Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχέτυπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχέτυπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ο Σπόρος, ο Κύκλος και το Σκότος που Γεννά το Φως.


Ένα Μυσταγωγικό – Μυθαγωγικό Δοκίμιο για το Χειμερινό Ηλιοστάσιο.

Το χειμερινό ηλιοστάσιο δεν είναι απλώς μια αστρονομική στιγμή· είναι το σημείο όπου ο χρόνος αιωρείται ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά». Η μεγαλύτερη νύχτα του έτους δεν δηλώνει απώλεια αλλά δυνατότητα: το φως ενυπάρχει ήδη στο σκοτάδι, όπως ο σπόρος βρίσκεται κρυμμένος στα αφανή και χθόνια πεδία της ύπαρξης — εκεί όπου η αρχαία παράδοση τοποθετεί το βασίλειο του Πλούτωνα, όχι ως τόπο θανάτου, αλλά ως τόπο μεταμόρφωσης και φύλαξης της μορφής. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Δελφούς, κατά τη χειμερινή περίοδο, την κυριαρχία αναλαμβάνει ο Διόνυσος: ο θεός που πεθαίνει και επανέρχεται, ο θεός της διάρρηξης και της αναγέννησης [1].

Αυτή η νύχτα, στο κέντρο του έτους, καλεί τον άνθρωπο σε εσωτερική εργασία — σε μια τέχνη παλαιά όσο και ο ίδιος, όπου το σκοτάδι δεν βιώνεται ως ανυπαρξία αλλά ως μήτρα προετοιμασίας. Η σταδιακή αύξηση του φωτός μετά το ηλιοστάσιο αποδόθηκε αρχετυπικά, σε πολλούς πολιτισμούς, ως η γέννηση ενός θείου βρέφους: ενός φωτός μικρού ακόμη, εύθραυστου, αλλά προορισμένου να αυξηθεί και να κυριαρχήσει.

Το έτος σχηματίζει έναν σταυρό: δύο άξονες που διατρέχουν τον ορίζοντα — τον άξονα των ηλιοστασίων και τον άξονα των ισημεριών. Οι άξονες αυτοί δεν είναι απλώς γεωμετρικές ενδείξεις· είναι συμβολικά όργανα εμπειρίας. Ο κάθετος άξονας αφηγείται την άνοδο και την κάθοδο του φωτός, τη μέγιστη έκφραση και τη μέγιστη συστολή· ο οριζόντιος υποδεικνύει την ισορροπία, τη μετάβαση, την εύθραυστη ισότητα των αντιθέτων [2].

Στο ίδιο συμβολικό πλέγμα εντάσσεται και η εικόνα της Παρθένου. Στην αστρολογική και μυθολογική παράδοση, ο αστερισμός της Παρθένου φέρει το άστρο Spica — το «στάχυ». Δεν πρόκειται για τυχαίο σύμβολο: η Παρθένος δεν είναι άγονη, αλλά εκείνη που φέρει εντός της τον καρπό εν σιωπή. Το στάχυ υποδηλώνει τροφή, θερισμό, σωτηρία. Έτσι, η χριστιανική εικόνα της Παρθένου Μαρίας που γεννά το θείο βρέφος συνομιλεί βαθιά με αρχαιότερα αρχετυπικά σχήματα: το φως γεννάται από το σκοτάδι, ο καρπός από το κρυφό, η ζωή από τη σιωπή. Η τοποθέτηση των Χριστουγέννων κοντά στο χειμερινό ηλιοστάσιο ενισχύει αυτή τη μυσταγωγική ανάγνωση: το φως αρχίζει να αυξάνει όταν όλα φαίνονται βυθισμένα στη νύχτα [3].

Ο σπόρος είναι αρχέτυπο. Το χειμερινό ηλιοστάσιο γίνεται έτσι πρόσκληση: να αναγνωρίσουμε το σκοτάδι ως μήτρα, τον σπόρο ως υπόσχεση και τον χρόνο ως δάσκαλο. Κάθε σιωπηλή νύχτα φέρει μέσα της μια νέα σπορά· και κάθε αυγή, καθώς το φως αυξάνει αδιόρατα, αποκαλύπτει όσα ετοιμάστηκαν με ευλάβεια στη σιωπή.

Η άνθιση και ο καρπός υπενθυμίζουν την παροδικότητα. Η ομορφιά προβάλλει για να διδάξει ρυθμό, όχι για να διαρκέσει επ’ άπειρον. Ο θερισμός είναι στιγμή αυτογνωσίας, όπου ο άνθρωπος αναμετράται με τις προθέσεις και τις πράξεις του. Όπως μαρτυρεί ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης, τίποτα δεν παραμένει αδιάλειπτα στο φως· η κάθοδος προηγείται πάντοτε της επιστροφής [4].

Το κενό του χειμώνα δεν είναι έλλειμμα αλλά αναγκαία παύση. Στην παύση αυτή το έδαφος, τα δέντρα και η ψυχή συγκεντρώνουν δυνάμεις· η εσωτερική σιωπή γίνεται χώρος θεμελιακού μετασχηματισμού. Κάθε άνοιξη που ακολουθεί επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος λειτουργεί κυκλικά: το παρόν γεννά ρίζες που στο μέλλον θα γίνουν στέρεα βλάστηση.

Η αρχαία έννοια της εντελέχειας μας υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία: η μορφή υπάρχει εν δυνάμει πριν γίνει γεγονός [5]. Στη σιωπή του χειμώνα η ψυχή σπέρνει με πρόθεση· ό,τι φυτεύεται ως σκέψη, πρόθεση ή επιλογή, καθίσταται το επόμενο θεριστό.

Η βλάστηση που διαρρηγνύει το χώμα είναι πράξη εμπιστοσύνης. Δεν γνωρίζει τι θα συναντήσει· κινείται όμως προς ένα φως που ακόμη δεν έχει δει. Ο Πλωτίνος μιλά για τη νοσταλγία της ψυχής προς την πηγή· η άνοδος προς το φως δεν είναι απλή επιλογή, αλλά έμφυτη κίνηση της ύπαρξης [6].

Οι Στωικοί υπενθυμίζουν το μέτρο: κάθε νέα ζωή χρειάζεται ισορροπία, ώστε να μη καεί από τον ενθουσιασμό ούτε να μαραθεί από υπερβολική εγκράτεια. Ο Σενέκας το διατυπώνει με πρακτική σαφήνεια: όποιος προετοιμάζεται, δεν αιφνιδιάζεται ποτέ [7]. Ο σπόρος προετοιμάζεται στο σκοτάδι· έτσι και η ψυχή απαιτεί χρόνο ανάπαυσης για να σφυρηλατήσει τη μορφή της.

Ο Λουκρήτιος, τέλος, καλεί τον άνθρωπο σε αταραξία απέναντι στον φόβο και τη δεισιδαιμονία που καθιστούν άγονα τα εδάφη της σκέψης· η εσωτερική γεωργία απαιτεί καθαρό βλέμμα ως προς το τι αξίζει να φυτευτεί [8].

Ο χειμώνας, λοιπόν, δεν είναι κενό χωρίς σκοπό. Είναι αναπαύουσα δύναμη. Στη σιωπή της χειμωνιάτικης νύχτας η ψυχή επιστρέφει προς τον εαυτό της· οι ρίζες βυθίζονται, οι χυμοί συγκεντρώνονται, ο νους προετοιμάζει την πρόθεση. Κάθε σκότος που βαθαίνει φέρει εντός του την υπόσχεση της αναγέννησης. Η σπορά στο σκοτάδι δεν είναι εγκατάλειψη· είναι εμπιστοσύνη στη δύναμη της γης και του χρόνου.

Ο άνθρωπος καλείται έτσι να γίνει συνειδητός καλλιεργητής της ίδιας του της ύπαρξης — μέσα στον κύκλο που αέναα επιστρέφει.

🔗 Παραπομπές: 

1. Kerényi, K., Dionysos: Archetypal Image of Indestructible Life.

2. Eliade, M., The Sacred and the Profane.

3. Συμβολικές και μυθολογικές αναλύσεις για το χειμερινό ηλιοστάσιο και τη γέννηση του φωτός, Μυσταγωγία – Μυθαγωγία, Facebook @M2agogia & Blogspot.

4. Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα.

5. Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Θ΄.

6. Πλωτίνος, Εννεάδες, Ι.6 & V.1.

7. Σενέκας, Epistulae Morales ad Lucilium.

8. Λουκρήτιος, De Rerum Natura.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Ευρώπη και Δίας η μύηση πίσω από τον μύθο.

 


Στον σχετικό μύθο της απαγωγής της Ευρώπης από τον Δία, ο κυρίαρχος θεός του Ολύμπου λαμβάνει τη μορφή ενός λευκού ταύρου με χρυσά κέρατα.

Η Ευρώπη βρίσκεται στην όχθη και μαζεύει νάρκισσους. Το άνθος δηλώνει την προσκόλληση της μορφής στο είδωλο: η ύλη που λατρεύει το φαίνεσθαι και ξεχνά την πηγή της. Η επίγνωση αυτής της πλάνης είναι η πρώτη δοκιμασία της μύησης.

Ο λευκός ταύρος με τα χρυσά κέρατα είναι σύμβολο της πνευματικής ενέργειας που, κατέρχόμενη, γονιμοποιεί την ύλη· λειτουργεί ως δίαυλος των ανώτερων πεδίων. Το λευκό δεν είναι απλώς χρώμα αγνότητας και Ένωσης· δηλώνει τη φωτεινή ένθεση, το πέρασμα από το υπέρβατο στο παρόν. Τα χρυσά κέρατα είναι δίαυλοι — όχι όπλα — μέσα από τους οποίους το ουράνιο αποτυπώνεται και μετασχηματίζεται στην ύλη.

Η απαγωγή τελείται ως τελετουργική πράξη: το πέρασμα πάνω από τη θάλασσα γίνεται κατώφλι. Ο ταύρος μυεί την νέα ψυχή και την εισάγει σε άλλο πεδίο ύπαρξης. Την μεταφέρει στην Κρήτη, στο Ιδαίο Άντρο. Εκεί μένουν τρεις ημέρες· ο αριθμός τρία είναι ιερός και λειτουργεί ως σχήμα μύησης: κάθαρσις, θάνατος της εικόνας, ανάπλαση. Οι τρεις ημέρες είναι χρόνος απομόνωσης και εργασίας· σκοτάδι, σιωπή και δοκιμασία.

Από την ένωση γεννιούνται τρία αγόρια — και πάλι εμφανίζεται ο ιερός αριθμός. Η παράδοση αναγνωρίζει σε αυτά τους μελλοντικούς κριτές του κάτω κόσμου: Μίνωας, Ραδαμάνθυς και Σαρπηδών. Η τριάδα λειτουργεί ως θεσμός κρίσης· γέννηση, κρίση και ανάσταση συνδέονται σε μια ενιαία σειρά.

Στην Μινωική Κρήτη της μητριαρχίας, η πρώτη θεότητα που λατρεύεται είναι η Μεγάλη Μήτηρα — η θεά των όφεων. Η λατρεία της στη μητριαρχία προηγείται της οργάνωσης που αργότερα εκφράζεται στο πάνθεον του Ολύμπου. Στο νησί η μήτρα του κόσμου λαμβάνει πρόσωπο και όνομα: η Μεγάλη Μήτηρ. Αυτή φυλάσσει τους κύκλους της γέννησης, του ονείρου και της μνήμης. 

Τα κέρατά της συνδέονται με τη Σελήνη: κύκλοι, επαναλήψεις και ρυθμοί που καθορίζουν τους καιρούς και τις εποχές της ζωής. Στην τελετή τα κέρατα μετασχηματίζονται σε όργανα επικοινωνίας μεταξύ γης και ουρανού· δείκτες που υποδεικνύουν πότε η ύλη μπορεί να δεχθεί το θείο.

Η Ευρώπη, στο κέντρο της πράξης, δεν είναι παθητικό θύμα. Είναι ιέρεια  και ταυτόχρονα μύστης· δέχεται, εργάζεται και αναγεννιέται. Η απώλεια της πρώιμης ταυτότητας δεν είναι καταστροφή αλλά προαπαιτούμενο: ό,τι θυσιάζεται ως εικόνα γίνεται σπέρμα νέας τάξης.

Η ονοματοδοσία της Ηπείρου προς τιμήν της παρθένου εγγράφει την εμπειρία αυτή στον χώρο· ο μύθος γίνεται χάρτης, η μύησις γίνεται τόπος.

Ακόμα και στους κλασικούς χρόνους, τα κέρατα της αγελάδας συνδέονται με τη Σελήνη και τη μητριαρχία. Είναι σημεία κύκλου και επαναλήψεων, φορείς γονιμότητας, δείκτες εποχών και ρυθμών. Ενώνουν τον ουρανό με τη γη, την παλινδρόμηση των παθών με τον ρυθμό της μήτρας. 

Στις Μινωικές τελετές τα κέρατα μετουσιώνονται σε ιερά σχήματα επικοινωνίας με το υπερβατικό. Γι’ αυτόν τον λόγο, αργότερα ο Άμμων-Δίας, ο Πάνας αλλά και ο Μέγας Αλέξανδρος εμφανίζονται ως κερασφόροι.

Η σπηλιά του Ιδαίου Άντρου στην Κρήτη λειτουργεί ως μήτρα  ύπαρξης γέννησης αλλά και αναγέννησης: εδώ το θηλυκό στοιχείο γονιμοποιείται από την αρσενική δύναμη και μετασχηματίζεται σε νέο σχήμα ύπαρξης. Η Ευρώπη δεν είναι παθητικό θύμα· είναι ιέρεια  δόκιμος μύστης που δέχεται, εργάζεται και αναγεννάται.

Η ονοματοδοσία της Ηπείρου προς τιμήν της παρθένου αποτελεί τελετή αιώνιας μνήμης· η γη εγγράφει την εμπειρία της μύησης στο χώρο. Ο μύθος γίνεται αλληγορία· η απαγωγή μετατρέπεται σε νόμο πολιτισμού που δηλώνει πως η πνευματοποίηση της ύλης περνάει μέσα από απώλεια, κάθαρση της εικόνας και νέα γέννηση.

Ο μύθος λειτουργεί ως οδηγός μύησης: η κάθοδος στην ύλη είναι εργασία, οι δοκιμασίες είναι μαθήματα, και οι αριθμοί — τρία, η τριάδα των τέκνων, οι τρεις ημέρες — είναι δείκτες προόδου. 

Κάθε ψυχή πρέπει να διέλθει από την απώλεια προς τη γνώση, από το είδωλο προς την ουσία και από το ιδιωτικό βίωμα προς τη συλλογική τάξη.

Η τελική λειτουργία είναι απλή και αναγκαία: να κατοικήσει η ψυχή το σώμα χωρίς να λησμονήσει την ουράνια της ρίζα, ώστε η  ύλη να γίνει φορέας νόησης και φωτός.

Ο μύθος, ως αιώνια ενθύμηση αποτυπωμένη και εδραιωμένη στο όνομα της Ηπείρου, λειτουργεί ως υπενθύμιση στον χρόνο: η ύλη γίνεται φορέας φωτός όταν η ψυχή έχει μάθει να κατοικεί το σώμα χωρίς να λησμονεί την ουράνια ρίζα της.

📷 Η φωτογραφία  του Δία και της Ευρώπης λήφθηκε σήμερα στο Άλσος Περιστερίου.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Ποσειδών, ο Θεός των υδάτων και αλιέας των μορφών. Συμβολισμοί και αρχέτυπα.


Η Ελλάς ήταν από την αρχαιότητα ένα ναυτικό έθνος, καθώς στο Αιγαίο βρίσκονται διάσπαρτα χιλιάδες νησιά. Η ναυτιλία διαμόρφωσε τον χαρακτήρα των Ελλήνων· καθώς οι ναυτικοί δρόμοι, τα ταξίδια, οι εξερευνήσεις, οι απειλές και το εμπόριο δια θαλάσσης διαμόρφωσαν και σφυρηλάτησαν τον χαρακτήρα τους. Δεν είναι τυχαίο πως ένας από τους κορυφαίους θεούς των Ελλήνων ήταν ο Ποσειδώνας.

Στον Χριστιανισμό, προστάτης των ναυτικών είναι ο Άγιος Νικόλαος, ο οποίος έλαβε χαρακτηριστικά του θεού της θάλασσας, του Ποσειδώνα. 

Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ στις ιδιότητες και στους αρχετυπικούς συμβολισμούς του θεού Ποσειδώνα.

Στον ιερό, τριπλό άξονα του κόσμου οι τρεις κυρίαρχοι, άρρενες θεοί του Ολύμπου σχηματίζουν μια ιερή και σημαίνουσα τριαδικότητα:

Δίας — ουρανός, φλόγα νοήματος και πνευματική επήρεια·

Ποσειδών — ύδατα, ροή, γονιμότητα και ύλη·

Άδης — κάτω κόσμος, η άφατη μητρική γη της ανακύκλωσης και του βάθους.

Ο Δίας κρατάει το πνεύμα — την πνοή που φωτίζει, που κινητοποιεί τις μορφές. Είναι ο αστρικός κώδικας, η ενέργεια που θεμελιώνει νόημα και προσανατολίζει τα κύματα σε μορφές. Η άναρθρη πνοή του Διός εισδύει στο υλικό σώμα της ύλης και την εμψυχώνει· χωρίς τη θεία πνοή το κύμα είναι μόνο θάλασσα, αλλά με αυτήν γίνεται ζωτική κίνηση και νόημα.

Ο Ποσειδών, ως αντιπρόσωπος των υδάτων, είναι ο φορέας της πρωτίστης ζωής: από τα υγρά ξεκινά η γένεση· από την υγρασία της μήτρας της γης άνθισε το πρώτο σπέρμα — έτσι η θάλασσα γίνεται μητέρα κάθε μορφής. Όμως ο Ποσειδών δεν είναι μόνο η μήτερα της ζωής· είναι και όργανο της ύλης: σεισμοί, τμήματα γης που ανασηκώνονται, κύματα — σαν αφηνιασμένα άλογα — χτυπούν τις ακτές· όλα εκδηλώνουν τη βίαιη, γήινη όψη της ύλης. Η τρίαινα, αρχικά πρωτόγονος τρόπος αλιείας, απλή σαν εργαλείο ψαρέματος, μετατρέπεται σε ιερό σύμβολο: τρεις αιχμές, τρεις άξες που ενώνουν — ως μεσότητα — ουρανό, γη και κάτω κόσμο. Η τρίαινα θυμίζει πως ο άνθρωπος πρώτα αλίευσε την τροφή του από το νερό — και από αυτήν την πράξη γεννήθηκε ο σεβασμός στον Ποσειδώνα, ως δότη αλλά και ως δυνάστη.

Ο Άδης, κάτω από την επιφάνεια, εκπροσωπεί την άφατη γονιμότητα της γης· την ακινησία που μεταμορφώνει και ανακυκλώνει. Είναι ο μεγάλος θησαυρός των σπόρων, το σκοτεινό εργαστήριο όπου ό,τι έσβησε επιστρέφει ως ύλη για νέα ζωή. Ο Άδης δεν είναι αντίθετος στη ζωή· είναι ο κύκλος που την συντηρεί, ο μυστικός φούρνος της αναγέννησης.

Η θεϊκή αυτή τριάδα σχηματίζει μια ιεράρχηση που δεν είναι ιερατική μόνον, αλλά λειτουργική:

— Δίας: πνευματική αιτία, νόμος, πνοή.

— Ποσειδών: μέσο και μορφοποιητής, φορέας της ζωής και της ύλης.

— Άδης: μνημονικό — ανακυκλωτικός πυρήνας, κοιτίδα μεταμόρφωσης.

Στον μύθο τούτο η ζωή εμφανίζεται ως ενδοσύνθεση: το νερό (Ποσειδών) φέρει και διασπείρει το πρωταρχικό υλικό, ο ουρανός (Δίας) το εμψυχώνει με νόημα και πνοή, και ο κάτω κόσμος (Άδης) το δέχεται, το δουλεύει και το επιστρέφει σε νέο σχήμα. Το αρχετυπικό τοπίο γίνεται σκηνή μυσταγωγίας: στις ακτές στήνονται τελετές με αλάτι, όστρακα και ίππους· στα πηγάδια ψάλλονται ύμνοι· στα όρη υψώνεται το βλέμμα προς τα άστρα. Η τρίαινα, το άρμα, το κέρας του Άδη — όλα όργανα που δηλώνουν την ίδια λειτουργία από διαφορετικές μεριές.

Μυθαγωγικά, ο Ποσειδών δεν είναι απλώς «το νερό». Είναι ο φορέας των ορίων και των διελεύσεων — εκεί όπου το άλλο της γης συναντά το άλλο του ουρανού· εκεί όπου το συναίσθημα δεσμεύει αλλά και απελευθερώνει, εκεί όπου το ανθρώπινο σώμα μαθαίνει την οριακή του φύση. Είναι ο δάσκαλος της ρευστότητας: ό,τι αντιστέκεται πάει να σπάσει· ό,τι ρέει μεταμορφώνεται. Και μέσα στην τριάδα αυτή κάθε στοιχείο βρίσκει το νόημά του: ο ουρανός προσανατολίζει, τα ύδατα γεννούν και δοκιμάζουν, η γη συντηρεί, μεταμορφώνει, και ανακυκλώνει.



Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Η νεκροκεφαλή κριαριού ως αποτροπαϊκό σύμβολο στην αρχαία Ελλάδα.

 


(Αφορμής δοθείσης φωτογραφίας κεφαλής νεκρού κριαριού σε περίφραξη αγροκτήματος στα Λύχνα της  Λήμνου 📷)

Αν και πρόκειται για σύγχρονη, λαϊκή εφαρμογή, η πρακτική τοποθέτησης της κεφαλής του κριαριού στην είσοδο, ενός χώρου αντιγράφει —σχεδόν τελετουργικά— την αρχαία πράξη των ιερών τεμενών, όπου τοποθετούσαν κεφαλές νεκρών ζώων ως φρουροί του χώρου,. κάτι  αντίστοιχο με τις σφίγγες. Άγρυπνοι φρουροί,  φυλούν τις πύλες ανάμεσα στο ορατό και το αοράτο, την ζωή και τον θάνατο. Όπως το Κέρβερος ο τρικέφαλος φύλακας του κάτω κόσμου, απέτρεπε αντανακλαστικά το κακό και ο θάνατος να εισέλθουν στον χώρο της ζωής, και της γονιμότητας.

Στην αρχαία ελληνική θρησκευτική πρακτική, η κεφαλή κριαριού δεν αποτελούσε απλώς ένα λείψανο ενός ζώου αλλά σύμβολο έμψυχο, φορέας μνήμης και δύναμης. Λειτουργούσε αποτροπαϊκά, ιδιαίτερα σε χώρους ιερών και τεμενών, σαν άγρυπνο βλέμμα που απέτρεπε το κακό και τις βλαβερές δυνάμεις να εισέλθουν.

Το κριάρι είναι ο αρχηγός του κοπαδιού,.ο οδηγός, ο προστάτης, και ο πάροχος της γονιμότητας. Συνδέεται κυρίως με τον Αρκαδικό θεό Πάνα, και τον Ερμή.

Αρχαιολογικά ευρήματα —ειδώλια, ανάγλυφα και φυλαχτά— μαρτυρούν την παρουσία της από την αρχαϊκή έως την Ελληνιστική εποχή, με πλούσια τελετουργική φόρτιση.

Χαρακτηριστική είναι η μορφή του Ερμή Κριοφόρου, του θεού που φέρει το κριάρι στους ώμους, όντας ο ίδιος ο φορέας της εξιλέωσης. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας (9.22.1), στην Τανάγρα, ο Ερμής περιέφερε το κριάρι γύρω από τα τείχη για να αποδιώξει τον λοιμό. Η πράξη δεν ήταν απλώς ιερή —ήταν ένα πέρασμα καθαρτικό, ένα περικύκλωμα της πόλης με σώμα και πνεύμα, μια θυσιαστική χειρονομία που ανέδιδε φως μέσα από το ζώο. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και σε γλυπτά και αναθηματικά ανάγλυφα, όπως ο Μοσχοφόρος της Ακρόπολης, όπου η όψη του ζώου στρέφεται εμπρός, σχεδόν ερωτώντας.

Στα ιερά του Ποσειδώνα στον Ισθμό, περιρραντήρια διακοσμημένα με κεφαλές κριαριών επιτελούσαν πράξεις καθαρμού, ενώ σε νεκρικά συμφραζόμενα η προτομή του κριαριού εμφανίζεται συχνά σε κοσμήματα και φυλαχτά —σημάδι προστασίας για την ψυχή του αναχωρούντος. Στην Απολλωνία του Εύξεινου Πόντου, βρέθηκαν χάλκινα ειδώλια κριαριών εντός τελετουργικών συνόλων, αφιερώματα στους αόρατους θεούς, που δέχονταν το ζώο ως γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους.

Το κριάρι, ως θυσιαζόμενο ον, στεκόταν στον μεταίχμιο: έφερε στους ώμους του τον κρίκο που ενώνει το θείο και το ανθρώπινο, τη βία και την κάθαρση, τη ζωή και τη μετάβαση. Ήταν δύναμη, ήταν όριο, ήταν φύλακας.

Κι όμως, το αρχέτυπο αυτό δεν έσβησε.

Η ξεχασμένη κεφαλή του κριαριού είσοδο  παλιού αγροκτήματος στα Λυχνα της Λήμνου α—σκελετωμένη, σκεπασμένη με λειχήνες,  συνεχίζει να φρουρεί, αθόρυβα, σαν παλαιός ιερέας που δεν αποσύρθηκε ποτέ. Παρά την απόσταση χιλιάδων ετών και την αλλαγή θρησκειών και κοσμοαντιλήψεων, ο αρχετυπικός πυρήνας αυτής της πράξης επέζησε.


Μεταδόθηκε ασυνείδητα από γενιά σε γενιά, μέσα από τη μνήμη της γης, των ζώων, των ανθρώπων που ζουν στα όρια του άγριου και του ιερού. Κι έτσι, ακόμη και σήμερα, μια σιωπηλή κεφαλή κριού σε περίφραξη δεν είναι απλώς δείγμα λαϊκής συνήθειας· είναι ψίθυρος αρχαίας γνώσης. Μια σκιά του τεμένους που επιστρέφει, με άλλο σώμα αλλά με το ίδιο βλέμμα.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Η θεολογία των αρχαίων Ελλήνων από τον Όμηρο έως τον Πλωτίνο.

 


Το θέμα είναι δύσκολο να αναπτυχθεί σε ένα μικρό άρθρο. Παρόλα αυτά, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε πως (και) στον Ελληνικό χώρο, η πρώτη θεότητα που κυριαρχεί, είναι η μεγάλη μητέρα, η Πότνια θέα των θηρίων και των όφεων. Οι χθόνιες θεότητες κυριαρχούν αρχικά, έως ότου σταδιακά με την πατριαρχία αναπτύσεται και τελικά επικρατεί το Ολύμπιο πάνθεο.

Ο Ομηρικός άνθρωπος πιστεύει ότι οι ανθρωπόμορφοι θεοί επεμβαίνουν εξ’ αποστάσεως στις υποθέσεις των ανθρώπων. Έχει μια αβασάνιστη πίστη σε μια μοίρα, η οποία μπορεί εύκολα να διορθωθεί με την επέμβαση των θεών.

Η θρησκευτικότητα του Ομηρικού Έλληνα συνίσταται στην πίστη ότι ο σκοπός του ανθρώπου εκπληρώνεται στον κόσμο, και όχι πέρα από αυτόν, δηλαδή στον δεδομένο αυτόν κόσμο που είναι και ο χώρος των θεών.

Στην αρχαία Ελλάδα γενικότερα δεν επικράτησε μία οργανωμένη θρησκεία με ενιαίο αλάθητο εξ αποκαλύψεως δόγμα και γι’ αυτό η σωστή άποψη είναι, ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμία θρησκεία (όπως την γνωρίζουμε και κατανοούμε σήμερα), αλλά μάλλον μία πατροπαράδοτη ευσέβεια (όπως την περιέγραφαν και οι ίδιοι οι Έλληνες εξάλλου) διάχυτη από ποικίλες αντιλήψεις περί των θεών που άλλαζαν από εποχή σε εποχή, ενώ αργότερα αυτό που ονομάζουμε σήμερα «θεολογία» έγινε αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας χωρίς όμως ποτέ να ισχυριστεί κανείς από τους φιλοσόφους ότι κατείχε «θεία φώτιση» όταν διατύπωνε τις απόψεις του περί του Θείου.

Κατά τον 7ο και 6ο αι. π.Χ. οι παλαιότερες αντιλήψεις για τους θεούς, ότι ήταν βίαιες φυσικές δυνάμεις, υποχώρησαν και επικράτησε η «νέα» αντίληψη ότι οι θεοί αποτελούν ηθικές δυνάμεις και αξίες του Ελληνικού κόσμου.

Η αντίληψη αυτή των θεών ως ηθικών δυνάμεων είχε ως συνέπεια ότι οι άνθρωποι αισθάνονταν πολύ πιο έντονα από όσο πριν την απόσταση από το Θείον. Εκείνος που επιδιώκει να εξομοιωθεί με το Θείον, ή να εμφανιστεί ως συνομιλητής, ομοτράπεζός ή τέκνο τους, ασκεί Ύβριν (αλαζονεία) και προκαλεί τον φθόνο των θεών.

Οι μύθοι, και τα κατά τόπους μυστήρια διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην θρησκευτική πίστη των Ελλήνων, και εισάγουν τον μυστικισμό, και την πίστη στην μετά θάνατον ζωή.

Την ίδια περίπου εποχή (γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ), εμφανίστηκε μία «αίρεση» εντός των ορίων του Ελληνισμού, η οποία αποπειράθηκε για κάποιο διάστημα να αντικαταστήσει την πατροπαράδοτη ελευθεροφροσύνη στις αντιλήψεις περί των θεών με την εισαγωγή δόγματος. Ήταν η τάση του Ορφισμού, για την οποία ο Ulrich Wilcken γράφει:

«Με τον δογματικό αυτό καθορισμό ενός θεολογικού συστήματος, η Ορφική θρησκεία βρίσκεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες (και στο θρησκευτικό πεδίο) αντιλήψεις των Ελλήνων και θυμίζει περισσότερο τις θρησκείες ‘εξ αποκαλύψεως’ της Ανατολής».

Για τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο (570 π.Χ. – 480 π.Χ)., οι Θεοί είναι ξεκάθαρα ανθρώπινες επινοήσεις, καθώς αυτοί λαμβάνουν το χρώμα, τα χαρακτηριστικά και τις συνήθεις των ανθρωπων, ανά τόπο, χρόνο και φυλή. Με μια αρκετά μεγάλη δόση σαρκασμού, ο Ξενοφάνης παρατηρεί πως αν τα άλογα μπορούσαν να σχεδιάσουν τους Θεούς τους, θα τους φιλοτεχνούσαν με τη μορφή αλόγου.

Στον Ηρόδοτο (2.52), διαβάζουμε:

«Παλαιότερα, οι Πελασγοί (οι παλαιότεροι αυτόχθονες κάτοικοι του Ελληνικού χώρου), έκαναν όλες τις θυσίες τους, επικαλούμενοι τους θεούς (θεοίσι επευχόμενοι) … χωρίς να τους δίνουν ούτε όνομα ούτε προσωνυμία, διότι ποτέ δεν είχαν ακούσει τέτοιο πράγμα. Τους ονόμασαν γενικά «θεούς», επειδή αυτοί έθεσαν τάξη στο σύμπαν (κόσμω θέντες)».

Εδώ η λέξη «θεός» σχετίζεται με το ρήμα «τίθημι» (θέτω, τοποθετώ). Άρα, «θεός» είναι αυτός που «θέτει» σε τάξη το σύμπαν.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι δεν θα αρνηθούν το Θείον, αλλά θα το επαναπροσδιορίσουν φυσικά και θα αποπειραθούν να απομακρύνουν τα ιερατεία από την όποια ανάμιξη στην πολιτική διοίκηση των πόλεων.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι αξίωναν, «πλήρη πνευματική ελευθερία. Αυτό ήταν το μεγάλο επίτευγμα των Ιώνων φυσικών φιλοσόφων, που κατέστησαν έτσι για πρώτη φορά δυνατή την επιστημονική σκέψη.

Το επίτευγμα αυτό των Ιώνων φιλοσόφων αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της ανθρωπότητος, γιατί κανείς ως τότε δεν είχε συλλάβει την έννοια της επιστήμης. Προς οικονομία χρόνου θα αναφερθούμε σε πέντε μόνο φιλόσοφους.

Ο Ηράκλειτος (6ος με 5ο π.Χ.), θεμελίωσε την άρνηση της μεταφυσικής, που αποτέλεσε από εκείνον και μετά κοινή παραδοχή όλων των Ελληνικών φιλοσοφικών σχολών.  Αρνήθηκε τον μεταφυσικό θεό δημιουργό του σύμπαντος με τα εξής λόγια, που τείνει να επαληθεύσει και η τελευταία λέξη της επιστήμης:

«Τον κόσμο αυτό, που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έπλασε κανείς, ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα: είναι μια φωτιά αιώνια ζωντανή που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα» («Περί Φύσεως»).

Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός (5ος αιώνας π.Χ.) που προσπάθησε να ερμηνεύσει αλληγορικά τα ομηρικά έπη, στα οποία τα υπεράνθρωπα έργα των θεών γίνονταν αντιληπτά από τους πολλούς ως πραγματικά γεγονότα.

Ο Διογένης ο Απολλωνιάτης (μέσα 5ου αιώνα π.Χ.) μίλησε για άπειρους κόσμους, είπε πως το σύμπαν είναι άπειρο αλλά ο κόσμος μας πεπερασμένος και ασχολήθηκε με την ανατομία.

Ο Λεύκιππος (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) που θεωρείται ο εισηγητής της ατομικής θεωρίας.

