιέρεια της Αρτέμιδος μετά από ορισμένες τοπικές εθιμικές τελετές, στις οποίες δεν θυσίαζαν  ζώα,  αλλά αντίθετα σκόρπιζαν σιτάρι και κριθάρι πάνω στο έδαφος. 

Στην συνέχεια οι ιέρειες  έπλαθαν σε μικρά δισκία  τον φαρμακευτικό αυτό πηλό, και τον σφράγιζαν με τη σφραγίδα της Αρτέμιδος. Από τότε η Λήμνος αποτελούσε το μοναδικό μέρος του πλανήτη το οποίο αποτελούσε μόνιμη κατοικία ενός Ολύμπιου Θεού. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο απέφευγε και τον πατέρα του, ο οποίος συνέχιζε το βιολί του. Όπου όμορφη νεαρή παρθένα, ο Δίας πρώτος να γευτεί τον κήπο της. Η Ήρα το είχε πάρει πια απόφαση, όλα στην ζωή έχουν ένα τίμημα, ήταν η πρώτη ανάμεσα στις Θεές σύζυγος  του  αρχηγέτη Δία, βασιλιά του Ολύμπου, συνεπώς έκανε τα στραβά μάτια, κάνοντας την ζωή δύσκολη των θνητών όπου την έπαιρνε, όπως παραδείγματος χάριν με τον Ηρακλή, στην οποία ο ήρωας χρωστούσε το όνομα του.


Τέλος δεύτερου μέρους. Σύνδεσμος στο πρώτο μέρος εδώ.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Περιπέτειες στο Όλυμπο. Αθηνά και Ποσειδώνας



To  ευθυμογράφημα  που ακολουθεί, βασίστηκε στον σατιρικό τρόπο γραφής του Λουκιανού του Σύρου (125 - 180 μ.Χ.). Ο Λουκιανός ήταν ρήτορας και σατιρικός συγγραφέας, δημιουργός του σατιρικού διαλόγου, και από τους σημαντικότερους Αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής. Ο λόγος του Λουκιανού είναι αιχμηρός και διεισδυτικός, και χρησιμοποιεί κατά κόρον τον διάλογο για να σατιρίσει, να καυτηριάσει και να αναπτύξει τα θέματα που της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας.
Η προσπάθεια που ακολουθεί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την πρωτοτυπία και την αξία των έργων του Λουκιανού ή οποιουδήποτε άλλου αρχαίου Έλληνα συγγραφέα. Αποτελεί  απλώς ένα σατιρικό κείμενο το οποίο αντλεί την έμπνευση του, από την μαγευτική και ανεξάντλητη αρχαία Ελληνική μυθολογία. Οι αναγνώστες του κειμένου θα πρέπει να το εκλάβουν ως τέτοιο και μόνο. Το κείμενο θα αναρτάται σε συνέχειες.


Μέρος Πρώτο: Αθηνά και Ποσειδώνας

Η πλάση ολόκληρη είχε σκοτεινιάσει από την οργή του Δία. Βροντές και κεραυνοί έσκιζαν τους Ουρανούς, καθώς ο βασιλιάς των Θεών ο παντοδύναμος Δίας, υπέφερε από ανυπόφορους πονοκεφάλους. Είχε καταπιεί την θεά Μήτιδα, θεά της σοφίας, καθώς σύμφωνα με έναν χρησμό, η Μήτις θα γεννούσε πρώτα μια κόρη και έπειτα έναν γιο, που θα καταλάμβανε την εξουσία του Δία, ώστε να κυβερνά θεούς και ανθρώπους.

