Λίγο πριν από το σημερινό Μούδρο της Λήμνου, εκεί όπου ο κόλπος της Λήμνου ησυχάζει σαν αρχαία ανάσα του πελάγους, υψώνεται μια μικρή νησίδα. Οι παλαιοί την ονόμαζαν Κουκονήσι. Γύρω από το όνομά του μικρού αυτού νησιού που σήμερα φιλοξενεί μόνο αιγοπρόβατα και τα ερείπια ενός ξεχασμένου κόσμου, υφάνθηκε ένας θρύλος.
Λέγεται πως εκεί κατοικούσαν κάποτε οι Κούκονες, πλάσματα πελώρια και άγρια, γεννημένα από την πρώιμη ώρα του κόσμου, όταν η γη δεν είχε ακόμη μάθει να ξεχωρίζει πλήρως τον άνθρωπο από τον γίγαντα. Ζούσαν απομονωμένοι στο νησάκι, χτισμένοι μέσα στην αυτάρκεια και την έπαρσή τους. Δεν ήθελαν συναναστροφές με τους άλλους Λήμνιους, ούτε συμμετοχή στις κοινές χαρές και λύπες των ανθρώπων. Είχαν τα σπίτια τους μεγάλα, βαριά, σαν να ήθελαν να μιμηθούν με την πέτρα τη δύναμη του σώματός τους. Στις τεράστιες εσοχές των πέτρινων τεράστιων σπιτιών φώλιαζαν κούκοι, θαρρείς από θεϊκή παρέμβαση ή από παιχνίδι της ειμαρμένης.
Μα μέσα σε αυτή την σωματική ισχύ οι Κούκονεςέκρυβαν και την πτώση τους, γιατί η δύναμη χωρίς μέτρο γεννά πάντα τη σκιά της. Οι Κούκονες περηφανεύονταν πως ήταν ισχυροί όσο ο Πολύφημος, ο μονόφθαλμος γιος του Ποσειδώνα, και πως ήταν ακόμη πιο έξυπνοι από εκείνον που τυφλώθηκε από την πανουργία του Οδυσσέα. Αυτή η καύχηση ανέβηκε ως τον βυθό, εκεί όπου ακούει ο Ποσειδώνας τις ύβρεις των θνητών και των ημιθέων. Και ο θεός της θάλασσας, που αγαπά τα πελάγη αλλά δεν συγχωρεί την αλαζονεία, οργίστηκε.
Έτσι ξαφνικά την εικοστή πρώτη του αρχαίου μηνός Σκιροφοριώνο (Ιούνιου), , πριν ακόμη ο ήλιος στερεωθεί ψηλά πάνω από το Αιγαίο, οι Κούκονες εξαφανίστηκαν. Όχι σαν άνθρωποι που έφυγαν, ούτε σαν στρατός που νικήθηκε, αλλά σαν να τους είχε καταπιεί ένα άνοιγμα της γης. Τα σπίτια έμειναν όρθια, βουβά και εγκαταλειμμένα, σαν κελύφη μιας ύπαρξης που δεν άντεξε το βάρος της ύβρεως. Κανείς δεν τους είδε ξανά. Κανείς δεν άκουσε πια τις βαριές τους φωνές να διαταράσσουν τον αέρα της νησίδας.
Μόνο μία έμεινε. Ήταν η Κυμοπόλεια, ιέρεια και κόρη του Ποσειδώνα, μορφή συνδεδεμένη με το κύμα και την ταραχή του, αλλά και με την πραότητα εκείνη που γνωρίζει να ημερώνει τα νερά. Εκείνη είχε προσπαθήσει πολλές φορές να συνετίσει τους Κούκονες. Τους μιλούσε για το μέτρο, για τη σιωπή που χρειάζεται η ισχύς, για το πόσο εύθραυστο είναι το πεπρωμένο όσων νομίζουν ότι μπορούν να σταθούν υπεράνω των θεών. Μα οι γίγαντες δεν άκουγαν.
Όταν ήρθε η τιμωρία, η Κυμοπόλεια έτρεξε στον πατέρα της και τον ικέτευσε να δείξει έλεος. Μα ο Ποσειδώνας έμεινε αμετάπειστος. Η ύβρις είχε ήδη φέρει τη Νέμεση. Και η Νέμεση, όταν ξεκινήσει, δεν οπισθοχωρεί. Τότε η κόρη του θεού, απαρηγόρητη, γύρισε τη ματιά της από την ξηρά προς τα νερά. Και καθώς δεν μπορούσε πια να κατοικήσει ανάμεσα στους αλαζόνες, διάλεξε το στοιχείο που της ανήκε. Έγινε θαλάσσια νύμφη, προστάτιδα των ταπεινών και των σεβάσμιων, και από τότε κατοικεί στα βάθη και στα ρεύματα, εκεί όπου οι ψυχές δοκιμάζονται πριν περάσουν στην αλήθεια τους.
Οι Λημνιοί γνωρίζοντας την εξαφάνιση των Κουκονων ύψωσαν στο κέντρο του νησιού έναν ναό αφιερωμένο στον προστάτη του νησιού το Θεό Ήφαιστο και στους Καβείρους, σύμφωνα με χρησμό των Δελφών, και αλλο ένα αφιερωμένο στον κοσμοσειστη θεό της θάλασσας και των σεισμών Ποσειδώνα στην είσοδο της νησίδας.
Ήταν σαν να ήθελαν να αντιτάξουν στο σκοτάδι τη φωτιά, στη μανία τη σοφία της τέχνης, στην άναρχη δύναμη των γιγάντων το ιερό πυρ που μορφώνει και εξαγνίζει. Δίπλα στα ερείπια των μεγάλων σπιτιών των Κουκόνων, ο ναός του Ηφαίστου έστεκε ως σημείο συμφιλίωσης ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, στο άγριο και στο τελετουργικό.
Και κάθε χρόνο, μια φορά τον χρόνο τότε που το ιερό φώς της Δήλου έφτανε στο σκοτεινό για μέρες νησί ο κόσμος ανέβαινε εκεί για την Πυρφορία, την ιερή έλευση της φλόγας από τη Δήλο. Τότε το Κουκονήσι άλλαζε πρόσωπο. Δεν ήταν πια τόπος φόβου, αλλά τόπος μνήμης. Η θάλασσα έπαιρνε βαθύ χρώμα, ο άνεμος γινόταν πιο ευγενικός, και οι άνθρωποι ένιωθαν πως η παλαιά κατάρα είχε μεταπλαστεί σε προστασία. Γιατί εκεί όπου κάποτε κατοίκησε η ύβρις, μπορούσε τώρα να κατοικήσει η λατρεία.
Σήμερα, το Κουκονήσι παραμένει ένας εγκατελειμένος αρχαιολογικός χώρος. Οι ανασκαφέςτου παρελθόντος έφεραν στο φως ευρήματα που αποδυκνειεουν υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της αρχαίας Λήμνου, ήδη από την πρώιμη Χαλκοκρατία.
Όποιος στέκει σήμερα απέναντι από το Κουκονήσι, και γνωρίζει τον μύθο ίσως δεν βλέπει μόνο μια νησίδα. Ίσως μπορεί να βλέπει τη σκιά των Κουκόνων, την πίκρα της Κυμοπόλειας, το θυμωμένο κύμα του Ποσειδώνα, τη γαλήνια φλόγα του Ηφαίστου, και πίσω από όλα αυτά, την παλαιά Ελληνική βεβαιότητα πως ο κόσμος δεν είναι ποτέ άψυχος. Είναι γεμάτος σημάδια, θεότητες, μνήμη και δοκιμασία.
Και ίσως, βαθιά μέσα στη νύχτα, όταν το Αιγαίο σωπαίνει, η Κυμοπόλεια να περνά ακόμη ανάμεσα στα νερά, προσέχοντας ποιος στέκεται στο νησί με καθαρή καρδιά και ποιος με σκοτεινή. Γιατί οι παλιοί τόποι, όπως και οι παλιοί θεοί, δεν ξεχνούν ποτέ εκείνους που τους πλησίασαν με αληθινό φρόνημα.
Βασισμένο στο διήγημα μου ο Γλαύκος και η Νηρηίδας, έκδοση: Μυσταγωγία - Μυθαγωγία - Φυσιολατρία

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου