Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανθεισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανθεισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Η αρχή της «κοσμικής συμπάθειας» στην Στωική και Νεοπλατωνική φιλοσοφία.


Για τους Στωικούς φιλοσόφους, στο σύμπαν υπάρχουν δυο αρχές: μια ενεργητική, το «ποιούν», που είναι ο θεός, ο οποίος ταυτίζεται µε τον λόγο, και μια παθητική δύναμη, το «πάσχον», που είναι η αδιαμόρφωτη ύλη.

Ο θεός τον οποίο οι Στωικοί φιλόσοφοι τον ταυτίζουν με τον λόγο, είναι ο δημιουργός του κόσμου, καθώς, επενεργώντας πάνω στην ύλη, διαμορφώνει τα διάφορα όντα που συγκροτούν την φυσική πραγματικότητα.

Η σχέση του θεού ή του λόγου µε το σύµπαν δεν είναι υπερβατική, αυτός, δηλαδή, δεν δηµιούργησε τον κόσµο, για να µείνει κατόπιν έξω και πέρα από αυτόν.

Απεναντίας, οι Στωικοί φιλόσοφοι, εισηγούµενοι µια πανθεϊστική αντίληψη, ισχυρίστηκαν ότι ο θεός, ο λόγος διαπερνάει ολόκληρο τον κόσµο και γίνεται ένα µε αυτόν, αποτελώντας έτσι τον συνεκτικό ιστό της πολύµορφης φύσης, την δύναµη εκείνη µέσω της οποίας το κοσµικό σύστηµα διατηρεί την ενότητα του και την συνοχή του.

Χάρις στην δύναμη αυτή της θείας αρχής του λόγου, τον «τόνον» όπως την αποκαλούν οι στωικοί φιλόσοφοι, το σύµπαν από άκρου εις άκρον διέπεται από την αρχή της συµπαθείας, σύμφωνα µε την οποία τα εγκόσµια όντα επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο.

Ο κόσμος μοιάζει µ’ έναν τεράστιο έµβιο οργανισμό, του οποίου η λειτουργία του ενός οργάνου δεν είναι ανεξάρτητη από την λειτουργία κάποιου άλλου οργάνου του. Έτσι, καθώς, βάσει της αρχής της συμπαθείας, διαδοχικά το ένα εγκόσμιο ον επηρεάζει το άλλο, είναι δυνατόν να μεταφερθεί η ενέργεια από το πιο μακρινό αστέρι του ουρανού στο πιο τελευταίο πράγμα της γης και να το επηρεάσει.

Η συνεκτικότητα της φύσης, η παρουσία των σωμάτων σε έναν κόσμο πλήρη, που αγνοεί το κενό, η εξομοίωση Θεού και κόσμου, προϋποθέτουν ότι το όλον βρίσκεται σε συμπάθεια με τον εαυτό του, ότι όλα συνεργάζονται, ότι υφίσταται μία παγκόσμια συνάφεια των όντων.

Κύριος εκπρόσωπος της θεωρίας της συμπάθειας είναι ο φιλόσοφος Ποσειδώνιος (π. 135-51 π.Χ.) ο οποίος υπήρξε ίσως η μεγαλύτερη φυσιογνωμία των Ελληνιστικών χρόνων, κερδίζοντας τον θαυμασμό του Γαληνού, του Κικέρωνα, του Πομπήιου, του Στράβωνα κ. ά.

Οι Ποσειδώνιος, ήταν Έλληνας που καταγόταν από την Απάμεια της Συρίας, αλλά ταξίδεψε στην Αίγυπτο, τη Νουβία, τη Μασσαλία, την Ισπανία για να καταλήξει στη Ρόδο, όπου ίδρυσε τη σχολή του. Εκεί, το 78 π.Χ., τον άκουσε ο νεαρός Κικέρωνας και έγινε φίλος και οπαδός του.

Αργότερα την θεωρία της συμπάθειας την συναντούμε και στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. Η εκπνευμάτωση και εμψύχωση του σύμπαντος, για το Νεοπλατωνισμό, στηρίζονται στην αλληλεπίδραση των μερών του, τη φυσική «συμπάθεια», η οποία αναφέρεται στην αστρονομική κανονικότητα και ανακύκληση των ρυθμών ζώων, φυτών και ουρανίων σωμάτων. Όπως σε έναν ζωντανό οργανισμό, λέει ο Πλωτίνος, κάθε μέλος είναι αναπόσπαστο μέρος του, έτσι και στον κόσμο όλα βρίσκονται σε συνάφεια και αρμονία.

Για τον ιδρυτή του Νέο πλατωνισμού, Πλωτίνο (3ος αιώνα. μ.χ), κάθε πραγματικότητα δεν είναι μόνο ο εαυτός της, αλλά εν δυνάμει όλες οι άλλες (Εν, Νους Ψυχή , Φύση). Τα διάφορα τμήματα του κόσμου βρίσκονται σε ανταπόκριση, το ένα τμήμα καθρεφτίζει το άλλο, το ένα είναι μέσα στο καθετί. Έτσι σε κάθε τμήμα του αισθητού κόσμου αντανακλώνται οι προηγούμενες υποστάσεις, και ολόκληρος ο αισθητός κόσμος, ώστε κατά οριζόντιο τρόπο κάθε επίπεδο περιλαμβάνει τα υπό

Ο Πρόκλος (5ος αιώνα. μ.χ) αναφέρει (Εις Πλάτωνος πολιτεία) πως οι ιερατικοί άνθρωποι, ξεκινώντας από τη συμπάθεια που πιστεύουν ότι ενυπάρχει σε όλα τα φαινόμενα, τόσο μεταξύ τους όσο και προς τις αφανείς δυνάμεις, και κατανοώντας έτσι ότι τα πάντα ενυπάρχουν στα πάντα, συνέστησαν την ιερατική επιστήμη, επειδή παρατήρησαν με θαυμασμό, ότι τα έσχατα ενυπάρχουν στα πρώτα και τα πρώτα στα έσχατα.

Τα γήινα ενυπάρχουν κατά την αιτία τους στον ουρανό και κατά τρόπο ουράνιο, αλλά και τα ουράνια στη γη με τρόπο γήινο. Το παράδειγμα που δίνει έχει να κάνει με τα ηλιοτρόπια, τα οποία κινούνται μαζί με τον ήλιο και τα σεληνοτρόπια με τη σελήνη, περιφερόμενα, όσο μπορούν, μαζί με τους φωτοδότες του κόσμου.

Επομένως, σύμφωνα πάντα με τον Πρόκλο, τα πάντα προσεύχονταν ανάλογα με την τάξη τους και υμνούσαν τους ηγεμόνες ολόκληρων των σειρών τους, είτε νοητικά, είτε λογικά, είτε φυσικά, είτε αισθητά. Έτσι λοιπόν και το ηλιοτρόπιο κινούνταν σύμφωνα με εκείνο προς το οποίο ήταν συναρτημένο και αν κανείς μπορούσε να το ακούσει να κρούει τον αέρα κατά την περιφορά του, ίσως να αφουγκραζόταν έναν ύμνο να αναπέμπεται με τον ήχο αυτόν προς το βασιλέα του, όσο μπορούσε ένα φυτό να υμνήσει.

Στη γη μπορούσε κανείς να αντικρίσει, με γήινο τρόπο, ήλιους και σελήνες, ενώ στον ουρανό, με ουράνιο τρόπο, τα κάθε λογής φυτά, λίθους και ζώα να ζουν εκεί νοητικά. Ως άλλο παράδειγμα Πρόκλος φέρει το λωτό, ο οποίος κάνει φανερή τη συμπάθεια,καθώς είναι κλειστός πριν από την ανατολή των ακτίνων του ήλιου, ανοίγει σιγά- σιγά με την εμφάνιση του ήλιου, και εκτείνεται όσο το φως του ανυψώνεται, ενώ κλείνει πάλι, όταν εκείνος προχωρεί προς τη δύση του. Και συνεχίζει αναρωτώμενος σε τι διαφέρει όταν οι άνθρωποι υμνούν τον ήλιο ανοίγοντας και κλείνοντας τα σαγόνια ή τα χείλη τους, από τις κινήσεις που κάνει ο λωτός συμπτύσσοντας ή απλώνοντας τα φύλλα του;

Για τον Πρόκλο, δε μπορούμε να ασχοληθούμε με τη συμβολική, αν δε γνωρίζουμε το φιλοσοφικό υπόβαθρο στο οποίο εντάσσονται τα σύμβολα που προτιθέμεθα να μελετήσουμε, ώστε να καταστούμε ικανοί να ενεργοποιήσουμε τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ αυτών και του υπεραισθητού κόσμου

Τα τελευταία δηλαδή για τους πολλούς ανθρώπους είναι γελοία, για εκείνους τους λίγους όμως που μπορούν να ανυψωθούν προς το νου αποτελούν έκφανση της ομοιοπάθειας τους προς την πραγματικότητα και βεβαίωση που προκύπτει από τα ίδια τα ιερατικά έργα της σύμφυτης των θείων όντων δύναμης. Πραγματικά οι θεοί ευχαριστούνται στο άκουσμα τέτοιων συμβόλων, ανταποκρίνονται αμέσως σε όσους τους καλούν και φανερώνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους μέσα από αυτά, καθότι τα θεωρούν σημάδια συγγενικά τους και κατεξοχήν γνώριμα τους.

Τα μυστήρια και οι τελετουργίες επίσης με αυτά εκδηλώνουν τη δημιουργική ενέργεια τους, και μέσα από αυτά προκαλούν, για όσους είναι μυημένοι να βλέπουν, θεάματα τέλεια, γεμάτα εσωτερική ηρεμία και απλόμορφα, για τα οποία ο νέος στην ηλικία και πολύ περισσότερο ο ανώριμος στον χαρακτήρα είναι ανεπίδεκτος».

Με τον Ιάμβλιχο (4ος αιώνα. μχ.), ο νεοπλατωνισμός απομακρύνεται από τον λόγο της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και στρέφεται προς την ιερουργία. Έτσι, η νεοπλατωνική συμπάθεια αποτέλεσε φορέα εισαγωγής της μαγείας στο χώρο της φιλοσοφίας. Στηριζόμενος στην θεωρία της συμπάθειας και στην πεποίθηση πως καθώς το πλέγμα των κοσμικών δυνάμεων, διαχέεται σε όλα τα επίπεδα του σύμπαντος, παρέχει τη δυνατότητα στους θεουργούς, εφόσον στο πλαίσιο των μαγικών τελετών χρησιμοποιήσουν τα κατάλληλα αντικείμενα, να έλθουν σε επαφή με τις θεότητες που αυτά συμβολίζουν.

Σε αντίθεση με τον Ιάμβλιχο, ο Πλωτίνος πίστευε μεν στα παραφυσικά φαινόμενα, όπως ουσιαστικά όλοι οι σύγχρονοί του, εκτός από τους αποφασισμένους αθεϊστές και υλιστές - σπάνιο είδος τον 3ον αιώνα. μ.Χ. Διέφερε όμως από πολλούς, αφού προσπαθούσε να προσαρμόσει παρόμοια φαινόμενα στην έλλογη, οργανωμένη εικόνα που είχε για τον κόσμο.

Σύμφωνα με τον Πλωτίνο η μαγεία δεν επιδρά στις ανώτερες ψυχές των ανθρώπων και των θεών ενώ ο σοφός είναι ικανός να αντισταθεί σε οποιαδήποτε μαγική προσβολή στον ψυχοφυσικό του οργανισμό με τη δική του ισχυρότερη δραστηριότητα. Έτσι, όταν ο μάγος Ολύμπιος έστρεψε τις μαγικές τέχνες εναντίον του, ο Πλωτίνος κατάφερε να αντιστρέψει τη δύναμη της μαγείας. Στο τέλος, ο Ολύμπιος, επειδή κινδύνεψε πολλές φορές να πάθει ζημιά ο ίδιος, σταμάτησε αυτές τις τεχνικές.

Με παρόμοιο τρόπο εξηγεί τα αποτελέσματα της προσευχής. Η προσευχή στους ουράνιους θεούς δεν μπορεί να αγγίξει το ανώτερο μέρος των ψυχών τους, οι οποίες είναι απορροφημένες στην ενατένιση, και αγνοούν οτιδήποτε συμβαίνει στον αισθητό κόσμο· οδηγεί, ωστόσο, στο να προκαλέσει την αυτόματη ανταπόκριση του κατώτερου μέρους της ψυχής, το οποίο ικανοποιεί την ευχή του προσευχόμενου.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο μαθητής του Αμέλιος, ο ίδιος πρόσφερε συχνά θυσίες στους θεούς και γι’ αυτό το λόγο έπαιρνε μέρος στις πανάρχαιες τελετές – γιορτές. Όταν κάλεσε το Πλωτίνο σε μία από αυτές εκείνος του απάντησε ότι:

«Οι Θεοί πρέπει να έρχονται σε εμένα και όχι εγώ να πηγαίνω σ’ αυτούς», δείχνοντας έτσι ότι ο μόνος δρόμος της ένωσης με το θείο ξεκινάει πάντα από πάνω προς τα κάτω, και όχι το αντίθετο».

Πηγές :

«Ο Ποσειδώνιος και η αρχαία στοά Συμβολή στη μελέτη της Στωικής φιλοσοφία ς», λένη Καραμπαζάκη.
Εννεάδες, Πλωτίνου.
Θεοδόσης Πελεγρίνης, Οι Μάγοι της Φιλοσοφίας. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, 108-9.
«Η θεωρία της συμπαθειας», Κατελής Σ. Βίγκλας Ιστορικός - Θεολόγος (Πτυχ., ΜΑ, Δρ.)



Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Ο Πανθεισμός του Μπαρούχ Σπινόζα (Baruch Spinoza )


 Φωτ. Άγαλμα του Σπινόζα στην Χάγη, Ολλανδία.
«Να μη χλευάζουμε, να μη θρηνολογούμε, να μην καταφρονούμε, αλλά να κατανοούμε. Χαρά είναι η μετάβαση από μια μικρότερη σε μια μεγαλύτερη τελειότητα.Οι ψυχές δε νικιούνται με τα όπλα αλλά με την Αγάπη και τη Γενναιοφροσύνη. Δεν επιθυμούμε κάτι επειδή το κρίνουμε καλό, αλλά, αντιθέτως, κρίνουμε κάτι καλό επειδή το επιθυμούμε. Αισθανόμαστε και βιώνουμε ότι είμαστε αιώνιοι.. Μην με ψάχνεις έξω, δεν θα με βρεις, ψάξε με μέσα….εκεί είμαι, παλλόμενος μέσα σου»
Μπαρούχ Σπινόζα (Baruch Spinoza )

Η Αναγέννηση παρά τις πολλές στρεβλώσεις της στην αποδοχή καινοτόμων απόψεων και ιδεών παραμένει σε σχέση με τον Μεσαίωνα η εποχή που πλησιάζει την κλασσική Αρχαιότητα ως προς την ανάδειξη σημαντικών και επιφανών προσώπων. Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι ο εμβληματικός φιλόσοφος Μπαρούχ Σπινόζα , ο οποίος κατάφερε με τις πρωτοπόρες απόψεις του να προκαλέσει την μήνη των σύγχρονών του ως προς τις θεολογικές του πεποιθήσεις.

Ο Μπενεντίκτους (Μπαρούχ) ντε Σπινόζα (1632- 1677), γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στην Ολλανδία, όπου είχε καταφύγει η οικογένεια του (Εβραίοι από την Πορτογαλία) για να γλυτώσει από την Ιερά Εξέταση. Έχοντας λόγω καταγωγής Εβραϊκή ανατροφή, αφορίστηκε και από την Συναγωγή, για τις αιρετικές του απόψεις τις οποίες απέκτησε κατά τη μελέτη του Ντεκάρτ (Καρτέσιου 1596-1649), του πατέρα της σύγχρονης φιλοσοφίας.

Ο Σπινόζα, ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, μπόρεσε στα χρόνια που έζησε να αναπτύξει πλούσιο συγγραφικό έργο που παραμένει ακόμα και σήμερα επίκαιρο και ζωντανό καθώς από τον θάνατό του και ύστερα επηρέασε πλήθος ομοϊδεατών του όπως ο μέγας και τρανός Νίτσε. Η σκέψη του Σπινόζα είναι προχωρημένη και αρκετά επαναστατική για τον καιρό του, κάτι που τον οδηγεί να αναγνωριστεί ως αιρετικός και να αποκλειστεί τόσο από την κοινότητα των Εβραίων όσο και από την ίδια του την οικογένεια, η οποία αισθανόταν πως η επαφή μαζί του μόλυνε τις συνειδήσεις τους.

Οι απόψεις του ήταν όμως απόλυτα συμβατές με την προσωπική του φιλοσοφία την οποία ποτέ δεν αρνήθηκε για να γίνει αρεστός και κατάφερε παρά τις συνεχόμενες απειλές και αντιδράσεις εις βάρος του να την διατηρήσει ως κόρη οφθαλμού και να αφοσιωθεί απομονωμένος ψυχή τε και σώματι στο πολύτιμο έργο του, στην ερμηνεία του Θεού όπως εκείνος καταλάβαινε και επιθυμούσε να μοιραστεί. Ο Σπινόζα έζησε μια λιτή ζωή ως μελετητής• αρνήθηκε την έδρα του καθηγητή στη Χαϊδελβέργη και ανέπτυξε τη φιλοσοφική του σκέψη μέσα από την αλληλογραφία του με άλλους επιστήμονες και φιλοσόφους.

Όλα τα γραπτά του Σπινόζα αντικατοπτρίζουν αυτήν την άποψη περί αλήθειας σε συσχετισμό με την επιδίωξη της αποκάλυψης της αλήθειας. Η φιλία και η επιδίωξη της αποκάλυψης της αλήθειας, αυτά πίστευε ότι ήταν τα δύο πράγματα που βοηθούν στην επίτευξη του υπέρτατου σκοπού του ανθρώπινου γένους που δεν είναι άλλος από το amor incellectualis Dei, δηλαδή την πνευματική αγάπη του Θεού. Η φιλοσοφία του Σπινόζα ήταν μια προσπάθεια να συμφιλιώσει τη βαθιά θρησκευτικότητα με την επιστημονική θεώρηση του ανθρώπου.

Ό Αϊνστάιν  πολλά χρόνια αργότερα ρωτήθηκε για το ένα πιστεύει στον Θεό, απάντησε χαρακτηριστικά: «Πιστεύω στον Θεό του Σπινόζα, ο οποίος αποκαλύπτεται στην αρμονία όλων των υπαρκτών πραγμάτων, αλλά όχι σε έναν Θεό ο οποίος ασχολείται με το πεπρωμένο και τις πράξεις των ανθρώπων«. Ο Σπινόζα αναγνωρίζει τρία είδη γνώσης με ιεραρχική δομή:

1. opinio: η συγκεχυμένη και ανεπαρκής γνώση, η οποία στηρίζεται στην εμπειρία.
2. ratio: είναι η κοινή γνώση βάσει της οποίας γνωρίζουμε τα χαρακτηριστικά αλλά όχι την ουσία των πραγμάτων.
3. scientia intuiva: γνώση των αιτιών των πραγμάτων, δηλαδή τη γνώση των ιδιοτήτων ή κατηγορημάτων του Θεού.

Ο Θεός σύμφωνα με Σπινόζα αποτελεί μια αιώνια και αειθαλή δύναμη που παράγει (natura naturans), η οποία γίνεται αντιληπτή από τα παράγωγα της (natura naturata). Έτσι ο Σπινοζικός Θεός ταυτίζεται με τη δημιουργικότητα της φύσης, «..είναι μοναδικός και ενεργεί από μόνη την αναγκαιότητα της φύσης..», οπότε καταλήγουμε στο γεγονός πως ο Θεός είναι η ίδια η φύση.

Ο Θεός του Σπινόζα είναι «η μια και μοναδική υπόσταση και ότι αυτή είναι απολύτως άπειρη» απελευθερωμένη από όλα τα γνωρίσματα που όπως έχουν προσάψει στο παρελθόν και «ελεύθερο αίτιο όλων των πραγμάτων». Αντίθετα αποτελεί μια οντότητα χωρίς ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά η οποία «υπάρχει αναγκαία». Ούτε η δημιουργική δύναμη του Θεού πρέπει να συγχέεται με την ανθρωπομορφική έννοια του όρου, καθώς με αυτήν αναπαράγει τόσο τον εαυτό του όσο και τα πεπερασμένα δημιουργήματα. Σύμφωνα με τον Σπινόζα είναι «αίτιο όλων των πραγμάτων».

Εκκινώντας από τον Θεό, τον οποίο ορίζει ως μοναδική υπόσταση αυτού που είναι (στον εαυτό του), εννοεί να αποδείξει ότι τα πάντα έχουν μια αιτία – από την κοσμική τάξη ως την αταξία των παθών μας – και ότι τα πάντα εξηγούνται από τους καθολικούς νόμους της Φύσης«.

Ο Σπινόζα δεν πιστεύει τις θεολογικές εντολές όπως τις αφουγκράζονται οι «πιστοί» ιερείς που αποπροσανατολίζουν τον κόσμο. Οι περισσότερες θρησκείες διδάσκουν πως ο Θεός υπάρχει κάπου εκτός κόσμου, ίσως στον παράδεισο. Ο Μπαρούχ Σπινόζα έκανε την ασυνήθιστη σκέψη ότι ο Θεός είναι ο κόσμος. Έγραφε για «τον Θεό ή τη Φύση», με την έννοια ότι οι δύο λέξεις αναφέρονται στο ίδιο πράγμα. Ο Θεός και η φύση είναι δύο τρόποι περιγραφής του ίδιου πράγματος. Ο Θεός είναι φύση και η φύση είναι Θεός. Αυτό είναι μια μορφή πανθεϊσμού – η πίστη ότι ο Θεός είναι τα πάντα.

Αν ο θεός είναι άπειρος, σκεφτόταν ο Σπινόζα, συνάγεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάτι που να μην είναι Θεός. Αν ανακαλύψετε κάτι στο σύμπαν που να μην είναι θεός, τότε ο θεός δεν μπορεί να είναι άπειρος, αφού ο θεός θα έπρεπε επί της αρχής να είναι και αυτό το πράγμα, όπως είναι τα πάντα. Όλοι είμαστε μέρη του Θεού, όπως και οι πέτρες, τα μυρμήγκια, το χορτάρι και τα παράθυρα. Όλα. Όλα ανήκουν σε ένα απίστευτα περίπλοκο σύνολο, αλλά εντέλει όλα όσα υπάρχουν αποτελούν τμήμα ενός και μόνου πράγματος: του θεού.

Oι πιστοί των παραδοσιακών θρησκειών κήρυτταν ότι ο θεός αγαπά την ανθρωπότητα και απαντά στις ατομικές προσευχές Αυτό συνιστά ανθρωπομορφισμό – την προβολή ανθρώπινων ιδιοτήτων, όπως η συμπόνια, σε ένα μη ανθρώπινο ον, τον θεό. Η πιο ακραία ανθρωπομορφική θέση είναι να φανταζόμαστε τον Θεό ως έναν καλό άνδρα με μεγάλη γενειάδα και ευγενικό χαμόγελο. Ο Θεός του Σπινόζα δεν ήταν έτσι.

Αυτός -ή ίσως θα ήταν ακριβέστερα να πούμε “αυτό” δεν είχε πρόσωπο και δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και για κανέναν. Σύμφωνα με τον Σπινόζα, μπορείτε και οφείλετε να αγαπάτε τον Θεό, αλλά μην περιμένετε να σας επιστρέψει την αγάπη. Αυτό θα έμοιαζε με έναν φυσιολάτρη που προσδοκά από τη φύση να τον λατρεύει ανταποδοτικά.

Στην πραγματικότητα, ο Θεός που ο Σπινόζα περιγράφει είναι τόσο παντελώς αδιάφορος για τους ανθρώπους και για όσα κάνουν, ώστε πολλοί θεωρούσαν πως ο Σπινόζα δεν πίστευε καθόλου στον Θεό και ότι ο πανθεϊσμός του ήταν απλώς ένα προκάλυμμα. Τον θεωρούσαν άθεο και αντίθρησκο. Πώς θα μπορούσε κάποιος που πίστευε πως ο θεός δεν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα να είναι κάτι άλλο; Ο Σπινόζα, ωστόσο, έτρεφε μια διανοητική αγάπη για τον Θεό, μια αγάπη που βασιζόταν στη βαθιά κατανόηση που επιτυγχάνεται με τον ορθό λόγο. Αλλά αυτό δε συνιστά μια συμβατική θρησκεία.

Ο Σπινόζα θεωρεί πως ο κόσμος χαρακτηρίζεται από την αιωνιότητα, αναγνωρίζει την αναγκαιότητα των μαθηματικών και επηρεάζεται βαθύτατα από τον γεωμετρικό τρόπο σκέψης ακόμα και στην Ηθική. Επιπλέον, επιχειρεί να εξοβελίσει τα τελικά αίτια από την κατανόηση της φύσης, καθώς υποστηρίζει πως « η φύση δεν έχει κανέναν προδιαγεγραμμένο τελικό σκοπό και ότι όλα τα τελικά αίτια δεν είναι παρά ανθρώπινες μυθοπλασίες» απορρίπτοντας έτσι την σχέση του αποτελέσματος με την αιτία του.

Η τελεολογία δεν έχει καμία θέση στη Σπινοζική διδασκαλία, διότι όπως ο ίδιος ο φιλόσοφος ισχυρίζεται «…αν ο Θεός ενεργεί για έναν τελικό σκοπό, αναγκαία ορέγεται κάτι το οποίο στερείται», άποψη που δεν περιέχει αντικειμενική υπόσταση, καθώς ο Θεός σαν τέλειο όν δεν μπορεί να στερείται κάτι.

Επιπλέον ο Σπινόζα πιστεύει απόλυτα πως «η διδασκαλία των τελικών σκοπών αναποδογυρίζει ολωσδιόλου τη φύση. Διότι αυτό που στην πραγματικότητα είναι αίτιο το θεωρεί ως αποτέλεσμα και αντιστρόφως… και τέλος, αυτό που είναι ύψιστο και τελειότατο το καθιστά ατελέστατο».

Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως τα τελικά αίτια αποτελούν μια γνώση που κινείται στα όρια της φαντασίας « βλέπουμε έτσι ότι όλες οι έννοιες με τις οποίες ο όχλος συνηθίζει να εξηγεί τη φύση είναι μονάχα τρόποι του φαντάζεσθαι και δεν δηλώνουν τη φύση των πραγμάτων αλλά μονάχα μια κατάσταση της φαντασίας», και εξυπηρετεί την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών «οι υπόλοιπες έννοιες, έπειτα, δεν είναι επίσης τίποτα πέρα από τρόποι του φαντάζεσθαι με τους οποίους η φαντασία επηρεάζεται με διάφορους τρόπους, και ωστόσο, από τους αδαείς θεωρούνται σαν κύρια κατηγορήματα των πραγμάτων• επειδή, όπως είπαμε ήδη, πιστεύουν ότι όλα τα πράγματα έγιναν για τους ίδιους…»

Για τον Σπινόζα Το ανθρώπινο πνεύμα (ψυχή) αποτελεί μέρος της άπειρης δύναμης του θεϊκού νου, ως τροποποίηση του κατηγορήματος της νόησης με πεπερασμένο και προσδιορισμένο τρόπο, καθόσον ο Θεός εκφράζεται συγκεκριμένα ως ανθρώπινο πνεύμα.

Εν κατακλείδι παρατηρούμε πως ο Σπινόζα μέσω του έργου του επιχειρεί να παρουσιάσει μια τελείως διαφορετική προσέγγιση της πραγματικότητας, κατά την οποία προσπαθεί να απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από τους δογματισμούς του παρελθόντος και να την απελευθερώσει πνευματικά. Υπό αυτές τις συνθήκες το σύμπαν κατά τον φιλόσοφο είναι ήδη από πριν καθορισμένο αιτιακά, αποτελεί ένα σύστημα στο οποίο δεν παρεμβάλλουν εξωτερικοί παράγοντες και όλα τα επιμέρους μέρη λειτουργούν υπό μια αιτιακή αλληλεπίδραση.

---------------------

Διαβάστε σχετικά : "Μικρή Ιστορία της Φιλοσοφίας", Nigel Warburton, Εκδόσεις Πατάκη, "Μεγάλοι Φιλόσοφοι" , Roger Er Scruton, εκδόσεις Ενάλιος.