Ο Δίας φοβούμενος μην του κάνουν ότι αυτός έκανε στον πατέρα του Κρόνο, κατάπιε τη Μήτιδα, ενώ αυτή κυοφορούσε την Αθηνά. Από τότε ο Δίας κατέκτησε την σοφία όλου του κόσμου, των φανερών αλλά και των «αθέατων πραγμάτων», ακόμα και για τους Θεούς. Αλλά για μία τέτοια γνώση, υπάρχει ένα βαρύ τίμημα. Πάντα υπάρχει ένα τίμημα. Από την πολύ σοφία, αλλά και ευθύνη μίας τέτοιας γνώσης, το κεφάλι του Θεού ήταν μόνιμα έτοιμο να εκραγεί από τους πόνους. Οι πόνοι ήταν παρόμοιοι με τους πόνους του τοκετού, και καθόλου τυχαία!  Με την μόνη διαφορά, πως οι πόνοι αυτοί δεν είχαν τελειωμό. 

Σε απόγνωση από την αναπάντεχη μοίρα που του φύλαγε η «ανάγκη», ο όχι και τόσο παντοδύναμος Δίας - όπως με έκπληξη διαπίστωσε-, έστειλε τον αγγελιοφόρο των θεών Ερμή, να καλέσει τον κακομούτσουνο γιο του Ήφαιστο, θεό της φωτιάς,  της μεταλλουργίας, μέγα τεχνίτη και εφευρέτη, να έρθει και να δώσει λύση στο πρόβλημα του.  Ο Ήφαιστος βρήκε τον πατέρα του, όχι στον ολόλαμπρο θρόνο του, αλλά στο κρεβάτι του, να «χτυπιέται» από τους πόνους, βαρυγκωμώντας.

- «Πατέρα και βασιλιά των θεών σε χαιρετώ. Έλαβα το μήνυμα σου από τον γοργοπόδαρο Ερμή, και ήρθα αμέσως να σε δω, είπε ο Ήφαιστος στον Δία (ρίχνοντας «μπινελίκια» από μέσα του)».

- «Κόψε τις μαλαγανιές, ασχημομούρη, και κάνε κάτι να σωθώ από τους πονοκεφάλους, κραύγασε ο Δίας.!! «Τι τις θέλω τις γυναίκες, ορίστε σε τι μπελάδες μπήκα, για λίγη χαρά, πολλά βάσανα, παραδέχθηκε».

Ο Ήφαιστος, χαμογέλασε σαρδόνια. Ήρθε η ώρα να τον εκδικηθώ τον σαρδανάπαλο παλιόγερο, σκέφθηκε. Δεν τον ήθελε λέει, γιατί  ήταν άσχημος, και δεν έχανε ευκαιρία να του το θυμίζει,  όπως τώρα.

-«Παντοδύναμε Δία, δεν μπορώ να κάνω κάτι για τον πονοκέφαλο σου. Καμία κατασκευή μου δεν μπορεί να απαλύνει το μαρτύριο σου», του είπε δήθεν με λύπη.

-  «Πλάκα μου κάνεις γιόκα;  Θεοί είμαστε, κάνουμε ότι γουστάρουμε. Χτύπα μου μία με την σφύρα σου στο κεφάλι μου, να βρει διέξοδο η σοφία που συσσωρεύτηκε μέσα μου. Βαρύ το τίμημα, ακόμα και για τον βασιλιά των Θεών. Δεν το αντέχω, μα την αλήθεια», μούγκρισε  ο Δίας.

- «Όχι πατέρα δεν μπορώ να το κάνω, αναφώνησε ο Ήφαιστος» (αν και πολύ  ήθελε να του σπάσει την κεφάλα).

- «Κάντο τώρα, ούρλιαξε ο Δίας»!

Σκοτείνιασε ο τόπος. Αστραπές και βροντές γέμισαν το σύμπαν. Σκιάχτηκε ο Ήφαιστος, δίνει μία με την σφύρα, στο κεφάλι του πατέρα του, το ανοίγει στα δύο, και από μέσα πετάγεται με μιας μία πανέμορφη Θεά αρματωμένη, κουνώντας απειλητικά το δόρυ της. Η θεά Αθηνά η θεά της σοφίας. Ο Δίας ανακουφίστηκε αμέσως, ενώ ο Ήφαιστος επέστρεψε και αυτός ανακουφισμένος στο εργαστήρι του.

