Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Η θεά Νίκη




 Η θεά Νίκη στο μουσείο του Λούβρου 1944

Η Νίκη ήταν θεά της ελληνικής μυθολογίας που προσωποποιούσε τη δόξα του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Ήταν κόρη της Στύγας και του Πάλλαντα, και είχε αδέρφια της, το Κράτος, το Ζήλο και τη Βία. Σύμφωνα με τη μυθολογία, όταν επικράτησε η λατρεία του Δία ως αρχηγού των θεών, η Νίκη και τα αδέρφια της έγιναν ακόλουθοί του. Σύμφωνα με άλλο μύθο, η Στύγα πρόσφερε τα παιδιά της ως συμμάχους του Δία κατά την Τιτανομαχία.  Συχνά απεικονίζεται ως  ηνίοχος των Ολύμπιων θεών.

Η Θεά νίκη  απεικονίζεται πάντα με φτερά,  διότι η νίκη δεν είναι ποτέ δεδομένη, πετά από μία παράταξη στην άλλη.  Σύμφωνα με τον Παυσανία όμως, στον πύργο των Προπυλαίων στην Ακρόπολη, υπήρχε άγαλμα της θεάς Νίκης (άπτερος Νίκη),  η οποία  απεικονιζόταν δίχως φτερά, σε μία συμβολική  απόπειρα  να "μείνει"  για  πάντα στην Αθήνα. 

Στην πραγματικότητα όμως, το λατρευτικό άγαλμα  της απτέρου νίκης, δεν είχε φτερά διότι απεικόνιζε τη θεά Αθηνά που έδινε τη νίκη και όχι την προσωποποιημένη έννοια της Νίκης η οποία παριστάνεται πάντοτε φτερωτή. Το λατρευτικό άγαλμα της θεάς δεν σώθηκε. Ήταν ένα ξόανο (ξύλινο άγαλμα) που κρατούσε σύμφωνα με τον περιηγητή Ηλιόδωρο (2ος αιώνας π.Χ.) στο δεξί χέρι ένα ρόδι (σύμβολο της ειρήνης) και στο αριστερό ένα κράνος (σύμβολο του πολέμου).

Η Θεά Νίκη φυσικά δεν ήταν δυνατό να εγκλωβιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, και η Αθήνα ακολούθησε την τύχη όλων των "ανθρώπινων πραγμάτων". Την ίδια τύχη είχε και η θεά Αθηνά. Ελάχιστες παραστάσεις της υπάρχουν στην σύγχρονη Αθήνα...

Αφιέρωμα των Αθηναίων προς τη θεά υπήρχε επίσης και στους Δελφούς. Στο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, στην Ολυμπία, αναπαρίστατο και η Νίκη.

Το πιο γνωστό άγαλμα της θεάς Νίκης που έφτασε  σε εμάς από την αρχαιότητα, είναι αυτό της Νίκης  της Σαμοθράκης , το οποίο είναι ένα ελληνιστικό  γλυπτό του 2ου π.Χ. αιώνα σκαλισμένο σε παριανό μάρμαρο, που παριστάνει τη θεά Νίκη. Το γλυπτό βρέθηκε στη Σαμοθράκη το 1863, σπασμένο σε πολλά κομμάτια, και μεταφέρθηκε στο Μουσείο του Λούβρου. Το κεφάλι και το αριστερό χέρι της Νίκης δε βρέθηκαν ποτέ.

Στα Ρωμαϊκά χρόνια ονομαζόταν Βικτόρια…





Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Η ατραπός της γνώσης...


