Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2023

Διονυσιακά και Ορφικά μυστήρια.


Αφορμή για το άρθρο που ακολουθεί υπήρξε ο εικονιζόμενος πίνακας: «Ο Θάνατος του Ορφέα»- Death of Orpheus (detail) του Émile Lévy (1826-1890) 1866. Στον εν λόγο πίνακα ο Γάλος ζωγράφος, απεικονίζει τις Μαινάδες να δολοφονούν τον Ορφέα εμπνεόμενος από τον σχετικό αρχαίο Ελληνικό μύθο. Ας μην λησμονούμε πως η αναγέννηση η οποία μας χάρισε υπέροχα έργα τέχνης βασίστηκε στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, και στην θεματολογία του.

Οι Μαινάδες ή Θυϊάδες γνωστές και ως Βάκχες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν γυναίκες αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας. Ο Ορφέας αργότερα τις απέκλεισε από τα αναμορφωμένα μυστήρια του και αυτές εκδικούμενες, σύμφωνα με τον μύθο, τον φόνευσαν.

Ας ξετυλίξουμε λοιπόν το νήμα των της μυθικής παράδοσης που συνδέει τον Ορφέα με τον Διόνυσο…

Ο Θεός Διόνυσος, ήταν αρχικά ένας χθόνιος θεός (όπως όλοι οι μετέπειτα θεοί του Ολύμπιου πάνθεου),  του κυνηγιού και της αγροτικής ζωής, ένας θεός της φύσης και της βλάστησης, που εξασφάλιζε καλές σοδειές. Δεν ήταν ακόμα ο Διόνυσος θεός του κρασιού και της κραιπάλης.

Ούτε στην Ιλιάδα, ούτε στους παλιότερους ποιητές και συγγραφείς φαίνεται ο Διόνυσος να έχει τέτοια ιδιότητα. Την ιδιότητά του αυτή την προσέδωσαν οι Έλληνες και αργότερα οι Ρωμαίοι, αιώνες μετά την αρχική του και καθαρή λατρεία από τους Θράκες.

Τα Διονυσιακά μυστήρια άρχιζαν με εξαγνιστικές τελετουργίες. Μέσα στα σκοτάδια της νύχτας, (Παυσανίας, Βιργιλίου Γεωργικά κ.λ.π.), ο πιστός έμενε γυμνός. Ο ιερέας τον έπλενε με αγιασμένο νερό, μετά τον άλειβε με πίτυρα και στο πρόσωπο τον άλειβε με γύψο κι έβαζε πάνω του νεβρίδα, δηλαδή δέρμα νεαρού ελαφιού, όπως για όλα αυτά μας λέγει ο Δημοσθένης στον Περί Στεφάνου λόγο του.

Στη διάρκεια των δέκα ημερών που προηγούνταν της τελετουργίας αυτής, κατά τον Ρωμαίο Λίβιο, ο πιστός έπρεπε ν’ απέχει από κάθε σεξουαλική σχέση κι έτσι αγνός και καθαρισμένος κι από τα προσωπικά του αμαρτήματα αλλά κι από το αρχικό αμάρτημα των Τιτάνων, (που το όνομά τους προήλθε από τη λέξη «τιτανός», που σήμαινε γύψος, ασβέστης), προγόνων του ανθρωπίνου γένους, όταν αυτοί είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο Ζαγρέα, να προσέλθει στις εξαγνιστικές τελετές και να συμμετάσχει στην ακατανόητη για τους αρχαίους Έλληνες ωμοφαγία του θυσιασμένου ζώου, στο οποίο πιστευόταν ότι ενσαρκώνεται ο Θεός, μέσα από την αυθυποβολή που προκαλούσε η ιερή μανία, (έξαψη).

Στις Διονυσιακές τελετές θα επανέλθω στο τέλος του άρθρου όπου γίνεται σύγκριση των Διονυσιακών και των Ορφικών μυστηρίων, και τελετουργιών.

Ο Ορφέας, που σύμφωνα με όλες τις αρχαίες πηγές ήταν θρακικής καταγωγής, ήταν κατά τη μυθολογία γιός του Οιάγρου, βασιλέα της Θράκης και της Καλλιόπης, της πιο γνωστής από τις εννέα Μούσες και ζούσε στην Πίμπλεια, πόλη της Πιερίας του Ολύμπου. Ήταν μεγάλος τραγουδιστής, μουσικός και ποιητής.

Ο Ορφέας εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία σ’ ένα ποίημα του Ίβυκου τον 6ο αιώνα π.Χ. στο οποίο μνημονεύεται μεταξύ επιφανών αντρών. Πριν από αυτό αναφέρεται στον μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο στα Αργοναυτικά του. Ο Ορφέας έμεινε γνωστός στην ιστορία ως μουσικός.

Ο Ορφέας λατρευόταν ως ιερός μουσικός αλλά και ως ιδρυτής μυστηρίων. Το όνομά του συνδεόταν με νέες τελετές και αποκαλύψεις. Για τους ανθρώπους ήταν κάτι περισσότερο από έναν έξοχο μουσικό που με τη μελωδία του κατείχε τη δύναμη να επηρεάζει τα έμψυχα και τα άψυχα πλάσματα της φύσης, όπως εκείνος επιθυμούσε.

Θεωρούνταν πατέρας της Ελληνικής θεογονίας, εισηγητής της Ελληνικής θρησκείας και διδασκαλίας για αγνό βίο, καθώς και ιδρυτής των μυστικών τελετών στη λατρεία του Διόνυσου. Ήταν αυτός που καθιέρωσε την κυριαρχία του Δία στη Θράκη και του Απόλλωνα στους Δελφούς.