Η Αθηνά, κληρονόμησε την σοφία της Μήτιδας, και την δύναμη του πατέρα της. Θεά της σοφίας, των τεχνών και των γραμμάτων, της έμπνευσης, της ενδοσκόπησης και της αυτογνωσίας, αλλά και θεά του πολέμου. Όχι όμως του παρορμητικού ηρωικού πολέμου, ο οποίος ανήκει στην δικαιοδοσία του πολεμοχαρούς Άρεως,  αλλά της στρατηγικής και του σχεδιασμού.

Η θεά γεννήθηκε πάνοπλη αλληγορώντας πως η νόηση και η σοφία είναι το μεγαλύτερο όπλο των ανθρώπων, μετά το δώρο του Προμηθέα στην ανθρωπότητα. Με το που ξεπετάχτηκε η Αθηνά από το κεφάλι του Δία, ένοιωσε κάτι να γραπώνεται ξαφνικά στον ώμο της. Κοίταξε ξαφνιασμένη, και βλέπει μία κουκουβάγια να την κοιτά με τα μεγάλα της μάτια.

- «Εσύ θα γίνεις το σύμβολο της σοφίας, ψιθύρισε η Αθηνά στην γλαύκα. Όπως εσύ μπορείς και γυρίζεις το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις ώστε να βλέπεις παντού ακόμα και στο σκοτάδι, έτσι και αυτός που θα χρησιμοποιεί τις αρετές που εγώ εκπροσωπώ, θα μπορεί να βλέπει, να σχεδιάζει και να προβλέπει, όχι μόνο το παρόν, αλλά το παρελθόν, και το μέλλον.

 Όπως εσύ πετάς μόνο το βράδυ μακριά από τον θόρυβο της ημέρας, όσοι ζητούν να ανασηκωθούν τα πέπλα των δώρων της σοφίας μου, θα πρέπει να καταλάβουν πως αυτό πρέπει να γίνει σε μέρος ήσυχο, με τα βλέφαρα κλειστά, ώστε να μπορέσουν να ‘ανοίξουν τα μάτια της ψυχής’, για να δουν την αθέατη πλευρά των πραγμάτων. Και που υπάρχει πιο ήσυχο μέρος από το εσωτερικό του ανθρώπου;

Όσοι καταφέρουν να κοιτάξουν προς τα ‘μέσα’, δεν θα μείνουν ποτέ ξανά ‘απ΄ έξω’. Αν ο άνθρωπος καταφέρει και βρει την ευτυχία, αν βάλει τάξη στον εαυτό του, τότε θα βάλει τάξη και στον κόσμο γύρω του. Για αυτό, και στην πόλη που θα προστατεύω αργότερα, θα βρίσκεσαι παντού, και θα σε τιμούν οι κάτοικοι της, ώστε όλοι να θυμούνται πως ο νους είναι ο μέγας ‘μεταποιητής’, και πως στο νου δεν υπάρχει σκότος, αλλά μόνο η αμάθεια.

Ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται μες στο μυαλό του ανθρώπου. Για αυτό τον λόγο θα πρέπει ο άνθρωπος να μάθει να βλέπει τα πράγματα ‘φωτισμένα’ σωστά. Θα πρέπει να γνωρίζει πως πίσω από κάθε συμπαντικό νόμο, κρύβεται η αρμονία ή ανάγκη, ο σκοπός, και πως το χαλινάρι της ψυχής για τον άνθρωπο είναι ο νους.