Επίσης, ο Μητρόδωρος ο Χίος, που είπε πως «το σύμπαν είναι αιώνιο, διότι, αν υπέκειτο σε γένεση, θα προερχόταν από το μη ον». Μίλησε για άπειρους κόσμους στο σύμπαν, είπε πως ο ήλιος είναι πύρινος, υποστήριξε ότι η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο και αρνήθηκε τις εξ αποκαλύψεως αλήθειες λέγοντας:

«κανείς δεν γνωρίζει τίποτα, αλλά κι αυτά, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, δεν τα ξέρουμε ακριβώς».

Οι επτά σοφοί με τα ηθικά γνωμικά τους, όπως «γνώθι σεαυτόν», «μηδέ άγαν», «μέτρον άριστον» κ.α. (τα οποία είχαν χαραχθεί στον πρόναο του δελφικού Ιερού) έβαλαν τις βάσεις της Ορθής Λογικής Σκέψης, η οποία πλέον διατυπώνεται από ανθρώπους που τα σκέφτηκαν από μόνοι τους, και όχι από θεόπνευστους.

Έτσι, πλέον, στις Ελληνικές κοινωνίες όποιος επιχειρήσει να ισχυριστεί ότι εκφράζει το θέλημα του Θείου, ότι είναι τέκνο θεού, ή θεός ο ίδιος θα θεωρείται υβριστής.

Με αυτόν τον τρόπο η θεοκρατία θα ακυρωθεί ως υβριστική απέναντι στο ίδιο το Θείον. Η σύλληψη της ιδέας είναι μεγαλειώδης. Δεν αναλαμβάνει η δημοκρατία ή η προοδευτική διανόηση να συγκρουστεί απευθείας με τη θεοκρατία, αλλά βάζει τους ουράνιους θεούς να την καταργήσουν.

Οι Έλληνες τηρώντας το ηθικό παράγγελμα «μελέτη το παν», ερευνούσαν και τα περί των θεών με οδηγό τους τον Ορθό Λόγο, όπως σημειώνει ο αρχιερέας των Δελφών Πλούταρχος:

«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς και ταιριάζει κατ’ εξοχήν στη θεά την οποία εσύ υπηρετείς, που είναι εξαιρετικά σοφή και φίλη της σοφίας, όπως φαίνεται να σημαίνει και το όνομά της, μια και της ταιριάζει περισσότερο από καθετί η γνώση και η επιστήμη» («Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351E).

Και επισημαίνει πως η επιστημονική έρευνα γύρω από το Θείον είναι πολύ πιο ιερή από τις νηστείες και τις ιερουργίες, τα λιβάνια, τα άμφια και τις υμνωδίες, «έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς».

Ενώ παρακάτω στο ίδιο κείμενο ο Πλούταρχος υπογραμμίζει πως για τα θέματα που άπτονται της ορθής αντίληψης του Θείου οφείλουμε, «να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον (ορθό) λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε οσίως καθετί απ’ όσα λέγονται και γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος, αντιλαμβανόμενοι όσα όρισαν οι νόμοι για τις θυσίες και τις γιορτές αλλιώς».

Ο Πλάτων είναι αυτός ο οποίος εισάγει τον κόσμο των ιδεών, αλλά και την μεταφυσική στον Ελληνικό κόσμο. Ο άνθρωπος δια μέσω της αρετής, της φιλοσοφίας και του Θείου έρωτος, μπορεί να έρθει σε επαφή με το Θείο. Στον Πλάτωνα όμως και ανάλογα το έργο και την ηλικία του, βρίσκουμε διαφορετικές αναφορές περί των Θεών.

Στον Πλατωνικό διάλογο, Κρατύλος (397c), λ.χ διαβάζουμε:

«… οι πρώτοι άνθρωποι, που εγκαταστάθηκαν κ’ έζησαν στην Ελλάδα, λάτρευαν μόνο αυτούς τους θεούς, που τώρα ακόμα πολλοί βαρβαρικοί λαοί λατρεύουν, δηλ. τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ άστρα και τον ουρανό.Επειδή λοιπόν έβλεπαν ότι όλ’ αυτά κινούνταν με ταχύτητα και πάντοτε έτρεχαν (αυτά ορώντες πάντα αεί ιόντα δρόμω και θέοντα), από αυτή τη σημασία του «θέω», θεούς τους ονόμασαν».

Δια μέσω του Σωκράτη η λέξη «θεός» σχετίζεται με το ρήμα «θέω» (τρέχω). Άρα, «θεός» είναι αυτός που «θέει» (τρέχει).

Στον Τίμαιο (39e-42e), ο Πλάτων δίνει μια αιρετική ερμηνεία για τους Θεούς, και την Θεότητα που προηγείται αυτών. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Θεοί θεών, που εγώ δημιούργησα και γέννησα, θα είστε άφθαρτοι όπως τα έργα μου, όσο θέλω να υπάρχετε και να μην εξαφανιστείτε. Ό,τι είναι συναρμολογημένο μπορεί να λυθεί, αλλά αυτός που θα επιχειρήσει να χαλάσει κάτι φτιαγμένο σωστά ασφαλώς κάνει κακή πράξη.

Επομένως κι εσείς, επειδή ακριβώς γεννηθήκατε κάποτε, δεν είστε ούτε αθάνατοι ούτε άφθαρτοι. Δεν θα φθαρείτε όμως ποτέ ούτε θα υποκύψετε στον θάνατο, γιατί με τη θέλησή μου διαθέτετε δεσμό πολύ μεγαλύτερο και στερεότερο από εκείνους με τους οποίους συνδεθήκατε κατά τη στιγμή της γέννησής σας.

Ακούστε λοιπόν τι έχω να σας πω. Απομένουν αγέννητα ακόμη τρία θνητά γένη, που αν δεν δημιουργηθούν ο κόσμος δεν θα είναι τέλειος, καθώς θα του λείπουν πολλά είδη πλασμάτων. Πρέπει λοιπόν να δημιουργηθούν, αν θέλουμε να είναι απόλυτα τέλειος.

Αν αυτά τα γένη γίνουν από μένα και τους δώσω εγώ ζωή, θα είναι ίδια με τους θεούς. Για να γίνουν θνητά και για να είναι το σύμπαν πραγματικό σύμπαν, πρέπει ν’ αναλάβετε εσείς, όπως προστάζει η φύση, να δημιουργήσετε τα ζωντανά πλάσματα, έχοντας για παράδειγμα τη δική μου ενέργεια, όταν σας δημιούργησα.

Θα σπείρω όμως, και θα προετοιμάσω και θα σας παραδώσω εκείνο το μέρος τους που πρέπει να χαρακτηρίζεται αθάνατο, να θεωρείται θείο και να επιβάλλεται σε όσα θέλουν να υπακούουν πάντα στη δικαιοσύνη και σε σας τους ίδιους.

Όσο για το υπόλοιπο, φτιάξτε το εσείς συνδυάζοντας το θνητό με το αθάνατο, δημιουργήστε ζωντανά όντα, θρέψτε τα για να μεγαλώσουν και, όταν πεθάνουν, πάρτε τα πάλι πίσω».

Για τον Αριστοτέλη Θεός είναι το πρώτο κινούν. Στο σύμπαν όλα κινούνται (τα πάντα ρει και ουδέν μένει – Ηράκλειτος). Ακόμη και το ίδιο το σύμπαν βρίσκεται σε διαρκή κίνηση.

Ποιος όμως κινεί το σύμπαν; Το κινεί ένας πρώτος ακίνητος κινητήρας (πρώτον κινούν ακίνητον). Ο πρώτος αυτός κινητήρας πρέπει να είναι άυλος (ούκ έχει ύλην το πρώτον) και αόρατος. Δήλον ότι ο κινητήρας αυτός είναι ο «θεός»! (Μετά τα φυσικά, 1071b – 1074a).

Για τους Στωικούς φιλοσόφους, οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή.

Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Ο άνθρωπος και κάθε τι, συνδέεται με το Αιώνιο Όλον και τον Θεό, μέσω μίας εσωτερικής προσωπικής θεότητος, του λεγομένου «Δαίμονος Εαυτού». Ο «Δαίμων Εαυτού» είναι ο σύνδεσμος της ψυχής μας με την Ψυχή του Παντός, με τον Αιώνα του Όλου.

Για τους Επικούρειους οι Θεοί δεν ασχολούνται με τις ανθρώπινες υποθέσεις, και ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται τόσο τους θεούς όσο και τον θάνατο. Ο Επίκουρος λοιπόν, αναφέρει τα παρακάτω περί της γνώσεως των Θεών:

«Κατ΄ αρχήν τον Θεό να τον θεωρείς σαν ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράστασή του και να μην του αποδίδεις ιδιότητες και συμπεριφορές που είναι ξένες προς την αφθαρσία και αταίριαστες στην μακαριότητά του » (ΔΛ Ι.123).

Οι Θεοί βέβαια υπάρχουν διότι η γνώση που έχουμε γι΄αυτούς είναι εναργής , ξεκάθαρη, ολοφάνερη, διαχρονική και καθολική. Η ενάργεια επιβεβαιώνεται από την κοινή παράσταση που έχουν οι άνθρωποι για τους Θεούς, η οποία παρέχεται με την νόηση.

Ο Επίκουρος λέει ότι οι θεοί είναι «λόγω θεωρητοί» , δηλ γίνονται αντιληπτοί όχι π.χ. με την όραση ή με την αφή, αλλά με την σκέψη. Η ενάργεια εκπορεύεται από την ίδια τη Φύση, από τα βάθη των αιώνων. Κάτι αντίστοιχο μας λέει και ο Ευριπίδης στις Βάκχες «Μάταιος ο κόπος να ζητάς ποια είναι η ουσία των θεών» (Κύριαι Δόξαι, I).

Η τελευταία αναλαμπή της Ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και θεολογίας, κατατίθεται με τον Νεοπλατωνισμό, και τον κυριότερο αντιπρόσωπο του τον Πλωτίνο. Ο Πλωτίνος κατάφερε για πρώτη φορά να ενσωματώσει την φιλοσοφία του Πλάτωνος σε πιο εκτενείς μεταφυσικές έννοιες και νοήματα. 

Αυτός αναγνωρίζει το Εν σαν μια υπερύπαρξη. Το Εν βρίσκεται πάνω από κάθε ιδιότητα και κατηγορία. Από αυτό το Εν ως θεϊκή αρχή και υπερύπαρξη, προέρχεται το πάν μέσω απορροιών διαδοχικά υποβιβαζόμενων.

Από το Εν που βρίσκεται πάνω από κάθε κατηγορία πηγάζει ο Λόγος, ο οποίος αντιστοιχεί στο ενιαίο σύνολο του στις Πλατωνικές Ιδέες. Ο Λόγος είναι ένα μη ακριβές αντίγραφο του Ενός. Μέσω του Λόγου το Εν αρχίζει να διαφοροποιείται με την έννοια του πολλαπλασιασμού. Από τον Λόγο απορρέει με την σειρά του η ψυχή του κόσμου ή ο δημιουργός. Μέσω άλλων παρεκκλίσεων φθάνει κατόπιν στην συγκεκριμένη υλικότητα του κόσμου.

Η κοσμογονική διαδικασία θα παριστάνετο λοιπόν ως μια πορεία μοιραίας παρακμής και κατάπτωσης, και οι απόρροιες ως τα όλο και πιο ατελή παιδιά του υπέρτατου Ενός. Τι σκοπό έχει ο άνθρωπος σε αυτό το σύμπαν που φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας γιγάντιας κατιούσας κλίμακας; Ο προορισμός του ανθρώπου θα ήταν να ανέβει εκ νέου το επικλινές της παρακμής, να αναζητήσει την οδό της επιστροφής, και να γίνει όσον το δυνατόν όμοιος με το Εν, με τον Θεόν.

Μια τέτοια ομοίωση ή ακόμα μια ένωση με τον Θεό δεν είναι μια απλή θεωρητική βούληση. Ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει πραγματικά στην κατάσταση αυτή, σύμφωνα με την άποψη του Πλωτίνου, όχι μόνο μετά θάνατον αλλά και στην ζωή αυτή μέσω της λεγομένης «καταστάσεως της εκστάσεως».

Απαραίτητη προϋπόθεση των εκστατικών καταστάσεων αποτελεί φυσικά η ηθική τελείωση, η σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου από κάθε υλική ατέλεια, δηλαδή η τελείωση που αποκτάται μέσω της ασκητικής ζωής.

Για τον Πλωτίνο αποτελούσε όνειδος το ότι είχε σώμα και ο μεγαλύτερος πόθος του ήταν η «έκστασις». Στην μυστικιστική κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό ο άνθρωπος έφτανε μόνο με την βαθμιαία άνοδο του από τον υλικό κόσμο σε εκείνον των Ιδεών και από εκεί στην ύπαρξη του Ενός.

Αυτός είναι ο πρώτος μεταφυσικός μυστικισμός με Eλληνο-Ευρωπαϊκό χαρακτήρα.

Πηγές:

🔗"Σχέσεις Πολιτείας, Φιλοσοφίας και Ιερατείου στην αρχαία Ελλάδα", Στέφανος Μυτιληναίος, tribune.gr

🔗"Ο μυστικισμός στην αρχαία Ελλάδα", άρθρο του φίλου και συνεργάτη Κωνσταντίνου Τσοπάνη, Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων.

Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

Οι μυθικές γοργόνες, από την αρχαιότητα έως σήμερα.


 

Στην αρχαία Ελληνική μυθολογία η γοργόνα έχει πολύ μακρινό παρελθόν. Ο Όμηρος (9ος - 8ος αι. π.Χ.) πρώτος κάνει λόγο για δύο Ωκεανίδες την Ευρυνόμη (Ιλιάδα, Σ 398-9)30 και την Πέρση/ Περσηίδα (Οδύσσεια, κ 439)31 .

Κατά τον Ησίοδο (8ος - 7ος αι. π.Χ) οι Ωκεανίδες, που συναντώνται και ως Ωκεανίνες ή Ωκεανίτιδες ή Ωγενίδες (Θεογονία, 340-370, 908) ήταν τρεις χιλιάδες, ωστόσο αναφέρει μόνο σαράντα μία, από τις οποίες η Ευρυνόμη ήταν η μητέρα των Χαρίτων από τον Δία και η Περσηίδα ήταν σύζυγος του Ήλιου και μητέρα του Αιήτη -βασιλιά της Κολχίδας-, του Πέρση, της Κίρκης και της Πασιφαής .

Οι Ωκεανίδες ήταν κόρες του τιτάνα Ωκεανού και της Τηθύος, θεωρούνταν ιδεατές ανθρωπόμορφες έννοιες των πηγών, που κατά το ήμισυ ήταν κοπέλες, εκείνων που τα ύδατά τους μεταφέρονταν από τους ποταμούς στην ανοικτή θάλασσα (αρχαίο Ωκεανό), και κατά το άλλο ήμισυ ψάρι, καταλήγοντας σε απλή εκβολή (ένα ουραίο πτερύγιο) ή σε δέλτα (διπλό ουραίο πτερύγιο).

Αλλά και οι Νηρηίδες, ήταν νύμφες που λατρεύονταν ως θεές της ήρεμης θάλασσας, και προσωποποιούσαν τις καταστάσεις και τα χαρακτηριστικά της θάλασσας. Ήταν κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας και εξ αυτής εγγονές του Ωκεανού. Ήταν γύρω στις πενήντα, ενώ έφταναν και τις εκατό, κατά άλλη άποψη.

Οι Νηρηίδες ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, στο παλάτι του πατέρα τους και περνούσαν τη μέρα τους κολυμπώντας και παίζοντας με δελφίνια, ή καθισμένες σε χρυσούς θρόνους ή βράχους τραγουδώντας και υφαίνοντας ή στεγνώνοντας τα πλούσια και μακριά μαλλιά τους.

 Δεν επέτρεπαν σε καμία θνητή να παραβάλλεται με αυτές στην ομορφιά. Είχαν τη δύναμη να ταράζουν τη θάλασσα αλλά και να την ηρεμούν. Γενικά ήταν πάντοτε περιχαρείς για την αθανασία τους, συνόδευαν τα άρματα των ενάλιων θεών και οι φωνές τους γοήτευαν και τα τραγούδια τους είχαν έλξη ακατανίκητη. Οι Νηρηίδες, ωστόσο, περιγράφονται με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και έχουν ανθρώπινα πόδια, που μπορούν να κολυμπούν.

Οι νεράιδες έχουν ταυτιστεί περισσότερο με τις Νηρηίδες εκ παραφθοράς, που βγήκαν στη στεριά με τα ίδια γνωρίσματα των θαλασσινών αδελφών τους . Άλλες θαλάσσιες θεότητες που ονομάζονται και γοργόνες είναι οι Φορκίδες και οι επτά Πλειάδες που μεταμορφώθηκαν στον αστερισμό της Πούλιας από τον Δία . Παρόλο που οι Ωκεανίδες, ως νύμφες των υδάτων είχαν ψαρίσια ουρά, το όνομα του είδους της γοργόνας το έδωσε μια διαφορετική μυθολογική οντότητα, η Γοργώ (ή Γοργών, -όνος).

Νύμφες της θάλασσας ήταν λοιπόν και οι γοργόνες, κόρες της Κητούς και του Φόρκυ. Αυτές ήταν η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έκοψε ο Περσεύς, καθώς  ήταν η μόνη θνητή από τις τρείς.

Ο μύθος της Μέδουσας εξελισσόταν μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια και φυσικά οι όποιες προσθήκες, αφαιρέσεις, μετατροπές συμβάδιζαν με τις επιταγές και την ιδεολογία του χρόνου και των τόπων. Έτσι, η Μέδουσα μετατράπηκε σε όμορφη κοπέλα  περήφανη και υπεροπτική, που τόλμησε να συγκρίνει την ομορφιά της με της Αθηνάς και να τη βρει ανώτερη. Και η Αθηνά άλλαξε τα μαλλιά της σε φίδια.

Σύμφωνα με την Ρωμαϊκή εκδοχή του μύθου από τον Οβίδιο, η Μέδουσα ήταν μία πανέμορφη ιέρεια της Αθηνάς που ο Ποσειδώνας τη βίασε μεταμορφωμένος σε άλογο, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι μεταμόρφωσε την Μέδουσα σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε.

Η Μέδουσα και ειδικά το κεφάλι της, που ονομάζονταν γοργόνειο, χρησιμοποιούνταν από πολύ παλιά ως προστασία και αποτροπαϊκό σύμβολο και γι' αυτό χρησιμοποιούνταν ως ακροκέραμο σε ναούς και σπίτια αλλά και ως διακόσμηση σε πανοπλίες, όπλα, ασπίδες, άρματα και διάφορα αντικείμενα.

Μέσα από τους μύθους και τις δοξασίες η μυθική γοργόνα επιβιώνει αιώνες τώρα στην Ελληνική συνείδηση ανάμεσα στο χάσμα δύο κόσμων του γήινου και του θαλάσσιου. Καθώς, η Ελλάδα είναι θαλάσσια χώρα, η πανάρχαια αλλά και διαχρονική αυτή οντότητα εμφανίζεται στην παράδοσή της με ποικίλους τρόπους που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα μορφών. Από εκείνη της τρομοκρατικής και αποτρόπαιης μορφής της αρχαιότητας στην διακοσμητική εικόνα του μεσαίωνα, και τέλος, στη συναισθηματική γυναίκα των νεότερων χρόνων,

Συν τω χρόνω η μορφή των γοργόνων λαμβάνει στην λαϊκή φαντασία  την μορφή νεαρής γυναίκας από την μέση και επάνω και ψαριού από την μέση και κάτω.  Στα νεότερα χρόνια, η σύγχρονη μυθοπλασία, εμφανίζει μία  γοργόνα να είναι αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με αυτό το μύθο ο Μ. Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί στην αδερφή του το νερό της αθανασίας, το οποίο είχε αποκτήσει αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε.

Η αδερφή του όμως το έχυσε πριν προλάβει ο αδερφός της να το χρησιμοποιήσει κι έτσι αυτός την καταράστηκε να γίνει ψάρι από την μέση και κάτω και να πλανιέται μέσα στις θάλασσες. Εκείνη όμως γνωρίζοντας το κακό που είχε κάνει στον αδερφό της δεν του κράτησε κακία και με αγωνία σταματά τα καράβια που θα βρεθούν στο δρόμο της και ρωτά τους ναυτικού «ζει ο Μ. Αλέξανδρος;». Κι αν πάρει τη σωστή απάντηση: 

- «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει», τότε ευχαριστημένη χάνεται στα βάθη της θάλασσας, ειδάλλως παίρνει μαζί της και το καράβι.

Ένας άλλος επίσης μεταγενέστερος μύθος, συνδέει με τον Οδυσσέα με μία γοργόνα. Σε κάποιο σημείο του ταξιδιού του, ο Οδυσσέας συνάντησε μια πανέμορφη γοργόνα, μια θαλάσσια νύμφη δηλαδή, της οποίας το σώμα είναι από την μέση και πάνω ανθρώπινο, και από την μέση και κάτω σώμα ψαριού.

Έχοντας ακούσει ότι το σπάνιο αυτό πλάσμα συγγενεύει με τις σειρήνες   και έτσι ο Οδυσσέας θέλησε να ακούσει για μια ακόμη φορά το ίδιο πανέμορφο τραγούδι που είχε ακούσει από τις σειρήνες, και το οποίο τραγουδούσε και η γοργόνα.

Ο Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους, είτε κατασπαράζονταν απ΄ αυτές, κι έτσι διέταξε σε όλο το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους ώστε να μην ακούν το τραγούδι των Σειρήνων, ενώ ό ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι ώστε όταν ακούσει το τραγούδι τους να μη παρασυρθεί στη γοητεία τους. 

Πριν τον Οδυσσέα μόνο οι Αργοναύτες είχαν καταφέρει να περάσουν από την περιοχή τους, όταν ο Χείρων είχε προειδοποιήσει τον Ιάσονα να πάρει μαζί του τον Ορφέα ο οποίος με το τραγούδι του ξεπέρασε σε ομορφιά τις σειρήνες και κατόρθωσαν τελικά να διαφύγουν χωρίς απώλειες.

Θέλοντας να ξανακούσει το θελκτικό τραγούδι των σειρήνων, επισκέφτηκε με τους συντρόφους του την σπηλιά της ακίνδυνης γοργόνας, σε ένα μικρό νησάκι στα ανοιχτά του Ιονίου πελάγους.

Εκεί μαγεύτηκε από το τραγούδι της, και θέλησε να την πάρει κοντά του στα ταξίδια του. Καθ' ότι όμως αυτή ήταν ψάρι από την μέση και κάτω, δεν μπορούσε να φύγει από την ασφάλεια της σπηλιάς της στην ακροθαλασσιά, εφόσον οι άνθρωποι θα την κυνηγούσαν και θα την σκότωναν. Έτσι, αφού ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος, ο μαγεμένος Οδυσσέας κρατούσε τους συντρόφους του στο νησί όλο και περισσότερες μέρες για να ακούει το πανέμορφο τραγούδι της.

Κάποια στιγμή αυτοί κουράστηκαν να περιμένουν και διαμαρτυρήθηκαν. Τότε η γοργόνα χάρισε στον Οδυσσέα ένα μαγικό κοχύλι, το οποίο μόλις το ακουμπούσε στο αυτί του μπορούσε να ακούσει το τραγούδι της. Και έτσι αυτός πείστηκε επιτέλους να αναχωρήσει από το νησί.

Κάποια μέρα όμως που βρισκόταν στο κατάστρωμα του καραβιού και είχε κολλήσει το κοχύλι στο αυτί του, φύσηξε δυνατός άνεμος και έγινε τρικυμία μεγάλη, με αποτέλεσμα το κοχύλι να του πέσει στην θάλασσα. Αυτός έκλαιγε μέρα - νύχτα, χωρίς να μπορεί κανείς να τον παρηγορήσει. Τότε η γοργόνα παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του έδωσε την λύση: του είπε πως θα μπορούσε να συνεχίσει να ακούει το ίδιο μαγευτικό τραγούδι από οποιοδήποτε άλλο κοχύλι.

Από τότε φημολογείται ότι αν κάποιος βάλει στο αυτί του ένα οποιοδήποτε απλό κοχύλι, μπορεί να ακούσει την ίδια μαγευτική μελωδία που άκουσε ο Οδυσσέας από την γοργόνα.

Το αρχέτυπο της γοργόνας το συναντάμε και σε ένα μικρό ξωκλήσι της Λέσβου την Σκάλα Συκαμινιάς, υπάρχει μία παράξενη και συνάμα μοναδική απεικόνιση της Παναγιάς ως Γοργόνας. Από την μέση και πάνω έχει την συνηθισμένη μορφή της Παναγιάς, ενώ από την μέση και κάτω έχει σώμα ψαριού, όπως και οι γνωστές από τους θρύλους και τις παραδόσεις γοργόνες. Στο ένα χέρι κρατάει ένα καΐκι, ενώ στο άλλο το σύμβολο του Ποσειδώνα, μία τρίαινα, ως προστάτιδα προφανώς των ναυτικών..

Ο Στράτης Μυριβήλης (1890-1969) εμπνέεται τη  προαναφερθείσα  τοιχογραφία Παναγία Γοργόνα, που υπήρχε στο εκκλησάκι και παρουσίαζε την Παναγία με ουρά γοργόνας, έργο άγνωστου λαϊκού ζωγράφου. Τη φήμη του, όμως, την οφείλει στο ομότιτλο έργο του Μυριβήλη. Το μυθιστόρημα «Η Παναγιά η Γοργόνα» που δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή το 1939 αρχικά με τον τίτλο «Η Παναγιά η Ψαροπούλα», παρουσιάζει τη ζωή ανθρώπων του νησιού και των Μικρασιατών προσφύγων που κατέφυγαν εκεί.

Ο  Μυριβήλης στο έργο αυτό προσπαθεί να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα περισσότερο ποιητική και εξωπραγματική. Αυτή την άποψη υποστηρίζει στη μελέτη της και η Ana Chikovani ότι «ο πολιτισμένος άνθρωπος διατηρεί, αν και ασυνείδητα, εκείνες τις αρχαϊκές ή πρωτογονικές περιοχές της γνώσης που είχε περιχαρακώσει με τρόπο έμμεσο μέσα στη λαογραφία».

Η ίδια υποστηρίζει ότι στο λογοτεχνικό έργο του 20ού αιώνα προχριστιανικές δοξασίες συνενώνονται με την ελληνική θρησκεία και το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό . Η ψαρογυναίκα αναμείχθηκε και με ένα ιερό πρόσωπο της Χριστιανικής πίστης, την Παναγία ως σύμβολο ευσέβειας για τους χριστιανούς και φόβου για τους αντικείμενους εχθρούς.

Με μια άλλη ανάγνωση του μυθιστορήματος, η Παναγία πάνω στους βράχους σαν γοργόνα είναι εκείνη που σώζει τους κατατρεγμένους πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής και με την τρίαινα τους προστατεύει από όλους τους εχθρούς.

Ο Μυριβήλης έτσι περιγράφει την εικόνα:

«Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ’ όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ’ όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας.

Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης […].Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του.

Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. Όμως απ’ την μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι απ’’ τη μια, κι απ’ την άλλη ένα τρικράνι, σαν κι αυτό που κρατά ο αρχαίος θεός της θάλασσας ο Ποσειδώνας».

Ο Παναγιώτης Μαστροδημήτρης προσλαμβάνει διαφορετικά την εικόνα τονίζοντας ότι:

 «η Παναγιά η Γοργόνα είναι το κεντρικό σύμβολο της σύνθεσης των διαφορετικών εμπειριών και δυνάμεων που προέκυψαν μέσα από αυτόν τον πολιτισμό, έτσι όπως την ζωγραφίζει ο Καπτά Λιάς, στον τοίχο της εκκλησίας».

Μια από τις ηγεμονικές γυναικείες θεότητες των κυμάτων που βρίσκονται στους αρχαίους μύθους του Αιγαίου συγχωνευμένη στην χριστιανική πίστη, όπου οι νησιώτες εξέφραζαν τις ευχές και τις δεήσεις για καλό ταξίδι των ναυτικών του τόπου. Όσον αφορά την έμπνευση του αγιογράφου, ο Μυριβήλης, εμπλέκει την αρχαία Eλληνική εκδοχή γέννησης της Αθηνάς, από το κεφάλι του πατέρα της Δία.

Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Και κανείς δεν στοχάστηκε πως εκείνη τη μέρα μέσα από το κεφάλι του γεροκοσμοκαλόγερου (του ζωγράφου), όπως μέσα από το κεφάλι του Δία, πήδηξε και στυλώθηκε πάνω στο μοναδικό θαλλασόβραχο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού μια καινούρια Ελληνική θεότητα, που έδεσε με τον πιο θαυμαστό τρόπο όλες τις εποχές και όλο το νόημα της φυλής. Μιας φυλής που ζει και αγωνίζεται με τα στοιχειά και με τις φουρτούνες του κόσμου, η μισή στη στεριά κι η μισή στη θάλασσα, με το ινί και με την καρίνα, πάντοτε κάτω από μια θεότητα πολεμική, θηλυκιά και παρθένα»..!

Στοιχεία αντλήθηκαν από την Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Κωνσταντίας Γιουβανούδη «Η γοργόνα στην Παιδική Λογοτεχνία: Από τη λαϊκή παράδοση και τη μυθολογία στο σύγχρονο παραμύθι». Παν. Ιωαννίνων. 

 

Σάββατο 15 Απριλίου 2023

Περί λαμπάδων, ιερού φωτός και μυήσεων στην αρχαία Ελλάδα.

 Κατά την αρχαιότητα, από την Ιερά Πύλη που βρισκόταν στον χώρο του Κεραμεικού διερχόταν λαμπαδηδρομία, η πορεία με αναμμένες λαμπάδες (θύρσους) των Αθηναίων οι οποίοι διέσχιζαν νύχτα το Αιγάλεω μέχρι την Ελευσίνα για την τέλεση των Ελευσινίων Μυστηρίων (μύθος Δήμητρας Περσεφόνης, αναγέννηση φύσεως). Από αυτούς μόνο οι μυημένοι συνέχιζαν μέχρι το Τελεστήριο.

Η «Πομπή των Παναθηναίων» ( λατρεία της θεάς Αθηνάς), ξεκινούσε από το «Πομπείον» (4ος αι. π.Χ.), πλάι στα τείχη του Κεραμεικού, και περνώντας από την αρχαία Αγορά έφθανε στην Ακρόπολη.

                              Πομπείον, Κεραμεικός                                         

Οι λαμπάδες (θυρσοί -λυχνάρια) ήταν και το σύμβολο των Καβείρων. Κατά την τέλεση των Καβειρίων μυστηρίων στην Λήμνο επίσης, πριν από τις τελετές έσβηναν κάθε φωτιά στο νησί, έως ότου έρθει η ιερή φλόγα την Δήλου.

ΟΙ μύησεις γινόταν τη νύχτα, υπό το φως των δαδιών και λυχναριών των μυημένων που παραβρίσκονταν στην τελετή. Πλήθος είναι τα λυχνάρια που βρέθηκαν στις ανασκαφές με εγχάρακτο το γράμμα «Θ» δηλωτικό των Μεγάλων Θεών.

Στα Ασκληπιεία της αρχαιότητας επίσης, οι πυροφόροι έφεραν δάδες. Σε επιγραφές ιαμάτων, καλείται ο πυροφόρος και παις ο των θεών πυρφορών. Οι πυρφόροι ήταν βοηθοί στις ιατρικές εργασίες, οι οποίες λάμβαναν χώρα στα φημισμένα Ασκληπιεία.

Πυροφόρος μουσείο Επιδαύρου

Ο πυροφόρος προσφέρει πολλά αναθήματα στους θεούς, το ίδιο βέβαια και ο ιερεύς πολλές φορές προσφέρει από κοινού μετά από τον ιερέα (Επιδ. επιγρ. 56, 59) και άλλοτε εις το όνομα του ιερέως με αναγραμμένο και το δικό του όνομα για να δηλωθεί η χρονολογία στο ανάθημα. Ο πυροφόρος δεν μπορεί να τελέσει για δεύτερο έτος ή να γίνει ισόβιος.Το αξίωμα του είναι ενιαύσιο και σε μεταγενέστερη περίοδο γίνεται σπουδαίο.

Λόγω της σχέσης του θεού Ασκληπιού με τα μυστήρια στην Ελευσίνα και το ιερό της λατρείας των Ελευσίνιων θεών, κατά την μεταγενέστερη ρωμαϊκή περίοδο, οι ιερείς του Ασκληπιού φέρουν και τίτλους του ιερατικού αξιώματος των ιερέων της Ελευσίνος.

Έτσι ο ιερεύς του Ασκληπιού ονομάζεται και δαδούχος των Ελευσίνιων μυστηρίων, ο δε ιερεύς Διογένης,ο οποίος φέρει και τα περισσότερα αναθήματα, ονομάζεται σε αυτά Δηούς πρόπολος και ταυτόχρονα και ιεροφάντης.

Επανερχόμενος στο «Πομπείον» ο Παυσανίας, ομιλεί περί κτίσματος που χρησίμευε για την προπαρασκευή των πομπών (προφανώς εννοεί την πομπή των Παναθηναίων).

Πολυάριθμα ίχνη από τρύπες πασσάλων, διασκορπισμένα σε μεγάλη ακτίνα εντός του χώρου, αποτελούν σαφείς ενδείξεις ότι πριν από την ανέγερση του κλασσικού Πομπείου κατασκευάζονταν εκεί προσωρινά καταλύματα (σκηνές ή τέντες), που χρησιμοποιήθηκαν ως εγκαταστάσεις για την διοργάνωση της εορτής των Παναθηναίων.

Τα λείψανα που διατηρούνται σήμερα κατά χώρας αποκαθιστούν το Πομπείον ως μακρόστενο κτίριο ορθογώνιας κάτοψης με περίστυλη εσωτερική αυλή, δυτικά και βορείως της οποίας ανοίγονταν εφαπτόμενες με αυτήν συνεχόμενες αίθουσες συμποσίων, και με μνημειακό πρόπυλο στο βόρειο τμήμα της ανατολικής πλευράς του.

Στην περιβαλλόμενη από κίονες αυλή θα μπορούσε να χωρέσει το πλοίο της πομπής των Παναθηναίων, στα ιστία του οποίου αναρτούσαν τον πέπλο της θεάς Αθηνάς, με τον οποίο θα έντυναν το πανάρχαιο λατρευτικό ξόανό της στην Ακρόπολη.

Οι αίθουσες συμποσίων πιθανότατα προορίζονταν για την συνάθροιση των αξιωματούχων της πόλης για την εορταστική συνεστίαση προς τιμήν της Αθηνάς, στην οποία συμμετείχε και ο υπόλοιπος λαός, που συγκεντρωνόταν μάλλον σε γειτονικό χώρο (στην μεγάλη αυλή του Διπύλο.

Εάν κρίνουμε από την ευρύχωρη περίστυλη αυλή και τις επιγραφές εφήβων στην εσωτερική πλευρά της, το Πομπείον πρέπει να λειτούργησε και ως γυμνάσιο για την άθληση των νέων, ίσως ακόμα και ως σιταποθήκη σε περιόδους που παρουσιαζόταν ανάγκη.

Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, φαίνεται ότι η είσοδος στον χώρο του ήταν ελεύθερη για όλους· αυτό συνάγεται και από την μαρτυρία του Διογένους του Λαέρτιου, ο οποίος μας πληροφορεί ότι στο Πομπείον ήταν στημένος ένας χάλκινος ανδριάντας του Σωκράτους, έργο του Λυσίππου, και ότι εκεί διέτριβε κατά διαστήματα ο φιλόσοφος Διογένης.

Τέλος, ο Πλούταρχος αναφέρει την ύπαρξη μιας τοιχογραφίας, όπου απεικονιζόταν ο ρήτορας Ισοκράτης, μαζί με άλλες τοιχογραφίες κωμωδιογράφων, μεταξύ των οποίων θα συγκαταλεγόταν και ο Μένανδρος, του οποίου το όνομα σώζεται στο εσωτερικό του κτιρίου, δίπλα από την μικρή θύρα.

Με την εισβολή των Ρωμαίων του Σύλλα το 86 π.Χ. το Πομπείον καταστράφηκε, για να αντικατασταθεί, έπειτα από μία μακρά περίοδο ερήμωσης, κατά τον 2ο αι. μ.Χ., μάλλον επί αυτοκράτορος Αντωνίνου Πίου (138-161 μ.Χ.), από ένα νέο ευρύχωρο τρίκλιτο κτίσμα με στοές, το λεγόμενο «κτίριο των αποθηκών».

Το οικοδόμημα αυτό ισοπεδώθηκε κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 μ.Χ. Έναν περίπου αιώνα αργότερα, την θέση του πήραν δύο επιμήκεις στοές εμπορικού χαρακτήρα, οι οποίες στέγαζαν καταστήματα και έφεραν αψιδόμορφη πύλη σε σχήμα θριαμβικού τόξου.

Πληροφορίες για το «Πομπείον» αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα:

https://archaeologia.eie.gr/ και για τους Πυροφόρους από τον Ορέστης Πυλαρινός

 

 

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Οι μυστικοί δρόμοι της γνώσης. Πλατωνισμός, αλχημεία, και και οι μυστικοί συμβολισμοί στο Δουκάτο του Urbino.

Οι δρόμοι της γνώσης διατρέχουν την ανθρώπινη ιστορία, από την στιγμή που ο άνθρωπος έμαθε να διαχειρίζεται την φωτιά, έμαθε να καλλιεργεί την γη, και εξημέρωσε τα ζώα παύοντας να είναι νομάδας τροφοσυλλέκτης.

Στην Ελληνική μυθολογία, ο Τιτάνας Προμηθέας έδωσε την φωτιά στους ανθρώπους, και η Δήμητρα τους έμαθε την καλλιέργεια της γης, ιδρύοντας τα Ελευσίνια μυστήρια.

Στα Ελευσίνια μυστήρια αλλά και στις υπόλοιπες μυστηριακές τελετές, η χρήση του μύθου της αλληγορίας και των αρχετυπικών συμβόλων, αποτέλεσαν βασικά εργαλεία μύησης και μάθησης.

Στον φιλοσοφικό λόγο, ο Πλάτων (427 π.Χ.-347 π.Χ.), χρησιμοποιεί κατά κόρον τον μύθο, τα σύμβολα, και τον αλληγορικό λόγο. Για τον Πλάτωνα υπάρχει η εξωτερική γνώση, που προσλαμβάνει ο άνθρωπος με τις αισθήσεις και τη λογική του, αλλά  υπάρχει και η  εσωτερική γνώση που κατακτιέται δια μέσω του «φιλοσοφικού έρωτα», όταν ο νους αποκτάει «φτερά» - «ίπταται» στην σφαίρα του «αγαθού».

Η «εσωτερική» αυτή γνώση κατακτιέται πολύ πιο δύσκολα, καθώς προϋποθέτει τη σταθερή και αδιάλειπτη ενατένιση της εσωτερικής ζωής, την υπέρβαση των αισθήσεων και τον απόλυτο έλεγχο του νου.

Συνεπώς, εραστής της σοφίας, των ιδεών και των αρχετύπων είναι αυτός ο οποίος έχει υπερβεί τον κόσμο των αισθήσεων των παθών και των επιθυμιών, επειδή γι’ αυτόν ανασηκώθηκε το πέπλο της πλάνης και της λήθης, βγήκε από το σπήλαιο, και αντίκρισε τις ιδέες και την αιώνια Αλήθεια, το «Αγαθό».

Η αληθινή γνώση δεν είναι για τον Πλάτωνα μια γνώση θεωρητική και αφηρημένη που θα μπορούσε να μάθει κάποιος μέσα από βιβλία και διδασκαλίες. Λέγεται μάλιστα πως κάποτε ένας μαθητής του Πλάτωνα, ταξίδευε με πλοίο, μεταφέροντας μαζί του την μεγαλύτερη περιουσία του, τις σημειώσεις του δασκάλου του Πλάτωνα. Το πλοίο όμως στο οποίο επέβαινε βυθίστηκε. Ο ίδιος σώθηκε, αλλά χάθηκαν στο βυθό της θάλασσας όλα τα βιβλία, και οι σημειώσεις που είχε συγκεντρώσει από τις διδασκαλίες του Πλάτωνα. Μόνο τότε κατάλαβε γατί ο δάσκαλος του ο Πλάτων, επέμενε ότι η γνώση δεν πρέπει να «γράφεται» στα βιβλία, αλλά στην ψυχή...

Για την πραγματική γνώση και τους αληθινούς φιλοσόφους έγραφε ο Πλάτων (Επιστολή Ζ΄ 340d-341c) :

«..Όσοι δεν είναι πραγματικά φιλόσοφοι έχουν μόνο ένα πασάλειμμα από αμφίβολες γνώσεις και πείθουν τον εαυτό τους ότι δεν τους λείπει πια το παραμικρό. Όμως η φιλοσοφική γνώση της ουσίας του πράγματος δεν μπορεί να διατυπωθεί με το λόγο, όπως άλλες γνώσεις, αλλά, μετά από μακρόχρονη κοινή αναζήτησή της και αδιάκοπη ενασχόληση με αυτή, γεννιέται στην ψυχή ξαφνικά, σαν το φως που ανάβει από μια σπίθα, και ύστερα τρέφεται μόνη της»!

Βασικό εργαλείο σε αυτή την προσπάθεια, αποτελούν τα σύμβολα, αφενός μεν, διότι τα σύμβολα αποτελούν μία σύντομη και «συμπυκνωμένη γνώση», και αφετέρου διότι κάποια σύμβολα δεν μπορούν να ερμηνευθούν από όλους.

Το σύμβολο είναι η «τέχνη του σκέπτεσθαι με εικόνες». Ας μην ξεχνάμε πως ο άνθρωπος πρώτα χρησιμοποιεί τις εικόνες και τα σύμβολα στον γραπτό λόγο, και μετά την αλφαβητική γραφή. Για αυτό τον λόγο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν τα ιερογλυφικά, οι Κινέζοι τα ιδεογράμματα, και οι Μινωίτες την Γραμμική γραφή.

Ο Πλωτίνος (204-270 μ.Χ.), αναφέρει σχετικά (Εννεάδα V 8, 5-6):

«Γι' αυτό οι παλαιοί έλεγαν ότι οι ιδέες είναι οντά και ουσίες. Αυτό το έχουν συλλάβει, μου φαίνεται και οι Αιγύπτιοι σοφοί,  και για να εκθέσουν τη σοφία τους δεν χρησιμοποιούσαν την αλφαβητική γραφή, αλλά χρησιμοποιούσαν την ιερογλυφική γραφή. Σκάλιζαν αγάλματα μέσα στους ναούς, καθένα από τα οποία είναι το σύμβολο ενός ορισμένου πράγματος. Έτσι έκαναν ορατό ότι εκεί πάνω δεν υπάρχει συλλογιστική σύλληψη, ότι αντίθετα κάθε άγαλμα είναι επιστήμη και σοφία και συνάμα η προϋπόθεση της.»

Η λέξη σύμβολο βγαίνει από το συμβάλω, βάζω μαζί, κοινές προσωπικές εμπειρίες του καθενός έτσι ώστε να μπορούμε να συντονιζόμαστε, να συνεννοούμαστε, να εννοούμε το ίδιο πράγμα.

Τα σύμβολα είναι για το πνεύμα ότι τα εργαλεία για τα χέρια, μεγιστοποιούν τις δυνατότητες αντίληψης. Ξεκινώντας από την οπτική επαφή με ένα σύμβολο, εάν εντρυφήσουμε επισταμένως  σε αυτό μέσω γνώσεως των κλείδων αποσυμβολισμού και αποκρυπτογράφησης, μπορούμε να αντιληφθούμε το υποκρύπτουν μήνυμα που εμπεριέχει.

Ο Πλούταρχος (45-120 μ.χ) εξηγεί σχετικά (περί Ίσιδος και Οσίριδος 20F):

«Οι ποιητές και οι λογογράφοι όπως οι αράχνες υφαίνουν τον ιστό από την αρχή δίχως βάση,  και τον επεκτείνουν έτσι και αυτά (οι μύθοι και τα σύμβολα) περιέχουν μερικές ιστορίες και διηγήσεις αληθινές. Όπως οι μαθηματικοί λένε πως το ουράνιο τόξο είναι εικόνα του ήλιου και η χρωματική ποικιλομορφία του προκαλείται από την αντανάκλαση επάνω σε κάποιο νέφος, έτσι και ο μύθος/σύμβολο είναι εικόνα κάποιου άλλου λόγου ο οποίος ανακαλεί στην διάνοια μας συγκεκριμένα νοήματα.»

Μέσα από ένα μεγάλο αριθμό συμβόλων με τα οποία ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή και στον σύγχρονο κόσμο, υπάρχει ήδη από την αρχαιότητα μία σχετικά μικρή, αλλά ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία που παίζει καθοριστικό ρόλο στην ζωή της ανθρωπότητας. Είναι τα παγκόσμια αρχετυπικά σύμβολα όπως: O ήλιος - ο κύκλος, το φεγγάρι –τα κέρατα, η γυναίκα, ο φαλλός, το σπήλαιο, το δέντρο της ζωής, ο ζωδιακός, το κέρας, το φίδι, ο δράκος, το περιστέρι, ο λαβύρινθος , ο σταυρός, το ξίφος κ.λ.π.

Τα αρχετυπικά αυτά σύμβολα,  αλλά και ένας αριθμός άλλων τα οποία δεν είναι γνωστά σε όλους, μετατρέπονται συχνά σύμφωνα με τον Πλωτίνο (204-270 μ.Χ.), μετά την μελέτη σε αντικείμενα άσκησης διαλογισμού, των οποίων το νόημα μπορεί να «αποκαλυφθεί», μόνο μέσω της εντατικής διαδικασίας συγκέντρωσης, και αυτοστοχασμού.

Το πραγματικό τους νόημα τους μπορεί να αποκαλυφθεί, μέσω της διεύρυνσης του ίδιου μας του εαυτού. Όταν ο άνθρωπος στρέφεται προς τον εσωτερικό του εαυτό, τότε δια μέσου του εαυτού επέρχεται η ενόραση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στις Εννεάδες ( Ill 8, 6 – 7):

«Ο στόχος των ανθρώπινων πράξεων έγκειται στη γνώση, και κάθε έφεση είναι έφεση για γνώση… Δεν πρέπει οι έννοιες να στέκονται έξω, αλλά πρέπει να ενοποιούνται με την ψυχή αυτού που μαθαίνει, ώσπου αυτή να τις συναντά ως κάτι οικείο. Όταν η ψυχή εξοικειωθεί και γίνει σύστοιχη με τις έννοιες, τότε τις παίρνει στα χέρια της - διότι πρωτύτερα βέβαια δεν τις κατείχε — και αρχίζει να τις κατανοεί.

Παίρνοντας τις στα χέρια η ψυχή γίνεται διαφορετική από ό,τι ήταν πριν, και διαλογιζόμενη βλέπει τις έννοιες σαν κάτι διαφορετικό από αυτήν ωστόσο και αυτή η ίδια είναι μια έννοια [ = «λόγος»] και τρόπον τινά ένας νους, αλλά ένας νους που βλέπει κάτι άλλο από τον εαυτό του. Να γιατί ο σοφός, ήδη κατάφωτος από τον λογισμό, βγάζει από μέσα του όσα φανερώνει στους άλλους, και ενώπιον του εαυτού του είναι καθαρή θέαση. Διότι αυτός ήδη τείνει προς την ενότητα [ = «προς το έν» - Αγαθό] και προς την ηρεμία όχι μόνο σε σχέση προς τα εξωτερικά πράγματα, αλλά και σε σχέση προς τον εαυτό του: τα πάντα είναι μέσα του.»

Η μελέτη, η εστίαση της προσοχής, η συγκέντρωση, ο έλεγχος των σκέψεων, ο συντονισμός σε συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και αντίληψης, μπορούν να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ο μαθητής του Πλωτίνου Πορφύριος (234 – 305 μ.χ), ορίζει την άσκηση αυτή, ως μία σταδιακή διαδικασία «εσωτερικής μεταμόρφωσης», και διεύρυνσης του νου….!

Η γνώση ήταν πάντα δύναμη, αλλά δεν μοχθούν το ίδιο όλοι οι άνθρωποι το ίδιο για αυτή, ούτε επίσης έχουν όλοι την δυνατότητα να την διαχειριστούν κατά τον ίδιο τρόπο. Έτσι ανά τους αιώνες ένα «μυστικό ρεύμα γνώσης» διατρέχει τους ανθρώπινους πολιτισμούς χρησιμοποιώντας ως «οχήματα» τον «αλληγορικό λόγο» και τα «σύμβολα», εργαλεία τα οποία δεν είναι γνωστά στους περισσότερους.

Το ρεύμα αυτό για τον Δυτικό πολιτισμό ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα, περνά στον Ρωμαϊκό κόσμο, κρύβεται στα πιο σκοτεινά ράφια κατά τον Μεσαίωνα (όσα γλύτωσαν της πυράς) και ξανά ανακαλύπτεται κατά την αναγέννηση στην Ιταλία.

Δεν είναι τυχαίο πως η Αναγέννηση ξεκίνησε από την Ιταλία, και δεν είναι επίσης τυχαίο πως η Αναγέννηση σηματοδότησε το τέλος του Μεσαίωνα. Η αναγέννηση ξεκινά με την Σύνοδο της Φεράρας - Φλωρεντίας (1437-1439 μ.χ ), όταν η παρουσία των Βυζαντινών απεσταλμένων, ιδίως του Πλήθωνα του Γεμιστού, προκάλεσε τον θαυμασμό των Ιταλών.

Εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως η ευρυμάθεια και η βαθιά γνώση του Πλήθωνα του Γεμιστού στην Πλατωνική, την Νέο Πλατωνική και την Ερμητική φιλοσοφία, σχολές σκέψεις οι οποίες ήταν ελάχιστα γνωστές στους Δυτικούς λογίους έως τότε.

Η μεταλαμπάδευση αυτής της ξεχασμένης για την Δύση αρχαίας Ελληνικής γνώσης, ολοκληρώθηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σελτζούκους Τούρκους στις 29 Μαΐου του 1453, και την φυγάδευση των Βυζαντινών λογίων στην Ιταλία.

Η Αναγέννηση διαρκεί από τα μέσα περίπου του 14ου έως τα τέλη του 16ου αιώνα και χαρακτηρίζεται από τον κλασικισμό, την προσήλωση στη μελέτη του αρχαίου Ελληνικού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, των Πλατωνικών, Νεο Πλατωνικών και Ερμητικών κειμένων, με εκπροσώπους πανεπιστήμονες και καλλιτέχνες όπως ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Ραφαήλ, ο Παράκελσος και άλλοι.

Η συμβολική γνώση δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, δεν εκλογικεύεται, ερμηνεύεται όμως χρησιμοποιώντας μεθόδους τις οποίες μας άφησαν παρακαταθήκη ο Πλάτωνας, οι Στωικοί, οι Νέο Πλατωνικοί,συνεχίστηκε στους νεώτερους χρόνους με τον Carl Jung, και τον Joseph Campbell, ενώ η συμβολογία έγινε πρόσφατα γνωστή στο ευρύ κοινό από το με το bestseller του DanBrowno«Κώδικας Ντα Βίντσι».

Σήμερα θα παρουσιάσω τρείς φωτογραφίες, από το κάστρο του Δουκάτου του Urbino- Ουρμπίνο, τα οποία αποτυπώνουν την επιρροή της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και των συμβόλων της, στην αρχιτεκτονική (και όχι μόνο) της Ιταλικής αναγέννησης.

Πριν παρουσιάσω τις φωτογραφίες λίγα λόγια για το Δουκάτο του Urbino.

Το Urbino είναι μια Μεσαιωνική πόλη στην κεντρική Ιταλία , αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1998, και είναι η γενέτειρα ενός από τους τρείς σημαντικότερους εκπροσώπους της Αναγέννησης, του Ραφαήλ.

Η κατασκευή του παλατιού του Δουκάτου του Urbino ξεκίνησε από τον Δούκα Federico III da Montefeltro ( 1422 –1482), γύρω στα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα, και θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα της Ιταλικής Αναγέννησης. Εκεί ο Ραφαήλ πήρε τα πρώτα ερεθίσματα τέχνης από τον πατέρα του Santi, ο οποίος ήταν επίσης επαγγελματίας ζωγράφος και ποιητής.

Στις φωτογραφίες που θα εξετάσουμε, θα διαπιστώσετε το πως τα σύμβολα υποκρύπτουν σημειολογικά την γνώση, και τονίζουν την ατραπό που οφείλει να ακολουθήσει ο αναζητητής. Στοιχεία που καθόρισαν την Αναγέννηση, και τα οποία δυστυχώς δεν βιώσαμε στην Ελλάδα.

Φωτογραφία πρώτη:

Η είσοδος στην βιβλιοθήκη του κάστρου του Δούκα Federico III da Montefeltro.


Πάνω από την θύρα απεικονίζονται δελφίνια, ανάμεσα σε τρίαινες του Ποσειδώνα. Τα δελφίνια είναι σύμβολο της σωτηρίας. Η σωτηρία λοιπόν εφόσον τα δελφίνια βρίσκονται στην είσοδο της βιβλιοθήκης μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της γνώσης. Η τρίαινα του Ποσειδώνα, αναφέρει ο Πλούταρχος (στο «περί Ισιδος και Οσίριδος»):

«είναι σύμβολο τού τρίτου χώρου, τον οποίον κατέχει η θάλασσα, κατά σειρά ταγμένη μετά από τον ουρανό και τον αέρα. Γι’ αυτό ονόμασαν έτσι την Αμφιτρίτη και τους Τρίτωνες.»

Η Θάλασσα συνδέεται με τα συναισθήματα. Ένας άνθρωπος που ελέγχει τα πάθη και τα συναισθήματα του, βαδίζει προς την αυτοπραγμάτωση, και την αυτογνωσία. Η Τρίαινα συμβολίζει επίσης το  παρελθόν, παρόν, και μέλλον. Το κεντρικό σκέλος το παρόν είναι δώρο του παρελθόντος, και δημιουργός του μέλλοντος. Αντλούμε τις γνώσεις μας από το παρελθόν, μπολιάζουμε με αυτές δημιουργικά το παρόν, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα καλύτερο μέλλον.

Φωτογραφία δεύτερη:

Το κάστρο του Sassocorvaro, στο Δουκάτο του Urbino, από ψηλά.


Το κάστρο έχει την μορφή χελώνας, για τέσσερις βασικούς λόγους.

1.    Πρώτον ως γνωστόν η γνώση δύναμη, συνεπώς είναι ικανή υπό όρους να μας προστατεύσει (κάστρο αμυντική κατασκευή).

2.    Δεύτερον η χελώνα βαδίζει αργά, αργά πρέπει να είναι και τα βήματα του μαθητή της γνώσης.

3.    Τρίτον η χελώνα ζει πολλά χρόνια, η μάθηση είναι μία διαδικασία που διαρκεί μια ζωή, που προϋποθέτει να αναιρούμε διαρκώς ότι  γνωρίζουμε.

4.    Τέταρτον η χελώνα λόγω κατασκευής, βάση (Γη - υλη), εσωτερικό σώμα (άνθρωπος - ψύχη) και καβούκι (ουράνιο στερέωμα -πνεύμα), συμβολίζει την ένωση στον άνθρωπου του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου.

Φωτογραφία τρίτη:

Επιγραφή στα Ελληνικά σε έμβλημα του Δούκα Federico III da Montefeltro.



Στην επιγραφή διαβάζουμε: «ΦΙΛΑΡΕΤΩ ΤΑΤΩ», δηλ, αυτός που αγαπά την αρετή. Που σημαίνει πως αυτός που αγαπά την αρετή μπορεί να επιτύχει τους στόχους του. 

Τα προαναφερθέντα, αποτελούν ένα ελάχιστο δείγμα από τους κώδικες και τα  μηνύματα που  υπάρχουν πίσω από συγκεκριμένα σύμβολα της Αναγέννησης,  και τα οποία έχουν την αφετηρία τους στην αρχαία Ελλάδα. Αξίζει να ασχοληθεί κάποιος με τους μύθους και τα σύμβολα καθώς  η φαντασία και ο ψυχισμός των ανθρώπων πάντα θα ελκύεται από αυτά, εφόσον αυτά βρίσκονται βαθειά χαραγμένα στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας.