Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

Οι μυθικές γοργόνες, από την αρχαιότητα έως σήμερα.


 

Στην αρχαία Ελληνική μυθολογία η γοργόνα έχει πολύ μακρινό παρελθόν. Ο Όμηρος (9ος - 8ος αι. π.Χ.) πρώτος κάνει λόγο για δύο Ωκεανίδες την Ευρυνόμη (Ιλιάδα, Σ 398-9)30 και την Πέρση/ Περσηίδα (Οδύσσεια, κ 439)31 .

Κατά τον Ησίοδο (8ος - 7ος αι. π.Χ) οι Ωκεανίδες, που συναντώνται και ως Ωκεανίνες ή Ωκεανίτιδες ή Ωγενίδες (Θεογονία, 340-370, 908) ήταν τρεις χιλιάδες, ωστόσο αναφέρει μόνο σαράντα μία, από τις οποίες η Ευρυνόμη ήταν η μητέρα των Χαρίτων από τον Δία και η Περσηίδα ήταν σύζυγος του Ήλιου και μητέρα του Αιήτη -βασιλιά της Κολχίδας-, του Πέρση, της Κίρκης και της Πασιφαής .

Οι Ωκεανίδες ήταν κόρες του τιτάνα Ωκεανού και της Τηθύος, θεωρούνταν ιδεατές ανθρωπόμορφες έννοιες των πηγών, που κατά το ήμισυ ήταν κοπέλες, εκείνων που τα ύδατά τους μεταφέρονταν από τους ποταμούς στην ανοικτή θάλασσα (αρχαίο Ωκεανό), και κατά το άλλο ήμισυ ψάρι, καταλήγοντας σε απλή εκβολή (ένα ουραίο πτερύγιο) ή σε δέλτα (διπλό ουραίο πτερύγιο).

Αλλά και οι Νηρηίδες, ήταν νύμφες που λατρεύονταν ως θεές της ήρεμης θάλασσας, και προσωποποιούσαν τις καταστάσεις και τα χαρακτηριστικά της θάλασσας. Ήταν κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας και εξ αυτής εγγονές του Ωκεανού. Ήταν γύρω στις πενήντα, ενώ έφταναν και τις εκατό, κατά άλλη άποψη.

Οι Νηρηίδες ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, στο παλάτι του πατέρα τους και περνούσαν τη μέρα τους κολυμπώντας και παίζοντας με δελφίνια, ή καθισμένες σε χρυσούς θρόνους ή βράχους τραγουδώντας και υφαίνοντας ή στεγνώνοντας τα πλούσια και μακριά μαλλιά τους.

 Δεν επέτρεπαν σε καμία θνητή να παραβάλλεται με αυτές στην ομορφιά. Είχαν τη δύναμη να ταράζουν τη θάλασσα αλλά και να την ηρεμούν. Γενικά ήταν πάντοτε περιχαρείς για την αθανασία τους, συνόδευαν τα άρματα των ενάλιων θεών και οι φωνές τους γοήτευαν και τα τραγούδια τους είχαν έλξη ακατανίκητη. Οι Νηρηίδες, ωστόσο, περιγράφονται με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και έχουν ανθρώπινα πόδια, που μπορούν να κολυμπούν.

Οι νεράιδες έχουν ταυτιστεί περισσότερο με τις Νηρηίδες εκ παραφθοράς, που βγήκαν στη στεριά με τα ίδια γνωρίσματα των θαλασσινών αδελφών τους . Άλλες θαλάσσιες θεότητες που ονομάζονται και γοργόνες είναι οι Φορκίδες και οι επτά Πλειάδες που μεταμορφώθηκαν στον αστερισμό της Πούλιας από τον Δία . Παρόλο που οι Ωκεανίδες, ως νύμφες των υδάτων είχαν ψαρίσια ουρά, το όνομα του είδους της γοργόνας το έδωσε μια διαφορετική μυθολογική οντότητα, η Γοργώ (ή Γοργών, -όνος).

Νύμφες της θάλασσας ήταν λοιπόν και οι γοργόνες, κόρες της Κητούς και του Φόρκυ. Αυτές ήταν η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έκοψε ο Περσεύς, καθώς  ήταν η μόνη θνητή από τις τρείς.

Ο μύθος της Μέδουσας εξελισσόταν μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια και φυσικά οι όποιες προσθήκες, αφαιρέσεις, μετατροπές συμβάδιζαν με τις επιταγές και την ιδεολογία του χρόνου και των τόπων. Έτσι, η Μέδουσα μετατράπηκε σε όμορφη κοπέλα  περήφανη και υπεροπτική, που τόλμησε να συγκρίνει την ομορφιά της με της Αθηνάς και να τη βρει ανώτερη. Και η Αθηνά άλλαξε τα μαλλιά της σε φίδια.

Σύμφωνα με την Ρωμαϊκή εκδοχή του μύθου από τον Οβίδιο, η Μέδουσα ήταν μία πανέμορφη ιέρεια της Αθηνάς που ο Ποσειδώνας τη βίασε μεταμορφωμένος σε άλογο, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι μεταμόρφωσε την Μέδουσα σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε.

Η Μέδουσα και ειδικά το κεφάλι της, που ονομάζονταν γοργόνειο, χρησιμοποιούνταν από πολύ παλιά ως προστασία και αποτροπαϊκό σύμβολο και γι' αυτό χρησιμοποιούνταν ως ακροκέραμο σε ναούς και σπίτια αλλά και ως διακόσμηση σε πανοπλίες, όπλα, ασπίδες, άρματα και διάφορα αντικείμενα.

Μέσα από τους μύθους και τις δοξασίες η μυθική γοργόνα επιβιώνει αιώνες τώρα στην Ελληνική συνείδηση ανάμεσα στο χάσμα δύο κόσμων του γήινου και του θαλάσσιου. Καθώς, η Ελλάδα είναι θαλάσσια χώρα, η πανάρχαια αλλά και διαχρονική αυτή οντότητα εμφανίζεται στην παράδοσή της με ποικίλους τρόπους που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα μορφών. Από εκείνη της τρομοκρατικής και αποτρόπαιης μορφής της αρχαιότητας στην διακοσμητική εικόνα του μεσαίωνα, και τέλος, στη συναισθηματική γυναίκα των νεότερων χρόνων,

Συν τω χρόνω η μορφή των γοργόνων λαμβάνει στην λαϊκή φαντασία  την μορφή νεαρής γυναίκας από την μέση και επάνω και ψαριού από την μέση και κάτω.  Στα νεότερα χρόνια, η σύγχρονη μυθοπλασία, εμφανίζει μία  γοργόνα να είναι αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με αυτό το μύθο ο Μ. Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί στην αδερφή του το νερό της αθανασίας, το οποίο είχε αποκτήσει αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε.

Η αδερφή του όμως το έχυσε πριν προλάβει ο αδερφός της να το χρησιμοποιήσει κι έτσι αυτός την καταράστηκε να γίνει ψάρι από την μέση και κάτω και να πλανιέται μέσα στις θάλασσες. Εκείνη όμως γνωρίζοντας το κακό που είχε κάνει στον αδερφό της δεν του κράτησε κακία και με αγωνία σταματά τα καράβια που θα βρεθούν στο δρόμο της και ρωτά τους ναυτικού «ζει ο Μ. Αλέξανδρος;». Κι αν πάρει τη σωστή απάντηση: 

- «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει», τότε ευχαριστημένη χάνεται στα βάθη της θάλασσας, ειδάλλως παίρνει μαζί της και το καράβι.

Ένας άλλος επίσης μεταγενέστερος μύθος, συνδέει με τον Οδυσσέα με μία γοργόνα. Σε κάποιο σημείο του ταξιδιού του, ο Οδυσσέας συνάντησε μια πανέμορφη γοργόνα, μια θαλάσσια νύμφη δηλαδή, της οποίας το σώμα είναι από την μέση και πάνω ανθρώπινο, και από την μέση και κάτω σώμα ψαριού.

Έχοντας ακούσει ότι το σπάνιο αυτό πλάσμα συγγενεύει με τις σειρήνες   και έτσι ο Οδυσσέας θέλησε να ακούσει για μια ακόμη φορά το ίδιο πανέμορφο τραγούδι που είχε ακούσει από τις σειρήνες, και το οποίο τραγουδούσε και η γοργόνα.

Ο Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους, είτε κατασπαράζονταν απ΄ αυτές, κι έτσι διέταξε σε όλο το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους ώστε να μην ακούν το τραγούδι των Σειρήνων, ενώ ό ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι ώστε όταν ακούσει το τραγούδι τους να μη παρασυρθεί στη γοητεία τους. 

Πριν τον Οδυσσέα μόνο οι Αργοναύτες είχαν καταφέρει να περάσουν από την περιοχή τους, όταν ο Χείρων είχε προειδοποιήσει τον Ιάσονα να πάρει μαζί του τον Ορφέα ο οποίος με το τραγούδι του ξεπέρασε σε ομορφιά τις σειρήνες και κατόρθωσαν τελικά να διαφύγουν χωρίς απώλειες.

Θέλοντας να ξανακούσει το θελκτικό τραγούδι των σειρήνων, επισκέφτηκε με τους συντρόφους του την σπηλιά της ακίνδυνης γοργόνας, σε ένα μικρό νησάκι στα ανοιχτά του Ιονίου πελάγους.

Εκεί μαγεύτηκε από το τραγούδι της, και θέλησε να την πάρει κοντά του στα ταξίδια του. Καθ' ότι όμως αυτή ήταν ψάρι από την μέση και κάτω, δεν μπορούσε να φύγει από την ασφάλεια της σπηλιάς της στην ακροθαλασσιά, εφόσον οι άνθρωποι θα την κυνηγούσαν και θα την σκότωναν. Έτσι, αφού ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος, ο μαγεμένος Οδυσσέας κρατούσε τους συντρόφους του στο νησί όλο και περισσότερες μέρες για να ακούει το πανέμορφο τραγούδι της.

Κάποια στιγμή αυτοί κουράστηκαν να περιμένουν και διαμαρτυρήθηκαν. Τότε η γοργόνα χάρισε στον Οδυσσέα ένα μαγικό κοχύλι, το οποίο μόλις το ακουμπούσε στο αυτί του μπορούσε να ακούσει το τραγούδι της. Και έτσι αυτός πείστηκε επιτέλους να αναχωρήσει από το νησί.

Κάποια μέρα όμως που βρισκόταν στο κατάστρωμα του καραβιού και είχε κολλήσει το κοχύλι στο αυτί του, φύσηξε δυνατός άνεμος και έγινε τρικυμία μεγάλη, με αποτέλεσμα το κοχύλι να του πέσει στην θάλασσα. Αυτός έκλαιγε μέρα - νύχτα, χωρίς να μπορεί κανείς να τον παρηγορήσει. Τότε η γοργόνα παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του έδωσε την λύση: του είπε πως θα μπορούσε να συνεχίσει να ακούει το ίδιο μαγευτικό τραγούδι από οποιοδήποτε άλλο κοχύλι.

Από τότε φημολογείται ότι αν κάποιος βάλει στο αυτί του ένα οποιοδήποτε απλό κοχύλι, μπορεί να ακούσει την ίδια μαγευτική μελωδία που άκουσε ο Οδυσσέας από την γοργόνα.

Το αρχέτυπο της γοργόνας το συναντάμε και σε ένα μικρό ξωκλήσι της Λέσβου την Σκάλα Συκαμινιάς, υπάρχει μία παράξενη και συνάμα μοναδική απεικόνιση της Παναγιάς ως Γοργόνας. Από την μέση και πάνω έχει την συνηθισμένη μορφή της Παναγιάς, ενώ από την μέση και κάτω έχει σώμα ψαριού, όπως και οι γνωστές από τους θρύλους και τις παραδόσεις γοργόνες. Στο ένα χέρι κρατάει ένα καΐκι, ενώ στο άλλο το σύμβολο του Ποσειδώνα, μία τρίαινα, ως προστάτιδα προφανώς των ναυτικών..

Ο Στράτης Μυριβήλης (1890-1969) εμπνέεται τη  προαναφερθείσα  τοιχογραφία Παναγία Γοργόνα, που υπήρχε στο εκκλησάκι και παρουσίαζε την Παναγία με ουρά γοργόνας, έργο άγνωστου λαϊκού ζωγράφου. Τη φήμη του, όμως, την οφείλει στο ομότιτλο έργο του Μυριβήλη. Το μυθιστόρημα «Η Παναγιά η Γοργόνα» που δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή το 1939 αρχικά με τον τίτλο «Η Παναγιά η Ψαροπούλα», παρουσιάζει τη ζωή ανθρώπων του νησιού και των Μικρασιατών προσφύγων που κατέφυγαν εκεί.

Ο  Μυριβήλης στο έργο αυτό προσπαθεί να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα περισσότερο ποιητική και εξωπραγματική. Αυτή την άποψη υποστηρίζει στη μελέτη της και η Ana Chikovani ότι «ο πολιτισμένος άνθρωπος διατηρεί, αν και ασυνείδητα, εκείνες τις αρχαϊκές ή πρωτογονικές περιοχές της γνώσης που είχε περιχαρακώσει με τρόπο έμμεσο μέσα στη λαογραφία».

Η ίδια υποστηρίζει ότι στο λογοτεχνικό έργο του 20ού αιώνα προχριστιανικές δοξασίες συνενώνονται με την ελληνική θρησκεία και το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό . Η ψαρογυναίκα αναμείχθηκε και με ένα ιερό πρόσωπο της Χριστιανικής πίστης, την Παναγία ως σύμβολο ευσέβειας για τους χριστιανούς και φόβου για τους αντικείμενους εχθρούς.

Με μια άλλη ανάγνωση του μυθιστορήματος, η Παναγία πάνω στους βράχους σαν γοργόνα είναι εκείνη που σώζει τους κατατρεγμένους πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής και με την τρίαινα τους προστατεύει από όλους τους εχθρούς.

Ο Μυριβήλης έτσι περιγράφει την εικόνα:

«Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ’ όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ’ όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας.

Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης […].Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του.

Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. Όμως απ’ την μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι απ’’ τη μια, κι απ’ την άλλη ένα τρικράνι, σαν κι αυτό που κρατά ο αρχαίος θεός της θάλασσας ο Ποσειδώνας».

Ο Παναγιώτης Μαστροδημήτρης προσλαμβάνει διαφορετικά την εικόνα τονίζοντας ότι:

 «η Παναγιά η Γοργόνα είναι το κεντρικό σύμβολο της σύνθεσης των διαφορετικών εμπειριών και δυνάμεων που προέκυψαν μέσα από αυτόν τον πολιτισμό, έτσι όπως την ζωγραφίζει ο Καπτά Λιάς, στον τοίχο της εκκλησίας».

Μια από τις ηγεμονικές γυναικείες θεότητες των κυμάτων που βρίσκονται στους αρχαίους μύθους του Αιγαίου συγχωνευμένη στην χριστιανική πίστη, όπου οι νησιώτες εξέφραζαν τις ευχές και τις δεήσεις για καλό ταξίδι των ναυτικών του τόπου. Όσον αφορά την έμπνευση του αγιογράφου, ο Μυριβήλης, εμπλέκει την αρχαία Eλληνική εκδοχή γέννησης της Αθηνάς, από το κεφάλι του πατέρα της Δία.

Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Και κανείς δεν στοχάστηκε πως εκείνη τη μέρα μέσα από το κεφάλι του γεροκοσμοκαλόγερου (του ζωγράφου), όπως μέσα από το κεφάλι του Δία, πήδηξε και στυλώθηκε πάνω στο μοναδικό θαλλασόβραχο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού μια καινούρια Ελληνική θεότητα, που έδεσε με τον πιο θαυμαστό τρόπο όλες τις εποχές και όλο το νόημα της φυλής. Μιας φυλής που ζει και αγωνίζεται με τα στοιχειά και με τις φουρτούνες του κόσμου, η μισή στη στεριά κι η μισή στη θάλασσα, με το ινί και με την καρίνα, πάντοτε κάτω από μια θεότητα πολεμική, θηλυκιά και παρθένα»..!

Στοιχεία αντλήθηκαν από την Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Κωνσταντίας Γιουβανούδη «Η γοργόνα στην Παιδική Λογοτεχνία: Από τη λαϊκή παράδοση και τη μυθολογία στο σύγχρονο παραμύθι». Παν. Ιωαννίνων. 

 

Κυριακή 6 Αυγούστου 2023

Ηρακλής και Κέρβερος. Η μύηση του Ηρακλή και η κάθοδος στον Άδη.


Ο  Ηρακλής αποδείχθηκε πιο ικανός από όσο θα περίμενε ο βασιλιάς της Τίρυνθας Ευρυσθέας. Κατάφερε έντεκα ήδη άθλους, οι οποίοι φάνταζαν αδύνατοι, ίσως τελικά η θέα Ήρα, να μην ήταν τόσο ισχυρή, ή ο Δίας και η «αμήτωρ» κόρη του Αθηνά, υπερκέρασαν με την βοήθεια τους στον Ηρακλή το μένος της Ήρας..

Σε κάθε περίπτωση, ο Ευρυσθέας, μετά από πολύ σκέψη επινόησε μία τελευταία αποστολή για τον Ηρακλή. Έναν  σημειολογικό άθλο, μία αποστολή που ήταν αδύνατο να στεφθεί με επιτυχία, καθώς  σηματοδοτούσε τον αντίθετο πόλο της ζωής, τον θάνατο, την κάθοδο δηλαδή στο βασίλειο του Άδη.  

Η κάθοδος στον Άδη σηματοδοτούσε ένα δρόμο δίχως επιστροφή. Εδώ η ισχύς και ο λόγος του Διός δεν είχε καμιά σημασία, το βασίλειο του Άδη, ήταν το αντίθετο όριο της ζωής, ρυθμισμένο από τότε που η βασιλεία του κόσμου μοιράστηκε στους τρείς γιούς του έκπτωτου Κρόνου, του Δία, του Ποσειδώνα, και του Άδη.

Και εάν τα δύο πρώτα βασίλεια των Αιθέρων, της Γης, και των υδάτων τα οποία ρύθμιζαν ο Δίας, και ο Ποσειδώνας ήταν αλληλοεξαρτώμενα ως πηγές και συντηρητές της ζωής, το τρίτο το βασίλειο του Άδη, ήταν το χθόνιο βασίλειο του θανάτου, της σήψης, και της εκμηδένισης, και της ανακύκλωσης της ζωής, ήταν αυτόνομα και αυτθύπαρκτο. Αυτή η τελευταία ιδιότητα της ανακλώσης, και του κρυμμένου φυτικού πλούτου έδωσε στον Άδη και το προσωνύμιο Πλούτωνας.

Ο τελευταίος και δωδέκατος άθλος λοιπόν θα ήταν η κάθοδος στον Άδη, και η απαγωγή του τρομερού Κέρβερου. Κανείς δεν είχε κατέβει έως τώρα στον Άδη και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Ο Κέρβερος ο τρικέφαλος φύλακας, σκύλος του Άδη, έστεκε άχρονος φρουρός των πυλών του κάτω κόσμου. Τα τρία του κεφάλια συμβόλιζαν ακριβώς το τέλος του χρόνου για την έμβιο ζωή.

Εδώ το παρελθόν, και το μέλλον  απλά δεν υπήρχαν κυριαρχούσε μόνο το σκιώδες και γκρίζο παρόν, ένα παρόν δίχως πριν και μετά, αιώνιο και αμετάκλητο. Όταν κάποιος νεκρός έφτανε στον Άδη, ο Κέρβερος κουνούσε την ουρά του χαιρετώντας τον, εάν όμως κάποιος από αυτούς που είχαν διαβεί περάσει την Πύλη τολμούσε να επιχειρήσει να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών, τον κατασπάραζε.  

Εδώ τα πάντα λειτουργούν αντίστροφα. Στον πάνω κόσμο ότι μπαίνει βγαίνει,  εδώ δεν ίσχυε αυτό. Και όχι μόνο αυτό, συνήθως στον πάνω κόσμο, πιο δύσκολα μπαίνεις κάπου, και εύκολα βγαίνεις, εδώ γινόταν τον αντίστροφο, εύκολα μπαίνεις ποτέ δεν βγαίνεις. Αυτός ήταν ο νόμος των Θεών και δεν μπορούσε να αλλάξει διότι θα διασαλευόταν η κοσμική τάξη.

-        Καλά τα κατάφερες Ηρακλή, αναπάντεχα καλά πρέπει να το αναγνωρίσω, του είπε χαιρέκακα ο Ευρυσθέας. Υπάρχει λοιπόν μία τελευταία αποστολή για εσένα, αν την φέρεις και αυτή εις πέρας  είσαι ελεύθερος από εμένα.

-        Δεν ικανοποιήθηκες ακόμα Ευρυσθέα, τι άλλο σκαρφίστηκες πάλι;, τον ρώτησε γεμάτος οργή, ο Ηρακλής. Θα ήθελε να τον συντρίψει στα χέρια του, αλλά έπρεπε να καθαρθεί από τα λάθη και τα πάθη του έπρεπε να υπομείνει και τον τελευταίο αυτό άθλο. Αυτή ήταν η επιταγή των Θεών.

-        Τον έφαγες τον γάιδαρο, Ηρακλή, στην ουρά θα κολλήσεις του είπε χαμογελώντας χαιρέκακα ο Ευρυσθέας. Θέλω να μου φέρεις αλυσοδεμένο τον σκύλο φύλακα του Άδη τον Κέρβερο.

-        Τι μου ζητάς Ευρυσθέα είπε ο χλωμός πλέον Ηρακλής; Αυτό είναι αδύνατο, κανείς δεν μπορεί να περάσει τα σύνορα του Άδη, χωρίς να μείνει για πάντα εγκλωβισμένος εκεί, δεν μπορεί να μου ζητάς κάτι τέτοιο, να μπω στο κρύο βασίλειο των νεκρών να πάρω τον Κέρβερο και να στον φέρω εδώ, κανείς δεν το έχει κάνει έως τώρα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνει στο μέλλον.

-        Είσαι γιός του παντοδύναμου Διός Ηρακλή, αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία και δεν αλλάζει. Θα την βρεις την λύση, πάντα την βρίσκεις…

Ο Ηρακλής έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Τι και εάν ήταν γιός του Διός, στο βασίλειο του Άδη ο πατέρας του δεν είχε καμιά αρμοδιότητα και ισχύ.  Χρειαζόταν μία άλλη βοήθεια, μία βοήθεια, εκ των έσω. Δεν χρειαζόταν να το σκεφθεί και πολύ. Η μόνη δυνατή βοήθεια θα ερχόταν από την βασίλισσα του κάτω κόσμου την Περσεφόνη, και την μητέρα της Δήμητρα.

Ακόμα και ο ισχυρότερος άντρας χρειάζεται την αρωγή και το μυαλό μιας γυναίκας. Αν έχεις στο πλάι σου δύο, ακόμα καλύτερα, άτρωτος.

Και οι δύο ήταν χολωμένες με τον Άδη λόγω της απαγωγής της κόρης Περσεφόνης, συνεπώς ίσως τον βοηθούσαν, κινώντας κάποια νήματα που θα τον βοηθούσαν στο δύσκολο αυτό εγχείρημα.

Για να λάβει την βοήθεια της Δήμητρας της κόρης, έπρεπε όμως να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, γι' αυτό και αποφάσισε να επισκεφτεί την Αθήνα, και την Ελευσίνα . Υπήρχε όμως δύο σημαντικό προβλήματα για τη μύηση του. Πρώτον τα Μυστήρια δεν ήταν ανοιχτά σε όσους είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και ο Ηρακλής είχε κυριολεκτικά λουστεί στο αίμα, και δεύτερον, υπήρχε και το πρόβλημα της υπηκοότητάς του καθώς  μόνο Αθηναίοι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Η λύση και στα δύο προβλήματα δόθηκε από τις ίδια την Δήμητρα. Μετά από παρέμβαση της, ο Αθηναίος Πύλιος υιοθέτησε τον Ηρακλή και τον έκανε πολίτη των Αθηνών, και στην συνέχεια η Δήμητρα ίδρυσε τα Μικρά Μυστήρια ως χάρη στον Ηρακλή ώστε να καθαρθεί και καθαγιαστεί από τις πρότερες μιαρές πράξεις και το αίμα.

Εφόσον, λύθηκε και αυτό το πρόβλημα, ο Ηρακλής,  ξεκίνησε

για το ταξίδι χωρίς επιστροφή,  στην δική του περίπτωση,  ήλπιζε να υπάρξει επιστροφή. μπήκε από την είσοδο που ήταν στο ακρωτήριο Ταίναρο, στη Λακωνική. Στο ακρωτήρι βρισκόταν ένας ναός του Ποσειδώνα και κάτω από αυτόν μια σπηλιά. Σ’ αυτή τη σπηλιά κατέβηκε ο Ηρακλής, και έφτασε στη θάλασσα κάτω από τη γη.

Στην παραλία τον περίμενε ο Χάρος, ο οποίος με το μικρό του πλοιάριο περνούσε τις Ψυχές αντίπερα στο βασίλειο των νεκρών. Όταν είδε τον Ηρακλή και άκουσε πως θέλει να τον πάει απέναντι, αρνήθηκε. Που ακούστηκε να κατεβαίνουν βόλτα οι ζωντανοί στο  Άδη. Που να ήξερε ο Χάρος και την πραγματική αποστολή του Ηρακλή; Θα έχανε την δουλειά του. Εξάλλου ως γνωστόν κάθε νεκρός έπρεπε να δώσει ένα οβολό στον Χάρο ως αντίτιμο για την βαρκάδα στην χώρα του τίποτα, στο βασίλειο του Άδη. Αυτοί ήταν οι κανόνες.

Ο Ηρακλής χαμογέλασε, σήκωσε το ρόπαλο του ακουμπώντας το στον ώμο  και κοίταξε απειλητικά, τον Χάροντα. Η ρώμη και ο οξύθυμος χαρακτήρας του Ηρακλή ήταν γνωστός ακόμα και στον κάτω κόσμο, δεν ήταν να παίζεις με αυτό τον τύπο, καλύτερα να άφηνε τον Αδη να επωμιστεί το πρόβλημα, αυτός ένας βαρκάρης ήταν, καταδικασμένος και αυτός να κάνει αιώνια την  ίδια διαδρομή, δεν άξιζε να χάσει την ησυχία του, για ένα οβολό.

-        Πολύ καλά Ηρακλή, θα σε περάσω απέναντι αν αυτή είναι η βούληση των θεών,  αν και αυτό είναι ανήκουστο, του είπε αναγκαστικά και με φόβο ο Χάρος.

Όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Άδη, τον είδαν οι ψυχές των νεκρών και σκόρπισαν τρομαγμένες. Εκεί στον κάτω κόσμο ο Ηρακλής είδε και την σκιά του Θησέα, σκιά πραγματική του εν ζωή εαυτού του. Μετά από αναζήτηση στον σκοτεινό και  κρύο κόσμο των νεκρών ψυχών, έφτασε στον θρόνο του Άδη.

-        Καλώς τον Ηρακλή, σπάνια έχουμε την τιμή να έχουμε τόσο διάσημους καλεσμένους στον κάτω κόσμο του είπε χαμογελώντας ο Άδης. Πόσο μάλλον κάποιον που βρίσκεται εν ζωή και κατέβηκε σε εμάς εθελοντικά. Υπάρχει ένα πρόβλημα όμως όπως ξέρεις, ότι κατεβαίνει εδώ δεν ξανα ανεβαίνει στον επάνω κόσμο. Συνεπώς τι δουλειά έχεις εδώ τρανέ γιέ του Διός; Και τι μπορώ να κάνω για εσένα;

-        Δεν είναι δική μου επιλογή, ούτε έχω σκοπό να διαταράξω την κοσμική τάξη βασιλιά του κάτω κόσμου. Πιόνι και εγώ στις επιταγές των Θεών και της ανάγκης είμαι, για αυτό και μπροστά σου σήμερα βρίσκομαι. Χρειάζεται με βασιλική και Θεϊκή εντολή τον Κέρβερο πάνω στη γη να δει για λίγο ο Ευρυσθέας.

Ο Άδης είχε λάβει ραβασάκι τόσο από την Ήρα όσο και από την Αθηνά και τον Ερμή, πως θα έπρεπε κάνει μία εξαίρεση στην περίπτωση του Ηρακλή. Φοβόταν όμως μην η εξαίρεση γίνει κανόνας. Δεν ήθελε όμως και από την άλλη να εναντιωθεί στην θέληση τόσων θεών. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την χάρη στο μέλλον. Με την Περσεφόνη εξάλλου  είχε συνεχώς προβλήματα, το να κάνεις Θεϊκές συμμαχίες, σίγουρα θα τον ωφελούσε κάποια στιγμή στο μέλλον.  

-        Εντάξει Ηρακλή, του είπε ο Άδης, αν καταφέρεις να πιάσεις τον Κέρβερο με τα γυμνά σου χέρια, χωρίς να χρησιμοποιήσεις το ρόπαλο σου, μπορείς να τον πάρεις για λίγο στον πάνω κόσμο, αν και καθόλου δεν θα χαρεί για αυτό.

Ο Ηρακλής δέχτηκε και πήγε να συναντήσει τον Κέρβερο. Για να μην παραβεί τον όρο που του έβαλε ο Άδης, άφησε ρόπαλο του, έχοντας μόνο τη λεοντή του για ασπίδα, ενώ στα χέρια του πήρε μόνο μερικές μυτερές πέτρες.

Όταν τελικά βρήκε τον Κέρβερο στην πύλη του Αχέροντα, χρησιμοποίησε, όπως και στο λιοντάρι της Νεμέας, τα γυμνά του χέρια. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω στα σκυλίσια κεφάλια του και τον έπνιγε, ενώ ο Κέρβερος κατάφερνε φοβερές δαγκωματιές στον Ηρακλή. Παρόλα τα δαγκώματα του τρομερού θηρίου, στο τέλος ο Ηρακλής κατέβαλε τον Κέρβερο, τον έκανε κουτάβι, χώνοντας την φιδίσια ουρά του στα σκέλια, δηλώνοντας υποταγή. Αφού έτσι τον κατέβαλε ο Ηρακλής, τον έδεσε γερά και έφυγε για τον πάνω κόσμο.

Ο Άδης μην περιμένοντας αυτή την εξέλιξη, αθετώντας την υπόσχεση του, δεν άφηνε τον Ηρακλή να φύγει, κάνοντας αόρατες όλες τις πύλες εξόδου.  Τότε ο Ηρακλής, στην απόγνωση του, πλήγωσε τον Άδη με ένα τόξο. Αυτός πληγωμένος και συνυπολογίζοντας τι διακυβεύεται, του έδωσε την άδεια να φύγει.

Η Θεά Αθηνά τον βοήθησε να περάσει το ποτάμι της Στυγός, και έτσι έφτασε στην έξοδο του Κάτω Κόσμου, που βρισκόταν στην Τροιζήνα, από όπου και ανέβηκε πάλι στη γη. Όταν ο Ηρακλής με το τρόπαιο του τον φοβερό Κέρβερο, βγήκαν στη γη, ο Κέρβερος, που δεν ήταν συνηθισμένος στο φως του ήλιου, θαμπώθηκε τόσο πολύ από τη λάμψη του που έβγαλε από το στόμα του χολή.

Όταν τέλος έφτασαν στις Μυκήνες και ο Ηρακλής έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, αυτός από τον τρόμο του κρύφτηκε πάλι στο χάλκινο πιθάρι του. Αφού λοιπόν ο Ηρακλής παρουσίασε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, εκτελώντας τον τελευταίο άθλο, τον γύρισε πάλι πίσω στον Άδη, ώστε να μην διαταραχτεί η κοσμική τάξη και αρμονία.

Δοκίμιο, Χλέτσος Βασίλης