Αν οι άνθρωποι ακούσουν τον λόγο μου και σε τιμήσουν ανάλογα, τότε η φιλοσοφία, οι τέχνες και η προστασία μου, θα είναι συμπαραστάτης τους. Όταν υπάρχουν ικανοί στρατηγοί στο πεδίο της μάχης, θα πετάς από πάνω τους, και αυτοί θα κερδίζουν τις μάχες. Φύγε τώρα καλή μου γλαύκα συναντήσεις το πεπρωμένο σου!».

Και η γλαύκα πέταξε για την πόλη,  που αργότερα θα ονομαζόταν  Αθήνα...!

Γλέντι τρικούβερτο στήθηκε στον Όλυμπο.  Η Ήβη γέμιζε με αμβροσία της κούπες των Θεών,  ενώ οι Μούσες εύφραιναν τις αισθήσεις των Θεών με τις τέχνες τους.  Η μόνη που ήταν χολωμένη, ήταν η Ήρα, σιγόβραζε στο ζουμί της. «Ακούς εκεί»,  ο Δίας να έχει κόρη χωρίς την συμμετοχή της, «αμήτορ», η κόρη του, τι ήταν αυτή δηλαδή, διακοσμητικό στοιχείο;  Πως θα την σέβονταν Θεοί και άνθρωποι;Ο Δίας  ήξερε τι τον περίμενε, ατελείωτη Θεϊκή κρεβατομουρμούρα.

«Την κάναμε», σκέφτηκε, ποιος την ακούει τώρα πάλι; Και ο αρχηγός του Ολύμπου, έκανε την ντρίπλα, και έβαλε γκολ από την σέντρα.

- «Ολύμπιοι Θεοί ημέρα χαράς σήμερα, ήρθε νομίζω η ώρα» είπε, «να μοιράσουμε τις πολιτείες των ανθρώπων υπό την προστασία μας».

Κάθε Θεός θα έπαιρνε υπό την προστασία  κάποιες από τις πολιτείες των ανθρώπων, ώστε και αυτοί να προσφέρουν θυσίες στον προστάτη Θεό τους, αλλά και  ο προστάτης Θεός να συμπαραστέκεται αρωγός στις αγαπημένες πολιτείες του. Έτσι μοιράστηκαν όλες οι πολιτείες, εκτός από μία μικρή πόλη,  την Κεκροπία, η οποία βρισκόταν στην Αττική. Βασιλιάς σε αυτήν ήταν ο Κέκροπας, μισός άνθρωπος μισός φίδι.  Τόσο ο Θεός της θάλασσας ο Ποσειδώνας,  όσο  και η νεογέννητη Αθηνά, διεκδικούσαν την πατρότητα της μικρής αυτής πόλης,  που όμως στο μέλλον προοριζόταν να γίνει σπουδαία. Η πιο σπουδαία από όλες.

«Για σκέψου φίλε μου» σκέφθηκε ο Ποσειδώνας για την Αθηνά, «μόλις ξεμύτισε το μούλικο», και με λογαριάζει για όμοιο και ισοδύναμο της. 

- «Δία, συνέτισε  την κόρη σου, γιατί  Θεά της Σοφίας θέλει να γίνει όπως λέει,  και εσύ βεβαίως το φρόντισες, αλλά δεν είναι σοφό τα πόδια να θέλουν να χτυπήσουν το κεφάλι. Είμαι ή δεν είμαι αδελφός σου, και ένας από τους τρείς φύλακες και τοποτηρητές του κόσμου; Η κόρη σου ακόμη δεν γεννήθηκε, και θέλει τιμές και λούσα....»

«Την κάτσαμε την βάρκα», σκέφτηκε ο Δίας, πήγα να γλιτώσω την κρεβατομουρμούρα της Ήρας,  και θα βρω μεγαλύτερο μπελά με τον Ποσειδώνα…! Τον συλλογισμό του διέκοψε η Αθηνά, η οποία αποκρίθηκε ως εξής στον Ποσειδώνα.

- «Σεβάσμιε Θείε Ποσειδώνα κυβερνήτη της Θάλασσας και των υδάτων, συγχώρα με, μα ήδη έχεις πολλές πολιτείες υπό την εποπτεία σου,  εγώ όμως καμία, δεν αξίζει λοιπόν η ανιψιά σου ένα δώρο υποδοχής στον Όλυμπο;»

- «Τα δώρα δεν τα παίρνουν  με το έτσι θέλω Αθηνά»-, της αποκρίθηκε ο Ποσειδώνας, στραβώνοντας τα χείλη του.

- «Δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε την διάθεση μας,  τους διέκοψε ο Δίας, σήμερα είναι ημέρα χαράς και γλεντιού. Η πιο σωστή και δίκαιη λύση είναι να αποφασίσουν οι ίδιοι οι θνητοί, ποιόν θέλουν για προστάτη της πόλης τους. Θα προσφέρετε και οι δύο τα δώρα σας, και ας κερδίσει ο καλύτερος», πρότεινε ο Δίας.

Ο Γοργοπόδαρος Ερμής πέταξε γρήγορα στον Κέκροπα,  τον βασιλιά φίδι, αυτόν που είχε βγει από την γη καθώς έλεγαν,  εφόσον ήταν αυτόχθων, ώστε να ανέβει στην Ακρόπολη μαζί με τους πολίτες της Κεκροπίας,  και να διαλέξουν ποιο δώρο θα ήταν καλύτερο. Της Αθηνάς ή του Ποσειδώνα. Στην συνέχεια  κατέβηκαν όλοι οι Θεοί στην Κεκροπία, ώστε να είναι μάρτυρες του Θεϊκού διαγωνισμού.

Κοσμοσυρροή λοιπόν στης Ακρόπολης τα μέρη, Θεοί και θνητοί, μαζεμένοι για την μεγάλη απόφαση. Ξάφνου, εμφανίζεται ο Ποσειδώνας με όλη του την μεγαλοπρέπεια στο βράχο της Ακρόπολης όπου ήταν μαζεμένοι άπαντες,  χτυπά την τρίαινα του σε έναν από τους βράχους της Ακροπόλεως, και αμέσως ως δια μαγείας, αναβλύζει από εκεί,  διάφανο κρυστάλλινο πόσιμο νερό.  Ένα επιφώνημα θαυμασμού απλώθηκε στην μεριά των υπηκόων του Κέκροπα.

- «Αυτό είναι το δώρο μου σε εσάς  πολίτες της Κεκροπίας. Αν διαλέξετε εμένα, τότε η πόλη αυτή,  θα έχει πάντα νερό  για τους πολίτες της και τα σπαρτά της», δήλωσε μεγαλόπρεπα και  με αυτοπεποίθηση ο Ποσειδώνας. Για να σε δούμε τώρα μικρούλα σκέφτηκε χαιρέκακα ο Θεός της Θάλασσας.

Γελά καλύτερα όποιος γελά τελευταίος,  σκέφτηκε Αθηνά.

- «Λαέ της Κεκροπίας»,  φώναξε η Αθηνά, εμφανιζόμενη μπροστά τους με την Αίγα και την Μέδουσα επάνω  στην πανοπλία της, κραδαίνοντας το δόρυ της.  Σιγή  επικράτησε στους θνητούς, δεν είχαν ξαναδεί τέτοια  όμορφη και συνάμα πολεμική Θεά. Όμορφη ψιλόλιγνη και αρματωμένη, εντυπωσιακή,  αλλά και επικίνδυνη ταυτόχρονα.

- « Το δικό μου δώρο, δεν θα είναι από  τα γνωστά που έχετε συνηθίσει και που ξέρετε, είπε».

Χτυπά το δόρυ της στον απέναντι βράχο από εκεί που προηγουμένως είχε χτυπήσει ο Ποσειδώνας,  και αμέσως ξεπετάχτηκε, ένα δέντρο μοναδικό. Τα φύλλα του από την πάνω μεριά ήταν πράσινα, ενώ από την κάτω, είχαν χρώμα ασημένιο,  δηλώνοντας έτσι την αξία και μοναδικότητα του δένδρου. Οι καρποί του μικροί και μαύροι.

- «Το δέντρο αυτό» δήλωσε η Αθηνά στους έκπληκτους κατοίκους της Κεκροπίας, «θα σας δίνει το ξύλο του για να ζεσταίνεστε και να μαγειρεύεται, το καρπό του για να τον τρώτε, αλλά και το μαγικό χρυσαφένιο λάδι που θα παίρνετε από τους καρπούς του για να το χρησιμοποιείται στην διατροφή σας και όχι μόνο. Τα φύλλα της  Ελιάς τέλος θα γίνουν  το σύμβολο της ειρήνης».

Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα η Αθηνά. Η  πλάστιγγα είχε ήδη γείρει προς το μέρος της, ήταν φανερό από τους ψιθύρους ανάμεσα στους πολίτες της Κεκροπίας.  Το δώρο αυτό θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο,  καθώς θα κάλυπτε πολλές από τις ανάγκες των θνητών. Ο Κέκροπας, απλώς ανακοίνωσε,  αυτό που ήδη είχαν καταλάβει οι Αθάνατοι Ολύμπιοι Θεοί, αλλά και οι Θνητοί. 

- «Μακάριοι και τρισόλβιοι Θεοί ,  μικροί και ευεργετούντες εμείς οι  λιγόχρονοι θνητοί, ανάξιοι για τα Θεϊκά σας δώρα», άρχισε με μαλαγανιές ο Κέκροπας φοβούμενος την οργή του κραταιού και μεγαλοσείστη Ποσειδώνα,  «πως μπορούμε να διαλέξουμε το καλύτερο; Δώρα Θεϊκά το ένα καλύτερο από το άλλο. Ποσειδώνα παντοδύναμε το νερό δώρο ζωής μοναδικό σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας.  Αθηνά κόρη μονάκριβη του Δία, το δώρο σου έκπληξη μεγάλη, την περιέργεια μας άναψε. Για αυτό και  εμείς το δικό σου δώρο σεβάσμια  Θεά, με μεγάλη  χαρά θα δεχθούμε.»

Ο Δίας χαμογέλασε, η κόρη του ήδη κέρδισε την πρώτη της μάχη. Ο Ποσειδώνας δεν έχασε λεπτό,  χολωμένος στα βάθη του βασιλείου του, στην απέραντη Θάλασσα, γοργά εξαφανίστηκε. 

Η Αθηνά  έθεσε την πόλη  υπό την προστασία της, και το όνομα της πια θα άλλαζε.  Αθήνα πλέον θα λεγόταν η Κεκροπία,  και στο μέλλον πόλη λαμπρή θα γινόταν στα πέρατα του κόσμου  για τις τέχνες , την Φιλοσοφία, τις επιστήμες, αλλά και τους ανθρώπους της. Η γλαύκα  της θα  κοσμούσε κάθε γωνιά της πόλης, θυμίζοντας  σε όλους πως η πόλη ανήκε στην Θεά της Σοφίας. Ο Νους και ο λογισμός  θα νικούσε το άγνωστο, το χάος,  την δεισιδαιμονία  και το φόβο των ανθρώπων για το παράλογο. Για αυτό τον λόγο και αργότερα στις μετόπες του Παρθενώνα του ναού της σοφίας, προς τιμή της Θεάς της σοφίας, ναό που οι Αθηναίοι θα κατασκεύαζαν, θα αποτύπωναν καλλιτεχνικά την νίκη του λογικού στο παράλογο, απεικόνιση  την οποία συμβόλιζε η Τιτανομαχία και η Κενταυρομαχία.

Τέλος πρώτου μέρους.

"Μυσταγωγία - Μυθαγωγία"