Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2007

Τα Καβείρια μυστήρια



Είναι κοινά αποδεκτό ότι στους αρχαίους πολιτισμούς οι μυστηριακές τελετές, ήταν πολύ σημαντικές τόσο για την τόνωση του θρησκευτικού συναισθήματος, όσο και για την διεύρυνση των πνευματικού ορίζοντα των υποψηφίων προς μύηση σε αυτά, όπως η μαρτυρία του Πίνδαρου μας αποκαλύπτει:

"Ευτυχής εκείνος ο οποίος αφού είδε αυτό το θέαμα, κατέρχεται στα βάθη της Γης. Γνωρίζει το τέλος της ζωής, γνωρίζει την Θεία πηγή".

Τα αρχαιότερα μυστήρια στην αρχαία Ελλάδα, ίσως ήταν τα Κρητομινωικά, τα οποία επηρέασαν τα μετέπειτα Καβείρια, τα Διονυσιακά-Ορφικά, και τα Ελευσίνια. Η "εσωτερική" διδασκαλία των Καβείριων μυστηρίων ήταν "η γέννηση του ανθρώπου", ενώ των Ελευσίνιων (εκ του "ελεύω"-ελευθερώνομαι) η συμβολική παράσταση της ψυχής, της καθόδου της στην ύλη, μετά την ανάληψη της και την επιστροφή της στην αιώνια ζωή. 

Η δομή των μυστηρίων βασιζόταν σε τρία στοιχεία: τον μύθο, την τελετή, και την μύηση, ενώ επτά ήταν κυρίως τα στάδια ή οι βαθμίδες που οδηγούσαν στην ολοκλήρωση της μύησης στα μυητικά συστήματα: Καθαρμός, Χρίσμα, Περιβολή, Ιερός λόγος, Ενθρονισμός, Ιερογαμία, Εποπτεία. (Στην Χριστιανική εκκλησία αντιστοιχούν στο Βάπτισμα, Χρίσμα, Εξομολόγηση, Θεία ευχαριστία, Ιεροσύνη, Γάμος, Ευχέλαιο).

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως στα Καβείρεια μυστήρια, για τα οποία σώζονται πολύ λίγες μόνο πληροφορίες, ήδη από τα παλαιά ακόμη χρόνια. Ο Στράβων, γράφει σχετικά με τις λίγες πληροφορίες που γνώριζαν την εποχή του :

 
"Διά τους εν Σαμοθράκη τιμωμένους Θεούς πολλοί έχουν είπει ότι είναι οι Κάβειροι οι ίδιοι, αλλ' ούτε αυτοί οι ειπόντες τούτο, ημπορούν να μας είπουν οποίοι τινές είναι οι Κάβειροι".


Η αρχή τέλεσης των Καβειρίων μυστηρίων χάνεται στα βάθη της Ελληνικής προϊστορίας. Οι γνώμες των αρχαίων πηγών διίστανται. Άλλοι όπως ο Ηρόδοτος, υποστηρίζουν ότι η λατρεία των Καβείρων ήταν αυτόχθων μυστηριακή λατρεία των Πελασγών, ενώ άλλοι όπως ο Στησίμβροτος που καταγόταν από την Θάσο, υποστηρίζουν η λατρεία τους εισήχθη στον Ελλαδικό χώρο από την Ανατολή. Συγκεκριμένα ο Ηρόδοτος γράφει για την προέλευση των μυστηρίων:

"Αυτά και πολλά άλλα τα οποία εγώ θα υπομνήσω παρέλαβαν οι Έλληνες παρά των Αιγυπτίων, ότι Δε τα αγάλματα του Ερμού έχουν τα αιδοία ορθά, τούτο δεν το έμαθον παρά των Αιγυπτίων, αλλά παρά των Πελασγών μεν το έμαθον πρώτοι εξ όλων των Ελλήνων οι Αθηναίοι, παρά τούτων Δε οι άλλοι Έλληνες. Κατά την εποχήν Δε, καθ' ην ήδη οι Αθηναίοι ελογίζοντο μεταξύ των Ελλήνων, μετώκησαν εις την Αττικήν ως σύνοικοι οι Πελασγοί, και έκτοτε ήρχισαν να θεωρούνται ως Έλληνες. Εκείνος Δε, ο οποίος έχει μυηθή εις τα μυστήρια των Καβείρων, τα οποία επιτελούν οι Σαμοθράκες παραλαβόντες παρά των Πελασγών, αυτός θα καταλάβει τι θέλω να είπω με τα λόγια μου. Διότι την Σαμοθράκην κατώκουν προηγουμένως αυτοί οι Πελασγοί, οι οποίοι έγιναν σύνοικοι με τους Αθηναίους, παρ' αυτών Δε παρέλαβον τα μυστήρια οι Σαμοθράκες. Των οποίων τα αγάλματα του Ερμού, του να έχουν ορθά τα αιδοία έμαθον εκ των Ελλήνων παρά των Πελασγών πρώτοι οι Αθηναίοι. Περί τούτου παραδίδεται κάποιος Ιερός Λόγος, ο οποίος αποκαλύπτεται εις τα εν Σαμοθράκη μυστήρια."


Μια σημαντική πληροφορία μας έχει διασώσει ο Χριστιανός συγγραφέας Ιππόλυτος (2ος μ.χ αιώνα)
:




"Διότι οι Σαμοθράκες σαφώς ονομάζουν τον τιμώμενο παρ' αυτών εις τα μυστήρια, τα οποία επιτελούν, τον Αδάμα τον αρχικόν άνθρωπον. Υπάρχουν Δε εις το ιερόν της Σαμοθράκης δυο αγάλματα γυμνών ανθρώπων, εχόντων και τας χείρας τεταμένας άνω προς τον ουρανόν και τους φαλλούς εστραμένους προς τα άνω, όπως έχει και το εν Κυλλήνη άγαλμα του Ερμού, τα προειρημένα αγάλματα είναι εικόνες του αρχανθρώπου και του αναγενωμένου πνευματικού ανθρώπου, ο οποίος είναι κατά πάντα ομοούσιος προς εκείνον τον άνθρωπον.."

 
Το σίγουρο είναι ότι όταν οι πρώτοι Αχαιοί το 2200 π.Χ. κατέγραψαν στον κατάλογο των θεοτήτων τα ονόματα του Δία, της Εκάτης, του Απόλλωνα και των Καβείρων. Στην λατρεία των Καβείριων μυστηρίων πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε το Πυρ, από όπου φαίνεται ότι πήραν και το όνομα τους από την ρίζα της λέξης κάειν-καίω ΚάFειροι. Η λατρεία των Καβείρων σχετίζονταν με τον Ήφαιστο τον Θεό της φωτιάς, αλλά και των τεχνών από τον οποίο ο Προμηθέας έκλεψε το πυρ για να το παραδώσει στους ανθρώπους. Τα Καβείρεια τελούνταν κυρίως στην Σαμοθράκη την Λήμνο την Ίμβρο, αλλά και στην Θράκη, στην Μακεδονία, καθώς και στην Βοιωτία. Ο Όμηρος, ονομάζει την Σαμοθρακη "ιερά χώρα".

"Ζαθέη Σαμοθράκη ένθα και όργια φρικτά Θεών άρρητα βροτοΐσιν". (Σεπτή και αγιωτάτη Σαμοθράκη όπου τελετές που προκαλούν ρίγος φόβου γίνονται για χάρη των θεών, οι όποιες είναι απόρρητες στους κοινούς θνητούς).
Η λατρεία τους στη Λήμνο σχετίζεται με την προστασία των τεχνιτών και της τεχνολογίας γενικότερα, ενώ στη Θήβα έχει ένα γεωργικό και μυητικό χαρακτήρα για τους εφήβους.

Οι επιφανέστεροι των Ελλήνων λέγεται ότι είχαν μυηθεί στα Καβείρεια μυστήρια . Κάποιοι εξ αυτών ήταν ο Αγαμέμνων, ο Οδυσσέας αλλά και άλλοι Έλληνες που έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, επίσης σύμφωνα με την μυθολογία ο Ορφέας, ο Ηρακλής ο Ιάσων, οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης και οι αρχηγοί της Αργοναυτικής εκστρατείας είχαν μυηθεί στα μυστήρια των Καβείρων στην Σαμοθράκη.

Ο Βασιλιάς Φίλιππος ήταν μυημένος στα μυστήρια της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε την Ολυμπιάδα την μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που ήταν και ιέρεια των Καβείρων. Φυσικά και ο Μέγας Αλέξανδρος μυήθηκε στα Καβείρια Μυστήρια, όπως και ο Ηρόδοτος αλλά και ο Πυθαγόρας.

Στα μυστήρια γίνονταν δεκτοί όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως φυλής, φύλου και κοινωνικής τάξεως, ακόμη και οι δούλοι, αρκεί να μην επιβαρύνονταν με ανόσιες πράξεις. Σκοπός των μυστηρίων ήταν να απομακρύνει το φόβο του θανάτου και να αποκαλύψει αιώνιες αλήθειες που σχετίζονται με την τύχη της ψυχής μετά το θάνατο. Η αποκάλυψη των τεκταινομένων κατά τη διάρκεια τέλεσης των μυστηρίων επέφερε την ποινή του θανάτου. Μπροστά στο άβατο του Ιερού υπήρχε επιγραφή, που αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη και που απαγόρευε με λιτό αλλά απόλυτο τρόπο, την είσοδο "Αμύητον μη εισιέναι".
Ο Πλούταρχος γράφει για τις απόρρητες πληροφορίες που γνώριζε αλλά δεν μπορούσε να αποκαλύψει:

"Οποίοι τινές είναι οι Κάβειροι και όποια τινά μυστήρια τελούν εις την Μητέρα Ρέαν θα ζητήσω συγγνώμη από τους φιλομαθείς διά την σιωπήν μου αυτήν. Οποία δε η παρακαταθήκη και τα εις αυτήν τελούμενα δεν μοι επιτρέπεται να γράψω".

Σε αντίθεση με τα Ελευσίνια μυστήρια, στα Καβείρια μυστήρια, επιτρεπόταν η συμμετοχή ατόμων αδιαφόρως εθνότητας, ηλικίας, κοινωνικού αξιώματος και φύλου. Με τη μύησή τους αναλάμβαναν ηθικές και κοινωνικές υποχρεώσεις κι' ο Διόδωρος ο Σικελιώτης λέει ότι: "οι μυούμενοι εγίνοντο ευσεβέστεροι, δικαιότεροι και κατά πάντα καλλίτεροι".


Ποιοι και πόσοι ήταν όμως οι Κάβειροι, τι συμβόλιζαν και τι λάμβανε μέρος στις μυστηριακές αυτές τελετές; Όσον αναφορά τον συμβολισμό τους, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης 1ος αι. μ. Χ. αναφέρει ότι οι Κάβειροι θεωρούνταν η προσωποποίηση της αθανασίας της ψυχής. Φαίνεται επίσης ότι συμφωνούν οι αρχαίες πηγές στο ότι γεννήθηκαν στην Λήμνο. Ο Πίνδαρος αναφέρει σχετικά: "... τον εκ Αγίας Λήμνου γεννηθέντα Κάβειρον ", ενώ και ο Ησύχιος στο λεξικό του αναφέρει: " Κάβειροι, καρκίνοι Πάνυ Δε τιμώνται ούτοι εν Λήμνω ως Θεοί. Λέγονται Δε είναι Ηφαίστου παίδες".
 
Στη Λήμνο πίστευαν ότι ο πρώτος άνθρωπος της γης υπήρξε ο Κάβειρος, τον οποίο γέννησε η Λήμνος με απόρρητες ιερές τελετές. Γενικά αποφεύγονταν η χρήση των ονομάτων των Καβείρων, ονομάζονταν γενικά Μεγάλοι Θεοί. Στις επιγραφές που έχουν βρεθεί στις ανασκαφές πάντοτε ονομάζονται Μεγάλοι Θεοί ή Άνακτες και ποτέ με το όνομα τους Στη Λήμνο τους ονόμαζαν επίσης και Καρκίνους.

Όσο αναφορά τον αριθμό τους και το ποιοι ήταν δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι Κάβειροι ήσαν ένας ή τρεις ή τέσσερις ή επτά ή και περισσότεροι.. Το πιο πιθανό είναι ως Πελασγικής προέλευσης ο πρώτος τους χαρακτήρας κατά την απώτατη αυτή εποχή να ήταν χθόνιος και συνδέονται με τη λατρεία της μεγάλης Μητέρας Φύσης και τη γονιμότητα της γης, όπως και στα Κρητικά μυστήρια. Η Μεγάλη Μητέρα, η μητέρα γη, λεγόταν Αξίερος. Αργότερα ταυτίστηκε με την Δήμητρα . Η μορφή της, εικονίζονταν στα νομίσματα της Σαμοθράκης ανάμεσα σε δυο λιοντάρια. 

Μαζί με την Μεγάλη Μητέρα λατρεύονταν και ο σύζυγός της, ο θεός Καδμίλος, που πολλές φορές ταυτίζονταν με τον Ερμή. Είχαν και οι δύο τα ίδια "ιερά" σύμβολα , όπως τον κριό ως "ιερό ζώο" που συμβόλιζε την γονιμοποιό δύναμη και τον αρχηγό ποιμένα, καθώς και το φιδοκέφαλο κηρύκειο του, και τα οποία βρέθηκαν χαραγμένα σε νομίσματα και σε επιγραφές.

Ο Φερεκύδης καθώς και ο Ηρόδοτος τους αναφέρουν τους Καβειρους, ως γιους του Ηφαίστου. Σύμφωνα με τον Φερεκύδη μητέρα των Καβείρων ήταν η θυγατέρα του Πρωτέως και της Αγχινόης Καβείρη ή Καβειρώ και απόκτησε από τον Ήφαιστο τρία αγόρια και τρία κορίτσια, τους Καβείρους και τις Καβειρίδες. Ο Αθηνίωνας (συγγραφέας του 1ου αι. μ. Χ.) αναφέρει ότι οι Κάβειροι ήταν δυο, ο Ιασίων και ο Δάρδανος γιοι του Δια και της θυγατέρας του Άτλαντα Ηλέκτρας. Ο Διονυσόδωρος, (συγγραφέας του 3ου αι. π. Χ.) αναφέρει ότι υπήρχαν δυο ζεύγη Καβείρων ο Αξιόκερσος, η Αξίερος, ο Καδμίλος ή Κασμίλος και η Αξιόκερσα, οι οποίοι αργότερα ταυτίστηκαν με τον Πλούτωνα, την Δήμητρα, τον Ερμή και την Περσεφόνη. Σύμφωνα με τους αρχαίους μύθους ήσαν παιδιά ή εγγόνια του Ηφαίστου. 


Ο Ήφαιστος με την Καβειρώ, κόρη του Πρωτέα, έκανε τρεις γιους, τους Καβείρους και τρεις κόρες, τις νύμφες Καβειρίδες ή σύμφωνα με άλλους μύθους ο Ήφαιστος με την Καβειρώ γέννησαν τον Καδμίλο, από τον οποίο προήλθαν οι τρεις αρσενικοί και οι τρεις θηλυκοί Κάβειροι Κατά μια άλλη εκδοχή της μυθολογίας ο Ήφαιστος από την Καβείρη απόκτησε μόνο τον Καδμίλο και ότι οι Κάβειροι και οι Καβειρίδες είναι παιδιά του.

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο κάθε χρόνο και σε ορισμένο χρόνο στην Λήμνο κατά την διάρκεια των εορτών των τελετών, έσβηναν όλα τα Φώτα στο νησί επί εννέα ημέρες, μέχρι να έρθει με πλοίο από την Δήλο το νέο πυρ. Γι αυτό τον λόγο και η λαμπάδα ήταν το σύμβολο των Καβείρων. Συνήθως η γιορτή γινόταν από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο. Η τελετή μύησης γινόταν νύχτα υπό το φως των δαυλών. Το αξίωμα των ιερέων ήταν κληρονομικό, και ονομάζονταν Καδμίλοι . Πριν την μύηση γινόταν εξομολόγηση του υποψήφιου μύστη από τον ειδικό ιερέα που ονομάζονταν "Κόης". Μας σώζεται μία ενδιαφέρουσα ιστορία μάλιστα από την διαδικασία της εξομολόγησης. Ο Λύσανδρος είχε πάει στην Σαμοθράκη για να πάρει μέρος στα Καβείρεια μυστήρια. Ο ιερέας που εξομολογούσε τους πιστούς, του ζήτησε να μαρτυρήσει το μεγαλύτερο αμάρτημα του. Ο Λύσανδρος τότε τον ρώτησε:

"εσύ ή οι Θεοί θέλουν να το μάθουν";  και ο ιερέας του απάντησε οι Θεοί, και τότε ο Λακεδαιμόνιος του απάντησε: "
εσύ φύγε από εδώ, και εάν με ρωτήσουν οι Θεοί θα τους το πω.."

Οι υποψήφιοι μύστες προχωρούσαν κρατώντας δαυλούς που συμβόλιζαν το εσωτερικό φως που διώχνει το σκοτάδι της άγνοιας και της ύλης. Σε ανασκαφές βρέθηκαν πολλές θέσεις για τοποθέτηση των δαδιών στους τοίχους του Ιερού, αλλά και το γράμμα "Θ" δηλωτικό των Μεγάλων Θεών Ο μυούμενος οδηγούνταν να καθίσει σε έναν θρόνο, όπου πραγματοποιούνταν σε αυτόν η δοκιμασία και η διδασκαλία. Η τελετή αυτή ονομαζόταν "θρονισμός". Ο Πλούταρχος αναφέρει σχετικά για αυτή την φάση της τελετής,: "Καθάπερ ειώθασιν εν τω καλουμένω θρονισμώ καθίσαντες τους μυουμένους οι τελούντες κύκλω περιχορεύειν".
Του φορούσαν στο κεφάλι στεφάνι από κλαδί ελιάς και μια κόκκινη ταινία στην μέση του, την οποία θα έφερε μαζί του στην υπόλοιπη ζωή του, ενδεικτική της μυήσεώς του. Μπροστά στον θρόνο έκαιγε πυρά γύρω από την οποία οι ιερείς έψελναν με ακατανόητες λέξεις για τον μυούμενο τους Ιερούς ύμνους, μετά χόρευαν χορούς υπό τους ήχους μουσικής και μυστηριακών τραγουδιών. Ύστερα από τον θρονισμό, ο ιερέας οδηγούσε τον μύστη στο άβατο του Ιερού κι' εκεί, το νέο μέλος, έφθανε στον βαθμό της "εποπτείας".

Καθαρή Δευτέρα, Τσικνοπέμπτη και Τριώδιο

 



«Κούλουμα» είναι εορτή που εορτάζεται στην ύπαιθρο την Καθαρή Δευτέρα, καταναλώνοντας νηστίσιμα τρόφιμα, τραγουδώντας χορεύοντας, και πετώντας τον χαρταετό.  

Για την ετοιμολογία της λέξης «κούλουμα», δύο είναι οι επικρατέστερες εκδοχές.

Σύμφωνα με την πρώτη, η λέξη προέρχεται από την λατινική «Cumulus» (κόλουμους) που σημαίνει σωρός, αφθονία και τέλος, που σημαίνει το τέλος της αποκριάς, οι οποίες διαρκούν τρεις εβδομάδες, γι’ αυτό και η περίοδος αυτή ονομάζεται «Τριώδιο». 

Η πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, ονομάζεται «Προφωνέσιμη», καθώς παλαιότερα «προφωνούσαν», δηλαδή διαλαλούσαν, την αρχή της αποκριάς.

Η δεύτερη εβδομάδα είναι η «κρεατική ή κρεοφάγος», επειδή κατανάλωναν κρέας , στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η «τσικνοπέμπτη», όπου υπάρχει το έθιμο του ψησίματος κρέατος στα κάρβουνα, εξού και η λέξη «τσικνοπέμπτη.



Η τρίτη ονομάζεται «τυρινή ή τυροφάγος», επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα. Κατά την τελευταία Κυριακή της τυροφάγου, που ονομάζεται και «τρανή αποκριά», φθάνουν στο αποκορύφωμά τους τα φαγοπότια και τα γλέντια, η ευθυμία, οι αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί.

Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, η λέξη «κούλουμα», προέρχεται επίσης από την λατινική, λέξη «columna», που σημαίνει κίονας , κολώνα, διότι οι Αθηναίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν την Καθαρή Δευτέρα στους στύλους του Ολυμπίου Διός, και αργότερα στο λόφο του Φιλοπάππου.

Το όνομα «Καθαρή Δευτέρα» δόθηκε, διότι οι χριστιανοί «καθαρίζονται» σωματικά και πνευματικά, καθώς την ημέρα αυτή ξεκινά νηστεία διάρκειας 40 ημερών. (όσες δηλαδή και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο).
Το πέταγμα του χαρταετού έχει ασιατικές ρίζες, όπου συνηθίζεται να δένουν επάνω στο σχοινί μικρά χαρτάκια, πάνω στα οποία γράφουν ευχές και επιθυμίες προς του θεούς.


 
Οι Βακχικές γιορτές εισήχθησαν στην Ρώμη, τον δεύτερο αιώνα μ.Χ., και ονομάστηκαν «Σατουρνάλια», προς τιμήν του Σατούρνου (Κρόνου).

Η λέξη «αποκριά» δόθηκε επί βυζαντίου, και προέρχεται από την λέξη «αποκρέω», που σημαίνει αποχή από το κρέας.

Η λατινική λέξη «Καρναβάλι», προέρχεται από το : carne (κρέας), και vale (γεια σου) που σημαίνει, την απαγόρευση της κρεοφαγίας ή από τις λατινικές λέξεις: κάρνε (κρέας) και λεβάρε (αίρω, σηκώνω), που σημαίνει την παύση της κρεοφαγίας, από την τελευταία εβδομάδα του τριωδίου.

Όλες οι ανοιξιάτικες γιορτές, έχουν τις ρίζες τους σε Διονυσιακές αρχαιοελληνικές εορτές, κατά την οποία οι συμμετέχοντες τραγουδούσαν τον «Διθύραμβο», φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου.

Οι εορτές είχαν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τον άκρατο ενθουσιασμό, τις μεταμφιέσεις, την οινοποσία, τον χορό υπό των ήχο των κυμβάλων και τυμπάνων, θιάσους, πομπές, διθυράμβους και φαλλοφορίες. Τα Διονύσια χωρίζονταν στα «Μικρά» και στα «Μεγάλα» που τελούνταν σε διαφορετικές εποχές του χρόνου.

Δια μέσω των τελετουργικών χορών της έκστασης, και των χτυπημάτων της γης με τα πόδια, δρωμένων και μεταμφιέσεων, οι άνθρωποι αποσκοπούσαν στον εξευγενισμό των πνευμάτων, και την καρποφορία της γης, που τον χειμώνα βρισκόταν σε νάρκη, ενώ την Άνοιξη ανασταινόταν. Για τους αρχαίους λαούς ο κύκλος αυτός της αναγέννησης της φύσης, είχε σχέση και με τις ανθρώπινες ψυχές, και συμβολίζονταν με το φόρεμα της μάσκας.
.


Το Ψυχοσάββατο στην διάρκεια της αποκριάς, έχει επίσης την ρίζα του, σε παγανιστικό έθιμο, όταν κατά την εποχή αυτή έπρεπε να εξευμενισθούν, οι νεκροί για να δώσουν καρπό στην γη. Οι αρχαίοι Αθηναίοι κατά την εορτή των Ανθεστηρίων, γιόρταζαν τόσο την βλάστηση της φύσης με διονυσιακούς, χορούς και κατανάλωση κρασιού, όσο και την γιορτή των νεκρών και των ψυχών.

Πιο συγκεκριμένα , η πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια», διότι εκείνη την ημέρα άνοιγαν τα πιθάρια, για να δοκιμάσουν τα νέα κρασιά, ενώ ταυτόχρονα τιμούσαν τα παιδιά που γεννήθηκαν τον προηγούμενο χρόνο.
Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων λεγόταν «Χόες» , γίνονταν συμπόσια, τα «ασκώλια», όπου δίνονταν έπαθλο στον μεγαλύτερο πότη, ένα πήλινο πιθάρι κρασιού, που λεγόταν «χους», από το χους – χώμα, και τον στεφάνωναν με πράσινα φύλλα.




 Την 2η μέρα γινόταν μια πομπή που συνόδευε τον Διόνυσο, ανεβασμένο σ’ ένα άρμα που είχε σχήμα πλοίου, τα μέλη της ακολουθίας φορούσαν μάσκες, και λάμβανε χώρα ο «εξ αμαξών κώμος» , δηλαδή ανταλλαγές αστεϊσμών και πειραγμάτων μεταξύ συμμετεχόντων, οι οποίοι βρίσκονταν πάνω σε άμαξες και πείραζαν τους περαστικούς.

Την ίδια μέρα , γινόταν και ο «Ιερός Γάμος» μεταξύ του Διονύσου και της συζύγου του Άρχοντος Βασιλέως στο «Βουκολείον» Ιερό.

Η σύζυγος του Άρχοντος Βασιλέως τελούσε στο «εν Λίμναις» Ιερό του Διονύσου, Θυσίες και τελετές. Το Ιερό άνοιγε μόνο μια φορά το χρόνο, τη νύκτα της 12ης Ανθεστηριώνος, για την τέλεση των εκεί γυναικείων Μυστηρίων, όπου απαγορευόταν η παρουσία ανδρών. Οι γυναίκες εξαγνίζονταν με αέρα, νερό και φωτιά και φορούσαν δέρματα ελαφιού ή πάνθηρα.Οι ιεροπραξίες άρχιζαν με θυσία χοίρου και τελεστής ήταν μία Ιεροφάντις μαζί με 14 Ιέρειες που ονομάζονταν «Γεραραί» (σεβάσμιες).



Οι Ιέρειες έδιναν και αυτές τον όρκο της αγαμίας των Ιερουργών και υπόσχονταν, πως θα τελούν προς τιμή του Διονύσου τα «Θεοίνια», τη γιορτή του Θεού Οίνου και τα «Ιοβάκχεια». Μπροστά στην Ιεροφάντιδα η σύζυγος του Άρχοντος Βασιλέως, πρόσφερε θυσία στο Διόνυσο για την ευημερία της πόλεως. 

Η Τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς, και ονομάζονταν «Χύτροι», επειδή την ημέρα προσφέρονταν αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών. Η πανσπερμία προσφέρονταν στους νεκρούς, που πίστευαν ότι τους επισκέπτονταν για να συμμετάσχουν στα γεύματα. Μέσω του Ψυχοπομπού Ερμού γινόταν η ανάκληση των νεκρών, και η αναπαράσταση τους γινόταν φορώντας μάσκες, και χορεύοντας έξαλλα.

Γίνονταν επίσης σπονδές ύδατος, που ονομάζονταν «Υδροφόρια» στο «Ολυμπείον» στο Ιερό της Γης, σε ανάμνηση του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνος.
Στο τέλος των ιεροπραξιών γινόταν η επάνοδος των Ψυχών στον Άδη με την φράση: «φευγάτε ψυχές των νεκρών, τα ανθεστήρια τελείωσαν».

Τα δρώμενα των Ανθεστηρίων αναφερόταν στον θάνατο, ενώ τα δρώμενα «των κατ’ αγρούς Διονυσίων», αναφέρονταν στην γονιμοποίηση και την ζωή.

Στην Βόρειο Ελλάδα έχουν επιβιώσει έως σήμερα, πιο ξεκάθαρα, , οι Διονυσιακές τελετές.Στην Θράκη, ο βασιλιάς Μπέης ντυμένος με δέρματα ζώων, με κουδούνια κρεμασμένα στο σώμα του και με το φαλλόμορφο ραβδί στο χέρι, εκλεγμένος από τους προύχοντες, γυρίζει σ’ όλο το χωριό με συνοδεία μεταμφιεσμένων. Σε ορισμένες περιοχές μεταφέρεται πάνω σε άμαξα που την κινούν νέοι, με τα πειράγματα και τις αισχρολογίες τους, κατ΄ αντιστοιχία «των εξ αμάξης», των αρχαίων Αθηναίων στα κατ’ αγρούς Διονύσια, τους χόες και τα Λήναια. 



Στη Νάουσα οι Μπούλες, άντρες ντυμένοι γυναικεία, και οι Γενίτσαροι, με φουστανέλες και ιδιόμορφη μάσκα, γυρίζουν στους δρόμους χορεύοντας με χαρακτηριστικές κινήσεις, τραγούδια, χορούς και υπό τον ήχο κουδουνιών.

Το έθιμο της αποκριάς και του καρναβαλιού, αν και παγανιστικό, όχι μόνο επιβίωσε, αλλά αποτελεί και μία από τις πιο μεγάλες εορτές του σύγχρονου κόσμου, όπου μικροί και μεγάλοι διασκεδάζουν, τιμώντας την ζωή και την φύση, αναζητώντας διέξοδο από το άγχος της καθημερινής ζωής .



Η Αρχαία Ελληνική "Μεταφυσική" Φιλοσοφία στο σήμερα


Στην μεταβατική εποχή που διανύουμε, όπως και στο μεταίχμιο κάθε νέας εποχής, κάτι νέο κυοφορείται, καθώς το παρόν αποσυντίθεται για να προκύψει κάτι καινούργιο. Στην νέα αυτή εποχή, ο άνθρωπος καλείται να επαναπροσδιορίσει την θέση του, τόσο σε σχέση με τον πνευματικό του εαυτό του, όσο και με την φύση, καθώς αιώνες τώρα ακολουθεί μία πορεία αποξένωσης. Ζούμε σε έναν κόσμο που επικρατούν οι άνθρωποι της επιτυχίας και του χρήματος, και όχι της ηθικής και της αρετής, της πληροφορίας και όχι της γνώσης.

Η σύγχρονη επιστήμη μπορεί να εξελίσσεται ταχύτητα, είναι φανερό όμως ότι κάτι λείπει, καθώς σε επίπεδο κοινωνίας υπάρχει κρίση αξιών, μοναξιά και ατομισμός, αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και την φύση, ενώ η παραγωγή όλο και περισσότερων υλικών αγαθών είναι πια ο υπέρτατος σκοπός της ζωής.

Ειδικά ο νέο-Έλληνας φέρει διπλή ευθύνη στους ώμους του. Ως συνεχιστής μίας απίστευτης πολιτιστικής κληρονομιάς οφείλει να αποκαταστήσει τον κομμένο ομφάλιο λώρο με την αρχαιοελληνική σκέψη, η οποία σε κάθε δύσκολη στιγμή της ανθρωπότητας αποτέλεσε την αφετηρία του Διαφωτισμού και της αναγέννησης, αλλά και να πρωτοστατήσει σε μία νέα αντίληψη για τον άνθρωπο, την ζωή, και τον κόσμο. Το να υπάρχεις «ελληνικός» σημαίνει τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς σύμφωνα με τον Λιαντίνη:



1. Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από την φύση. Όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων

2. Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης. Όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων.

3. Ότι αποθεώνεις την ομορφιά. Γιατί η ομορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.


4. Και κυρίως αυτό... Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πως αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.


Και αυτό ίσως επειδή, ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα των συνειδητών επιλογών του. Επιλογών που επηρεάζουν όμως όχι μόνο ίδιο, αλλά και το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο έχει επιβληθεί και συνειδητά καταστρέφει, έχοντας ξεχάσει την αμφίδρομη σχέση που υφίσταται μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Έτσι όμως είναι σίγουρο πως θα θερίσουμε ότι ανεξέλεγκτα σπείραμε, γεωλογικές, μεταβολές και μόλυνση του περιβάλλοντος.


Αντίθετα με την σημερινή πρακτική, για την αρχαία Ελληνική αντίληψη Θεός και κόσμος ταυτίζονται, συνεπώς υφίσταται μία άρρητη ενότητα του ανθρώπου και της φύσης, άρα και σεβασμός του πρώτου έναντι της.


Για την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη, ο κόσμος δημιουργήθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ίδια του η δομή, περιείχε το μυστικό μιας ιερής και αιώνιας τάξης, που αποκαλύπτεται ως κοσμική και πλανητική αρμονία, και εν τέλη εξατομικεύεται στην ανθρώπινη ύπαρξη. Όταν κατανοηθεί αυτή η θέση μας αποκαλύπτεται ένα κλειδί για την κατανόηση τόσο του εαυτού μας, όσο και του σύμπαντος.


Για τον Δημόκριτο ο άνθρωπος είναι μικρογραφία του κόσμου, η αντανάκλαση του Μακρόκοσμου, ένα μικρό σύμπαν, καθώς αποτελείται από εκατομμύρια μικρότερες ζωές, οι οποίες αποτελούν όχι μόνο το φυσικό του σώμα αλλά όλη του την ύπαρξη και στις υπόλοιπες διαστάσεις. Ο Ηράκλειτος έλεγε "Εκ των πάντων Εν, και εξ Ενός τα πάντα", και "οδός άνω και κάτω μία", ενώ ο Μάρκος Αυρήλιος εκφράζοντας τις θέσεις των στωικών έγραφε πως:


«Tα πάντα αλληλοσυμπλέκονται και η σύμπλεξη αυτή είναι κάτι το ιερό, και σχεδόν κανένα δεν είναι ξένο με το άλλο. Διότι όλα είναι συντεταγμένα ως σύνολο, και διακοσμούν τον ίδιο κόσμο.»


Στον εσωτερισμό αντίστοιχα, ο νόμος της αναλογίας είναι μία από τις πρώτες βασικές αρχές τόσο του μακρόκοσμου όσο και του μικρόκοσμου. Όπως αναφέρει η Μπλαβάτσκυ:


«Από τους Θεούς μέχρι τους ανθρώπους, από τους Κόσμους μέχρι τα άτομα, από ένα άστρο μέχρι ένα αδύναμο φως, από τον Ήλιο μέχρι τη ζωτική θερμότητα του μικρότερου οργανικού όντος: ο κόσμος της Μορφής και της Ύπαρξης είναι μια τεράστια αλυσίδα της οποίας όλοι οι κρίκοι συνδέονται. Ο νόμος της Αναλογίας είναι το πρώτο κλειδί…»



Οι προσωκρατικοί πίστευαν πως κάθε τι στη Φύση έχει εν δυνάμει, ικανότητα για αίσθηση και, κατά προέκταση, για συνείδηση. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον πώς η σημερινή επιστήμη βάση των νέων δεδομένων, αρχίζει να αναγνωρίζει το σύμπαν ως μία τεράστια σκέψη, και όχι ως μια καλοκουρδισμένη μηχανή με προκαθορισμένη την επόμενη κίνηση.

Επιστημονικά πειράματα δείχνουν πως ο παρατηρητής είναι απαραίτητος όχι μονάχα για να παρατηρήσει την εξέλιξη ενός κβαντικού φαινομένου, αλλά ακόμα και για να συμβεί αυτό το φαινόμενο. Από ότι φαίνεται λοιπόν η ομοιότητα μεταξύ της δομής της ύλης και της δομής του νου, διαδραματίζει έναν βασικό ρόλο στην διαδικασία της παρατήρησης.

Για τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους και μύστες, υπήρχε κάτι περισσότερο από την επιφανειακή πραγματικότητα που παρατηρούμε με τις φυσικές αισθήσεις μας. Η ύλη αποτελεί ένα πέπλο, το οποίο οι αναζητητές της αλήθειας οφείλουν να προσπελάσουν, προκειμένου να υπάρξει η αντίληψη της πραγματικής υπόστασης των πραγμάτων.


Το ενδιαφέρον είναι πως σύμφωνα με πορίσματα της σύγχρονης φυσικής η ύλη είναι κάποια μορφή ενέργειας, κάτι που σημαίνει πως η υλική πραγματικότητα είναι στην ουσία ένα «matrix», μία σκιώδης πραγματικότητα, το σπήλαιο του Πλάτωνα, που αποτελείται από μορφές ενέργειας οι οποίες εμφανίζονται από το πουθενά.


Σαφώς και υπάρχουν οι εξωτερικοί νόμοι της Μορφής που αναζητά η επιστήμη, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν και οι «εσωτερικοί» νόμοι της Ζωής που αναζητά η εσωτερική φιλοσοφία, προσπαθώντας να ανιχνεύσει την πρώτη εκείνη Αρχή από την οποία τα πάντα προέρχονται.


Όσον αναφορά τον φυσικό άνθρωπο αυτός δεν είναι παρά μια μερική εκδήλωση μόνο του Αληθινού Ανθρώπου, καθώς όλα όσα συνιστούν αυτό που εμείς εκλαμβάνουμε ως εγώ, δεν είναι παρά ένα πολύ μικρό τμήμα της ψυχής. Αυτόν τον αληθινό άνθρωπο οφείλουμε να ανακαλύψουμε την πνευματική μας Ιθάκη. Το ταξίδι είναι ίσως μεγάλο και περιπετειώδες αλλά ίσως ο άνθρωπος κατορθώσει να θυμηθεί την πραγματική του πατρίδα. Το ταξίδι αυτό που είναι η πορεία προς την εξατομίκευση, ονομάζεται βάδισμα στην ατραπό, μία ατραπός που οδηγεί πίσω στο πνευματικό λίκνο, απ' όπου προήλθε το αυτό ιερό κομμάτι της ύπαρξης.


Στο μυστηριώδες αυτό ταξίδι, η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, και οι μύθοι στέκουν αρωγοί στον άνθρωπο για να του θυμίζουν την Γήινη αλλά και ουράνια καταγωγή του, όπως αναφέρουν οι Ορφικές πλάκες του Ιππωνίου, για να του προσδιορίζουν τους δρόμους της επιστροφής του, στην πνευματική του πηγή.


Ο άνθρωπος του εικοστού πρώτου αιώνα οφείλει να διευρύνει την συνειδητότητα του αγαλλιάζοντας όλα τα δημιουργήματα, μετέχοντας ενεργά στο κοσμικό σχέδιο, επιβεβαιώνοντας την αιώνια υπόσταση της αθάνατης και αιώνιας φύσης του. Και αυτό, διότι όπως λέει ο Καζαντζάκης: 

«Θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ' ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμεις που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμεις που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμεις που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμεις.»


Ομιλία μου με θέμα: "Η αρχαιοελληνική Μεταφυσική Φιλοσοφία στο Σήμερα", στο συμπόσιο που διοργάνωσε η "Κίνηση Φιλοσοφικών και Μεταφυσικών Ομάδων για Ελεύθερη Πνευματική Έκφραση", στις 30 Ιανουαρίου 2005.


H φιλοσοφία στον σύγχρονο κόσμο και στην αρχαιότητα


«Το γνωστό είναι πεπερασμένο, το άγνωστο ατελείωτο. Στεκόμαστε πάνω σε ένα νησί στη μέση ενός απεριόριστου, ανεξήγητου ωκεανού. Το καθήκον κάθε γενιάς είναι να αποκτά λίγη περισσότερη γη.»
 T.H. Huxley
 

Ζούμε στην αυγή της νέας χιλιετίας, όπου το παλαιό θα δώσει την θέση του στο καινούργιο, προκλητικό και ταυτόχρονα αβέβαιο. Ζούμε στον κόσμο της αόρατης και όμως πανταχού παρούσας νέας τάξης πραγμάτων, στον κόσμο της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και του υπερκαταναλωτισμού, όπου ο άνθρωπος αναζητεί την προσωπική του ευτυχία στο κυνήγι υλικών αγαθών, χωρίς να μένει χρόνος για να ασχοληθεί με τον «εσωτερικό» του εαυτό και τις πνευματικές του ανάγκες. Επιτυγχάνεται όμως έτσι η ευτυχία; Ολοκληρώνεται κατά αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος; O Ηράκλειτος απαντάει καυστικά : «Αν η ευτυχία βρισκόταν στις σωματικές απολαύσεις, θα λέγαμε ευτυχισμένα τα βόδια όταν βρίσκουν μπιζέλια για να φάνε».

Ο άνθρωπος σήμερα έχει την τάση να θεωρεί την Γη το κέντρο του κόσμου, θεωρώντας τον εαυτό του σαν κάτι το ιδιαίτερο, μίας και τον συγκρίνει με τα υπόλοιπα όντα πάνω στα οποία έχει κυριαρχήσει. Όταν ο άνθρωπος όμως στρέψει το βλέμμα του στον ουρανό τότε συνειδητοποιεί ότι η δική του παρουσία στο άπειρο σύμπαν είναι αμελητέα, νοιώθει δέος, και γίνεται πιο ταπεινός. Η πλειοψηφία της σύγχρονης επιστήμης αντιλαμβάνεται το σύμπαν σαν μία καλοκουρδισμένη μηχανή που λειτουργεί με βάση κάποιους κανόνες, σαν ένα συνονθύλευμα από άψυχα βασικά δομικά στοιχεία. Η τεχνολογία έχει σαν στόχο μόνο τον άνθρωπο αδιαφορώντας για το κόστος, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να βρεθούμε μπροστά στις δυνάμεις που απερίσκεπτα εξαπολύσαμε. Ίσως μέσω της κλωνοποίησης να επαναλάβουμε την δημιουργία ενός νέου Αδάμ. Σε ένα τέτοιο κόσμο όμως δεν θα χωράει ο Θεός. Θεός θα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, σε ένα κόσμο που δεν φτιάχτηκε από αυτόν, αλλά που εγωιστικά θα θεωρεί ότι του ανήκει. O Αινστάιν, ο επιστήμονας που επηρέασε όσο κανείς άλλος τον σύγχρονο τρόπο σκέψης παραδέχεται:

«Ένα ανθρώπινο ον είναι μέρος του όλου, που καλείται από εμάς σύμπαν, ένα μέρος περιορισμένο στον χώρο και στον χρόνο. Αυτό συλλαμβάνει τον εαυτό του, τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του ξεχωριστά από το υπόλοιπο… ένα είδος οπτικής ψευδαίσθησης της συνείδησής του. Αυτή η ψευδαίσθηση είναι ένα είδος φυλακής για εμάς, που μας περιορίζει στις προσωπικές μας επιθυμίες και στην έλξη μόνο λίγων ανθρώπων που είναι κοντά μας. Η αποστολή μας πρέπει να είναι να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από αυτήν την φυλακή διευρύνοντας τον κύκλο της συμπόνιας μας για να αγκαλιάσουμε όλα τα ζωντανά πλάσματα και ολόκληρη την φύση μέσα στην ομορφιά της»

Aυτό που μας συμβαίνει σήμερα μας εξηγεί ο Ν. Λώρενς, είναι ότι αιμορραγούμε από τις ρίζες, γιατί έχουμε αποκοπεί από την Γη, τον Ήλιο, και τα αστέρια, και η αγάπη είναι υποκρισία, γιατί άμοιρο μπουμπούκι, την ξεριζώσαμε από τον μίσχο της στο δένδρο της ζωής και περιμένουμε να εξακολουθήσει να ανθίζει στο πολιτισμένο βάζο μας.

Για τους αρχαίους πολιτισμούς ο κόσμος και η Γη ήταν ένας ζωντανός οργανισμός, που είχε εκτός της υλικής και πνευματική υπόσταση. Όπως στο ανθρώπινο σώμα οι κινήσεις προέρχονται από την ψυχή που σκέπτεται και ενεργεί, έτσι και για την αρχαία επιστήμη η ορατή τάξη του σύμπαντος ήταν η αντανάκλαση αόρατων ιεραρχικά δομημένων πνευματικών δυνάμεων, που με τις ενέργειες τους προκαλούσαν την εξέλίξη της ζωής τόσο στον μακρόκοσμο όσο και στον μικρόκοσμο (με τον ίδιο τρόπο που πίσω από έναν ζωγραφικό πίνακα βρίσκεται η σκέψη και η δράση του καλλιτέχνη). Μία τέτοια κοσμογονική θεώρηση προχωρούσε κατά κύκλους ομόκεντρους από το παγκόσμιο στο επιμέρους, από το αόρατο στο ορατό, από το καθαρό πνεύμα στην οργανωμένη υπόσταση, από τον Θεό στον άνθρωπο.


Σε κάθε αρχαίο πολιτισμό υπήρχε ένα εσωτερικό σύστημα γνώσης του κόσμου των φυσικών δυνάμεων, αλλά και της ανθρώπινης φύσης που ονομαζόταν Σοφία. Οι άνθρωποι που ασχολούνταν με την κατάκτηση της ονομάζονταν Σοφοί, και αργότερα από τον Πυθαγόρα Φιλό-σοφοι. Ο Πυθαγόρας ονόμαζε φιλόσοφο, αυτόν που γνώριζε τις λειτουργίες τόσο της υλικής όσο και της πνευματικής φύσεως, και δίδασκε στους μαθητές του να γνωρίζουν πραγματικά τις αλήθειες αυτές. Η Φιλοσοφία δεν ήταν -και δεν είναι- μια θεωρητική προσέγγιση του κόσμου, αλλά και ένας τρόπος ζωής. Οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν ήταν οι μόνοι που στοχάστηκαν πάνω σε θέματα κοσμογονίας θεολογίας και φυσιολογίας, αλλά αντιθέτως επηρεάστηκαν από διάφορους λαούς και κουλτούρες.

«Σε ολόκληρη την ιστορία, τίποτε δεν είναι πιο εκπληκτικό ή τόσο δύσκολο να περιγραφεί όσο η αιφνίδια άνοδος του πολιτισμού στη Ελλάδα. Πολλά απ' όσα δημιουργούν τον πολιτισμό υπήρχαν ήδη επί χιλιάδες χρόνια στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία, και είχαν απλωθεί από εκεί στις γειτονικές χώρες. Αλλά ορισμένα στοιχεία έλειπαν, ωσότου τα προμήθευσαν οι Έλληνες. Το τι απετέλεσαν στην τέχνη και τη λογοτεχνία είναι γνωστό στον καθένα, αλλά ό,τι έχουν πραγματοποιήσει στον καθαρά διανοητικό τομέα είναι ακόμη εξαιρετικότερο» (Bertrand Russel, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας) .

Οι Έλληνες εξερεύνησαν το άγνωστο σύμπαν με απροκαταληψία, και με μία φοβερή συνδυαστική ικανότητα, που αφορούσε όλα τα βασικά ζητήματα της Φιλοσοφίας, και τα έθεσαν με χαρακτηριστική για το Ελληνικό πνεύμα καθαρότητα. Δημιούργησαν τις βασικές έννοιες της φιλοσοφίας και της φυσικής επιστήμης και έτσι επηρέασαν καταλυτικά όλη την κατοπινή Ευρωπαϊκή και παγκόσμια επιστήμη. Ταυτόχρονα όμως πρόβαλαν ως υπέρτατο αγαθό την απόκτηση της γνώσης, χωρίς να είναι αυτή προνόμιο μόνο της ιερατικής τάξης.. Η αποκάλυψη της γνώσης βέβαια σύμφωνα με τον Πλάτων δεν είναι εύκολη. Πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. (ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ, η επιγραφή του μαντείου των Δελφών). Η γνώση του εαυτού μας και της σχέσης μας με το κόσμο που μας περιβάλλει σύμφωνα με τον Σωκράτη, αποτελεί την ευτυχία της ζωής και την αφετηρία της Φιλοσοφίας. Η γνώση αυτή μας λέει ο Πλάτων:


«δεν είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί με λόγια όπως οι άλλες επιστήμες. Χρειάζεται μακρά μελέτη του θέματος και διάπλαση του εαυτού με αυτήν. Τότε, είναι σαν μία σπίθα να ξεπηδά και να ανάβει ένα φως που από εκεί και μετά είναι ικανό να αυτοσυντηρείται».

 
Στον Φαίδων εξάλλου μας αποκαλύπτει, ότι το μονοπάτι της κατακτήσεως της αλήθειας οδηγεί τόσο στον δρόμο της αγάπης, όσο και στον δρόμο του θανάτου: 

«Είναι πιθανόν λέει ,οι άνθρωποι να μην αντιλαμβάνονται ότι όλοι όσοι προσφεύγουν στην ενασχόληση με την φιλοσοφία, εκπαιδεύονται για ένα πράγμα μόνο – τον θάνατο».
 
Εννοεί βέβαια τον θάνατο της αμάθειας και του εγωισμού, και την αναγέννηση ενός νέου πνευματικού ανθρώπου, όπως δήλωνε κατόπιν και ο Απ. Παύλος: «όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις θάνατον αυτού εβαπτίστημεν». O άνθρωπος συμβολικά πεθαίνει μέσα από το βάπτισμα και ξαναγεννιέται εξαγνισμένος.


Η γνώση της αλήθειας είναι το υπέρτατο αγαθό. Η λέξη Αλήθεια (άνευ –Λήθης) σημαίνει να μην ξεχνούμε. Η Λήθη αυτή σχετίζεται με την άγνοια της θείας μας προελεύσεως και του τελικού μας σκοπού, που είναι η επάνοδος στην θεϊκή μονάδα. Η κατανόηση του θείου πεδίου με το οποίο ο κάθε ένας από εμάς συνδέεται, είναι ο αληθινός τελικός σκοπός της ενσαρκώσεως μας. Σοφία είναι να νικήσουμε τον εαυτό μας, ενώ άγνοια να νικηθούμε από αυτόν μας λέει ο Σωκράτης. Για τον φιλόσοφο ο σκοπός της ζωής είναι η απόκτηση πείρας, μια συνεχή τελειοποίηση του πνεύματος. Όλες οι επιστήμες, η γλώσσα μας, το πολίτευμα μας, τα πάντα που εμείς απολαμβάνουμε σήμερα προέρχονται από την Αρχαία Ελλάδα. 


Η ιστορία της επιστήμης ξεκινάει με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, σε μία εποχή που η επιστήμη (επί –ίσταμαι-, στέκομαι από πάνω), και η φιλοσοφία δεν αποτελούσαν ξεχωριστά αντικείμενα όπως σήμερα. Όταν οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι ξεκινούν, ο δρόμος της επιστήμης δεν είχε ακόμα χαραχθεί, έπρεπε να τον ανοίξουν οι ίδιοι. Στην εποχή τους κυριαρχούσε η μυθολογική κοσμογονία και το μόνο δεδομένο είναι η εμπειρική παρατήρηση των φυσικών φαινομένων. Η ορθολογιστική βάση δεδομένων έλειπε, τα όργανα παρατήρησης δεν υπήρχαν ενώ και το κύρος της γνώσης που δεν βασιζόταν στις γνώσεις του ιερατείου ή της μύησης στα μυστήρια ήταν ανύπαρκτο. Έτσι οι πρωτοπόροι της φιλοσοφίας έπρεπε μαζί με τις θεωρίες που ανάπτυξαν να «εφεύρουν» και την ορολογία της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η ανατροπή αυτή συνέβη τον 6ο αιώνα π.Χ. . 

Τότε ο Έλληνας θα αφήσει πίσω του την επική μυθολογική ποίηση, η σκέψη του θα εμβαθύνει, και θα τον χαρακτηρίσει μία πιο κριτική στάση απέναντι στη ζωή. Αυτό θα επιτευχθεί με την ναυτιλία και το εμπόριο και τις αποικίες. Η δίψα για γνώση ξεκίνησε από φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με την φύση του ανθρώπου και του κόσμου. Έτσι σε θεολογικό επίπεδο προχωρώντας πέρα από τις μυθολογικές προσεγγίσεις του Θείου και της δημιουργίας του αρχαίου κόσμου οι Έλληνες Σοφοί διάμεσο της πολλαπλότητας και μεταβλητότητας των φαινομένων προσέγγισαν το Θείο και αναζήτησαν το Εν, την θεία Ουσία του Κόσμου, το Όντως Ον (Παρμενίδης), τον Νου (Αναξαγόρας), το Αγαθόν (Πλάτων), το Αείζωον Πυρ και τον Λόγο (Ηράκλειτος).

Πιο συγκεκριμένα ο Θαλής ο Μιλήσιος ένας από τους 7 σοφούς της αρχαιότητας θεωρούσε ως αρχή των πάντων το «Ύδωρ» και «έβλεπε» έναν θεό μέσα σε καθετί.


Ο Αναξίμανδρος ταύτισε το «Θείο» με το «άπειρο», στο οποίο απέφυγε να δώσει ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά.


Ο Ξενοφάνης ανέπτυξε πιο ξεκάθαρα την ιδέα του «Ενός Θεού» που ξεχωρίζει από «τους υπόλοιπους θεούς και τους ανθρώπους».


Ο Παρμενίδης τον 6ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποίησε τον όρο «Ένα» για να ονομάζει την υπέρτατη Θεότητα.


Φανερά επηρεασμένος από αυτόν τον ο Πλάτωνας ( τον 4ο αιώνα π.Χ.) στο έργο του «Τίμαιος», παρουσίασε έναν Δημιουργό, ο οποίος δίνει μορφή στην αδρανή ύλη μέσων των «νοητικών μορφών» (Αρχετύπων).


Ως πιο ορθολογιστής ο μαθητής του Αριστοτέλης, απέρριψε την ιδέα των «αρχετύπων» και μίλησε για έναν κυκλικό χρόνο που βρίσκεται σε κίνηση, δίχως αρχή και τέλος, αλλά και για το «Πρωταρχικό Κινούν». Αυτός είναι ο «Θεός» του Αριστοτέλη, που παρουσιάζεται σαν μια Αρχή και όχι προσωποποιημένος.


Τον 3ο αιώνα μ.Χ., ο Νεοπλατωνιστής Πλωτίνος περιγράφει το «Ένα», ως μια μη υλική, απρόσωπη δύναμη σαν το Υπέρτατο Ον. Ο Πλωτίνος διέκρινε μια Απόλυτη Θεότητα ως πρώτη αρχή, που ήταν απλά «νοητικής φύσης» και μια δημιουργική Θεία Διάνοια που γεννάει τις μορφές.


Σε επιστημονικό επίπεδο, πρώτος ο Πυθαγόρας αναφέρθηκε στην σφαιρικότητα της Γης, και αργότερα ο Έκφαντος και ο Ικέτας δίδαξαν την περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονα της.


Το 235 π.χ ο Ερατοσθένης, υπολόγισε την περίμετρο της Γης μετρώντας την σκιά ενός ραβδιού, και την βρήκε 40.000 χλμ, σχεδόν όσο την υπολογίζουμε και σήμερα, ενώ ο Ίππαρχος 190 π.χ είναι ο πρώτος που διαιρεί τον κύκλο σε 360 μοίρες, και ανακαλύπτει το φαινόμενο της μετάπτωσης των ισημεριών, η οποία ξανάγινε γνωστή στην Ευρώπη τον 16ο αιώνα απ’ τον Νικόλαο Κοπέρνικο.
Όσον αφορά το σύμπαν και την θέση της γης σε αυτό, πρώτος ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310-230 π.Χ.) υποστήριξε ότι, η Γη δεν ήταν το κέντρο του κόσμου όπως μέχρι τότε πιστευόταν, αλλά μια σφαίρα που περιφερόταν γύρω από τον Ήλιο. 


Η ηλιοκεντρική αυτή θεωρία επανήλθε στο προσκήνιο 1.800 χρόνια αργότερα από τον Κοπέρνικο.. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε χειρόγραφα του Κοπέρνικου που βρέθηκαν, ίδιος γράφει ότι είχε μελετήσει τον Αρίσταρχο τον Σάμιο, κάτι που δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του βιβλίου του. Οι υπολογισμοί του Κέπλερ απέδειξαν ότι η Γη και οι πλανήτες κινούνταν σε ελλειπτικές τροχιές γύρω από τον Ήλιο. Οι γενικές του Κέπλερ ήταν βασισμένες στον Πυθαγορισμό.

Για τον Αριστοτέλη (384-323/2 π.Χ.) ο κόσμος ήταν σαν ένα «κρεμμύδι» που αποτελούταν από ομόκεντρες σφαίρες, στο κέντρο των οποίων βρισκόταν η Γη. Το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη επικράτησε στην Δύση έως τον 16ο αιώνα μ.Χ. Σημαντική και στην Φυσική είναι η συνεισφορά του Αριστοτέλη, ο οποίος έθεσε τις βάσεις της Μηχανικής κίνησης των σωμάτων παρόμοιας με αυτήν του Νεύτωνα (17ος αι. μ.Χ.). Υποστήριζε ότι η ύπαρξη συνεχούς κίνησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας συνεχούς αιτίας, μιας δύναμης δηλαδή που θα επιδρά πάνω στο κινούμενο σώμα.


Ο Ηρόδοτος το (4ο αιώνα π.χ) θεωρείται ο πατέρας της Ιστορίας, ενώ ο Θουκυδίδης ήταν ο θεμελιωτής της αντικειμενικής ιστορικής έρευνας. και ο πρώτος ιστορικός που ξεχώρισε τον μύθο από την ιστορία.


Ο Ιπποκράτης (4ο αιώνα π.χ) ήταν ο θεμελιωτής της επιστημονικής Ιατρικής, ας μην λησμονούμε ότι έως και σήμερα οι γιατροί παίρνουν τον «Ορκο του Ιπποκράτη» για να ασκήσουν το επάγγελμα τους.


Στις θετικές επιστήμες ο Ευκλείδης (3ο αιώνα π.Χ.) έθεσε τις βάσεις των μαθηματικών και της γεωμετρίας, οι οποίες αποτελούν έως και σήμερα την θεμέλιο λίθο όχι μόνο των μαθηματικών, αλλά και της τεχνολογικής επιστήμης. Ο Αρχιμήδης (2ο αιώνα π..Χ) ανακάλυψε τις πρώτες αρχές της υδροστατικής. Εφέυρεσε τις τροχαλίες, τους οδοντωτούς τροχούς, κατασκεύασε αστρονομικά όργανα και τελειοποίησε το ελληνικό αριθμητικό σύστημα.


Ο Ηρόφιλος απ’ την Χαλκηδόνα της Βιθυνίας (3ος αιώνα π.Χ.),στο έργο του «Ανατομία», δίνει για πρώτη φορά ανατομικές περιγραφές ανθρωπίνων οργάνων. Ο Ηρόφιλος αναγνώρισε την αληθινή φύση του νευρικού συστήματος και θεώρησε κέντρο του τον εγκέφαλο. Χώρισε τα νεύρα σε «αισθητικά» και «προαιρετικά», και μετρούσε τους σφυγμούς των ασθενών για να κάνει διαγνώσεις.


Αλλά και όσον αναφορά την δημιουργία του κόσμου, οι απόψεις των Προσωκρατικών Θαλή, Αναξίμανδρου και Αναξιμένη είναι κοντά σε αυτά που υποστηρίζει η σύγχρονη Φυσική, όπως θα εξετάσουμε σε επόμενο κεφάλαιο.


Ο Δημόκριτος το 460 π.Χ. υποστήριζε ότι τα άτομα έχουν διαφορετικό μέγεθος μεταξύ τους, και ότι η κίνηση τους προέρχεται από κάποια πηγή. (Αυτό που σήμερα οι επιστήμονες ονομάζουν ορμή ή κρούση).


Ο Λεύκιππος το 500 π.χ διατύπωσε για πρώτη φορά την ατομική θεωρία την οποία εξέλιξε ο μαθητής του Δημόκριτος. Όσον αφορά την γένεση της ζωής στη Γη, ο Αναξίμανδρος θεωρούσε ότι η ζωή δημιουργήθηκε από τη λάσπη και ότι τα πρώτα ζώα ήταν ψάρια με αγκαθωτό δέρμα. Τα υπόλοιπα ζώα σύμφωνα με την θεωρία του, αποτελούσαν χερσαίους απόγονους των ψαριών. Την ίδια άποψη για την προέλευση της ζωής διατύπωσε κι ο Αναξιμένης, με τη διαφορά ότι θεωρούσε καταλυτική την παρουσία του αέρα και της θερμότητας του Ήλιου.


Η νοοτροπία του σημερινού πολιτισμού βασίζεται στο Αριστοτέλειο ορθολογιστικό μοντέλο σκέψης, το οποίο επικράτησε στα χρόνια της Αναγέννησης έναντι του Πλατωνικού μεταφυσικού μοντέλου. Στην εποχή μας είναι γεγονός ότι η φιλοσοφία δεν είναι απαραίτητη στην επιστήμη (τεχνολογία). Ο λόγος είναι ότι η εξειδίκευση είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την καλύτερη απόδοση των υπαλλήλων στις σύγχρονες κοινωνίες.


Το ερώτημα όμως είναι, αυτή η μονόπλευρη ανάπτυξη του πνεύματος είναι αρκετή; Ίσως το ζητούμενο στην νέα εποχή να είναι ακριβώς αυτό, η παθητικότητα των κοινωνιών, η δημιουργία συνεχών καταναλωτικών αναγκών κλπ. Η γνώση ήταν και είναι δύναμη, και όπως είναι γνωστό η εξουσία θέλει να ελέγχει την δύναμη. Το πνευματικό σκόρπισμα που επέφερε η πολυδιάσπαση της επιστήμης, η και εξειδίκευση των επιστημών μίκρυνε τους πνευματικούς ορίζοντες του ανθρώπου. Η γνώση που λαμβάνει σήμερα ο άνθρωπος περιορίζεται στο γνωστικό του αντικείμενο.


Η φιλοσοφία διευρύνει το πνεύμα γιατί παρατηρεί και προσπαθεί να εξηγήσει την φύση και τους νόμους που την διέπουν, εξασφαλίζοντας έτσι μια συνολικότερη εικόνα για τον κόσμο. Ταυτόχρονα όμως η φιλοσοφία προχωρά πέρα από την ορατή πλευρά των πραγμάτων.


Ο Πλάτων το περιγράφει περίφημα στον μύθο της σπηλιάς, όπου με λίγα λόγια περιγράφει αλυσοδεμένη την ανθρωπότητα να ζει σε μία σκοτεινή σπηλιά, στο μέσο της οποίας καίει μία φωτιά. Οι άνθρωποι είναι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε το μόνο που μπορούν να δουν είναι οι σκιές των πραγμάτων στους τοίχους της σπηλιάς. Εάν κάποιος μπορούσε να σκαρφαλώσει στην σπηλιά και να αντικρίσει το αληθινό φως του ήλιου, αφενός τα μάτια του δεν θα άντεχαν το φως, και αφετέρου εάν επέστρεφε πίσω στην σπηλιά και περιέγραφε στους υπολοίπους ότι ο κόσμος των σκιών δεν είναι ο πραγματικός κόσμος θα κινδύνευε να χλευαστεί. Η άνοδος από την υλιστική κατάσταση των σκιών είναι δύσκολη έως ότου δούμε το αληθινό φως.


Στις μεταφυσικές του ανησυχίες ο άνθρωπος, αρχικά δίνει απλές απαντήσεις, ενώ λατρεύει και φοβάται ό,τι δεν κατανοεί και δεν είναι σε θέση να ελέγξει. Μεταφυσική ότι δεν μπορεί να παρατηρήσει το ανθρώπινο μάτι, και δεν μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αυτί. Είναι ο χώρος που βρίσκεται πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη, και περιέχει όσα μεσολαβούν ανάμεσα στον άνθρωπο και στην πηγή που τον δημιούργησε. Σύμφωνα με τον Σπέυσιππο:


«το μη υλικό γίνεται αισθητό μέσω της επιστημονικής σκέψης, ενώ το υλικό μέσω της επιστημονικής αντίληψης».

 
Ακόμα και στον χώρο της ορθολογιστικής επιστήμης ο Max Plank υποστήριζε:  


«Δεν υπάρχει φυσική χωρίς κάποια δόση μεταφυσικής..».


 

Ο Διάλογος του Πλωτίνου και του μαθητή του, Πορφύριου

Ο Νεοπλατωνισμός, με σημαντικότερους εκπροσώπους τον Πλωτίνο (204-270 μ.Χ.), τον Πορφύριο (232-304 μ.Χ.) τον Ιάμβλιχο (250-326 μ.Χ.), αποτέλεσε και την τελευταία αναλαμπή του Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας. Ιδρυτής του Νεοπλατωνισμού είναι πρακτικά ο Πλωτίνος, αλλά ουσιαστικά ήταν ο δάσκαλος του, ο Αμμώνιος Σακκάς, ο οποίος έζησε περίπου το 175 μ.χ έως το 242 μ.Χ, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. 

Το 193 μ.χ ιδρύει και διδάσκει τον Νεοπλατωνισμό ή Εκλεκτισμό, δυστυχώς όμως ο Αμμώνιος δεν έγραψε τίποτε, ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε και να εκτιμήσουμε την σπουδαιότητα του ως φιλοσόφου. Άλλος γνωστός μαθητής του ήταν ο γνωστός Ωριγένης. Οι γονείς του Αμμώνιου ήταν Χριστιανοί, ενώ το όνομα του το χρωστάει στο επάγγελμα του μίας και ήταν αχθοφόρος. Τις διδασκαλίες του τις γνωρίζουμε από τον μαθητή του Πλωτίνο, ο οποίος γεννήθηκε το 204 μ.χ στην Λυκόπολη της Αιγύπτου. 

Ο Πλωτίνος ( 204- 270 μ.χ) υπήρξε κατά γενική ομολογία ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, πριν την επικράτηση του Χριστιανισμού και το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών. Ο Πλωτίνος σε ηλικία 28 χρόνων επισκέφθηκε την σχολή του Αμμώνιου Σακκά, λέγοντας μόλις άκουσε την διδασκαλία του «αυτός είναι ο άνθρωπος που έψαχνα». Έμεινε και μαθήτευσε μαζί του 10 χρόνια. Το 244 μ.χ σε ηλικία 40 χρόνων εγκαθίσταται στη Ρώμη, και ανοίγει την σχολή του στα πρότυπα του φιλόσοφου που θαύμαζε απεριόριστα του Πλάτωνα.
Το 254 μ.χ Ο Πλωτίνος σε ηλικία 50 ετών αρχίζει το συγγραφικό του έργο, γράφοντας συνολικά 54 βιβλία.


Το 263 μ.χ έρχεται στην σχολή του Πλωτίνου σε ηλικία 30 χρόνων ο Πορφύριος, ο οποίος μετά τον θάνατο του διδασκάλου του, συγκέντρωσε τα συγγράμματα του και τα διαίρεσε σε έξι εννεάδες. Το 270 μ.χ ο Πλωτίνος μεταβαίνει στην Καμπανία όπου και πεθαίνει σε ηλικία 66 ετών. Σήμερα γνωρίζουμε την σκέψη του Πλωτίνου κυρίως μέσα από το έργο «Εννεάδες», του μαθητή του Πορφύριου.


Σύμφωνα με τον Πλωτίνο υπάρχουν μία αισθητή και τρεις νοητές υποστάσεις στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα πάντα. Οι υποστάσεις αυτές είναι οντολογικά και αξιολογικά ιεραρχημένες από τις ανώτερες προς τις κατώτερες, και έχουν ως εξής: ΈΝ, Νους, ψυχή, φύση. 

Το κάθε επίπεδο γεννά, μέσα από «θέαση» το επόμενο. Η θέαση κατά τον Πλωτίνο είναι η λειτουργία μέσα από την οποία δημιουργούν τα νοητά όντα. 

Ο Πλωτίνος αφήνει να εννοηθεί ότι η λέξη «ΘΕΟΣ» προέρχεται από το «θεάομαι» (βλέπω). 

Οι τρεις υποστάσεις ΕΝ ΝΟΥΣ ΨΥΧΗ δημιουργούν τις κατώτερες πραγματικότητες, ακτινοβολώντας το ανώτερο στο κατώτερο, ως μία αναγκαστική συνέπεια της ίδιας του της ύπαρξης. Η Φύση, αποτελεί γέννημα της Ψυχής, (η Ψυχή είναι γέννημα του Νου, ο Νους είναι γέννημα του Ενός), και γεννάει τον φυσικό μας κόσμο. 

Το Έν είναι άμορφο άρα δεν παρέχει καμία δυνατότητα να το δούμε. Όχι μόνο δεν μπορούμε να το δούμε , αλλά δεν μπορούμε να του αποδώσουμε καν ιδιότητες, διότι τότε θα το καταστούσαμε διττό. Αποτελούμενο δηλ. από τον πύρινα του συν μία πρόσθετη ιδιότητα. Ωστόσο ο Πλωτίνος κάνει νύξεις για έμμεση θέαση του Εν. Συγκρινόμενο με τον Ήλιο που ανατέλλει πάνω από τα όντα και στέλνει το φως του σε αυτά, το Ένα μπορεί να προσεγγιστεί από τον Νου , κατά το μέτρο που αυτός θα ακινητοποιηθεί και θα αφοσιωθεί στην θεϊκή θέαση. 

Το 270 μ.χ ο Πλωτίνος μεταβαίνει στην Καμπανία όπου και πεθαίνει σε ηλικία 66 ετών. Ο Νεοπλατωνισμός επηρέασε την βυζαντινή σκέψη μέσω του Διονύσιου Αρεοπαγίτη και του Μιχαήλ Ψελλού, γονιμοποίησε τη μεσαιωνική σκέψη μέσω του Αγίου Αυγουστίνου, ενώ επηρέασε και την ισλαμική φιλοσοφία με την έλευση των Αράβων. Σήμερα γνωρίζουμε την σκέψη του Πλωτίνου κυρίως μέσα από το θαυμάσιο έργο «Εννεάδες». Το 1794 και το 1817 ο τελευταίος Νεοπλατωνιστής Αγγλος Thomas Taylor εκδίδει το βιβλίο «the Works of Plotinus», στο οποίο περιγράφει ένα διάλογο του Πλωτίνου με τον μαθητή του Πορφύριο, μέσα από τον οποίο προσπαθεί να σκιαγραφήσει την σκέψη του Πλωτίνου. Aς παρακολουθήσουμε πως περίπου ήταν αυτός ο διάλογος, μέσα από την σύνθεση των κειμένων του Πλωτίνου:

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Ο Αμέλιος μου είπε Πλωτίνε, ότι για να φιλοσοφήσω πρέπει πρώτα να γνωρίσω τις παγκόσμιες αρχές. Για αυτό σε ερωτώ. Τι βρίσκετε πίσω από όλες τις μορφές της ζωής; Τι είναι η φύση; Πως μπορεί να περιγραφεί;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Πάνω από όλα πρέπει να βρίσκεται κάτι που να είναι απλό. Γιατί εάν δεν είναι απλό, και δεν είναι το ΕΝ, τότε δεν θα είναι η αιτία Η αιτία των πάντων πρέπει να είναι μία και μοναδική.
 

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μα το δημιουργημένο σύμπαν είναι πολλαπλασιαζόμενο και σύνθετο. Θέλεις να πεις ότι το σύνθετο προέρχεται από το απλό;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Δεν είναι δυνατό για τα πολλά να υπάρχουν εκτός και αν υπάρχει το ΕΝ, από το οποίο αποτελούνται, και το οποίο υπάρχει πριν από όλα τα άλλα. Το ΕΝ είναι η αιτία όλων.
 

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πως μπορεί δάσκαλε το ΕΝ να περιγραφεί;Έχω την εντύπωση ότι το ΕΝ υπερβαίνει την δυνατότητα της ανθρώπινης αντίληψης, και ότι η ανθρώπινη έκφραση θα μπορούσε μόνο το αλλοιώσει.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Πως αλήθεια μπορούμε να μιλήσουμε για αυτό; Μπορούμε να πούμε κάτι για αυτό, αλλά δεν μπορούμε να το περιγράψουμε. Ούτε έχουμε κάποια γνώση ή διανοητική αντίληψη του. Μπορούμε να πούμε τι δεν είναι και όχι τι είναι. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να το γνωρίσουμε.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μπορούμε να πούμε ότι το ΕΝ είναι η ύπαρξη;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Το ΈΝ δεν είναι η ύπαρξη, αλλά η ύπαρξη είναι η εκπόρευση του, η πρώτη γέννηση. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει όνομα για το ΕΝ, είναι ανέκφραστο.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Κατάλαβα. Είναι περισσότερο μη ύπαρξη παρά ύπαρξη. Δεν έχει όμως σχέση με την εκδηλωμένη πεπερασμένη ύπαρξη;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Το ΕΝ είναι τα πάντα, και ταυτόχρονα τίποτα. Το ΕΝ είναι τα πάντα, για τον λόγο ότι όλα ενυπάρχουν μέσα του. Στους κόλπους του υπάρχουν, και ΘΑ υπάρξουν τα πάντα.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Κατάλαβα. Το ΕΝ αντιπροσωπεύει την δυνατότητα. Ποια όμως η σχέση του Ενός με την ζωή;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχει πριν από την ζωή και είναι η αιτία της, εφόσον η ενέργεια της ζωής δεν προηγείται αλλά αντίθετα απορρέει από την ανέκφραστη πηγή του ΕΝΟΣ.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πρέπει να υποθέσουμε λοιπόν ότι το ΕΝ που υπάρχει πριν από όλα, δεν είναι το εκδηλωμένο σύμπαν. Που βρίσκεται λοιπόν το ΕΝ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Το ΕΝ υπάρχει παντού. Δεν υπάρχει μέρος όπου δεν είναι, για αυτό και γεμίζει τα πάντα. Μέσω αυτού υπάρχουν τα πάντα. Το ΕΝ γεμίζει τα πάντα, παράγει τα πάντα, χωρίς να είναι αυτό που παράγει.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μα Πλωτίνε ξέρεις καλά ότι το εκδηλωμένο σύμπαν χαρακτηρίζεται από την κίνηση. Είναι το ΕΝ η κίνηση; Ή είναι η δυνατότητα της κίνησης, μία συνθήκη στάσης; Ποια η σχέση του ΕΝΟΣ με την κίνηση και την στάση;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Το ΕΝ υπερέχει και της κίνησης και της στάσης. Είναι η δυνατότητα και της κίνησης και της στάσης, υπερέχει και των δύο.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Άλλη μία σκέψη με προβληματίζει δάσκαλε. Το σύμπαν εκδηλώνεται διανοητικά. Μπορείς να περιγράψεις το ΕΝ σαν διάνοια; Με άλλα λόγια το ΕΝ σκέπτεται;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Το ΕΝ δεν σκέπτεται γιατί εμπεριέχει τόσο την σκέψη, όσο και το σκεπτόμενο. Το ΕΝ δεν είναι η διάνοια, αλλά ανώτερο της διάνοιας. Κατά συνέπεια εφόσον είναι ανώτερο της διάνοιας η εκπόρευση του θα είναι και διανοητική.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Είναι φανερό ότι το ΕΝ είναι πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη. Δεν μπορείς όμως δάσκαλε να μου περιγράψεις περιοχές του ΕΝΟΣ που να μπορώ να αντιληφθώ; Τι ακολουθεί την συνθήκη της δυνατότητας; πώς το σύμπαν εκδηλώνεται;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Οτιδήποτε υπάρχει μετά από το ΕΝ, προέρχεται από αυτό. Αλλά αυτό το δεύτερο στάδιο της ύπαρξης, δεν θα είναι πια το ΕΝ αλλά η πολλαπλότητα του ΕΝΟΣ. Διαπιστώνουμε ότι όλα τα πράγματα που πλησιάζουν την τελειότητα δεν μπορούν να παραμείνουν σε ανεκδήλωτη ύπαρξη, αλλά πρέπει να εκδηλώνονται Αυτό παρατηρείται σε όλη την φύση. Όχι μόνο στα όντα που είναι ικανά επιλογών, αλλά ακόμα και σε αυτά που στερούνται της επιλογής, υπάρχει η τάση να μεταδίδουν ότι ενυπάρχει μέσα τους. Για παράδειγμα η φωτιά παράγει θερμότητα, το χιόνι παράγει κρύο. Για αυτό τον λόγο, όλα τα πράγματα στην φύση τείνουν στην αθανασία με την εκδήλωση των ποιοτήτων τους. Το ΕΝ εκδηλώνει το εαυτό του. Αυτό που εκδηλώνεται, εκδηλώνει παράλληλα τον εαυτό του.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Α μάλιστα. Διδάσκεις λοιπόν και εσύ το δόγμα «της απόρροιας» των Γνωστικών. Ξεχνάς όμως Πλωτίνε, ότι όλα τα εκδηλωμένα είναι φτιαγμένα από ύλη. Πως μπορεί η ύλη να παράγει τον αυτό της;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ύλη δεν είναι νεκρή. Η ύλη δεν στερείται ζωής και νοημοσύνης. Το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο. Το σχήμα και η ύλη είναι αρχές αναγκαίες για οτιδήποτε έχει σώμα


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Καταλαβαίνω Πλωτίνε . Η θεωρία σου υποστηρίζει ότι το πνεύμα και η ύλη δεν πρέπει να θεωρούνται σαν ξεχωριστές οντότητες, αλλά σαν δύο όψεις του ΕΝΟΣ, που αποτελεί την βάση της ύπαρξης. Αλλά τι συμβαίνει με τον άνθρωπο; Υπάρχει κάτι στον άνθρωπο που αντιστοιχεί στο ΕΝ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Πρέπει να υπάρχει μία άλλη φύση, διαφορετική από το σώμα, που γεννά ύπαρξη από τον εαυτό της. Είναι αναγκαίο και πρέπει να υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρωταρχικό είδος ζωής, που είναι επίσης χωρίς μορφή και αιώνιο, και που είναι μέρος όλων των πραγμάτων . Είναι αναγκαίο να υπάρχει κάτι που είναι η πηγή της ζωής, κάτι που θα είναι πέρα από την σωματική φύση.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μιλάς για αυτό που ονομάζουμε Ψυχή; Εάν ναι ποία είναι η σχέση της ψυχής με το ΕΝ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή είναι μία και σέβεται το ΕΝ. Η ψυχή εμπεριέχει άφθονο μέρος της ουσίας του ΕΝΟΣ μέσα της.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Ποια είναι η φύση της ψυχής ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή δεν έχει σώμα όπως διδάσκουν οι Στωικοί. Κανένα άθροισμα ατόμων δεν θα μπορούσε να παράξει την ψυχή. Η ψυχή είναι μία ασώματη και αθάνατη ουσία. Η ψυχή μεταδίδει κίνηση σε όλα. Μεταδίδει ζωή στο σώμα. Αυτή μόνη κατέχει την αληθινή ζωή. 


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Ποία είναι η γνώμη σου για την σχέση των ψυχών με την παγκόσμια ψυχή ;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Το σύμπαν ενυπάρχει στην ψυχή που είναι η ουσία του, και κανένα τμήμα του δεν στερείται της ψυχής που το υγραίνει με ζωή, όπως το δίχτυ στο νερό. Εάν όλες οι ψυχές γίνονται ΜΙΑ στην συμπαντική ψυχή, γιατί δεν θα μπορούσαν μαζί να σχηματίζουν το ΕΝ; Εάν η ψυχή μου και η ψυχή σου προέρχονται από την παγκόσμια ψυχή τότε όλες οι ψυχές σχηματίζουν το ΕΝ.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πως τότε Πλωτίνε θα όριζες τον άνθρωπο; Είναι ο άνθρωπος μία ψυχή ή κατέχει απλώς κατέχει μία ψυχή;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο άνθρωπος είναι ψυχή και έχει ένα σώμα. Η φύση και η ουσία αυτών των δύο πρέπει να διαχωριστεί. Από την στιγμή που το σώμα είναι σύνθετο, η ανάγκη δεν μπορεί να το διατηρήσει για πάντα στην ίδια κατάσταση. Η γνώση ομοίως δείχνει πως, ότι διαλύεται κατά τον θάνατο δέχεται διαχωρισμούς μίας και κάθε τι που ενυπάρχει σε κάτι, τείνει στο όλο και όμοιο του από όπου προήλθε Η ψυχή λοιπόν διαχωρίζεται κατά τον θάνατο από το σώμα.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Το σώμα μας δεν αποτελεί μέρος μας Πλωτίνε ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Εάν το σώμα είναι μέρος μας, τότε δεν είμαστε εξολοκλήρου αθάνατοι. Όταν όμως διακρίνουμε σωστά, βλέπουμε ότι το σώμα είναι μόνο το όργανο της ψυχής, και ότι η ψυχή είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μα Πλωτίνε παρότι το σώμα είναι ένα όργανο μόνο της ψυχής, παρόλα αυτά είναι ένα σημαντικό μέρος της. Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε χωρίς αυτό.


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Δεν είμαστε μόνο το σώμα, αλλά δεν είμαστε και εντελώς χωρισμένοι από αυτό. Είναι εξαρτώμενο από εμάς. Για αυτό οι πόνοι και οι ηδονές που βιώνει το σώμα μας επηρεάζουν. Όσο πιο αδύναμοι είμαστε τόσο πιο πολύ ασχολούμαστε με αυτό. Μέσα σε αυτό είναι δεμένο ένα μέρος του εαυτού μας, που αποτελεί την προσωπικότητα μας.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Γιατί τότε Πλωτίνε οι άνθρωποι μιλούν για την ψυχή σαν να είναι το σώμα;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Λέγεται ότι η ψυχή είναι το σώμα, για τον λόγο ότι το σώμα είναι ορατό. Αλλά εάν μπορούσαμε να δούμε την ψυχή, και αν μπορούσαμε να δούμε ότι περιβάλει το σώμα με την ζωή που κατέχει, θα λέγαμε ότι η ψυχή δεν είναι με κανένα τρόπο το σώμα, αλλά αντίθετα το σώμα περιέχεται μέσα σε αυτήν, αυτό που ρέει μέσα στο ακίνητο.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα έτσι ώστε να μου γίνει πιο ξεκάθαρο ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή λέγεται ότι υπάρχει στο σώμα όπως ο καπετάνιος σε ένα πλοίο. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί αφενός βρίσκεται στο πλοίο κατά τύχη, και αφετέρου γιατί ο καπετάνιος κυβερνά όλο το πλοίο, ενώ βρίσκεται σε ένα μόνο μέρος του, ενώ η ψυχή κυβερνά το σώμα και είναι παρούσα παντού. Ένα καλύτερο παράδειγμα θα ήταν εάν λέγαμε ότι η ψυχή είναι παρούσα στο σώμα όπως το φως στον αέρα. Το φως είναι παρόν στον αέρα χωρίς να ανακατεύεται με αυτό. Όταν το φως αποσύρεται από τον αέρα, μέσα στον οποίο ακτινοβολεί, αυτός (ο αέρας) δεν κρατά τίποτα από το φως, αλλά φωτίζεται μόνο για όσο ο αέρας παραμένει το μέσα του.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Σε ευχαριστώ Πλωτίνε για τα παραδείγματα. Αλλά έχω άλλη μια ερώτηση που θα ήθελα να σου κάνω. Είπες πριν από λίγο ότι μέρος του εαυτού μας είναι δεμένο στο σώμα μας. Πρέπει να υποθέσω ότι και όλη ψυχή δεν είναι παρούσα στο σώμα ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή δεν εισέρχεται ολοκληρωτικά στο σώμα. Το υψηλότερο μέρος μένει πάντα ενωμένο με τον νοήμονα κόσμο, ενώ το κατώτερο μέρος της παραμένει ενωμένο με τον αισθητό κόσμο. Το ανώτερο μέρος της είναι ανεπηρέαστο από την έλξη των παροδικών απολαύσεων και οδηγεί σε μία ατάραχη ζωή. Κάθε ψυχή έχει ένα κατώτερο μέρος που είναι στραμμένο προς το σώμα, και ένα ανώτερο που είναι στραμμένο προς την θεία διάνοια.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μάλιστα. Η φύση της ψυχής γίνεται δυαδική μόλις εισέρχεται στο σώμα Συνεπώς αυτό αναγκαστικά σημαίνει διπλή δράση.


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ακριβώς. Η ψυχή έχει διπλή δράση στις σχέση της με το πάνω και το κάτω. Με την πρώτη της ενέργεια ελέγχει το σώμα, και με την δεύτερη μελετά τις καταληπτές οντότητες.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Κατάλαβα. Η ψυχή είναι μία ενεργή οντότητα. Πως ενεργεί ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή έχει οντότητα με χαρακτηριστική φύση και ενέργειες. Μία από αυτές είναι η μνήμη, της οποίας η άσκηση εμποδίζεται μόνο από το σώμα. Όταν η ψυχή δένεται στο σώμα, ξεχνάει. Όταν διαχωρίζετε θυμάται. Για αυτό τον λόγο το σώμα είναι η πηγή της λήθης. Η μνήμη ανήκει μόνο στην ψυχή.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πως η ψυχή χρησιμοποιεί τα σώματα ; Υπάρχει κάποιος νόμος που προκαλεί την μετενσάρκωση σε ένα σώμα ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Αυτό που ονομάζεται αναπόφευκτη ανάγκη και θεία δικαιοσύνη κυβερνά την φύση που προκαλεί κάθε ψυχή να εισέρχεται σε εκείνο το σώμα που έχει επιλέξει. Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, η ψυχή πλησιάζει το σώμα εκείνο όπου οφείλει να εισέλθει. Κάθε ψυχή έχει την δική της ώρα.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πλωτίνε φαίνεται ότι διδάσκεις για μία δύναμη που βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο. Ο νόμος για τον οποίο μιλάς που βρίσκεται ; Από πού πηγάζει ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο κάθε ένας από εμάς κουβαλά μαζί του αυτόν τον νόμο, έναν νόμο του οποίου η ισχύς δεν πηγάζει από έξω, αλλά που είναι έμφυτη.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Ποιος είναι ο σκοπός της μετενσάρκωσης ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή κατέρχεται για να εξελίξει τις δυνάμεις της και για να στολίσει ότι βρίσκεται κάτω από αυτήν. Η ψυχή αλλάζει σώματα με τον ίδιο τρόπο που σε ένα θεατρικό έργο ο ηθοποιός πεθαίνει, αλλά στην επόμενη σκηνή, αλλάζει ενδύματα και υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο και επιστρέφει στην σκηνή.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Τι είναι τότε Πλωτίνε ο θάνατος;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Θάνατος είναι μόνο η αλλαγή του σώματος, όπως και να έχει αυτός που αναχωρεί θα ξαναγυρίσει να παίξει..


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Δώσε μου ακόμα ένα παράδειγμα Πλωτίνε. Είναι ένα θέμα που πάντα με μπέρδευε.


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η Ζωή είναι ένας συνεταιρισμός της ψυχής και του σώματος. Θάνατος είναι ο χωρισμός. Τόσο στην ζωή όσο και στον θάνατο η ψυχή νοιώθει σαν στο σπίτι της.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Τι συνείδηση έχει η ψυχή μετά τον θάνατο ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχουν δύο στάδια μετά θάνατο. Στο πρώτο η ψυχή έλκεται από το σώμα που αναπολεί ότι ο άνθρωπος έκανε ή υπέφερε κατά την διάρκεια της ζωής του. Στην διάρκεια του χρόνου όμως η ανάμνηση προηγούμενων ζωών θα επιτευχθεί. Για τον λόγω ότι με τον καιρό η ψυχή εξαρτάται όλο και λιγότερο από το σώμα, και έτσι αρχίζει να θυμάται πράγματα που είχε ξεχάσει στην παρούσα ζωή.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Και όταν η ψυχή επιστρέφει στην γήινη ύπαρξη Πλωτίνε, τι συμβαίνει ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Συναντά τις συνέπειες των προηγούμενων οφειλών της. Αυτοί που στην προηγούμενη ζωή τους, ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων, εάν καταχράστηκαν την εξουσία τους, θα γίνουν αυτοί σκλάβοι. Δεν εναπόκειται μόνο στην τύχη το να γίνει κάποιος σκλάβος, φυλακισμένος ή ατιμασμένος. Θα πρέπει να έχει διαπράξει την βία την οποία εισπράττει. Εάν επιθυμείς να ανακαλύψεις την διανεμόμενη δικαιοσύνη, δεν είναι αρκετό να εξετάζεις μόνο το παρόν αλλά τόσο παρελθόν, όσο και το μέλλον. Το σύστημα αυτό ανταποδιτικότητας είναι απόλυτο, δίκαιο και σοφό. Η τάξη που κυριαρχεί στο σύμπαν είναι αιώνια. Επενεργεί στο κάθε τι ακόμα και στα μικρότερα πράγματα.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μου υπέδειξες Πλωτίνε ότι ο άνθρωπος είναι ο υπαίτιος της μοίρας του, και ο μοναδικός υπεύθυνος που ενεργοποιεί τις αιτίες τόσο της ευτυχίας όσο και της δυστυχίας του. Πως όμως αυτός ο νόμος που κληρονομείται στον άνθρωπο ορίζει την ποιότητα και την ποσότητα της τιμωρίας που ο άνθρωπος πρέπει να υποφέρει ;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο Θείος νόμος είναι αναπόφευκτος, και περιέχει μέσα του την δύναμη της δικαιοσύνης. Μέσω του νόμου καθορίζεται πως και για πόσο είναι αναγκαίο κάποιος να υποφέρει. Οι τιμωρίες που εξαγνίζουν το κακό πρέπει να προέρχονται από την τάξη που κυβερνά όλα τα πράγματα. Οι κακές πράξεις τα ατυχήματα και η δυστυχία που καταπιέζουν το καλό, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι οι συνέπειες προηγούμενων σφαλμάτων. Η παγκόσμια τάξη δεν πρέπει να κατηγορείται ως άδικη , αλλά πρέπει να επιμένουμε στην διανομή του δίκαιου. Εάν δεν καταλαβαίνουμε κάποια πτυχές του Θείου νόμου είναι λόγω κρυφών αιτιών που διαφεύγουν της γνώσης μας.


ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Διανεμητής δικαιοσύνης. Θα θυμάμαι αυτές τις λέξεις Πλωτίνε. Μου ξεκαθάρισες πολλά σημεία που με προβλημάτιζαν. Αλλά Πλωτίνε όλοι οι άνθρωποι υποβάλλονται στην διανομή της δικαιοσύνης με τον ίδιο τρόπο;


ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων. Ο πρώτος αφορά τους ανθρώπους εκείνους που θεωρούν την επίγεια ζωή σαν την αρχή και το τέλος. Ο δεύτερος αφορά αυτούς που είναι ικανοί σε κάποιο βαθμό να στρέφουν την ψυχή τους σε πιο υψηλές αξίες. Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Φως..

 .
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνική Αγωγή».