Για το θάνατο του Ορφέα υπήρχαν διάφοροι μύθοι. Η αρχαιότερη από αυτές είναι η εκδοχή του Αισχύλου που παρουσιαζόταν σε ένα από τα χαμένα έργα του, στην τραγωδία Βασσάρες. Η αρχαία παράδοση ήθελε τον Ορφέα εχθρό του Διόνυσου, καθώς ο Ορφέας ήταν λάτρης του θεού Απόλλωνα. Συνήθιζε να πηγαίνει κάθε πρωί στο όρος Παγγαίο και περίμενε την ανατολή του Ήλιου, τον οποίο λάτρευε και τον αποκαλούσε επίσης Απόλλωνα.

Προκάλεσε έτσι την οργή του Διόνυσου και ο θεός έστειλε εναντίον του τις άγριες ακόλουθές του, τις Μαινάδες. Αυτές τον κατακρεούργησαν και τον διαμέλισαν με τον ίδιο τρόπο που κομμάτιαζαν τα ζώα στα όργιά τους. Ο φόνος του Ορφέα παρουσιάστηκε επίσης ως αποτέλεσμα βακχικής μανίας που προκλήθηκε ύστερα από την περιφρόνηση με την οποία εκείνος συμπεριφερόταν στις Μαινάδες μετά τον θάνατο της Ευρυδίκης.

Ο Παυσανίας αναφέρει πως οι γυναίκες της Θράκης έσφαξαν και διαμέλισαν τον Ορφέα, επειδή παρέσυρε τους συζύγους τους μακριά τους, ενώ ο Κόνων θεωρούσε πως ο θάνατος του ήταν αποτέλεσμα της άρνησής του να τις μυήσει στα μυστήριά του.

Ο Πλάτων στο Συμπόσιο αναφέρει πως ο Ορφέας, σαν μουσικός και ποιητής ήταν λάτρης του θεού της μουσικής, του Απόλλωνα. Όταν λοιπόν ο Απόλλων ήλθε κάποτε πάνω στο Παγγαίο, το Ιερό όρος του Διονύσου, ο Ορφέας έκανε σύγκριση ανάμεσα στους δυο θεούς η οποία ταπείνωνε και υποβίβαζε τον μεγάλο Θράκα θεό.

Μια τέτοια σύγκριση, γενόμενη από θνητό ήταν μεγάλη ασέβεια προς τους θεούς, τους οποίους εξόργισε και την οποία έπρεπε η Νέμεσις να τιμωρήσει σκληρά. Έτσι ο Διόνυσος με την βοήθειά της έστειλε τις Βασσαρίδες, Θράκισσες γυναίκες που ήταν μυημένες στα μυστήριά του και τελούσαν την οργιαστική λατρεία του, οι οποίες και κομμάτιασαν τον Ορφέα πάνω στο Παγγαίο.

Οι εννέα μούσες μετέφεραν αυτά τα κομμάτια πολύ μακριά, στο βασίλειο τους στα Λείβηθρα, (που βρισκόταν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Λιτόχωρο) όπου και τα έθαψαν, μέχρι δε την εποχή του περιηγητή Παυσανία, (1ος αι. π.Χ.) οι κάτοικοι των Λειβήθρων έδειχναν τον τάφο του.

Ο Ορφέας φαίνεται να συγχέεται πολλές φορές με τον θεό Απόλλωνα. Παρουσιάζει αρκετά Απολλώνια στοιχεία και έτσι τεκμηριώνεται η άποψη πως αρχικά αποτελούσε μέρος της ηλιακής θρησκείας των Ελλήνων, ως ιερέας του Απόλλωνα. Εμφάνιζε μάλιστα αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τον θεό που υπηρετούσε.

Όταν συναντήθηκε όμως με τον Διόνυσο έγινε ο εκφραστής μιας μυσταγωγικής θρησκείας. Ο  Ορφέας υπήρξε ιδρυτής μιας θρησκείας που αποτελούσε ένα είδος της Βακχικής θρησκείας και παρόλο που ο ίδιος απείχε κατά πολύ από το να είναι μία βακχική μορφή κήρυξε και ταυτόχρονα αναμόρφωσε τη θρησκεία του Διόνυσου, η οποία διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα.

Η Ορφική θρησκεία ήταν ένα ηθικοθρησκευτικό, μυστικιστικό και μυστηριακό ρεύμα κατά τον έβδομο και έκτο αιώνα π.Χ. και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα μυστικιστικά ρεύματα της αρχαϊκής εποχής. Συνδεόταν με τον ασκητισμό και με ασυνήθιστα δόγματα σχετικά με τη σχέση αυτής της ζωής αλλά και της επόμενης, είχε συνεπώς ένα σωτηριολογικό χαρακτήρα.

Το σύνθετο αυτό θρησκευτικό κίνημα συγκεντρώνονταν όλα τα διαφορετικά στοιχεία, τα οποία προηγουμένως βρίσκονταν διασκορπισμένα σε διάφορους τομείς . Ο Ορφισμός συνεπώς αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως μία αίρεση της οποίας ιδρυτής θεωρήθηκε ο Ορφέας.

Μέσα στα πλαίσια ενός στενού κύκλου καλλιεργήθηκε ένας ορισμένος τύπος λατρείας, ο οποίος δεν ήταν αποδεκτός από την επίσημη θρησκεία. Και παρόλο που ο Ορφισμός πορευόταν παράλληλα με τη θρησκεία της πόλης ήταν τελείως διαφορετικός από αυτή.

Ο Ορφισμός παρουσιάστηκε στην Ελλάδα ως μία νέα θρησκευτική τάση και έμπνευση, στον μυστικισμό της οποίας εμπεριέχονταν τα ονόματα του Διόνυσου και του Ορφέα. Ο Διόνυσος από θεός της βλάστησης έγινε ο θεός μυσταγωγός προς την αθανασία και την αναγέννηση.

Οι οπαδοί του Ορφισμού διακατέχονταν από αυστηρότητα και πειθαρχία και ήταν αιρετικοί της λατρείας του Διόνυσου, τις τελετές του οποίου αναμόρφωσε ο Ορφέας. Παρόλο που η Ορφική λατρεία ήταν σε πολλά σημεία ανάλογη με τη διονυσιακή, ήταν ανεξάρτητη και αρκετές φορές μάλιστα φαίνεται να αντιτίθεται σε αυτή.

Σύμφωνα με μία άλλη άποψη, ο Ορφισμός αποτέλεσε εξέλιξη της Διονυσιακής λατρείας, καθώς ο Ορφέας προσέδωσε στην τελετή του Διόνυσου νέα πνευματική σημασία. Τελετές όπως η Ωμοφαγία και ο Ιερός Γάμος, που προϋπήρχαν του Ορφισμού, πέρασαν σε αυτόν και προσέλαβαν νέες διαστάσεις, πνευματικές, εκστατικές και μυστικιστικές.

Εκείνο που έκανε τους Ορφικούς να αποσπώνται και να αποσχίζονται από τη Διονυσιακή θρησκεία ως αιρετικοί ήταν η απότομη αλλαγή του μυστηριακού χαρακτήρα της Διονυσιακής λατρείας με την προσχώρηση πλήθους κόσμου στους Διονυσιακούς θιάσους ή με τη διάλυση των θιάσων αυτών εξαιτίας της επισημοποίησης της διονυσιακής θρησκείας από την πολιτική της τυραννίας.

Οι Ορφικοί μετασχημάτισαν λοιπόν στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας σε ένα σύστημα εσχατολογικών πίστεων. Από την ομαδική Διονυσιακή ένωση με τον θεό διαμόρφωσαν ένα δόγμα ατομικής σωτηρίας. Οι Ορφικές τελετές ωστόσο δε σταμάτησαν να διέπονται από το Διονυσιακό πνεύμα.

Συγκεκριμένα, η πλειοψηφία των Ορφικών ύμνων ήταν αφιερωμένοι στον Διόνυσο, ενώ οι τελετές τους περιλάμβαναν και την αναπαράσταση των παθών του. Ο Ορφισμός εμφανιζόταν ως θρησκεία των εκλεκτών, μια αίρεση που ακολουθούσαν οι λίγοι.

Ο Θεός Διόνυσος και ο Ορφέας, υπέστησαν αμφότεροι  την ίδια μορφή θανάτου, τον διαμελισμό. Ο Διόνυσος Ζαγρέας κομματιάστηκε από τους Τιτάνες και ο Ορφέας από τις μαινόμενες γυναίκες της Θράκης. Ακόμη, κατέβηκαν και οι δύο στον Άδη.

Η μεγάλη διαφορά τους έγκειται στο γεγονός πως ο Ορφέας μέσα από τους μύθους παρουσιάζεται ως άνθρωπος και όχι ως θεός. Αποτελεί επίσης μορφή ειρηνική και γαλήνια, και δε φέρει ομοιότητες ως προς αυτό με τον οργιαστικό και άγριο θεό του, τον Διόνυσο.

Όσον αφορά τα μυστήρια, τα Ορφικά αποτέλεσαν αναμόρφωση των Διονυσιακών μυστηρίων, εκφράσεις της διονυσιακής λατρείας, στην οποία προστέθηκαν νέα στοιχεία. Η Διονυσιακή λατρεία εορταζόταν δημόσια και επιτελούνταν σε διάφορους τόπους. Ο θεός λατρευόταν σε πολλές δημόσιες εορτές και στα πλαίσιά τους εορταζόταν και η μυστηριακή λατρεία.

Ο χαρακτήρας τους ήταν περισσότερο άσεμνος. Στη Διονυσιακή λατρεία κυριάρχησε το πρωτόγονο δόγμα της θεϊκής κατάληψης, το οποίο δημιουργούνταν κυρίως από τη μέθη. Το κρασί έφερνε στους πιστούς έμπνευση και στιγμές ξαφνικής φώτισης. Η οινοποσία, η μέθη, οι εκστατικοί χοροί, η μανία και τα τελετουργικά όργια, αποτελούσαν τα κύρια στοιχεία της διονυσιακής λατρείας.

Οι Βακχικές τελετές τροποποιήθηκαν και αναμορφώθηκαν από τον Ορφέα. Οι Ορφικές τελετές ήταν αυστηρά ιδιωτικού χαρακτήρα, λάμβαναν χώρα τη νύχτα και δεν υπήρχαν καθιερωμένες τοποθεσίες για την τέλεσή τους, ούτε ορισμένο κέντρο λατρείας. Δεν πραγματοποιούνταν σε ναούς αλλά σε οικήματα, τους ιερούς οίκους. Η Ορφική λατρεία ανέπτυξε ένα ανώτερο πνευματικό νόημα.

Ο Ορφέας, διατηρώντας τη Βακχική πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει θεός, δημιούργησε μία νέα αντίληψη σχετικά με το τι είναι θεός, και η προσπάθεια απόκτησης αυτής της θεότητας προσεγγίστηκε με εντελώς διαφορετικά μέσα. 

Οι Ορφικοί, παρόλο που γνώριζαν την ευθυμία του κρασιού, αποστράφηκαν από αυτό. Η έκστασή τους ήταν εσωτερική και αφορούσε τον ασκητισμό. Δεν επιδιωκόταν λοιπόν η σωματική μέθη αλλά η πνευματική έκσταση και τα μέσα που υιοθετήθηκαν δεν ήταν πλέον η οινοποσία αλλά η αποχή και οι τελετές καθαρμού. Ο Ορφισμός λοιπόν αποτελούσε μία μορφή αίρεσης, που ιδρυτής της ήταν ο Ορφέας.

Ο  χαρακτήρας των Ορφικών μυστηρίων ήταν μυστικιστικός. Δε λάμβαναν χώρα δημόσιες εορτές, ούτε ευθυμίες. Τα δόγματα τα οποία ασπαζόταν, αφορούσαν τη σχέση αυτής της ζωής και της επόμενης. 

Ο θεός που λατρευόταν και στα δύο είδη μυστηρίων ήταν ο Διόνυσος. Στη Διονυσιακή λατρεία ο Διόνυσος αποτελούσε τον θεό του κρασιού, της βλάστησης και των ζώων. Από τους πιστούς, ο θεός Διόνυσος, ο γιος της Σεμέλης και του Δία, λατρευόταν ως ενθουσιαστική οντότητα. Μέσω του κρασιού, με το οποίο ο θεός ευεργέτησε τους ανθρώπους, οι πιστοί έφταναν στη μέθη, όχι όμως μόνο τη σωματική. Η μέθη αυτή αποτελούσε μία μορφή κατοχής από τον θεό και ευχαρίστησης.

Οι λάτρεις καταλαμβάνονταν από θεϊκή τρέλα και ένιωθαν πως κάτι νέο υπήρχε μέσα τους. Έφταναν στη θεϊκή έκσταση και γίνονταν ένθεοι, περιφρονώντας την ανθρώπινη λογική. Οι Ορφικοί αντίθετα λάτρευαν τον Διόνυσο ως χθόνια θεότητα. Ο Διόνυσος – Ζαγρέας ήταν οντότητα του Κάτω Κόσμου, γεννημένος από το Δία και την Περσεφόνη. Λατρευόταν επίσης ως θεός της αθανασίας, καθώς μέσω της λατρείας του οι μυημένοι είχαν την πεποίθηση ότι θα φτάσουν στη μακαριότητα.

Η χθόνια μορφή του Διόνυσου βέβαια δεν αποκλείστηκε εντελώς από τα Διονυσιακά μυστήρια, καθώς ο Διόνυσος συνδέθηκε τόσο με τη ζωή όσο και με τον θάνατο. Η σύνδεσή του με τον θάνατο προέκυψε από την προσπάθεια του ατόμου να ελέγξει την εμπειρία του θανάτου μέσω της μυστηριακής λατρείας.

Στις μυστηριακές τελετές των Διονυσιακών και των Ορφικών μυστηρίων λάμβανε χώρα η αναπαράσταση του θείου δράματος του Διόνυσου, ο φόνος δηλαδή του θεού από τους Τιτάνες και η επάνοδός του στη ζωή. Ο σπαραγμός του θεού αποτελούσε τον εικονικό θάνατο του μυουμένου, οπότε οι πιστοί περνούσαν τα ίδια πάθη με τον θεό. Ο σπαραγμός ολοκληρωνόταν με την αποκατάσταση στη ζωή. Οι μυούμενοι βίωναν μία κατάσταση αγωνίας και δέους από την οποία λυτρώνονταν, όταν έφτανε το τέλος του εικονικού θανάτου.

Κατά τη διάρκεια της μύησης, αναπαρίστατο η διαδικασία του θανάτου μέσω μίας ελεγχόμενης μορφής τελετουργίας και πραγματοποιούταν για τους μυουμένους μία εμπειρική γνωριμία του μεταφυσικού. Μέσω της δραματοποίησης της περιπέτειας του θανάτου, ο μύστης οδηγούνταν στην ευδαιμονία, καθώς ξέφευγε από τα δεινά του παρόντος κόσμου και απαλλασσόταν από το μυθολογικό έγκλημα που διαπράχθηκε μεν από τους Τιτάνες αλλά τιμωρούνταν γι’ αυτό οι άνθρωποι.

Με τη μύηση διασφαλιζόταν η ευτυχία των μυστών στον άλλο κόσμο. Η ένωση με τον θεό που πραγματοποιούνταν μέσω της αλληγορικής αποκάλυψης των γεγονότων στους μυουμένους κατά τη Διονυσιακή λατρεία είχε περισσότερο μανιακό χαρακτήρα.

Το θείο δράμα έπαιρνε τη μορφή δραματικής παράστασης και κατά τη διάρκεια της τελετής εμφανίζονταν στοιχεία θηλυπρέπειας και παρενδυσίας. Ακόμα καταναλωνόταν κρασί στη μυητική τελετουργία και λάμβαναν χώρα εκστατικοί χοροί. Στα Ορφικά μυστήρια αντίθετα δε πραγματοποιούνταν ευθυμίες και χοροί, καθώς ο χαρακτήρας τους ήταν περισσότερο εσωτερικός και η μύηση είχε ατομικιστικό χαρακτήρα.

Όσον αφορά την ψυχή, οι πιστοί θεωρούσαν πως βρισκόταν φυλακισμένη μέσα στο σώμα και επιθυμούσε να ξεφύγει από αυτό. Με τους καθαρμούς η ψυχή κατάφερνε να διαχωριστεί από το σώμα και συνέχιζε να ζει. Γινόταν αθάνατη ακόμα και αν το σώμα καταστρεφόταν.

Οι Ορφικοί πίστευαν ακόμη στην προΰπαρξη της ψυχής. Σύμφωνα με την Ορφική θρησκεία, η παρούσα ζωή αποτελούσε μία τιμωρία και οι ψυχές ξεπλήρωναν τα αμαρτήματα τους στον Κάτω Κόσμο. Ο άνθρωπος για τους Ορφικούς αποτελούσε ένα είδος θεού, που έχασε τη θεϊκότητά του. Η ψυχή έπεσε από τη σφαίρα των θεών στη σφαίρα των θνητών υπάρξεων.

Για να μπορέσει λοιπόν να βρει τη θεϊκότητά της έπρεπε να εξαγνιστεί. Πρεσβευόταν ακόμη η ιδέα της μετενσάρκωσης, σύμφωνα με την οποία η ψυχή μετά τον θάνατό αναγεννιέται σε άλλο σώμα και για να ξεφύγει από τον συνεχή κύκλο επαναγγενήσεων, οι πιστοί έπρεπε να μυηθούν και να ακολουθούν ηθικό βίο, υποτάσσοντας τα πάθη και τις ορέξεις τους.

Οι πιστοί υποβάλλονταν σε νηστείες, ζούσαν με εγκράτεια και απείχαν από την κρεοφαγία. Δεν προέβαιναν ούτε σε θυσίες ζώων, σε αντίθεση με τους οπαδούς της διονυσιακής θρησκείας, οι οποίοι δε ζούσαν με στερήσεις.

Η μέθη και ο οργιαστικός χαρακτήρας των τελετών τους και γενικότερα της ζωής τους ήταν το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της Διονυσιακής θρησκείας. Κοινές τελετές των δύο θρησκειών αποτελούσαν η ωμοφαγία, ο ιερός γάμος και τα λικνοφόρια. Η ωμοφαγία αποτελούσε μία από τις σπουδαιότερες τελετές των μυστηρίων.

Οι μυημένοι διαμέλιζαν έναν ταύρο, ο οποίος ταυτιζόταν με τον Διόνυσο, και στη συνέχεια κατανάλωναν το ωμό κρέας του. Οι λάτρεις ένιωθαν πως ενώνονταν με τον θεό. Μια ακόμη κοινή τελετή, ο ιερός γάμος, αποτελούσε μία παράσταση στην τελετή των μυστηρίων του ιερού γάμου της ψυχής με τον Διόνυσο.

Τα λικνοφόρια αφορούσαν την αποκάλυψη ιερών αντικειμένων στους μυούμενους κατά τη διάρκεια της μύησής τους. Τα αντικείμενα αυτά βρίσκονταν μέσα στο λίκνο, δηλαδή σε καλάθι. Η τελετή αυτή συνδέθηκε με τον καθαρμό και την αναγέννηση. Σχετικά με τους θιάσους, είναι φανερό ότι η σύσταση του ορφικού θιάσου ήταν το αποτέλεσμα της παρέκκλισης των πιστών από τη Διονυσιακή λατρεία.

Οι πιστοί του θεού που αποσχίστηκαν σαν αιρετικοί, οδηγήθηκαν στην απόφαση αυτή, εξαιτίας της απότομης αποβολής του μυστηριακού χαρακτήρα της Διονυσιακής θρησκείας, επειδή στη Διονυσιακή λατρεία προσχώρησε πλήθος οπαδών ή επειδή επισημοποιήθηκε η Διονυσιακή θρησκεία.

Ο Ορφισμός αποτέλεσε τη θρησκεία των εκλεκτών, μία θρησκεία που την ακολουθούσαν οι  λίγοι και διέθετε ιερούς λόγους, βιβλία, δόγματα και δοξασίες. Οι Ορφικές τελετές βέβαια συνέχισαν να διέπονται από το Διονυσιακό πνεύμα, καθώς οι Ορφικοί ύμνοι ήταν αφιερωμένοι στον Διόνυσο και οι τελετές που λάμβαναν χώρα αναπαριστούσαν τα πάθη του.

Οι Ορφικοί διατηρώντας λοιπόν τα στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας και προσαρμόζοντάς τα στα στοιχεία της λατρείας ενός αντίστοιχου μυστηριακού θεού, τα μετέτρεψαν σε ένα σύστημα όσιας ζωής και εσχατολογικών πίστεων. Από τον μετασχηματισμό των στοιχείων αυτών προέκυψε μία νέα ιδέα σχετικά με την ψυχή.

Οι Ορφικοί θίασοι που δημιουργήθηκαν εμφάνιζαν σημαντικές διαφορές συγκριτικά με τους διονυσιακούς τόσο στη σύσταση όσο και στη λειτουργία. Ο Διονυσιακός θίασος είχε γυναικεία σύσταση και η λειτουργία του ήταν μαγικοθρησκευτική, καθώς βασιζόταν σε τέτοιου είδους ιερουργίες. Μέσω της γυναικείας του σύστασης εκφράστηκε μία αντίδραση στον ζυγό της πατριαρχίας, που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη.

Αργότερα ο Διονυσιακός θίασος απέκτησε μικτή σύσταση και αποτελούνταν από γυναίκες και άντρες. Στη μορφή του αυτή, ο καταπιεσμένος αγροτικός πληθυσμός κατέφευγε στη λατρεία ενός θεού που με τη μετάληψη ενωνόταν μαζί του και η σκληρή πραγματικότητα μέσω της έκστασης μεταμορφωνόταν σε έναν κόσμο θαυμάτων. Ακόμη, μέσω της ένωσης αυτής με τον θεό ο λάτρης ήλπιζε σε μία ευδαιμονική μετά θάνατον ζωή.

Ο Ορφικός θίασος αντίθετα είχε αυστηρά αντρική υπόσταση. Σε μία εκδοχή μάλιστα του μύθου σχετικά με τον θάνατο του Ορφέα παρουσιάζεται η εχθρότητα των γυναικών προς το πρόσωπό του και τελικά η δολοφονία του, εξαιτίας της άρνησής του να διδάξει στις γυναίκες τις τελετές του.

Η λειτουργία του θιάσου ήταν ηθικοθρησκευτική. Οι Ορφικοί ακολουθούσαν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Συμμορφώνονταν με τους ορφικούς νόμους προκειμένου να μπορέσουν να φτάσουν στην τελετουργική αγνότητα, η οποία αποτελούσε τον σκοπό της ζωής τους.

Ο Ορφικός θίασος είχε σωτηριολογικό χαρακτήρα. Μέσω του ηθικού βίου και της μύησης, ο μύστης κατάφερνε να ξεφύγει από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων και να κατακτήσει τη θεϊκή ευδαιμονία. Η οργιαστική λατρεία του Διονυσιακού θιάσου λοιπόν αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα όσιας ζωής.

Αντικαταστάθηκαν επίσης οι μυήσεις ομαδικού χαρακτήρα του Διονυσιακού θιάσου από την ατομική μύηση των Ορφικών, που στόχο είχε την ανάδειξη του ατόμου. Οι οπαδοί του Ορφέα ήταν περισσότερο εσωτερικοί. Ο Ορφέας αποδοκιμάστηκε αλλά κατάφερε να εδραιώσει μια νέα πίστη, η οποία βασίστηκε στην παλιά. Ο Ορφισμός αποτέλεσε έναν ασκητικό Διονυσιασμό.

Κοινό στόχο και των δύο λατρειών αποτελούσε η λύτρωση του ατόμου από τις γήινες συνθήκες και η ένωσή του με τον θεό. Το κύριο στοιχείο που τις διαφοροποιούσε ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι δύο αυτές λατρείες επεδίωκαν τον στόχο τους.

Ο Διονυσιασμός  ακολουθούσε έναν εκστατικό και ενθουσιαστικό τρόπο, ενώ ο τρόπος με τον οποίο επιδιωκόταν η λύτρωση στον ορφισμό ήταν περισσότερο συνειδητός, ελεγχόμενος και διανοητικός. Τόσο τα Διονυσιακά όσο και τα Ορφικά μυστήρια πάντως έδωσαν την ελπίδα στους ανθρώπους να ξεπεράσουν τα όριά τους, μέσω της θείας έκστασης.

Για την συγγραφή του παρόντος άρθρου αντλήθηκαν από την μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία της Κανύχης Στεφανίας:  «Η μυστηριακή λατρεία στα Διονυσιακά και Ορφικά μυστήρια», Πανεπ. Αιγαίου.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Περί ευσέβειας και ψευδεπίγραφων βιβλίων, Ολυμπιόδωρος


Κάποτε ο Νεο Πλατωνικός φιλόσοφος Ολυμπιόδωρος  6ος αιώνας  μ.Χ. αναφέρει [*] πως κάποιος φιλόσοφος δίψασε έντονα και αναγκάστηκε να εισέλθει σε ένα καπηλειό, ώστε να ξεδιψάσει. Κατά την έξοδο του από το καπηλείο συνάντησε κάποιον που ερχόταν από ένα κοντινό ιερό, και ο οποίος δεν έχασε την ευκαιρία να μειώσει τον φιλόσοφο λέγοντας του:

- «Εσύ αν και φιλόσοφος εξέρχεσαι από το καπηλειό;»,

για να λάβει την αποστομωτική απάντηση του φιλοσόφου:

- « Εγώ εξέρχομαι από το καπηλειό με ευσέβεια σα να βρισκόμουν σε ιερό, εσύ όμως καταφθάνεις από το ιερό σα να βρισκόσουν σε καπηλείο!!».

Η Ιστορία αυτή μας θυμίζει μια ιστορία Ζεν, σύμφωνα με την οποία, δύο μοναχοί ταξίδευαν μαζί. Όταν έφτασαν σε ένα ποτάμι, είδαν μια νέα γυναίκα ανήσυχη να κοιτά το ποτάμι. Όταν τους είδε, τους ρώτησε εάν μπορούν να την κουβαλήσουν στην απέναντι όχθη, διότι φοβόταν ότι θα πνιγεί. 

Ο ένας μοναχός δίστασε, μιας και απαγορεύεται σε μοναχούς να αγγίζουν γυναίκες.  Ο άλλος όμως χωρίς δισταγμό, ανέβασε την γυναίκα στους ώμους του και την πέρασε απέναντι. 

Καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους, ο πρώτος μοναχός πάλευε συνέχεια με τις σκέψεις του: Πως τόλμησε να την αγγίξει; Πώς είναι δυνατόν να έκανε κάτι τέτοιο; Ξέχασε τους όρκους αγαμίας που έχουμε δώσει; Αυτές οι σκέψεις τον βασάνιζαν, ώσπου δεν άντεξε, και φώναξε στον δεύτερο μοναχό:

- «Πως τόλμησες να την αγγίξεις, και μάλιστα να την πάρεις αγκαλιά;»

Τότε ο δεύτερος μοναχός του απάντησε:

- «Φίλε μου, εγώ την άφησα στο ποτάμι, εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη;»

Ο Ολυμπιόδωρος, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια τον 6ο μ.Χ. αιώνα,  μαθήτευσε δίπλα στον Αμμώνιο, και Θεωρείται ο τελευταίος γνωστός επικεφαλής της νεοπλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Ο Ολυμπιόδωρος έλεγε πως τα έργα του Πλάτωνος ήταν αυτά που τον στήριξαν όταν αισθάνθηκε ότι δεν υπήρχε πια λόγος να ζει.

Στα Προλεγόμενά του (CIAG, XII, 1, 13) γίνεται εκτεταμένη μνεία για τον τρόπο με τον οποίο νοθεύονταν τα βιβλία, ιδιαίτερα την εποχή των Πτολεμαίων. Αναφέρεται στον υπέρμετρο ζήλο των βασιλέων της Αιγύπτου για τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, που είχε ως συνέπεια τη σύνταξη πλήθους κίβδηλων συγγραμμάτων.

Τα αυθεντικά, μάλιστα έργα, συνυφαίνονταν αριστοτεχνικά με τα πλαστά και έτσι, χρειαζόταν συχνά μεγάλη επιδεξιότητα, χρόνος και γνώση, για να εκτιμηθεί η αξιοπιστία τους.

Μαρτυρεί λοιπόν ο Ολυμπιόδωρος ότι από παλιά κυκλοφορούσαν ψευδεπίγραφα βιβλία: είτε εξαιτίας της προσωπικής φιλοδοξίας των βασιλέων, είτε λόγω της πρόθεσης των μαθητών να κολακέψουν τους δασκάλους τους, είτε, τέλος, εξαιτίας απλής συνωνυμίας. Λόγου χάρη, ο Ιοβάνης, βασιλιάς της Λιβύης, ήταν «ερωτευμένος» με τα πυθαγόρεια συγγράμματα και ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος με τα αριστοτελικά, ενώ ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος με τα Oμηρικά.

Οι ηγεμόνες αυτοί πρόσφεραν σημαντικά χρηματικά ποσά σε όσους τους προμήθευαν σπάνια έργα των συγγραφέων αυτών, χωρίς να ελέγχουν την αξιοπιστία και την ποιότητά τους. Έτσι, αγόραζαν τυχαία και άσχετα βιβλία με ψευδεπίγραφους τίτλους, πυροδοτώντας ταυτόχρονα μία δραστηριότητα που βρήκε τελικά πολλούς αποδέκτες (Βιβλ. Ι, 197).

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με την χρήση του διαδικτύου πλέον. Κάθε ένας ερμηνεύει στην καλύτερη περίπτωση κατά το δοκούν τους αρχαίους φιλοσόφους και όχι μόνο, αν δεν μεταφέρει ψευδείς πληροφορίες και γνώσεις.

Παραπομπή: 

[*] Ολύμπ. Φιλ., Εις Γοργ., 1.6.16


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

Οι συμβολισμοί στις μετώπες του Παρθενώνα.

Η φωτογραφία είναι από τον βωμό της Περγάμου 

Έχετε αλήθεια σκεφτεί πως ο Παρθενώνας, εκτός από ένα θαύμα αρχιτεκτονικής και τέχνης, αποτελούσε επίσης μία συμβολική καλλιτεχνική κιβωτό του θριάμβου της λογικής, και της τάξης, έναντι του παραλόγου, και της αταξίας;

Αυτός ο θρίαμβος του Ελληνικού πνεύματος απεικονιζόταν όχι τυχαία στον ναό της σοφίας, στις μετόπες του Παρθενώνα.

Πιο συγκεκριμένα, στις μετόπες της ανατολικής πλευράς απεικονίζεται η Γιγαντομαχία, στη δυτική η Αμαζονομαχία, στη νότια η Κενταυρομαχία και στη βόρεια, σκηνές από τον Τρωικό πόλεμο.

Στο ανατολικό αέτωμα και πάνω ακριβώς από την είσοδο, υπήρχε η αναπαράσταση της γέννησης της Αθηνάς, ενώ στο δυτικό η διαμάχη της με τον Ποσειδώνα.

Είναι τυχαίο λοιπόν πως στις μετόπες επέλεξαν οι Αθηναίοι να απεικονίσουν μάχες Θεών, ανθρώπων, αλλά και ανθρώπων με Κενταύρους;

“ Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους”, αναφέρει ο Ἡράκλειτος, και ο πόλεμος έχει την τιμητική του στις μετώπες του ναού ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην θέα της σοφίας την θεά Αθηνά, πολιούχο και προστάτιδα της πόλεως των Αθηνών.

Στην ανατολή του χρόνου λοιπόν σύμφωνα με τον μύθο εμφανίζονται οι Τιτάνες, απόγονοι αρχέγονων θεοτήτων, οι οποίοι προήλθαν από το Χάος το οποίο κυριαρχούσε στο απέραντο σύμπαν. Οι πρώτοι Τιτάνες προήλθαν από την ένωση της Γαίας και του Ουρανού.

Αργότερα οι Ολύμπιοι θεοί, με επικεφαλής τον Δία, εναντιώθηκαν στους Τιτάνες τους οποίους νίκησαν στην Τιτανομαχία. Ένας από τους Τιτάνες ήταν και ο Προμηθέας ο οποίος έκλεψε τη φωτιά παρά τις επιθυμίες του Δία και την έδωσε στην ανθρωπότητα.

Οι χαοτικές κοσμικές και φυσικές δυνάμεις είναι εχθρικές στην προσπάθεια επιβίωσης των πρώτων ανθρώπων, συν το χρόνω όμως, καθυποτάσσονται όταν αυτός χειραγωγεί την φύση, και τις φυσικές δυνάμεις μέσω του λόγου, δημιουργώντας τον πολιτισμό.

Η Αμαζονομαχία, συμβολίζει το τέλος της μητριαρχίας,  τον θρίαμβο της πατριαρχίας, για αυτό και παριστάνονται στην δυτική μετόπη του ναού της Αθηνάς.

Στην βόρεια Μετώπη εικόνες από τον Τρωικό πόλεμο, ο οποίος αφορά ουσιαστικά, μία υπενθύμιση των παθών, των αδυναμιών, του φόβου, της ματαιοδοξίας και προπάντων των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο άνθρωπος είναι η μοναδική ύπαρξη στον πλανήτη Γη, που έχει γνώση του χρόνου, συνεπώς γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Οι πρωταγωνιστές της Ιλιάδας δεν έβρισκαν ηθική υποστήριξη στους θεούς, αλλά στους συνανθρώπους τους, στους θεσμούς και τα έθιμα, που ρύθμιζαν τη ζωή τους. Η ανθρώπινη ύπαρξη αφορά μία πορεία προς το θάνατο.

Ο όρος μοίρα επανέρχεται συχνά, κυρίως στην Ιλιάδα, η μοίρα του ανθρώπου είναι ο μόρος, δηλαδή ο θάνατος.

Ο άνθρωπος είναι θνητός, με την οριστική και τελική έννοια και αυτό δεν ωραιοποιείται παρά μόνο με την δόξα και την υστεροφημία. Για αυτό το λόγο, ενώ ο Αχιλλέας γνωρίζει ότι τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, εντούτοις δεν επιστρέφει στη Φθία, αλλά στο τέλος του εσωτερικού διαλόγου της ψυχής με τον εαυτό της κατά την έκφραση του Σωκράτη και του Πλάτωνα, προχωρά προς τη μάχη, σίγουρος ότι θα βρει τη δόξα, αλλά και το θάνατο!

Η φωτογραφία είναι από τον βωμό της Περγάμου.

Η Κενταυρομαχία τέλος, συμβολίζει την πολιτισμική ανάγκη να εδραιωθεί η θέση του ανθρώπου στην φύση, να ερμηνευθεί ο κόσμος λογικά, και να καθυποταχτεί εν τέλει το άγνωστο.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι πρόγονοι μας δημιούργησαν τους αρχετυπικούς ήρωες, χαρακτήρες, οι οποίοι αν και ήταν υποταγμένοι στην μοίρα και τις αδυναμίες των θνητών, δημιούργησαν τα πρότυπα ενός πολιτισμού υπέρβασης των συλλογικών φόβων και κινδύνων, δαμάζοντας μυθικά ή υπερφυσικά πλάσματα, όπως οι Κένταυροι, ο Μινώταυρος, η Μέδουσα και τόσα άλλα.

Οι Κένταυροι υπό αυτό το πρίσμα συμβολίζουν στην ανθρώπινη διάστασή τους το πνευματικό εκείνο νοήμον ον, το οποίο αποτελεί την κορωνίδα της δημιουργίας, τον άνθρωπο, ο οποίος φέρει εντός του τον θεϊκό σπινθήρα.

Σηματοδοτούν όμως ταυτόχρονα και το ά-λογο στοιχείο με τη μορφή του κτήνους, το οποίο λειτουργεί αντανακλαστικά, όταν κυριαρχείται από τα πάθη και τα ένστικτά του, στοιχεία τα οποία τρέφονται από τον εγωισμό, τη φιλοδοξία, την υπεροψία, τη μισαλλοδοξία.

Η μορφή των Κενταύρων κατ’ αυτόν τον τρόπο αλληγορεί την εικόνα του ανθρώπου, ο οποίος διχασμένος ανάμεσα στα πάθη και τη λογική χάνει τον προσανατολισμό στον σκοτεινό λαβύρινθο του υποσυνειδήτου του.

Οι πρόγονοι μας απεικόνισαν πιθανόν καλλιτεχνικά όλες αυτές τις μάχες στο ναό της σοφίας, θέλοντας να τονίσουν και να συμβολίσουν την καταλυτική υπεροχή της ηθικής και της λογικής, απέναντι στο παράλογο και ανεξέλεγκτο συναίσθημα. Η λογική στην αρχαία Αθήνα θριάμβευσε μέσω της φιλοσοφίας, της τέχνης, των επιστημών!

Στο εξωτερικό τμήμα του ναού της σοφίας αναδεικνύεται ο ασταμάτητος πόλεμος πνεύματος και ύλης, λογικής και παραλόγου, και ο τελικός θρίαμβος της νόησης.

Και αν στο εσωτερικό του ναού το άβατον , κατοικεί η θέα της νόησης και της σοφίας, στο εσωτερικού του ανθρώπου κατοικεί ο θεϊκός σπινθήρας του ανθρώπου..!