«Όταν κάποιος βαδίσει την ατραπό της γνώσης, αρχίζει να ‘γνωρίζει’    σταδιακά, με αποτέλεσμα οι σκέψεις του και οι γνώσεις του να  αλληλοσυγκρούονται.  
Κάθε βήμα της μάθησης του μοιάζει με ένα νέο νοητικό   άθλο, μία καινούργια πρόσκληση και αποκάλυψη, μία ανοδική σκάλα στο βάθος της οποίας λάμπει αμυδρά ένα φως..  
Στην διαδρομή, θα  συνειδητοποιήσει πως η γνώσεις  που φαινομενικά κατέκτησε, δεν είναι στην πραγματικότητα ποτέ κτήμα του, καθώς είναι γνώσεις και σκέψεις άλλων, δεν υπάρχει νοητική παρθενογένεση εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. 
Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνεται,  πως ότι «νόμιζε ότι γνώριζε’, δεν ήταν πραγματική γνώση, αλλά απόψεις … 
Εάν  επιμείνει στις αναζητήσεις του με όλο του το είναι, τα δόγματα σταδιακά  θα εξαφανιστούν, καθώς , όλοι οι δρόμοι ενώνονται στην πηγή τους…. 
Η ‘χωριστικότητα’ είναι ανθρώπινη και μόνο ανάγκη..  
Είναι το σημείο εκείνο, που  θα γνωρίζει,  πότε και με ποιο τρόπο, θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη γνώση του, η οποία  θα είναι πλέον βίωμα,  με διαύγεια, και όραμα και επίγνωση, για ένα καλύτερο κόσμο… 
Είναι το κομβικό εκείνο σημείο, στο οποίο δεν θα  συγχρονίζεται απλά με τον ‘ανώτερο σκοπό’ του, αλλά θα ‘μεταβάλλεται’  ο ίδιος στο αντικείμενο της αναζήτησης του (αυτογνωσία).
Για να επιτευχθεί αυτό,  με τα λόγια του Πλάτωνα : «..χρειάζεται μακρά μελέτη του θέματος και  ‘διάπλαση’ του εαυτού με αυτήν. Τότε, είναι σαν μία σπίθα να ξεπηδά και να ανάβει ένα φως, που από εκεί και μετά είναι ικανό να αυτοσυντηρείται...»


Χ.Β -Πλωτίνος




Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Αρχαίο κάλλος και νεο Ελληνική πενία....

“Είδα τον άγγελο μέσα στο μάρμαρο και το σμίλεψα μέχρι που τον απελευθέρωσα”
Michelangelo Buonarroti



Φωτογραφία πρώτη Φλωρεντία - Ιταλία..
Φωτογραφία δεύτερη πλατεία Κοντζιά, Αθήνα έργο Θησεάς (!!) 

Οι καθημερινές προσλαμβάνουσες παραστάσεις από το περιβάλλον μας, επηρεάζουν και διαμορφώνουν καταλυτικά, τις συμπεριφορές, τις γνώσεις, τις αντιλήψεις και τις στάσεις μας. Τα καθημερινά  ερεθίσματα, περιλαμβάνουν αυτά που βλέπουμε, και δυνητικά, οτιδήποτε αισθανόμαστε. Αυτά τα ερεθίσματα μας  διευκολύνουν  ή μας εμποδίζουν να λειτουργήσουμε με αντίστοιχο προς τα κοινωνικά πρότυπα, και τον πολιτισμό που αυτά παράγουν.

Στην χώρα όπου οι προηγούμενοι κάτοικοι της ανάμεσα στα άλλα μεγαλουργήματα τους,  αποθέωσαν το κάλλος και την αρμονία στην τέχνη, οι επίγονοι  σήμερα  προσλαμβάνουν  εικόνες  και καταστάσεις , που  κάθε άλλο παρά  στην αρμονία και στο κάλλος παραπέμπουν, όπως αποδεικνύεται. 

Η λέξη άγαλμα  ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.

Παραθέτω ενδεικτικά, σχετικά παραδείγματα νεο Ελληνικής τέχνης και αλλοδαπών καλλιτεχνημάτων εμπνευσμένα από την αρχαία Ελληνική μυθολογία: 



                         
                             



Η ενασχόληση με την  Ελληνική μυθολογία μπορεί ανάμεσα στα άλλα , να προσδώσει στην φαντασία  του σύγχρονου Έλληνα εικόνες και παραστάσεις που βελτιώνουν  την αισθητική του.  Κάτι που προϋποθέτει όμως ενασχόληση και αγάπη για το αντικείμενο. Ειδικά  ο νεοέλληνας το έχει ιδιαίτερη ανάγκη καθώς δεν βίωσε την αναγέννηση της δύσης η οποία οφείλεται ακριβώς στην αναβίωση της κλασικής Αρχαιότητας . Ήταν τον 15 αιώνα,  όταν  οι  στην Ιταλία καλλιτέχνες έρχονται σε επαφή με την αρχαία Φιλοσοφία και μυθολογία από την οποία αντλούν την έμπνευση τους.

Σήμερα λοιπόν ενώ εμείς  διάγουμε ημέρες  ασχήμιας (α στερητικό – σχήμα)  αλλοδαποί καλλιτέχνες αναπαράγουν έργα τέχνης εμπνευσμένα από την Ελληνική μυθολογία. Όπως έχω πολλές φορές αναφέρει τόσο η μυθολογία, όσο και οι  τέχνες, είναι «φορείς» εξαιρετικά σημαντικών συμβολικών αρχετυπικών μοντέλων. 

Ο συμβολισμός στις εικαστικές τέχνες είναι πολύ διαδεδομένος, αφού το σύμβολο είναι κυρίως εικόνα. Για να κατανοήσουμε τα συμβολικά νοήματα ενός έργου, χρειάζεται γνώση, έρευνα και αντίληψη. Ο όρος Σύμβολο αποδίδεται σε οτιδήποτε που αντιπροσωπεύει μία έννοια, είτε ως σημείο (απεικόνιση), είτε ως πρόσωπο που ενσαρκώνει συγκεκριμένη έννοια, κατά παραδειγματικό τρόπο, ή συναισθηματικό φόρτο, ή κάποιο γεγονός, ομοίως με ιδιαίτερη φόρτιση.

Παραδοσιακά κάθε σύμβολο φέρεται (παρουσιάζεται) με διττή απεικόνιση (ορατή και σημαινόμενη) και με τριπλή σημασιολογία που αποτελεί και το χαρακτηριστικό του. Για παράδειγμα το περιστέρι αποτελεί σύμβολο ειρήνης, έτσι η απεικόνισή του ως σύμβολο παρουσιάζει ένα περιστέρι, (ορατή απεικόνιση), και ταυτόχρονα αλληγορικά την ειρήνη (αλληγορική απεικόνιση), στη συνέχεια αυτό δημιουργεί με τη σειρά του ένα συναίσθημα φόρτου επί της συγκεκριμένης αλληγορικής σημασίας, διάφορης έντασης, που αποτελεί και τον επ΄ αυτού του συμβόλου ψυχισμό (θετικό, αρνητικό ή αδιάφορο). Συνεπώς τα διακριτά μέρη του κάθε συμβόλου είναι τρία.

Το σύμβολο μπορεί να είναι ένα αντικείμενο ή σημείο, ή πρόσωπο, ή φράση, ή γεγονός που χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει μια έννοια, ιδέα ή παρεμφερή πληροφορία του αντικειμένου. Ποτέ όμως η ίδια η ιδέα. Το αναγνωριστικό σχήμα, σημάδι ή αναπαράσταση συμβάλλει (εξ ου και το όνομα) στην αποκρυπτογράφηση του νοήματος που αυτό φέρει. Έτσι, η συμβολική αναπαράσταση εννοιών και αντικειμένων είναι η βάση της επικοινωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων υποκειμένων. Συνεπώς το κάθε σύμβολο αποτελεί μέσον επικοινωνίας.

Είναι συνεπώς εξαιρετικά λυπηρό το γεγονός, πως σήμερα εύκολα διαπιστώνουμε  την πλήρη επικράτηση του Κίτς στη σύγχρονη Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει  την έλλειψη  παιδείας  και κουλτούρας . Το κίτς είναι μία   λέξη που επικρατεί σε όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης Ελλάδος, και που  έρχεται σε αντίθεση με την πρωτοτυπία αλλά και την έννοια του  αρχαίου Ελληνικού κάλλους.  

Στην αρχαία Ελλάδα η έννοια του κάλλους προκύπτει από την αναγνώριση πως η φύση είναι θεία, και κατά συνέπεια ο  άνθρωπος ως μικρογραφία του Θείου φέρει εντός του τον Θεϊκό σπινθήρα, συνεπώς οφείλει να μιμείται την Ουράνια αρμονία, να "κατεβάσει" το  θείο στην Γη παραφράζοντας τον  Σωκράτη. 

 

Κάτ’ αυτόν τον τρόπο οι ιδιότητες του κάλλους και του αγαθού αποτελούν µια εξίσωση. Όπου υπάρχει το κάλλος, υπάρχει και το αγαθό και αντίστροφα. Άνθρωπος, φύση, Θείο ορίζονται από τις κοινές κατηγορίες του κάλλους και του αγαθού, συνεπώς τα ανθρώπινα έργα δεν αφορούν μία απλή εικονοπλασία, αλλά σύμφωνα με αυτή την κοσμοθεωρία, μία κοσμική απεικόνιση. 

Ο κώδικας αυτός έχει αποκρυσταλλωθεί εικαστικά στην αγαλματοποιία της κλασικής αρχαιότητας, όπου η θεότητα παριστάνεται ως το πρότυπο του κάλλους και του αγαθού Οι Θεοί δεν  είναι αλλού, στο  επέκεινα, είναι, µαζί µας, γύρω µας, στη δεύτερη, «μυστική» διάσταση αυτού του κόσµου. Την αφετηρία αυτής της αντίληψης θα µπορούσε να αναγνωρίσει κανείς στο προχριστιανικό ανθρωπιστικό ιδεώδες του «καλού και αγαθού ανδρός» και στην Πλατωνική θεωρία των ιδεών, όπου το κάλλος συναρτάται µε την αλήθεια και ο έρωτας ωθεί τον άνθρωπο στο αγαθό (Πλάτωνος Συµπόσιον και Πολιτεία).

Ο Καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, περιγράφει ως εξής την Τέχνη, και την μεταφυσική  διάσταση  που αυτή αντιπροσωπεύει :

«..H ανάγκη για το κάλλος είναι η ανάγκη για μια γλώσσα που να πει την πραγματικότητα με τρόπο που υπερβαίνει την αντικειμενικότητα, το σύστημα το λεκτικό μέσω των λέξεων.

Ο άνθρωπος βλέπει πως ότι έχει μορφή υπάρχει, το άμορφο, η διάλυση της μορφής είναι συνδεδεμένη στην εμπειρία της ζωής με τον θάνατο. […] Ίσως γι’ αυτό η αμορφία ήτανε για τον άνθρωπο των πρώτων κοινωνιών μια απειλή. Το άμορφο ήτανε το ανύπαρκτο τελικά. Η αμορφία ήτανε απειλή ανυπαρξίας. Για να υπάρχει κάτι πρέπει να μορφοποιηθεί, να αποκτήσει μορφή.

Η Τέχνη για τους Αρχαίους Έλληνες ήταν σαφώς μια γλώσσα για να πουν την πραγματικότητα. Αυτό που ενδιέφερε τον Έλληνα ήταν ένα πάθος για την αλήθεια, δηλαδή αυτό το οποίο είναι πραγματικά υπαρκτό, όχι για το εφήμερο, όχι για το προσωρινό αλλά αυτό που μένει, αυτό που είναι αιώνιο, ακατάληπτο, αμετάβλητο. Και ποιο είναι αυτό; Είναι ο λόγος των πραγμάτων. Τι θα πει ο λόγος των πραγμάτων; Η ουσία των πραγμάτων! Δηλαδή εκείνα τα γνωρίσματα κάθε όντος τα οποία κάνουν αυτό το ον να μετέχει στην ύπαρξη. Ο λόγος των πραγμάτων είναι αιώνιος, αμετάβλητος, ακατάβλητος.

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, στην γλυπτική ας πούμε, είναι πολύ χαρακτηριστικό, το έργο της τέχνης ήταν για τους Έλληνες άγαλμα. Η λέξη άγαλμα βγαίνει από το αγάλλομαι. Γιατί ήταν άγαλμα; Γιατί προκαλούσε την αγαλλίαση της θέας του όντος υπαρκτού.

Όταν βλέπετε για παράδειγμα ένα άγαλμα του Απόλλωνα, αυτό που παριστάνει το άγαλμα δεν είναι ένα ωραίο παλικάρι το οποίο κάθετε ο γλύπτης και φτιάχνει το αντίγραφο του. Ή αν θέλει να φτιάξει την Αφροδίτη, παίρνει και στήνει μια ωραία κοπέλα, αυτό δηλαδή που έκαναν οι καλλιτέχνες στην Ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Ο αρχαίος Έλληνας αφαιρεί από κάθε ωραία κοπέλα ή από κάθε ωραίο άντρα όλα τα περιστατικά και περιστασιακά γνωρίσματα. Αφαιρεί όλα αυτά για να φτάσει σ’ αυτόν τον λόγο. Επομένως ο θεατής του αγάλματος να έχει την αγαλλίαση της θέας εκείνων των στοιχείων που είναι αθάνατα. Δεν πεθαίνουν, δεν φθείρονται, είναι το όντος υπαρκτό».

Και επανέρχομαι  στο κίτς που επικρατεί σήμερα. Η λέξη προέρχεται από την Γερμανική λέξη kitschen, που σημαίνει μαζεύω παλιοπράγματα, άχρηστα, από τον δρόμο, ή τοverkitschen, που σημαίνει κάνω κάτι φθηνό, το φτηναίνω. 

Κίτς είναι η  αμφισβήτηση της  έννοιας του πρότυπου, του αυθεντικού  και η αντικατάσταση του με μία  «παρωχημένη» μίμηση/επανάληψη, πράγμα που σημαίνει την επανάληψη  υπό νέους όρους και με  πλήρη έλλειψη μιας εξατομικευμένης σχέσης ή την με άλλους όρους της αρχικής υπόστασης  της. 

Το Κίτς είναι το  ­ αντι-αισθητικό ­ αντίθετο της αισθητικής κατηγορίας του υψηλού, του κλασικού ή απλώς του έργου (τέχνης). Το επιτηδευμένο, ψεύτικο, επιφανειακό, και ευτελές που έχει ως μοναδικό σκοπό το οικονομικό όφελος και την τέρψη του θεατή.

Κατά συνέπεια με το όρο κιτς συνήθως περιγράφουμε όχι μόνο την έλλειψη καλού γούστου, αλλά την πνευματική και πολιτισμική «σαβούρα» που έχει κατακλύσει κάθε έκφανση της ζωής μας. Το καλό γούστο δεν είναι έμφυτο. 


Διδάσκεται με την παιδεία και τη μόρφωση. Η απόκτηση του είναι συχνά μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία. Συνεπώς δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε όσους το στερούνται εν αγνοία τους γιατί δεν είχαν την ευκαιρία και τα μέσα να το διδαχθούν.

Το κιτς δεν περιγράφει μια τέτοια απουσία καλού γούστου. Περιγράφει την εσκεμμένη έλλειψη καλού γούστου σε συνδυασμό με το ψέμα και τη χυδαία, σχεδόν, επιμονή όσων είναι άσχετοι με την αισθητική, την τέχνη, την παιδεία και τον πολιτισμό εν γένει, να αποδείξουν πως δεν είναι…

Σήμερα όμως από τα αμφιβόλου καλλιτεχνικής αξίας (υποκειμενική εκτίμηση) εκθέματα στις  Ελληνικές πλατείες, οι οποίες είναι ελάχιστες και υποβαθμισμένες. ..                             




Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω τον λόγο του Ερμή του Τρισμέγιστου, προς τον Ασκληπιό, αντικαθιστώντας  (λογοτεχνική αδεία) στο αρχικό κείμενο την  λέξη Αίγυπτος, με την λέξη Ελλάδα ...
Δεν ξέρεις Ασκληπιέ ότι η "Ελλάς" είναι η χώρα στην οποία διαβιβάζονται οι ενέργειες των ουρανίων δυνάμεων, ότι η γη μας είναι ο ναός του Κόσμου;
Επειδή όμως οι σοφοί άνθρωποι πρέπει να ξεύρουν κάτι για ότι πρόκεται να συμβεί στο μέλλον, πρέπει να ξέρεις ότι θα έλθει ο καιρός που θα αποδειχθεί ότι μάταια οι  "Ελληνες " τίμησαν τους Θεούς των ευσεβώς.
Οι Θεοί της θα εγκαταλείψουν την γη, θα ξαναγυρίσουν στους ουρανούς. Θα φύγουν από την "Ελλάδα". Η χώρα μας που υπήρξε η έδρα των Αγίων Λειτουργίων, θα μείνει χήρα από τους Θεούς της. Ξένοι λαοί θα πλημμυρίσουν την χώρα μας. Τα θρησκευτικά μας έθιμα θα εκλείψουν, και θα θεσπισθούν νέοι νόμοι που θα απαγορεύσουν τα θρησκευτικά μας έθιμα, την λατρεία προς τους Θεούς μας.
Η αγιοτάτη γη μας, η πατρίδα των βωμών μας θα σκεπασθεί από τάφους. Από νεκρούς. Η Ιστορία της "Ελλάδος " θα γίνει ένας Θρύλος, ούτε και οι "Έλληνε"ς θα την πιστεύουν και από αυτήν δεν θα μείνει τίποτα άλλο, εκτός από πέτρες που θα διηγούνται τα ιερά της κατορθώματα.
Οι Σκύθες ή οι Ινδοί, ή κάποιοι άλλοι όμοιοι των βάρβαροι, γείτονες μας, θα εγκατασταθούν στην "Ελλάδα". Έτσι χωρίς τους Θεούς της και του δικούς της ανθρώπους η "Ελλάς" θα γίνει μια έρημος...
(Ο Ασκληπιός ακούοντας τα λόγια αυτά του Ερμή, κλαίει)
ΕΡΜΗΣ Στον Ασκληπιό:
..«Μην κλαίς Ασκληπιέ, γιατί πρόκειται να ακούσεις χειρότερα πράγματα. Γιατί τον καιρό εκείνο οι άνθρωποι κουρασμένοι από την ζωή θα παύσουν να βλέπουν τον κόσμο σαν αντικείμενο θαυμασμού. Το σύμπαν θα παύσουν να το αγαπούν.
Τότε θα προτιμά ο κόσμος το σκοτάδι από το φως, ο δε θάνατος θα τους είναι προτιμότερος από την ζωή.
Κανείς δεν θα σηκώσει το βλέμμα του προς τον ουρανό, ο ευσεβής άνθρωπος θα θεωρηθεί χαζός, ο δε ασεβής σοφός, ο εγκληματίας ως καλός άνθρωπος.
Οι διδασκαλίες για την αθανασία και την ψυχή θα τύχουν της ειρωνείας των και η θρησκεία θα θεωρηθεί ως έγκλημα. Θα συνταχθούν νέοι νόμοι…
Οι κακοποιοί θα σπρώχνουν τους ανθρώπους στις ληστείες, στους πολέμους, και στις απάτες. Τότε η γη θα χάσει την ισορροπία της. Ο Ουρανός δεν θα φωτίζεται από τα άστρα (λόγω των νεφών που θα σκεπάζουν την ατμόσφαιρα της γης) κάθε τίμια φωνή θα σιωπήσει, οι καρποί της γης θα σαπίζουν, η γη θα παύσει να είναι γόνιμη και οι αναθυμιάσεις θα μολύνουν την ατμόσφαιρα της γης.
Αυτό, Ασκληπιέ θα είναι το γήρας του κόσμου, η ασέβεια, η αταξία, η σύγχυση των αξιών.
Και όταν όλα αυτά θα συμβούν, τότε ο Κύριος Πατέρας ο πρώτος Θεός, ο δημιουργός του δευτέρου Θεού, του Κόσμου, θα επαναφέρει τον κόσμο στο δρόμο του για να βάλλει τέρμα στην πλάνη και στην διαφθορά, με κατακλυσμούς, με το πυρ, και με τις αρρώστιες που θα στείλει στην γη.
Κατόπιν ο θεός θα επαναφέρει τον κόσμο στην πρώτη ομορφιά του. Τότε ο Θεός θα δοξάζεται και οι άνθρωποι θα ζουν στο εξής με ευλογίες και ύμνους.
Αυτή η αναγέννηση του κόσμου, θα γίνει σε χρόνο που θα ορισθεί από τη θέληση του αιωνίου, άναρχου θεού....»