Δεν είναι ο χρυσός το τέλος του μεγάλου αλχημικού Έργου. Είναι το πρόσχημα. Το Μεγάλο Έργο, όπως το γνώρισαν οι παλαιοί, δεν τελείται στα καμίνια της ύλης, αλλά στο άδυτο της ψυχής. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μεταβάλλει μέταλλα, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό, δεν επιδιώκει πλούτο, αλλά καθαρότητα όρασης, δεν κατασκευάζει, αλλά αποκαλύπτει.
Η Φιλοσοφική Λίθος δεν προστίθεται στον άνθρωπο. Ανασύρεται από τα βάθη του. Είναι εκείνο το άφθαρτο κέντρο, ο συγγενής προς το Θείο πυρήνας, που παραμένει σιωπηλός κάτω από τις στρώσεις του φόβου, της λήθης και της πολλαπλότητας. Το Έργο, λοιπόν, είναι ανάμνηση και επάνοδος.
Και ο δρόμος προς αυτό δεν είναι άλλος από τον φιλοσοφικό έρωτα. Όχι τον έρωτα ως επιθυμία, αλλά ως δύναμη ενοποιό, ως εκείνη την εσωτερική φλόγα που δεν καταναλώνει, αλλά μεταστοιχειώνει. Έρως που δεν αρπάζει, αλλά υπομένει, δεν κατέχει, αλλά διαπερνά.
Αυτόν τον έρωτα διδάσκει, με τρόπο μυστικό, ο μύθος του Πηλέα και της Θέτιδος. Η Θέτις, θυγατέρα του υγρού στοιχείου, δεν ανήκει στον σταθερό κόσμο των μορφών. Είναι ρευστή, απρόσιτη, μεταβαλλόμενη. Όποιος την πλησιάζει, δεν συναντά πρόσωπο, αλλά ρεύμα, όχι σχήμα, αλλά διαδοχή μορφών. Γίνεται φίδι, γίνεται λέαινα, γίνεται φλόγα, γίνεται ψύχος. Είναι η φύση πριν από την τάξη, η δύναμη πριν από τη μορφή.
Ο Πηλέας καλείται να την κρατήσει. Ο σοφός Χείρων δεν του δίδαξε τεχνική, του υπέδειξε στάση. Να μη φοβηθεί. Να μη λύσει τα χέρια του. Διότι το δοκίμιο δεν είναι της δύναμης, αλλά της αντοχής. Όποιος αγκαλιάζει το μεταβαλλόμενο χωρίς να αποστρέφεται, όποιος υπομένει την παραμόρφωση χωρίς να χάνει την όραση, αυτός αρχίζει να μυείται.
Τα θηρία που αναδύονται δεν είναι ξένα. Είναι τα προσωπεία της ίδιας της ψυχής όταν βρίσκεται σε διάσπαση. Είναι η μανία, η οδύνη, η νόσος, η αστάθεια. Ο αμύητος ταυτίζεται με αυτά ή τα απορρίπτει. Ο μύστης τα διαπερνά. Ο Πηλέας δεν αγάπησε τις μορφές. Αγάπησε το Είναι πίσω από αυτές.
Και αυτή είναι η λεπτή διάκριση. Η αγάπη που στρέφεται προς το φαινόμενο διαλύεται μαζί του. Η αγάπη που στρέφεται προς την ουσία αποκαλύπτει.
Όσο η Θέτις μεταμορφωνόταν, τόσο ο Πηλέας εδραζόταν. Δεν την κατείχε, την αναγνώριζε. Και μέσα στην επιμονή του, το πολλαπλό άρχισε να εξαντλείται. Οι μορφές, μία προς μία, έπαψαν να έχουν δύναμη. Η μεταβολή έφθασε στο όριό της.
Και τότε φάνηκε το πραγματικό πρόσωπο. Όχι ως νέα μορφή, αλλά ως παύση της μεταμορφώσεως. Όχι ως εικόνα, αλλά ως παρουσία. Αυτό είναι το σημείο της μύησης.
Όταν ο άνθρωπος παύει να ταράσσεται από τα σχήματα, τότε καθίσταται ικανός να δει το άσχημαστο. Όταν δεν εγκαταλείπει το αγκάλιασμα, τότε το μεταβαλλόμενο επιστρέφει στο αμετάβλητο.
Έτσι γεννάται ο Αχιλλεύς, όχι απλώς ως ήρωας, αλλά ως σύμβολο της ενωμένης φύσεως, του θνητού και του αθανάτου, της γης και του ύδατος, της σταθερότητας και της ροής. Ο δάσκαλος Χείρων είναι Κένταυρος, αλληγορώντας τον άνθρωπο που υπέταξε το άλογο στοιχείο.
Ο φιλοσοφικός έρως, λοιπόν, δεν είναι συναίσθημα. Είναι μέθοδος. Και εδώ ο λόγος ανέρχεται προς τον Νου, όπως διδάσκει ο Πλωτίνος. Η γνώση του υπέρτατου δεν επιτυγχάνεται με συλλογισμό, αλλά με ομοιότητα. Το όμοιο γνωρίζει το όμοιο. Και αν το Θείο υπερβαίνει τον Νου, τότε μόνο εκείνο μέσα μας που συγγενεύει προς αυτό δύναται να το συλλάβει.
Αλλά αυτό το εσωτερικό στοιχείο δεν ενεργεί μέσα στην ακαθαρσία. Απαιτείται κάθαρση. Όπως οι παλαιοί μύστες, πριν εισέλθουν στα άδυτα, αποβάλλουν τα ενδύματά τους, έτσι και η ψυχή οφείλει να αποθέσει κάθε τι επίκτητο, γνώμες, φόβους, προσκολλήσεις, ακόμη και την ίδια την εικόνα του εαυτού. Η ανάβαση δεν είναι προσθήκη, αλλά αφαίρεση.
Και όταν όλα τα ξένα αποβληθούν, τότε δεν απομένει κενό, αλλά πληρότητα. Τότε ο άνθρωπος δεν «γνωρίζει» το Θείο, μετέχει σε αυτό. Δεν το βλέπει ως αντικείμενο, το ζει ως πηγή.
Και εκεί, στο άκρο της σιωπής, ολοκληρώνεται το Μεγάλο Έργο. Η επιστροφή του πολλού στο Ένα, του διασπασμένου στο ακέραιο, του ανθρώπου στο αρχέγονο Φως του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου