Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Η θεολογία των αρχαίων Ελλήνων από τον Όμηρο έως τον Πλωτίνο.

 


Το θέμα είναι δύσκολο να αναπτυχθεί σε ένα μικρό άρθρο. Παρόλα αυτά, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε πως (και) στον Ελληνικό χώρο, η πρώτη θεότητα που κυριαρχεί, είναι η μεγάλη μητέρα, η Πότνια θέα των θηρίων και των όφεων. Οι χθόνιες θεότητες κυριαρχούν αρχικά, έως ότου σταδιακά με την πατριαρχία αναπτύσεται και τελικά επικρατεί το Ολύμπιο πάνθεο.

Ο Ομηρικός άνθρωπος πιστεύει ότι οι ανθρωπόμορφοι θεοί επεμβαίνουν εξ’ αποστάσεως στις υποθέσεις των ανθρώπων. Έχει μια αβασάνιστη πίστη σε μια μοίρα, η οποία μπορεί εύκολα να διορθωθεί με την επέμβαση των θεών.

Η θρησκευτικότητα του Ομηρικού Έλληνα συνίσταται στην πίστη ότι ο σκοπός του ανθρώπου εκπληρώνεται στον κόσμο, και όχι πέρα από αυτόν, δηλαδή στον δεδομένο αυτόν κόσμο που είναι και ο χώρος των θεών.

Στην αρχαία Ελλάδα γενικότερα δεν επικράτησε μία οργανωμένη θρησκεία με ενιαίο αλάθητο εξ αποκαλύψεως δόγμα και γι’ αυτό η σωστή άποψη είναι, ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμία θρησκεία (όπως την γνωρίζουμε και κατανοούμε σήμερα), αλλά μάλλον μία πατροπαράδοτη ευσέβεια (όπως την περιέγραφαν και οι ίδιοι οι Έλληνες εξάλλου) διάχυτη από ποικίλες αντιλήψεις περί των θεών που άλλαζαν από εποχή σε εποχή, ενώ αργότερα αυτό που ονομάζουμε σήμερα «θεολογία» έγινε αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας χωρίς όμως ποτέ να ισχυριστεί κανείς από τους φιλοσόφους ότι κατείχε «θεία φώτιση» όταν διατύπωνε τις απόψεις του περί του Θείου.

Κατά τον 7ο και 6ο αι. π.Χ. οι παλαιότερες αντιλήψεις για τους θεούς, ότι ήταν βίαιες φυσικές δυνάμεις, υποχώρησαν και επικράτησε η «νέα» αντίληψη ότι οι θεοί αποτελούν ηθικές δυνάμεις και αξίες του Ελληνικού κόσμου.

Η αντίληψη αυτή των θεών ως ηθικών δυνάμεων είχε ως συνέπεια ότι οι άνθρωποι αισθάνονταν πολύ πιο έντονα από όσο πριν την απόσταση από το Θείον. Εκείνος που επιδιώκει να εξομοιωθεί με το Θείον, ή να εμφανιστεί ως συνομιλητής, ομοτράπεζός ή τέκνο τους, ασκεί Ύβριν (αλαζονεία) και προκαλεί τον φθόνο των θεών.

Οι μύθοι, και τα κατά τόπους μυστήρια διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην θρησκευτική πίστη των Ελλήνων, και εισάγουν τον μυστικισμό, και την πίστη στην μετά θάνατον ζωή.

Την ίδια περίπου εποχή (γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ), εμφανίστηκε μία «αίρεση» εντός των ορίων του Ελληνισμού, η οποία αποπειράθηκε για κάποιο διάστημα να αντικαταστήσει την πατροπαράδοτη ελευθεροφροσύνη στις αντιλήψεις περί των θεών με την εισαγωγή δόγματος. Ήταν η τάση του Ορφισμού, για την οποία ο Ulrich Wilcken γράφει:

«Με τον δογματικό αυτό καθορισμό ενός θεολογικού συστήματος, η Ορφική θρησκεία βρίσκεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες (και στο θρησκευτικό πεδίο) αντιλήψεις των Ελλήνων και θυμίζει περισσότερο τις θρησκείες ‘εξ αποκαλύψεως’ της Ανατολής».

Για τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο (570 π.Χ. – 480 π.Χ)., οι Θεοί είναι ξεκάθαρα ανθρώπινες επινοήσεις, καθώς αυτοί λαμβάνουν το χρώμα, τα χαρακτηριστικά και τις συνήθεις των ανθρωπων, ανά τόπο, χρόνο και φυλή. Με μια αρκετά μεγάλη δόση σαρκασμού, ο Ξενοφάνης παρατηρεί πως αν τα άλογα μπορούσαν να σχεδιάσουν τους Θεούς τους, θα τους φιλοτεχνούσαν με τη μορφή αλόγου.

Στον Ηρόδοτο (2.52), διαβάζουμε:

«Παλαιότερα, οι Πελασγοί (οι παλαιότεροι αυτόχθονες κάτοικοι του Ελληνικού χώρου), έκαναν όλες τις θυσίες τους, επικαλούμενοι τους θεούς (θεοίσι επευχόμενοι) … χωρίς να τους δίνουν ούτε όνομα ούτε προσωνυμία, διότι ποτέ δεν είχαν ακούσει τέτοιο πράγμα. Τους ονόμασαν γενικά «θεούς», επειδή αυτοί έθεσαν τάξη στο σύμπαν (κόσμω θέντες)».

Εδώ η λέξη «θεός» σχετίζεται με το ρήμα «τίθημι» (θέτω, τοποθετώ). Άρα, «θεός» είναι αυτός που «θέτει» σε τάξη το σύμπαν.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι δεν θα αρνηθούν το Θείον, αλλά θα το επαναπροσδιορίσουν φυσικά και θα αποπειραθούν να απομακρύνουν τα ιερατεία από την όποια ανάμιξη στην πολιτική διοίκηση των πόλεων.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι αξίωναν, «πλήρη πνευματική ελευθερία. Αυτό ήταν το μεγάλο επίτευγμα των Ιώνων φυσικών φιλοσόφων, που κατέστησαν έτσι για πρώτη φορά δυνατή την επιστημονική σκέψη.

Το επίτευγμα αυτό των Ιώνων φιλοσόφων αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της ανθρωπότητος, γιατί κανείς ως τότε δεν είχε συλλάβει την έννοια της επιστήμης. Προς οικονομία χρόνου θα αναφερθούμε σε πέντε μόνο φιλόσοφους.

Ο Ηράκλειτος (6ος με 5ο π.Χ.), θεμελίωσε την άρνηση της μεταφυσικής, που αποτέλεσε από εκείνον και μετά κοινή παραδοχή όλων των Ελληνικών φιλοσοφικών σχολών.  Αρνήθηκε τον μεταφυσικό θεό δημιουργό του σύμπαντος με τα εξής λόγια, που τείνει να επαληθεύσει και η τελευταία λέξη της επιστήμης:

«Τον κόσμο αυτό, που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έπλασε κανείς, ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα: είναι μια φωτιά αιώνια ζωντανή που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα» («Περί Φύσεως»).

Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός (5ος αιώνας π.Χ.) που προσπάθησε να ερμηνεύσει αλληγορικά τα ομηρικά έπη, στα οποία τα υπεράνθρωπα έργα των θεών γίνονταν αντιληπτά από τους πολλούς ως πραγματικά γεγονότα.

Ο Διογένης ο Απολλωνιάτης (μέσα 5ου αιώνα π.Χ.) μίλησε για άπειρους κόσμους, είπε πως το σύμπαν είναι άπειρο αλλά ο κόσμος μας πεπερασμένος και ασχολήθηκε με την ανατομία.

Ο Λεύκιππος (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) που θεωρείται ο εισηγητής της ατομικής θεωρίας.

Επίσης, ο Μητρόδωρος ο Χίος, που είπε πως «το σύμπαν είναι αιώνιο, διότι, αν υπέκειτο σε γένεση, θα προερχόταν από το μη ον». Μίλησε για άπειρους κόσμους στο σύμπαν, είπε πως ο ήλιος είναι πύρινος, υποστήριξε ότι η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο και αρνήθηκε τις εξ αποκαλύψεως αλήθειες λέγοντας:

«κανείς δεν γνωρίζει τίποτα, αλλά κι αυτά, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, δεν τα ξέρουμε ακριβώς».

Οι επτά σοφοί με τα ηθικά γνωμικά τους, όπως «γνώθι σεαυτόν», «μηδέ άγαν», «μέτρον άριστον» κ.α. (τα οποία είχαν χαραχθεί στον πρόναο του δελφικού Ιερού) έβαλαν τις βάσεις της Ορθής Λογικής Σκέψης, η οποία πλέον διατυπώνεται από ανθρώπους που τα σκέφτηκαν από μόνοι τους, και όχι από θεόπνευστους.

Έτσι, πλέον, στις Ελληνικές κοινωνίες όποιος επιχειρήσει να ισχυριστεί ότι εκφράζει το θέλημα του Θείου, ότι είναι τέκνο θεού, ή θεός ο ίδιος θα θεωρείται υβριστής.

Με αυτόν τον τρόπο η θεοκρατία θα ακυρωθεί ως υβριστική απέναντι στο ίδιο το Θείον. Η σύλληψη της ιδέας είναι μεγαλειώδης. Δεν αναλαμβάνει η δημοκρατία ή η προοδευτική διανόηση να συγκρουστεί απευθείας με τη θεοκρατία, αλλά βάζει τους ουράνιους θεούς να την καταργήσουν.

Οι Έλληνες τηρώντας το ηθικό παράγγελμα «μελέτη το παν», ερευνούσαν και τα περί των θεών με οδηγό τους τον Ορθό Λόγο, όπως σημειώνει ο αρχιερέας των Δελφών Πλούταρχος:

«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς και ταιριάζει κατ’ εξοχήν στη θεά την οποία εσύ υπηρετείς, που είναι εξαιρετικά σοφή και φίλη της σοφίας, όπως φαίνεται να σημαίνει και το όνομά της, μια και της ταιριάζει περισσότερο από καθετί η γνώση και η επιστήμη» («Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351E).

Και επισημαίνει πως η επιστημονική έρευνα γύρω από το Θείον είναι πολύ πιο ιερή από τις νηστείες και τις ιερουργίες, τα λιβάνια, τα άμφια και τις υμνωδίες, «έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς».

Ενώ παρακάτω στο ίδιο κείμενο ο Πλούταρχος υπογραμμίζει πως για τα θέματα που άπτονται της ορθής αντίληψης του Θείου οφείλουμε, «να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον (ορθό) λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε οσίως καθετί απ’ όσα λέγονται και γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος, αντιλαμβανόμενοι όσα όρισαν οι νόμοι για τις θυσίες και τις γιορτές αλλιώς».

Ο Πλάτων είναι αυτός ο οποίος εισάγει τον κόσμο των ιδεών, αλλά και την μεταφυσική στον Ελληνικό κόσμο. Ο άνθρωπος δια μέσω της αρετής, της φιλοσοφίας και του Θείου έρωτος, μπορεί να έρθει σε επαφή με το Θείο. Στον Πλάτωνα όμως και ανάλογα το έργο και την ηλικία του, βρίσκουμε διαφορετικές αναφορές περί των Θεών.

Στον Πλατωνικό διάλογο, Κρατύλος (397c), λ.χ διαβάζουμε:

«… οι πρώτοι άνθρωποι, που εγκαταστάθηκαν κ’ έζησαν στην Ελλάδα, λάτρευαν μόνο αυτούς τους θεούς, που τώρα ακόμα πολλοί βαρβαρικοί λαοί λατρεύουν, δηλ. τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ άστρα και τον ουρανό.Επειδή λοιπόν έβλεπαν ότι όλ’ αυτά κινούνταν με ταχύτητα και πάντοτε έτρεχαν (αυτά ορώντες πάντα αεί ιόντα δρόμω και θέοντα), από αυτή τη σημασία του «θέω», θεούς τους ονόμασαν».

Δια μέσω του Σωκράτη η λέξη «θεός» σχετίζεται με το ρήμα «θέω» (τρέχω). Άρα, «θεός» είναι αυτός που «θέει» (τρέχει).

Στον Τίμαιο (39e-42e), ο Πλάτων δίνει μια αιρετική ερμηνεία για τους Θεούς, και την Θεότητα που προηγείται αυτών. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Θεοί θεών, που εγώ δημιούργησα και γέννησα, θα είστε άφθαρτοι όπως τα έργα μου, όσο θέλω να υπάρχετε και να μην εξαφανιστείτε. Ό,τι είναι συναρμολογημένο μπορεί να λυθεί, αλλά αυτός που θα επιχειρήσει να χαλάσει κάτι φτιαγμένο σωστά ασφαλώς κάνει κακή πράξη.

Επομένως κι εσείς, επειδή ακριβώς γεννηθήκατε κάποτε, δεν είστε ούτε αθάνατοι ούτε άφθαρτοι. Δεν θα φθαρείτε όμως ποτέ ούτε θα υποκύψετε στον θάνατο, γιατί με τη θέλησή μου διαθέτετε δεσμό πολύ μεγαλύτερο και στερεότερο από εκείνους με τους οποίους συνδεθήκατε κατά τη στιγμή της γέννησής σας.

Ακούστε λοιπόν τι έχω να σας πω. Απομένουν αγέννητα ακόμη τρία θνητά γένη, που αν δεν δημιουργηθούν ο κόσμος δεν θα είναι τέλειος, καθώς θα του λείπουν πολλά είδη πλασμάτων. Πρέπει λοιπόν να δημιουργηθούν, αν θέλουμε να είναι απόλυτα τέλειος.

Αν αυτά τα γένη γίνουν από μένα και τους δώσω εγώ ζωή, θα είναι ίδια με τους θεούς. Για να γίνουν θνητά και για να είναι το σύμπαν πραγματικό σύμπαν, πρέπει ν’ αναλάβετε εσείς, όπως προστάζει η φύση, να δημιουργήσετε τα ζωντανά πλάσματα, έχοντας για παράδειγμα τη δική μου ενέργεια, όταν σας δημιούργησα.

Θα σπείρω όμως, και θα προετοιμάσω και θα σας παραδώσω εκείνο το μέρος τους που πρέπει να χαρακτηρίζεται αθάνατο, να θεωρείται θείο και να επιβάλλεται σε όσα θέλουν να υπακούουν πάντα στη δικαιοσύνη και σε σας τους ίδιους.

Όσο για το υπόλοιπο, φτιάξτε το εσείς συνδυάζοντας το θνητό με το αθάνατο, δημιουργήστε ζωντανά όντα, θρέψτε τα για να μεγαλώσουν και, όταν πεθάνουν, πάρτε τα πάλι πίσω».

Για τον Αριστοτέλη Θεός είναι το πρώτο κινούν. Στο σύμπαν όλα κινούνται (τα πάντα ρει και ουδέν μένει – Ηράκλειτος). Ακόμη και το ίδιο το σύμπαν βρίσκεται σε διαρκή κίνηση.

Ποιος όμως κινεί το σύμπαν; Το κινεί ένας πρώτος ακίνητος κινητήρας (πρώτον κινούν ακίνητον). Ο πρώτος αυτός κινητήρας πρέπει να είναι άυλος (ούκ έχει ύλην το πρώτον) και αόρατος. Δήλον ότι ο κινητήρας αυτός είναι ο «θεός»! (Μετά τα φυσικά, 1071b – 1074a).

Για τους Στωικούς φιλοσόφους, οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή.

Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Ο άνθρωπος και κάθε τι, συνδέεται με το Αιώνιο Όλον και τον Θεό, μέσω μίας εσωτερικής προσωπικής θεότητος, του λεγομένου «Δαίμονος Εαυτού». Ο «Δαίμων Εαυτού» είναι ο σύνδεσμος της ψυχής μας με την Ψυχή του Παντός, με τον Αιώνα του Όλου.

Για τους Επικούρειους οι Θεοί δεν ασχολούνται με τις ανθρώπινες υποθέσεις, και ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται τόσο τους θεούς όσο και τον θάνατο. Ο Επίκουρος λοιπόν, αναφέρει τα παρακάτω περί της γνώσεως των Θεών:

«Κατ΄ αρχήν τον Θεό να τον θεωρείς σαν ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράστασή του και να μην του αποδίδεις ιδιότητες και συμπεριφορές που είναι ξένες προς την αφθαρσία και αταίριαστες στην μακαριότητά του » (ΔΛ Ι.123).

Οι Θεοί βέβαια υπάρχουν διότι η γνώση που έχουμε γι΄αυτούς είναι εναργής , ξεκάθαρη, ολοφάνερη, διαχρονική και καθολική. Η ενάργεια επιβεβαιώνεται από την κοινή παράσταση που έχουν οι άνθρωποι για τους Θεούς, η οποία παρέχεται με την νόηση.

Ο Επίκουρος λέει ότι οι θεοί είναι «λόγω θεωρητοί» , δηλ γίνονται αντιληπτοί όχι π.χ. με την όραση ή με την αφή, αλλά με την σκέψη. Η ενάργεια εκπορεύεται από την ίδια τη Φύση, από τα βάθη των αιώνων. Κάτι αντίστοιχο μας λέει και ο Ευριπίδης στις Βάκχες «Μάταιος ο κόπος να ζητάς ποια είναι η ουσία των θεών» (Κύριαι Δόξαι, I).

Η τελευταία αναλαμπή της Ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και θεολογίας, κατατίθεται με τον Νεοπλατωνισμό, και τον κυριότερο αντιπρόσωπο του τον Πλωτίνο. Ο Πλωτίνος κατάφερε για πρώτη φορά να ενσωματώσει την φιλοσοφία του Πλάτωνος σε πιο εκτενείς μεταφυσικές έννοιες και νοήματα. 

Αυτός αναγνωρίζει το Εν σαν μια υπερύπαρξη. Το Εν βρίσκεται πάνω από κάθε ιδιότητα και κατηγορία. Από αυτό το Εν ως θεϊκή αρχή και υπερύπαρξη, προέρχεται το πάν μέσω απορροιών διαδοχικά υποβιβαζόμενων.

Από το Εν που βρίσκεται πάνω από κάθε κατηγορία πηγάζει ο Λόγος, ο οποίος αντιστοιχεί στο ενιαίο σύνολο του στις Πλατωνικές Ιδέες. Ο Λόγος είναι ένα μη ακριβές αντίγραφο του Ενός. Μέσω του Λόγου το Εν αρχίζει να διαφοροποιείται με την έννοια του πολλαπλασιασμού. Από τον Λόγο απορρέει με την σειρά του η ψυχή του κόσμου ή ο δημιουργός. Μέσω άλλων παρεκκλίσεων φθάνει κατόπιν στην συγκεκριμένη υλικότητα του κόσμου.

Η κοσμογονική διαδικασία θα παριστάνετο λοιπόν ως μια πορεία μοιραίας παρακμής και κατάπτωσης, και οι απόρροιες ως τα όλο και πιο ατελή παιδιά του υπέρτατου Ενός. Τι σκοπό έχει ο άνθρωπος σε αυτό το σύμπαν που φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας γιγάντιας κατιούσας κλίμακας; Ο προορισμός του ανθρώπου θα ήταν να ανέβει εκ νέου το επικλινές της παρακμής, να αναζητήσει την οδό της επιστροφής, και να γίνει όσον το δυνατόν όμοιος με το Εν, με τον Θεόν.

Μια τέτοια ομοίωση ή ακόμα μια ένωση με τον Θεό δεν είναι μια απλή θεωρητική βούληση. Ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει πραγματικά στην κατάσταση αυτή, σύμφωνα με την άποψη του Πλωτίνου, όχι μόνο μετά θάνατον αλλά και στην ζωή αυτή μέσω της λεγομένης «καταστάσεως της εκστάσεως».

Απαραίτητη προϋπόθεση των εκστατικών καταστάσεων αποτελεί φυσικά η ηθική τελείωση, η σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου από κάθε υλική ατέλεια, δηλαδή η τελείωση που αποκτάται μέσω της ασκητικής ζωής.

Για τον Πλωτίνο αποτελούσε όνειδος το ότι είχε σώμα και ο μεγαλύτερος πόθος του ήταν η «έκστασις». Στην μυστικιστική κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό ο άνθρωπος έφτανε μόνο με την βαθμιαία άνοδο του από τον υλικό κόσμο σε εκείνον των Ιδεών και από εκεί στην ύπαρξη του Ενός.

Αυτός είναι ο πρώτος μεταφυσικός μυστικισμός με Eλληνο-Ευρωπαϊκό χαρακτήρα.

Πηγές:

🔗"Σχέσεις Πολιτείας, Φιλοσοφίας και Ιερατείου στην αρχαία Ελλάδα", Στέφανος Μυτιληναίος, tribune.gr

🔗"Ο μυστικισμός στην αρχαία Ελλάδα", άρθρο του φίλου και συνεργάτη Κωνσταντίνου Τσοπάνη, Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων.

Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Η ανάσταση του Λαζάρου, τα μυστήρια, οι πυραμίδες και η Αιγυπτιακή Βίβλος των νεκρών.

The Good Shepherd Catacomb of Saints Peter and Marcellinus, Rome, showing Jesus raising Lazarus from his tomb.

Αναμφίβολα η σχέση, η ιστορία, και η θρησκεία του Εβραϊκού λαού κατά την αρχαιότητα σχετίζεται άμεσα με αυτή της αρχαίας Αιγύπτου. Ας μην ξεχνάμε πως ο Μωυσής γεννήθηκε στην Αίγυπτο, η έξοδος, οι δέκα εντολές, και η αποκάλυψη του ενός και μοναδικού θεού σχετίζονται με την Αίγυπτο, κ.λ.π.  

Ο Φρόυντ στο βιβλίο του «Ο Μωυσής κι ο μονοθεϊσμός» (1939), αλλά και πολλοί σύγχρονοι ερευνητές υποστηρίζουν πως ο Μωυσής είχε ανατραφεί ως  Αιγύπτιος, ενώ ο Μονοθεϊσμός που αργότερα ανέπτυξε δεν ήταν παρά η Αιγυπτιακή αίρεση του Ακενατών που υιοθέτησε ο Μωυσής, ο οποίος και τη δίδαξε στους Εβραίους όταν απελευθερώνοντάς τους από την αιχμαλωσία, τους οδήγησε έξω από την Αίγυπτο. [διαβάστε σχετικά: Μωησής και Ακενατόν: https://xletsos-basilhs.blogspot.com/2011/03/blog-post.html]

Στην αρχαία Αιγύπτο, ο θάνατος αποτελούσε  ένα βασικό δομικό αρχέτυπο, καθώς οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι η ζωή στη γη ήταν μόνο ένα μέρος ενός αιώνιου ταξιδιού που τελείωνε όχι στον θάνατο, αλλά στην αιώνια ζωή.

Στόχος κάθε Αιγυπτίου ήταν να κάνει την επίγεια ζωή του να αξίζει την αιώνια ζωή και, από όσο οι πηγές δείχνουν, έκαναν το καλύτερό που μπορούσαν  για αυτό. Ο θάνατος για τους αρχαίους Αιγυπτίους ήταν μόνο μια μετάβαση, όχι μια ολοκλήρωση,  η οποία άνοιγε το δρόμο για τη δυνατότητα της αιώνιας ευτυχίας. Όταν ένας άνθρωπος πέθαινε, η ψυχή θεωρούνταν παγιδευμένη στο σώμα επειδή ήταν συνηθισμένη σε αυτό το θνητό σπίτι.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύχθηκε η «Αιγυπτιακή Βίβλος των νεκρών». Κείμενα τα οποία ήταν αρχικά γραμμένα πάνω στις σαρκοφάγους και τις πυραμίδες,  και αργότερα σε παπύρους που θάβονταν μαζί με το νεκρό, στο εσωτερικό των σαρκοφάγων.

Σκοπός των κειμένων αυτών ήταν να αποκαλύψουν τα μυστήρια της ζωής σε κείνους που ήταν έτοιμοι για αυτά, να διασφαλίσουν τις συνθήκες για πνευματική εξέλιξη ακόμα και μετά θάνατον, και να δώσουν στην ψυχή τη δυνατότητα να απαλλαγεί από τα δεσμά της για να περιφέρεται ελευθέρα στον ουράνιο κόσμο. Ένας ύμνος στην αιωνιότητα, στην πνευματική απελευθέρωση και στην υπέρβαση του θανάτου.

Τα ξόρκια και οι εικόνες στα τοιχώματα των τάφων (γνωστά ως Κείμενα των Σαρκοφάγων, Πυραμιδικά Κείμενα και ως Αιγυπτιακό Βιβλίο των Νεκρών) και τα φυλακτά που συνδέονται με το σώμα, παρέχονται για να υπενθυμίσουν στην ψυχή το συνεχιζόμενο ταξίδι της, να την ηρεμήσουν και να την κατευθύνουν να εγκαταλείψει το σώμα.

Η ψυχή θα έκανε το δρόμο της προς την Αίθουσα της Αλήθειας γνωστή και ως «αίθουσα των δύο αληθειών» του Άνουβι, οδηγού των νεκρών, όπου θα περίμενε μαζί με άλλους για την κρίση του Όσιρι.

Στα κείμενα αυτά όμως δεν αναγνωρίζονται  μόνο οδηγίες για το ταξίδι της ψυχής μετά θάνατο, καθώς  πέρα από το γεγονός ότι συνοδεύουν ταφικές τελετές, αναφέρονται και σε μία άμεση επαφή με την πνευματική πλευρά της ύπαρξης. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι πυραμίδες θα μπορούσαν να είναι  εκτός από ταφικά μνημεία, και χώροι τελετουργιών και μυήσεων συμβολικού θανάτου και ανάστασης.

Στην αρχαία Αίγυπτο υπήρχε ένα είδος μυστικιστικής παράδοσης το οποίο συναντούεμ φυσικά και σε πολλούς άλλους αρχαίους πολιτισμούς. Σε πυραμιδικά κείμενα παρατηρούνται θέματα που υποδηλώνουν τα στάδια ενός μυστικιστικού ταξιδιού, καθώς εκεί περιγράφονται πνευματικές εμπειρίες όπου ήταν δυνατή  μια συνειδητή μετάβαση μεταξύ κόσμων, παρόμοια με άλλες μυστικιστικές παραδόσεις, όπως του Πλατωνισμού, του Ερμητισμού, κ.λ.π, κ.λ.π.

Η μύηση σε αυτή την μυστική παράδοση υποστηρίζεται ότι έδινε στον μυημένο «μια άμεση εμπειρία του πνευματικού κόσμου και της άμεσης γνώσης της ουσιαστικής αθανασίας της ψυχής». Η μύηση στην μυστική αυτή παράδοση αφορούσε την προετοιμασία για τον θάνατο.

Υπάρχουν ενδείξεις πως η «Αιγυπτιακή Βίβλος των νεκρών» αποτελούσε και ένα οδηγό προς μία  Μύηση, ένα συμβολικό θάνατο και μία αναγέννηση/ανάσταση. Ήταν μια κλείδα εισόδου στον αόρατο κόσμο και διερεύνησης των μυστηρίων του. Ήταν  μία οδός κατανόησης η οποία οδηγούσε στην Απολύτρωση.

Ο μυημένος ερχόταν  σε επαφή με τους μύθους κατά την διάρκεια του ταξιδιού στον πνευματικό κόσμο. Η επαφή με το θείο μέσω «πνευματικής υπέρβασης», είχε ως αποτέλεσμα να εξαλείψει τον υποκειμενικό εαυτό, ώστε να βιωθεί μια υποκειμενικότητα που ξεπερνά τα φυσιολογικά όρια. Δηλαδή να προχωρήσει σε βαθύ διαλογισμό/ έκσταση, ή εμπειρίες κοντά στον θάνατο. Η ιδέα της εξάλειψης του εαυτού σημαίνει ότι δεν χάνει κάποιος απαραίτητα τον εαυτό του,  αλλά ότι δημιουργεί μια ευκαιρία για μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης εαυτού.

Η Αιγυπτιακή Βίβλος των νεκρών αποτελούσε μια ατραπό  μυήσεως. Όλα σ αυτή είναι μια ατέλειωτη σειρά συμβόλων τα οποία αποκαλύπτονται βαθμιαία, καθ’ όσο νεόφυτος ανερχόταν σε υψηλότερες σφαίρες μύησης και συνείδησης..

Κατά την διάρκεια των Αιγυπτιακών μυήσεων για τρεισήμισι ημέρες ο νεκρός βρισκόταν σε μια κατάσταση κατά την οποία το φυσικό σώμα διαχωριζόταν από το «Αιθερικό σώμα» και το τελευταίο πραγματοποιούσε ένωση με το «Αστρικό».

Την τέταρτη ημέρα όταν τον ξύπνησε ο Ιεροφάντης, ο νεόφυτος  γνώριζε ότι έλαβε θέση στον πνευματικό κόσμο καθώς είχε πραγματοποιήσει ένα αξιόλογο ταξίδι τις ημέρες εκείνες.  Είχε έρθει ήρθε σε επαφή με την μορφή του Όσιρι, της Ίσιδος και του Όρου.

Στην Ορθόδοξη παράδοση το Σάββατο της ΣΤ΄ εβδομάδος των Νηστειών εορτάζουμε την ανάσταση του Λαζάρου.

Κατά την Καινή Διαθήκη (Ιωάννου ια' 1-44), μια μέρα ο Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. Οι αδελφές του ειδοποίησαν τον Ιησού ότι ο φίλος του ασθενεί βαρέως, αλλά εκείνος καθυστέρησε να έλθει.

Στους μαθητές του είπε ότι ο φίλος του κοιμήθηκε και ότι θα μεταβεί στη Βηθανία για να τον ξυπνήσει. Όταν έφθασε στη Βηθανία με τους μαθητές του, η Μαρία του παραπονέθηκε ότι αν ερχόταν εγκαίρως δεν θα πέθαινε ο αδελφός της. Τότε, ο Ιησούς δάκρυσε και με φωνή μεγάλη προ του τάφου εκραύγασε:

-        «Λάζαρε δεύρο έξω!» και ανάστησε τον Λάζαρο τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του, προκαλώντας τον θαυμασμό των παρισταμένων και το θανάσιμο μίσος των εχθρών του Φαρισαίων (Ιωάννου ια' 45-57).

Ο τετραήμερος Λάζαρος έχει μία χρονική σημειογραφία πολύ σημαντική, δεδομένου ότι στην Εβραϊκή σκέψη η ψυχή του αποθανόντος πιστεύεται πως δεν εγκαταλείπει το σώμα για τρεις ημέρες. Όμως τη τέταρτη ημέρα ο Ιησούς, νικά τον θάνατο,  τον ανασταίνει και ο Λάζαρος επιστρέφει από τον Άδη.

Ο Χριστιανός Ωριγένης (185-253/4) γνωστός και ως  χαλκέντερος αλληγοριστής,  προσθέτει μία αλληγορική εξήγηση γιατί έχουν σημασία οι τέσσερις ημέρες: ο τέταρτος αριθμός, μας λέει, είναι υλικός και σωματικός και γι’ αυτό βλαπτικός, επειδή γενικά τα σώματα είναι τέσσερα.

Ο Χριστιανός πατέρας της εκκλησίας Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (τέλη του 2ου και αρχές 3ου αιώνα.) περιγράφει το Χριστό ως «μυσταγωγό», «ιεροφάντη», δηλαδή εκείνον που εισάγει, μυεί στα νέα μυστήρια (μυστικά της πίστης) σε αντίθεση με τις παλιές μυστηριακές λατρείες.

Ο Κλήμης, αναφέρει πως  κατείχε μια μυστική, εκτενέστερη έκδοση του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου. Σύμφωνα με τα λόγια του, επρόκειτο για «ένα πνευματικό Ευαγγέλιο» για χρήση εκείνων που είχαν φθάσει στην ολοκλήρωση, των οποίων «την πρόοδο της επίγνωσης» υπηρετούσε. Εδώ υπάρχουν περιγραφές του Μάρκου και του Πέτρου για την ανάσταση του Λαζάρου, οι οποίες κόπηκαν από τα Ευαγγέλια γενικής χρήσης. Μόνο ο Ιωάννης και οι μαθητές του συμπεριέλαβαν τέτοιου είδους γεγονότα στο Ευαγγέλιό τους. [1]  Η σχέση των παραπάνω με την κοινότητα των Εσσαίων (αλλά και του Ιησού), θα πρέπει να συσχετιστεί.

Στο κατά Ιωάννην (N 3,1), υπάρχει ένας πολύ ενδιαφέρον διάλογος, ο οποίος θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σε σχέση με τα προαναφερθέντα. Διαβάζουμε:

Κάποιος από τους Φαρισαίους, που λεγόταν Νικόδημος, άρχοντας των Ιουδαίων (αφού ήταν μέλος του Συνεδρίου που δίκαζε τα θρησκευτικοπολιτικά ζητήματα και Νομοδιδάσκαλος), ήρθε στον Ιησού νύχτα –είτε λόγω ημερήσιου φόρτου εργασίας, είτε από δειλία, διότι φοβόταν μήπως γίνει αντιληπτός από τους Ιουδαίους- και του είπε:

-        «Διδάσκαλε, γνωρίζουμε πως ο Θεός σε έστειλε να διδάξεις. Γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτά τα θαύματα που κάνεις εσύ, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του».

Ο Νικόδημος, βλέποντας τα μοναδικά θαύματα του Ιησού, φαντάστηκε δηλαδή ότι πρόκειται για μεγάλο προφήτη του Θεού και μόνο.

Ο Ιησούς, πιστεύοντας ακράδαντα στην ελευθερία του ανθρώπου, δεν ενοχλήθηκε από αυτό, αλλά του είπε:

-        «Σε βεβαιώνω, πως αν δεν γεννηθεί κανείς ξανά, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού». Δηλαδή αν δεν λάβει κάποιος τη χάρη του Θεού μέσω της πίστεως, του βαπτίσματος και της αγιοπνευματικής στη συνέχεια ζωής του δεν μπορεί να σωθεί.

Λέγει προς αυτόν ο Νικόδημος (που δεν κατάλαβε τι σημαίνει «πνευματική αναγέννηση»):

-        «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, γέροντας πια, να γεννηθεί ξανά; Μήπως μπορεί για δεύτερη φορά να μπει στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί;»

Ο Ιησούς του απάντησε:

-        «Σε βεβαιώνω, πως αν κανείς δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού».

Και του εξηγεί έτσι ότι το μυστήριο του βαπτίσματος είναι αυτό που του προσφέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, για να συνεχίσει την εν Χριστώ ζωή του.

«Εκείνο που έχει γεννηθεί από τη σάρκα είναι σάρκα και εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα», του λέει. Δηλ., όπως αυτό που γεννιέται δια του αίματος και της βιολογικής σχέσης είναι φυσικό και σωματικό, έτσι και εκείνοι που ανα-γεννώνται δια του βαπτίσματος και δια της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος είναι πλέον υιοθετημένα παιδιά του Θεού και ζούνε, από εδώ και τώρα, πνευματικά και ως νέες κτίσεις.

«Μην απορείς, του λέει, που σου είπα ότι πρέπει να γεννηθείτε ξανά. Ο άνεμος φυσάει όπου θέλει και ακούς τη βοή του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Έτσι συμβαίνει και με καθέναν που γεννιέται από το Πνεύμα». Δηλαδή, δεν μπορεί να καταλάβει νους ανθρώπου τη δύναμη και ενέργεια του Θείου Πνεύματος (που κατανοείται μόνο ενδο-Τριαδικώς), αφού, ακόμη και στο φυσικό επίπεδο, ούτε και αυτός ο άνεμος μπορεί να τιθασευτεί και να γίνει αντιληπτό το κατά πώς πνέει.

Το παρόν θέμα δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα μικρό άρθρο,  ίσως αποτελέσει όμως αφορμή για περαιτέρω έρευνα και αναζήτηση.

Παραπομπή:

[1]. Απόκρυφο του Μάρκου.  Βρέθηκε τυχαία το 1958 στο μοναστήρι Mar Saba (κοντά στην Ιερουσαλήμ) και χρονολογείται περίπου το 1750 μ.Χ. Πρόκειται για επιστολή του Κλημέντη της Αλεξάνδρειας σε κάποιον Θεόδωρο, όπου σχολιάζει ένα Ευαγγέλιο το οποίο μας είναι άγνωστο: το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Μάρκου. Το οποίο, όπως αναφέρει ο Κλημέντης, διατηρούνταν κρυμμένο στους κόλπους της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας.

Στην επιστολή αναφέρονται δυο ενδιαφέροντα αποσπάσματα αυτού του Ευαγγελίου, που απουσιάζουν από το κανονικό Ευαγγέλιο του Μάρκου, και γίνεται επίσης λόγος για «Ιησού διδάγματα προς ιεροφάντες», των οποίων επίσης αγνοούμε την ύπαρξη. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτή η επιστολή, επιβεβαιώνει την υποψία ότι πολλά χειρόγραφα, τα οποία έχουν χαθεί, παρέμεναν για πολλούς αιώνες κρυμμένα στην εκκλησία από μικρές ομάδες Πατριαρχών.

Βιβλιογραφία:  

-        «Οι μυστηριακές συνιστώσες της αρχαίας Aιγυπτιακής νεκρικής πρακτικής», Δικαία Μανωλούκου, μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

-         «Το μυστήριο του Μωυσή», Gary Greenberg, εκδόσεις Ενάλιος.

-        «Απόκρυφα Χριστιανικά κείμενα, απόκρυφα ευαγγέλια», Καραβιδόπουλος  Ιωάννης, εκδόσεις Πουρνάρας.

-        «Γνώσις, Γνώσις το βιβλίο των απόκρυφων ευαγγελίων», W. Horman, εκδόσεις Κονιδάρη.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Οι επικλήσεις πρός τους Θεούς στην αρχαία Ελλάδα.

Ο χάλκινος έφηβος που προσέυχεται. Ένα εξαιρετικό έργο του 300 π.Χ. από τη Ρόδο. Ανήκει στη σχολή του Λυσίππου από τη Σικυώνα. Έχει υψώσει τα χέρια του σε στάση ικεσίας . Μουσείο, Βερολίνου, Γερμανία.

Οι αρχαίοι Έλληνες έτρεφαν ιδιαίτερο σεβασμό στην ενέργεια των προσευχών. Οι προσευχές στην αρχαία Ελλάδα ονομάζονταν ευχαί, δεήσεις, Λιταί, εύγματα, αιτήματα, ευχαριστίαι, επικλησεις, παράκλησεις. Εκτός των ιδιαιτέρων επικλήσεων, οι πόλεις είχαν και κοινές δεήσεις, πρός όφελος ολόκληρης της πόλεως.

Συνήθως οι επικλήσεις γίνονταν δύο φορές την ημέρα, κατά το πρωί, και κατά το απόγευμα. Το πρωί προσεύχονταν πρός τους θεούς, το δε απόγευμα στους ήρωες και ημιθέους. Κατ’ άλλους οι επικλησεις γίνονταν τρεις φορές την ημέρα. Το πρωί προς την ανατολή – ήλιο, το μεσημέρι προς νότο, και το απόγευμα πρός την δύση. Όταν έκαναν επικλήσεις πρός τους Ουράνιους θεούς, ύψωναν τα χείρια πρός τα πάνω (παλάμες) Εικ.1,2., πρός τους χθόνους, πρός τα κάτω, ενώ πρός τις θαλάσεις θεότητες κοίταγαν προς την θάλασσα.

Στον Όμηρο ο ιερέας του Απόλλωνος* Χρύσης, ακολουθεί το σχήμα μιας τυπικής προσευχής της εποχής, στην οποία ο ιερέας υπενθυμίζει τις προσφορές του προς τον θεό Απόλλωνα, και παρουσιάζει το αίτημά του ως ανταπόδοση αυτών των προσφορών. Μολονότι ο Χριστιανισμός δεν δέχεται αυτή τη σχέση δοσοληψίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, βρίσκουμε ακόμα και σήμερα κατάλοιπα αυτής της αντίληψης για τη σχέση του ανθρώπου με το θείο (π.χ. τα τάματα).

Όταν ο ιερέας Χρύσης προσεύχεται στον Απόλλωνα είναι εντελώς μόνος του. Πέρα από το γεγονός πως δηλώνεται έτσι η συναισθηματική κατάστασή του, η απόλυτη μοναξιά του είναι επιπλέον δικαιολογημένη, καθώς η ώρα της προσευχής είναι συνήθως ώρα μοναξιάς και αυτοσυγκέντρωσης, αλλά και καθώς αυτό που πρόκειται να ζητήσει από τον θεό είναι κακό- σύμφωνα λοιπόν με τη λαϊκή πίστη πρέπει να ζητάμε το κακό των άλλων κρυφά, για να μην ακουστούμε και η δέησή μας εξουδετερωθεί με αντιδέηση.

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου εκτίθεται ένα μεγάλο πήλινο ειδώλιο γυναικείας θεότητας από το ιερό στο Γάζι, που ονομάζεται από τους ερευνητές «θεά με τα υψωμένα χέρια», αλλά είναι γνωστή και ως «θεά των μηκώνων» (παπαρούνων). Εικ. 3


Η θεά φορά «μακρύ ένδυμα που αποδίδεται σαν κύλινδρος, και έχει ανασηκωμένα τα δύο της χέρια σε χειρονομία που ίσως δηλώνει δέηση, χαιρετισμό ή ευλογία. Το σώμα της είναι άψυχο, χωρίς πλαστικότητα, με εξαίρεση την απόδοση του μικρού κωνικού στήθους και ενός απλού κοσμήματος στο λαιμό. Έμφαση δίνεται στο πλάσιμο του προσώπου με την έντονη απόδοση των χαρακτηριστικών, που θυμίζει προσωπείο. Στο κεφάλι της φορεί διάδημα που κοσμείται με τρία άνθη παπαρούνας, σύμβολα υγείας και ευφορίας, στα οποία οφείλεται και η συμβατική ονομασία της».

Το έργο ανήκει στη μετανακτορική εποχή (Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1350-1100). Εύλογα τίθεται το ερώτημα για τη σχέση του ειδωλίου με τον μύθο του Μήκωνα. Αν ο μύθος ήταν ήδη γνωστός στους Κρήτες ή αν ο μύθος είναι μια μεταγενέστερη κατασκευή για να αιτιολογηθεί η τελετουργική παρουσία του φυτού στις γιορτές προς τιμή της Δήμητρας (Ελευσίνια μυστήρια). Σε κάθε περίπτωση, γνωστές ήταν οι ιδιότητες του φυτού και η σύνδεσή του με μια Μεγάλη Μητέρα Θεά, η οποία λατρευόταν με μυστηριακές τελετές, όπως μυστηριακή ήταν και η επίδραση του φυτού, που γειτνίαζε με τον θάνατο.

* Ιερέας των Τρώων, στις πόλεις Χρύση, Κίλλα και στη νήσο Τένεδο, γνωστός από την Ιλιάδα (Α 11 κ.ε., Α 430 κ.ε.). Η κόρη του η Αστυνόμη, που από το όνομά του ήταν γνωστή ως Χρυσηίδα, αρπάχθηκε από τον Αγαμέμνονα ως γέρας για σκλάβα.

Πηγές: Ομήρου Ιλιάδα, Αθανασίου Σταγειρίτη “Ωγυγία ή Αρχαιολογία”, Τόμος Α’, Σελ. 158-159

Φωτογραφία 1,2 : Ο χάλκινος έφηβος που προσέυχεται. Ένα εξαιρετικό έργο του 300 π.Χ. από τη Ρόδο. Ανήκει στη σχολή του Λυσίππου από τη Σικυώνα. Έχει υψώσει τα χέρια του σε στάση ικεσίας . Μουσείο, Βερολίνου, Γερμανία.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Η μυητική κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη.

Odysseus in Hades,  William Russell Flint 1919.

Μετά από ένα χρόνο παραμονής στο νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας μετά από παρέμβαση του Ερμή κατόπιν εντολής του Διός, ξεκινάει το ταξίδι του για τον Άδη προκειμένου να συναντήσει το Μάντη Τειρεσία ώστε να μάθει λεπτομέρειες για τη συνέχεια του ταξιδιού του.

Φαίνεται πως η απόφαση του Ομήρου να συμπεριλάβει την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη δεν είναι τυχαία. Είναι μία αρχετυπική μυητική διαδικασία, την οποία συναντούμε σε όλα τα μυητικά τελετουργικά, ανά τον κόσμο. Η κατάβαση του λογοτεχνικά και σημειολογικά έχει ως στόχο την εξύψωση του Ομηρικού ήρωα, στο επίπεδο του μεγέθους του Ηρακλή και του Θησέα, ηρώων που ανταπεξήλθαν στην φοβερή αυτή δοκιμασία. Άλλωστε, «η Νέκυια», γράφει ο Reinhardt:

«είναι η μοναδική από όλες τις περιπέτειες που έχει διαμορφωθεί ως ένα είδος άθλου […] Η κατάβαση στον Άδη ταυτίζεται με την επίτευξη του αδύνατου».

Ο μάντης Τειρεσίας πλησιάζει τον Οδυσσέα στον αφού πρώτα αυτός, ακολουθώντας την εντολή της Κίρκης, εμπόδισε τη σκιά της μητέρας του να προσεγγίσει. Η αιμοποσία είναι προϋπόθεση για τη χρησμοδοσία, για την επαυξημένη εκείνη ενόραση που απαιτεί η ακριβής διερμήνευση του μέλλοντος*.

Ο Τειρεσίας δεν περιττολογεί: παραλείπει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, τις οποίες θα συμπληρώσει λίγο αργότερα η Κίρκη, και επιμένει στις εσωτερικές, στις ηθικές προϋποθέσεις του νόστου: ο Οδυσσέας θα επιζήσει, αν αποδείξει ότι είναι πολύμητις, πολύτροπος, αλλά και αν πείσει εμπράκτως ότι διακρίνεται από ευσέβεια και μετάνοια ώστε, παρά την εξάντληση, παρά τη γλύκα του νόστου, να μην παραλείψει την τελευταία του υποχρέωση και να εξευμενίσει την οργή του Ποσειδώνα, πράγμα που δημιουργεί υποχρεώσεις απέναντί του εκ μέρους των θεών.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ο νόστος δεν χαρίζεται στον Οδυσσέα. Είναι άθλος, αγώνισμα του σώματος, του μυαλού και της ψυχής, αλλά και πράξη αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Ο Οδυσσέας θα επιζήσει αν αποδείξει ότι είναι αυτός που η Αθηνά (και ο ποιητής) μας είπαν ότι είναι.

Εκεί συναντά τον νεκρό μάντη Τειρεσία, αλλά και το είδωλο της πεθαμένης μητέρας του της Αντίκλειας. Αυτή είναι μία στιγμή που σημαδεύει τον Οδυσσέα. Η Αντίκλεια του αποκαλύπτει πως πέθανε από τον καημό της αφού τα χρόνια περνούσαν και δεν έβλεπε το παιδί της να επιστρέφει στο σπίτι. Τόση ήταν η λαχτάρα του Οδυσσέα για τη μάνα του που προσπάθησε να την αγκαλιάσει τρεις φορές αλλά και τις τρεις φορές αγκάλιασε μία σκιά, ένα καπνό.

...”Και τρεις φορές μες απ᾿ τα χέρια μου σαν όνειρο, σαν ίσκιος μου πέταξε᾿ κι εγώ, ως έθέριευε φαρμάκι η πίκρα εντός μου, την έκραξα και με ανεμάρπαστα της συντυχαίνω λόγια:

- Γιατί δε στέκεις τώρα, μάνα μου, που θέλω να σε πιάσω,και μες στον Άδη που βρεθήκαμε να σφιχταγκαλιαστούμε, να βρούμε στο πικρό το σύθρηνο χαρά και παρηγοριά;

- Η Περσεφόνη μήπως σ᾿ έπλασε κι είσαι αγερένιος ίσκιος, κι εδώ σε στέλνει, ακόμα πιότερο να κλαίω και να χτυπιέμαι;

- Αλί, παιδί μου, ο πιο τρισάμοιρος μες στους ανθρώπους όλους, η Περσεφόνη δε σε γέλασε, του γιου του Κρόνου η κόρη, μονάχα τούτη η μοίρα εγράφτηκε του ανθρώπου που πεθαίνει:

Τα νεύρα δεν κρατούν τις σάρκες του κι ουδέ τα κόκαλα του' μον᾿ όταν η ζωή τα κόκαλα πια παρατήσει τ᾿ άσπρα, όλα απ᾿ την άγρια ορμή δαμάζουνται της λαμπαδούσας φλόγας, και μοναχά η ψυχή σαν όνειρο πετώντας φτερουγίζει”.

Ομήρου Οδύσσεια λ', 207-214

Στο σημείο αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα η Ομηρική άποψη περί της τύχης της ψυχής, μετά θάνατο. Εν ζωή, η ψυχή που εμπεριέχεται στο σώμα είναι η απαραίτητη προϋπόθεση της σωματικής, συναισθηματικής και πνευματικής δραστηριότητας.

Με τον θάνατο, η ψυχή δραπετεύει από το σώμα, που απομένει νεκρή ύλη. Η ψυχή χάρη στην οποία το σώμα διατηρούνταν ζωντανό, επιβιώνει στον Άδη ως είδωλο, με την εξωτερική μορφή του ανθρώπινου σώματος, το οποίο την κάνει και αναγνωρίσιμη( λ 220-22).

Οι ψυχές μένουν ανενεργές, όταν όμως πιούν αίμα ( λ 147-7), το οποίο παραπέμπει στην πηγή της ανθρώπινης ζωής, μπορούν και αυτές να αναγνωρίσουν, να θυμηθούν τον Επάνω Κόσμο και να μιλήσουν. H εικόνα του συνωστισμού των νεκρών γύρω από το αίμα υποβάλλει έντονα τη φρίκη του Άδη αλλά και τη λαχτάρα για ζωή, για την οποία τόσο γλαφυρά μας μιλάει η ψυχή του Αχιλλέα ( λ 488).

Η εντύπωση όμως της ισότητας απέναντι στο θάνατο και της ίσης μεταχείρισης των ψυχών στον Άδη χαλάει άμα τη εμφανίσει του Μίνωα, κριτή του Κάτω Κόσμου για τους αρχαίους Έλληνες, ο οποίος και αποφασίζει για την τιμωρία αυτών που δεν σεβάστηκαν τους θεούς όσο ζούσαν .

*Παραπομπή:

Και σαν αράξεις το καράβι σου στο βαθιορεματάρη τον Ωκεανό, στόν Άδη κίνησε να πας το μουχλιασμένο. Χύνουνται εκεί ο Πυριφλεγέθοντας κι ο Κωκυτός, που βγαίνει από τη Στύγα, στον Αχέροντα᾿ τα δυο ποτάμια σμίγουν , λίγο πιο πάνω τα βροντόλαλα᾿ στη μέση κι ένας βράχος.

Κει πέρα φτάνοντας, αντρόκαρδε, καθώς σου ορίζω τώρα, λάκκο ως μια πήχη πάρε κι άνοιξε του μάκρους και του φάρδους, και πρόσφερε χοές στα χείλη του στους πεθαμένους όλους' πρώτα μελόγαλα και δεύτερα κρασί γλυκό να χύσεις, νερό στο τέλος, και πασπάλισε κριθάλευρο από πάνω.

Και κάνε στων νεκρών παράκληση τ᾿ ανέψυχα κεφάλια, και τάξε, στην Ιθάκη φτάνοντας την πιο τρανή σου στέρφα γελάδα να τους σφάξεις, καιγοντας μαζί περίσσια δώρα. Του Τειρεσία να τάξεις ξέχωρα κριγιό, γι᾿ αυτόν μονάχα, μαύρο, κατάμαυρο, το πιο όμορφο στα ζωντανά σου μέσα.

Κι ως στων νεκρών των πολυδόξαστων δεηθείς τα πλήθη πρώτα, μια προβατίνα σφάξε ολόμαυρη κι έναν κριγιό, στα σκότη γυρνώντας τα᾿ μα εσύ τα μάτια σου πέρα μεριά να στρέψεις, στου ποταμού μαθές τα ρέματα· σε λίγο θ᾿ αντικρίσεις πλήθος ψυχές νεκρών που εχάθηκαν να φτάνουν μαζεμένες.

Πρόσταξε τότε τους συντρόφους σου να γδάρουν τα σφαγάρια, που θα κοιτώνται απ᾿ τον ανέσπλαχνο χαλκό θανατωμένα, και να τα κάψουν, και παράκληση στους δυο θεούς να υψώσουν, στην Περσεφόνη την ανήμερη και στον τρανό τον Άδη.

Και συ καθούμενος ανάσυρε το κοφτερό απ᾿ τη μέση σπαθί, και των νεκρών τ᾿ ανέψυχα κεφάλια μην αφήνεις᾿ κοντά στο γαίμα, πριν απόκριση σου δώσει ο Τειρεσίας. Σε μια στιγμή το μάντη να 'ρχεται, ρηγάρχη, θ᾿ αντικρίσεις, που θα σου πει ποιος θα 'ναι ο δρόμος σου, της στράτας σου το μάκρος…

Καθίζουμε στον άμμο το άρμενο, κι ως βγάλαμε από μέσα τα πρόβατα, το δρόμο πήραμε στον Ωκεανό από δίπλα, ως που στο μέρος πια βρεθήκαμε που 'χε αρμηνέψει η Κίρκη. Κει πέρα κράτησαν ο Ευρύλοχος κι ο Περιμήδης μπρος μου τα δυο σφαχτά᾿ κι εγώ ανασέρνοντας το κοφτερό σπαθί μου λάκκο ως μια πήχη πήρα κι άνοιξα του μάκρους και του φάρδους.

Και πρόσφερα χοές στα χείλη του στους πεθαμένους όλους' πρώτα μελόγαλα τους έχυσα, κρασί γλυκό κατόπι, νερό στο τέλος, και πασπάλιζα κριθάλευρο από πάνω' και δεόμουν στων νεκρών τ᾿ ανέψυχα κεφάλια, τάζοντας τους, την πιο τρανή μου στέρφα γελάδα να τους σφάξω, καίγοντας μαζί περίσσια δώρα.

Κι ένα κριάρι τάζω ξέχωρα στον Τειρεσία να σφάξω, μαύρο, κατάμαυρο, το πιο όμορφο στα ζωντανά μου μέσα. Τα παρακάλια πια σαν τέλεψα και τα ταξίματα μου, στα πλήθη των νεκρών, τα πρόβατα στο λάκκο σφάζω απάνω, κι ως έτρεχε το μαύρο γαίμα τους, από τα σκότη κάτω βγήκαν ψυχές νεκρών αρίφνητες και μαζωχτηκαν γύρα: Άγουροι, νιόπαντρες και γέροντες χιλιοβασανισμένοι, κόρες γλυκές, όλο παράπονο που σβησαν στον ανθό τους.

Στοιχεία αντλήθηκαν από το άρθρο της Ιασονίδου Φωστήρα, “Οδύσσεια- Ανειάδα, Η κάθοδος στον Άδη, συγκριτική θεώρηση”,  https://www.oanagnostis.gr/


Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Ο αρχαίος Ελληνικός και ο Βυζαντινός ναός.


Ο αρχαίος Ελληνικός ναός δεν ήταν τόσο χώρος λατρείας αλλά περισσότερο ένα αφιέρωμα της πόλης στους θεούς. Ήταν πλήρως εναρμονισμένος στο φυσικό τοπίο, και αποτελούσε ένα αρχιτεκτονικό μαρμάρινο μνημείο, με κίονες και παραστάσεις στις μετόπες μορφές από την μυθολογία. Θεοί, ημίθεοι ήρωες και θνητοί, πρωταγωνιστές στην αέναη μάχη της ζωής.

Ο ναός στην αρχαία Ελληνική αρχαιότητα αποτελούσε την κατοικία του θεού, το κτήριο που στέγαζε το λατρευτικό άγαλμα μιας ή περισσότερων θεοτήτων, και όχι ο χώρος συνάθροισης των πιστών, όπως στο Χριστιανικό κόσμο. Αυτό φανερώνει και το ουσιαστικό «ναός», που προέρχεται από το ρήμα «ναίω» (=κατοικώ).

Στο εσωτερικό του κυρίως ναού, οι κίονες που στήριζαν τη στέγη, πολλές φορές διαμόρφωναν κι ένα πλαίσιο που αναδείκνυε το λατρευτικό άγαλμα. Σε αρχαϊκούς, όπως και σε κάποιους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς ναούς διαμορφωνόταν στο βάθος του σηκού ένα άδυτον, μέσα στο οποίο τοποθετούσαν το λατρευτικό άγαλμα με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά.

Η αρχαία Ελληνική τέχνη στο ύψιστο σημείο. Δεν είναι τυχαίο πως η άγαλμα λέξη σημαίνει την θέα εκείνου που κάνει τις αισθήσεις και την ψυχή να αγάλλεται, να χαίρεται.

Το άγαλμα της θεότητας βρίσκεται κρυμμένο στο άδυτον του ναού, κατ' αντιστοιχία του αθάνατου θεϊκού στοιχείου το οποίο ενυπάρχει κρυμμένο εντός των σωμάτων μας, του υλικού ναού μας. Όπως ανέφερε ο Ηράκλειτος αφενός μεν της φύσης της αρέσει να κρύβεται, και αφετέρου κρυμμένη αρμονία είναι καλύτερη απ' τη φανερή.

Αντίληψη που συναντάμε αργότερα και στα λεγόμενα του Ιησού:

«Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού κι ότι το Πνεύμα του κατοικεί ανάμεσά σας; Αν κάποιος, λοιπόν, με τις διαιρέσεις καταστρέφει το ναό του Θεού, αυτόν θα τον αφανίσει ο Θεός. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, κι ο ναός αυτός είστε εσείς» (Α΄Κορ.3,9-17).

Οι πιστοί στην αρχαία Ελλάδα, συγκεντρώνονταν στον περιβάλλοντα χώρο έξω από το κτήριο του ναού, όπου βρισκόταν και ο βωμός για την προσφορά θυσιών και την άσκηση της λατρείας, καθώς η αρχαία Ελληνική θρησκεία είναι κατά εξοχήν φυσιολατρική. Στον ίδιο υπαίθριο χώρο, εκτός από τον βωμό, υψώνονταν διάφορα αφιερώματα των πιστών, κυρίως αγάλματα κι αναθηματικές στήλες.

Ο βωμός βρισκόταν συνήθως στην είσοδο της ανατολικής πλευράς του ναού, σε σημείο ορατό από το άγαλμα του θεού που ήταν τοποθετημένο μέσα στο ναό. Η θυσία ήταν η κορυφαία εκδήλωση λατρείας γι’ αυτό και ο βωμός ήταν ο πυρήνας του Ιερού.

Οι θυσίες μπορούσαν να είναι αναίμακτες προσφορές από γάλα, μέλι, λάδι, κρασί, καρπούς, άνθη ή αιματηρές, με το σφάξιμο ζώων. Τα μη φαγώσιμα μέρη του ζώου καίγονταν στο βωμό προς τιμή των θεών ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν στους πιστούς. Σε αντάλλαγμα ζητούσαν βοήθεια, προστασία, καλή σοδειά ή καθαρμό από φόνους και κακές πράξεις.

Στον υπαίθριο χώρο γύρω από το ναό, εκτός από τον βωμό, υψώνονταν επίσης διάφορα αφιερώματα των πιστών, κυρίως αγάλματα και στήλες, γνωστά ως αναθήματα. Με την προσφορά τους οι πιστοί εξασφάλιζαν την εύνοια των θεών ή τους ευχαριστούσαν για κάτι.

Το μέγεθος και το υλικό κατασκευής των αναθημάτων ποικίλλει ανάλογα κυρίως με την οικονομική δυνατότητα του πιστού που τα πρόσφερε. Για τη φύλαξη ορισμένων αφιερωμάτων υπήρχαν χαρακτηριστικά κτίσματα, οι λεγόμενοι Θησαυροί.

Οι ρυθμοί είναι δύο: ο Δωρικός και ο Ιωνικός. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο (De architectura 4.1.3-7), συγγραφέα του μόνου αρχαίου συγγράμματος για την αρχιτεκτονική που μας σώζεται, ο Δωρικός ρυθμός, που δημιουργήθηκε στην Πελοπόννησο (συγκεκριμένα μάλιστα στο Άργος) και διαδόθηκε αργότερα και στη Μικρά Ασία.

Στην πραγματικότητα δεν αποκλείεται ο Δωρικός ρυθμός να προήλθε από την εξέλιξη στοιχείων της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Πάντως τα πρώτα γνωστά παραδείγματα εντοπίζονται στη βόρεια Πελοπόννησο και δεν είναι παλαιότερα από το τέλος του 8ου ή τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Ο ναός χωρίζεται σε τρία μέρη:

1) ο πρόναος. Είναι ένας μικρός χώρος που τον συναντάμε στο μπροστινό μέρος του ναού.

2) ο σηκός. Είναι το κυρίως μέρος του ναού. Εδώ ήταν τοποθετημένο το άγαλμα του θεού.

3) ο οπισθόδομος. Είναι ένας χώρος που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ναού.

Οι ναοί ως τόποι λατρείας συνδέθηκαν με την τέλεση θρησκευτικών εορτών κι εκδηλώσεων. Οι γιορτές αυτές συνοδεύονταν συχνά από τη διεξαγωγή αγώνων. Στα πιο ονομαστά ιερά κάποιες γιορτές απέκτησαν και πανελλήνιο χαρακτήρα, όπως τα Ολύμπια, τα Πύθια, τα Νέμεα και τα Ίσθμια ξεπερνώντας τα όρια της απλής λατρείας και αποτελώντας τις πιο σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις του αρχαίου κόσμου.

Βραβεία σε αυτούς τους αγώνες ήταν στεφάνια από ελιά, δάφνη, πεύκο κι αγριοσέλινο αντίστοιχα (στεφανίτες αγώνες).Υπήρχαν βέβαια και τοπικοί αγώνες σε κάθε πόλη με έπαθλα μεγάλα χρηματικά ποσά και πολύτιμα δώρα (χρηματίτες αγώνες).

Οι περισσότεροι αρχαίοι Ελληνικοί ναοί ήταν κτισμένοι με κατεύθυνση προς την ανατολή, προς τον ανατέλλοντα ήλιο. Αντίθετα οι Χριστιανικοί ναοί προσβλέποντας στην Δευτέρα παρουσία, έχουν κατεύθυνση από τη Δύση προς την Ανατολή.

Οι πρώτοι ιδιόκτητοι Χριστιανικοί ναοί χτίζονται από το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. χάρη στην ένταξη των Χριστιανικών κοινοτήτων στις λεγόμενες «Ταφικές Εταιρείες». Αυτές είχαν το δικαίωμα να έχουν ιδιόκτητο χώρο συνάθροισης των μελών τους και κοιμητήριο.

Αυτές οι πρώτες εκκλησίες, είχαν απλό σχήμα και έμοιαζαν με τις βασιλικές ή ήταν περίκεντρα και οκταγωνικά κτήρια, και ονομάζονταν «Ευκτήρια», «Κυριακά», «Βασιλικές» και «Μαρτύρια», αφού ήταν συχνά κτισμένες πάνω σε τάφους μαρτύρων.

Η αρχαιότερη περιγραφή Χριστιανικού ναού που έχουμε αφορά το ναό του Παυλίνου στην Τύρο (313-322), η οποία περιγράφεται από τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο. Ο ναός αυτός φαίνεται ότι διέθετε τα τρία βασικά μέρη του χριστιανικού ναού, νάρθηκα, κυρίως ναό και Ιερό Βήμα. Αυτοί οι πρώτοι ναοί είχαν απλή διακόσμηση με συμβολικές παραστάσεις (Σταυρός, ΙΧΘΥΣ, μονόγραμμα Χριστού…) ή καθαρά διακοσμητικές (άνθη, καρποί, παραδείσια πτηνά…).

Την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χτίστηκαν ναοί σε σχήμα σταυρού, που η οροφή τους σκεπαζόταν από μεγάλο τρούλο, ο οποίος συμβόλιζε τον ουρανό. Είναι ακριβώς ο θόλος, με τον οποίο η Χριστιανική αρχιτεκτονική, με ολοένα καινούργιες μορφές, πέτυχε ένα υπερφυσικό αντίγραφο του ουρανού και της θεϊκής παντοδυναμίας.

Στον τρούλο ζωγράφιζαν συνήθως τη μορφή του Χριστού που ευλογούσε τους πιστούς (Χριστός Παντοκράτορας). Ο ναός χωρίζεται σε τρία μέρη: στον πρόναο, στον κυρίως ναό και στο Ιερό Βήμα (ή Ιερό).

Η Βυζαντινή τέχνη δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως άρρηκτη συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής παρά τις ομοιότητες. Αν και χρησιμοποιήθηκε η ίδια γλώσσα και επιβίωσαν στοιχεία της αρχαίας Ελληνικής παράδοσης, η Βυζαντινή τέχνη εμπεριέχει σοβαρές αντιθέσεις με την αρχαία Ελληνική.

Στο Βυζάντιο ο ναός είναι ο τόπος των τούβλων, των τρούλων, και της πολύχρωμης διακόσμησης που αποτελούν τα ψηφιδωτά η τα σμάλτα, με παραστάσεις αγίων. Παρότι υπάρχουν και εδώ κίονες, αλλά και ξυλόγλυπτο η μαρμάρινο τέμπλο. Το τέμπλο ονομάζεται μεσοτοιχία της αμαρτίας, καθώς λόγω των αμαρτιών μας χωρίζει από την πηγή της ζωής που είναι ο Θεός.

Το τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό, από το Ιερό βήμα, το αντίστοιχο «άβατο». Στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές το τέμπλο είχε την μορφή χαμηλού κιγκλιδώματος, για αυτό και ονομάζεται «κιγκλίδες, κάγκελα» και οι είσοδοι «καγκελοθύρια» ή «Ἅγια Θύρα». Αργότερα το φράγμα και ολόκληρο το βήμα ανυψώνεται περισσότερο και πάνω στους πεσσίκους τοποθετιούνται μικροί κίονες που ενώνονται στην απόληψη τους με το επιστύλιο. Ανάμεσα σε αυτούς τοποθετούνται τα βήλα (κουρτίνες).

Οι εικόνες ανάμεσα σε αυτές θα τοποθετηθούν αργότερα τον 14ο αιώνα, με παραστάσεις από την Παλαιά και Καινή διαθήκη. Στο επάνω μέρος βρίσκεται η εικόνα του Ιησού της Παναγίας, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, των Αρχαγγέλων κ.λ.π

Στον Χριστιανικό ναό το κτίριο συλλαμβάνεται ως εσωτερικός χώρος, όπου ο πιστός αποκόπτεται από τον έξω κόσμο, και το φυσικό περιβάλλον.!

Πηγές: https://learnmore.ancienttemple.ysma.gr/, Το Λυκόφως των Θεών, Δ. Κοργιανίτης, εκδ. Αρχέτυπο, Η Θεολογία του Τέμπλου, Μαρία Χατζηγκούμα, «χώρα του Αχώρητου», Βυζαντινή Αθήνα

 

 

 

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Απόλλων - Φοίβος ο διφορούμενος Θεός της καταστροφής αλλά και του ιερού πνευματικού φωτός.

 

Ο Ολύμπιος μουσηγέτης Φοίβος Απόλλων, θεός του φωτός, ηλίου, ποίησης, μαντικής. Γιος του Δία και της Λητούς, αδελφός της Αρτέμιδος. Η  λατρεία του μοιράστηκε ανάμεσα σε δύο βασικές πλευρές, τη «θεραπευτικο-μαντική» / Δωρική των Δελφών, και την «ηλιακή» / Ιωνική της Δήλου, αρκετά διαφορετικές ανάμεσά τους, αλά και ταυτοχρόνως αλληλοσυμπληρούμενες. 

Στην Ιωνική λατρεία του ως «Φοίβος» (δηλαδή αμίαντος, καθαρός, ο με διαύγεια σημαίνων) με κέντρο τη νήσο Δήλο, η ηλιακή πλευρά του ήλθε να συμπληρώσει την – Δωρικής προέλευσης- αρχαιότερη θεραπευτική / μαντική εκείνη των Δελφών. Η άλλη σχετική με την κυκλαδίτικη παράδοση επίκλησή του («Δήλιος») σημαίνει όχι μόνον τον γεννηθέντα στη νήσο Δήλο, αλλά και τον Θεό που δήλα και ορατά τα πάντα, αλλά και τα πάντα ορά.

Από τη δοξασία ότι αιτία όλων των γινομένων είναι ο Ήλιος, του οποίου το φως εισχωρεί στις κρυμμένες αιτίες, ο «τηλεσκόπος και κοίρανος κόσμου» Θεός Φοίβος Απόλλων σχετίζεται στενά με τις λειτουργίες της λεγόμενης Ειμαρμένης και των Μοιρών, ως Θεός μαντευτής.

Ο Φοίβος αποτελεί τον κατεξοχήν ενσαρκωτή της αίγλης και της ανεξιχνίαστης όψης του ολυμπίου κόσμου, τον τελευταίο και τελειότερο καρπό της Ελληνικής μυθοπλασίας, τον πιο χαρακτηριστικό  θεό του Ελληνικού πανθέου όταν αυτό είχε φτάσει στην ωρίμανση του. Πρέσβευε αυτό που κάθε Έλληνας επεδίωκε να είναι, για να κατακτήσει ισόρροπη ανάπτυξη του σώματος και του πνεύματος, για να επιτύχει το «καλός και αγαθός»,  όμορφος, αρρενωπός, επιδέξιος, συνετός, γενναίος, ευαίσθητος, αφοσιωμένος στην τέχνη, και ερωτευμένος με την προσωπική ελευθερία.

Όπως κάθε Ολύμπιος θεός διέθετε τον δικό του τομέα ειδίκευσης και τις δικές του αξίες, έτσι και ο Απόλλων ενσωματώνει διαφορετικές λειτουργίες που πιστοποιούνται από τα αναρίθμητα επίθετα του τα οποία μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση. Υπό την αιγίδα του βρίσκεται ένα ευρύ πλήθος δραστηριοτήτων της καθημερινότητας, γεγονός που δυσχεραίνει την κάθε απόπειρα να εξακριβώσουμε ποια ιδιότητα αντικατοπτρίζει την αρχική του προέλευση. Στο διάλογο του Πλάτωνος Κρατύλος, ο Σωκράτης αναφέρει τις τέσσερις κύριες ιδιότητες του Απόλλωνα:

Τη μαντική, τη μουσική, την τοξευτική, και την ιατρική.

Πιο συγκεκριμένα, είναι θεότητα αποτροπαϊκή του κακού (Αλεξίκακος Αγυιεύς), θεός της θεραπείας (Ιατρομάντης, Ιήιος, Ούλιος, Παιάν, Ακέστωρ) και του εξαγνισμού (Καθάρσιος). Είναι ερμηνευτής των οιωνών και θεός της μαντικής (Πύθιος, Ζηνόφρων, Ισμήνιος, Μοιραγέτης), θεός του φωτός (Λύκειος, Αειγενέτης, Αιγλήτης, Φοίβος, Δήλιος, Εώος, Χρυσάωρ), προστάτης της νεότητας και αιώνιος έφηβος (Ξανθός, Ακερσοκόμης, Χρυσοκόμης, Κουροτρόφος), θεός του κάλλους, του σφρίγους και του αθλητισμού (Δαφνηφόρος).

Είναι ακόμη θεός της μουσικής και των τεχνών (Μουσηγέτης, Ορχηστής, Ελικώνιος), προστάτης των ναυτικών (Δελφίνιος) και της κτηνοτροφίας (Νόμιος). Τέλος, θεωρείται ο κατεξοχήν νομοθέτης, ιδρυτής πόλεων και πολιτικών λεσχών (Θέσμιος, Θεμιστεύων, Αρχηγέτης, Δωματίτης, Οικιστής, Λεσχήνορος), ο θεματοφύλακας της κοσμικής τάξης.

Ως θεός του φωτός, ο Απόλλωνας αντιπροσωπεύει τη δύναμη του ήλιου, που μπορεί να αποβεί ευεργετική αλλά και θανατηφόρα. Ως  Φοίβος ενσαρκώνει το Ελληνικό πνεύμα και εκπροσωπεί τις αξίες της λογικής, της αυτοσυγκράτησης και της διαύγειας. Η ομορφιά, η αρμονία και το μέτρο είναι ιδιότητες που αποδίδονται σε αυτόν. Καθώς εκπροσωπεί την περίοδο της μετάβασης από την εφηβική ηλικία στην ωριμότητα, τα θετικά γνωρίσματά του αντικατοπτρίζουν έναν Απόλλωνα που έχει ωριμάσει.

Η επωνυμία Φοίβος δεν σήμαινε μόνο φωτεινός αλλά αγνός, καθαρός, ιερός. Σαν θεός του φωτός που εξαφάνιζε το σκότος, ήταν φυσικό να εκδιώκει και το σκοτάδι από το ανθρώπινο πνεύμα και να το καθιστά ικανό να προβλέπει το μέλλον. Όπως δηλαδή ο ήλιος εξάπτει τη δύναμη της οράσεως, έτσι και ο Απόλλων ξυπνά τη μαντική και τη διορατικότητα στην ανθρώπινη ψυχή. Υπό την επίδραση των θεϊκών του αναλαμπών, κάποια προνομιούχα άτομα αποκτούσαν ιδιαίτερη οξυδέρκεια, φωτισμό του πνεύματος τους, και ικανότητα να προβλέπουν το μέλλον.

Στον αντίποδα σκιαγραφείται ένας Απόλλωνας ανταγωνιστικός, απερίσκεπτος, σκληρός και εκδικητικός, ο οποίος φέρει τις αντίστοιχες αρνητικές ιδιότητες του ζωοδότη Φοίβου. Είναι θεός που πλήττει από μακριά (Εκατήβολος, Εκήβολος, Αγρευτής, Αφήτωρ, Εκάεργος),διέπεται από πολεμικό μένος, συσχετίζεται άμεσα με το λοιμό και το θάνατο (Λοίμιος, Ελειήτης),είναι ανεξέλεγκτος όσον αφορά τα εκάστοτε αντικείμενα του πόθου του.

Πρόκειται για το θεό που διανύει τα χρόνια της εφηβείας του, όταν δεν έχει ακόμα ωριμάσει, δεν έχει εξαγνιστεί για το φόνο του Πύθωνα. Η λατρεία του Απόλλωνος αντικατέστησε την προελληνική λατρεία της μητέρας Γης, της Θέμιδος και της Φοίβης, που συνιστούσαν μητριαρχικές θεότητες της Μινωικής και της Μυκηναϊκής περιόδου. Σε αυτές ήταν αφιερωμένο το μαντείο που έπειτα σφετερίστηκε ο θεός.

Ο Απόλλων είχε απαλλοτριώσει για λογαριασμό του τις προγενέστερες θεότητες που χρησμοδοτούσαν. Όταν το θείο τέκνο απομάκρυνε τη Θέμιδα από τα θαυμαστά χρηστήρια, η Γαία γέννησε σκοτεινά ονειροφαντάσματα που αποκάλυπταν τα παρελθόντα και τα μελλούμενα στους θνητούς. Έτσι, αφαίρεσε από το Φοίβο το προνόμιο να δίνει αποκλειστικά χρησμούς για να τιμωρήσει την αδικία που είχε υποστεί η κόρη της.

Ύστερα από παράκληση του θεού στον πατέρα του, ο Δίας απομάκρυνε από το Πυθικό ιερό τη δύναμη της Γαίας και τις νυχτερινές φωνές και, έτσι, οι θνητοί έπαψαν να βλέπουν όνειρα και οπτασίες θανάτου. Σε άλλες μυθικές αφηγήσεις, η Γαία απευθύνεται στο Δία για να τιμωρήσει το γιο της Λητούς για το φόνο του Πύθωνα καθώς ο όφις ήταν γόνος της και σύμβολο της εξουσίας της στην περιοχή την οποία ο νεότερος θεός σφετερίστηκε.

Εδώ ο Φοίβος γίνεται Απόλλωνας. Από ευεργετικός και ζωοδότης Ήλιος γίνεται καταστροφικός και θανατηφόρος. Η αλήθεια δεν βρίσκεται κάπου στη μέση. Ο Απόλλωνας διαθέτει και τις δύο όψεις στην προσωπικότητά του. Είναι ο αιώνιος έφηβος, ένα στάδιο πριν την ωρίμαση του. Είναι εύλογο, λοιπόν, να φέρει τα χαρακτηριστικά και των δύο ηλικιακών περιόδων ή, έστω, να μην έχει απολέσει την κυκλοθυμία της εφηβικής ηλικίας. Είναι τρυφερός αλλά και βίαιος, συμπονετικός και συνάμα αδίστακτος, ζωοδότης και καταστροφέας μαζί. Έχει την ιδιότητα να θεραπεύει από τη μία, να στέλνει επιδημίες από την άλλη.

Μπορεί, ως ζωογόνος ήλιος, να εγγυάται την καρποφορία και την άνθιση ενώ, παράλληλα, να σπέρνει τον όλεθρο, τη σήψη και την ξηρασία με τις ακτίνες του. Οι προφητείες του μπορούν να λυτρώσουν τον αποδέκτη τους (είτε πρόκειται για πρόσωπο, είτε για πόλη), μπορούν, όμως, να τον οδηγήσουν στον όλεθρο και τον πλήρη αφανισμό.

Στον αντίποδα του εξολοθρευτή και σκοτεινού Απόλλωνα βρίσκεται ο Φοίβος, ονομασία που δόθηκε στο θεό πιθανώς γιατί φέρει θετικό πρόσημο. Σημαίνει φωτεινός και έχει την ίδια ρίζα με το ρήμα φάω ( = φωτίζω) και το ουσιαστικό φάος ( = φως). Κατά τον Αισχύλο, Φοίβος καλείται ο ιερός και ο αγνός, ενώ ο Πίνδαρος χαρακτηρίζει με τα ίδια επίθετα τις ακτίνες του ηλίου ή το νερό.

Η επωνυμία Φοίβος δεν σήμαινε μόνο φωτεινός αλλά αγνός, καθαρός, ιερός. Σαν θεός του φωτός που εξαφάνιζε το σκότος, ήταν φυσικό να εκδιώκει και το σκοτάδι από το ανθρώπινο πνεύμα και να το καθιστά ικανό να προβλέπει το μέλλον. Όπως δηλαδή ο ήλιος εξάπτει τη δύναμη της οράσεως, έτσι και ο Απόλλων ξυπνά τη μαντική και τη διορατικότητα στην ανθρώπινη ψυχή. Υπό την επίδραση των θεϊκών του αναλαμπών, κάποια προνομιούχα άτομα αποκτούσαν ιδιαίτερη οξυδέρκεια, φωτισμό του πνεύματος τους και ικανότητα να προβλέπουν το μέλλον.

Στον Όμηρο καθώς και τις μετέπειτα γραμματειακές πηγές, ο θεός φέρει συχνά μόνο αυτό το προσωνύμιο, γεγονός που σημαίνει ότι δεν πρόκειται για ένα από τα τυπικά επίθετα του, αλλά για δεύτερο όνομα (το σύμπλεγμα Απόλλων-Φοίβος απαντά στην Ιλιάδα μόνο 4 φορές). Το όνομα αυτό έλαβε από την προκάτοχο του στο μαντείο, τη Φοίβη, ως ένδειξη σεβασμού καθώς ήταν η γιαγιά του (μητέρα της Λητούς), όπως μαρτυρεί ο Αισχύλος στις Ευμενίδες. Η ονομασία δήλωνε τη θεά της Σελήνης, την αγνή, την ανέγγιχτη, την εξαγνίζουσα. Ο Ησίοδος, στη Θεογονία του, τη χαρακτηρίζει «χρυσοστεφάνωτη». Επομένως, το προσωνύμιο Φοίβος εκφράζει την ακριβώς αντίθετη πτυχή του χαρακτήρα του που σχετίζεται με την ευγένεια, το κάλλος, τη γνώση, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Ως φωτεινός θεός, ταυτίστηκε με τον Ήλιο που αλληγορικά θερμαίνει και φωτίζει τον ανθρώπινο νου.

Η μετάλλαξη του Απόλλωνα σε Φοίβο είναι η εσωτερική στροφή του νου προς το υψηλό και το πνευματικό, η μετάβαση του από μία ζωώδη και ζοφερή κατάσταση στην κατάσταση της νόησης και της ολοκλήρωσης. Τόσο ριζική ήταν η μεταμόρφωση του που στο εξής έγινε κήρυκας της μετριοπάθειας ενώ του αποδίδονται αιώνια ρητά όπως το Γνώθι σε αυτόν και το Μηδέν άγαν, τα οποία ο ίδιος επινόησε και το μαντείο του προπαγάνδισε στον Ελλαδικό χώρο.

Ο θεός, πλέον, είναι εχθρός της βαρβαρότητας και διαπρύσιος κήρυκας του πολιτισμού. Η ποίηση, η μουσική, η φιλοσοφία, η ιατρική, οι φυσικές επιστήμες, η αστρονομία και τα μαθηματικά πέρασαν πλέον υπό τον έλεγχο του. Μάλιστα, οι επτά χορδές της λύρας του σχετίζονταν με τα επτά φωνήεντα του μεταγενέστερου ελληνικού αλφάβητου και θεωρούνταν ότι έχουν μυστικιστική σημασία καθώς χρησιμοποιούνταν για θεραπευτική μουσική.

Ο Φοίβος Απόλλων, ήταν  καθάρσιος θεός καθώς, πέρα από ιατρός για τα σώματα, έγινε και θεραπευτής των ψυχών. Στον Κρατύλο του Πλάτωνα (405, α-β) αναφέρεται ότι ο Φοίβος «καθαρόν παρέχειν τον ἄνθρωπον και κατά το σῶμα και κατά την ψυχήν».

Ήταν λυτρωτής του ηθικού κακού, ένας θεός-σωτήρας. Ο ίδιος, αφού θανάτωσε τον Πύθωνα (το τέρας που φύλαγε τους Δελφούς αλλά δεν έπαυε να έχει θεϊκή καταγωγή), έπρεπε να εξαγνιστεί από το κρίμα του καταφεύγοντας στα Τέμπη της Θεσσαλίας. Εκεί αυτοβασανιζόταν για οκτώ χρόνια, αλλά επέστρεψε αληθινά ως Φοίβος,δηλαδή καθαρός και ακιλήδωτος. Αυτή η δοκιμασία, η προσωρινή απώλεια της ταυτότητας που βίωσε ο θεός και η μεταμέλεια του τον οδήγησαν στον πλήρη εξιλασμό. Αν δεν είχε καθαρθεί για το φόνο του τέρατος, δε θα μπορούσε να εξασκεί τα λειτουργήματα του ως θεός.

Αποτελούσε καταφύγιο των μεταμελημένων αμαρτωλών απέναντι στους οποίους δείχνει την επιείκειά του. Ως ιατρός των σωμάτων και των ψυχών συγχωρεί τους ρύπους των εγκλημάτων και αποπλένει τις ψυχικές κηλίδες ύστερα από το φόνο. Εξαγνίζει, δηλαδή, τον ένοχο από το μίασμα και τον λυτρώνει από τις σκοτεινές δυνάμεις της θεϊκής εκδίκησης που τον καταδιώκουν.

Η ιδιότητα του Φοίβου να λυτρώνει τους εγκληματήσαντες που είχαν μετανοήσει, τον καθιστά τον πιο φιλάνθρωπο και οικτίρμονα από τους θεούς. Η δύναμη της συγχώρεσης τον διαφοροποιούσε από παλαιότερες θεότητες αλλά και από τους υπόλοιπους Ολυμπίους, πράγμα που υποδηλώνει την πνευματική ανάταση του Έλληνα και την πολιτιστική εξέλιξη του ελληνικού λαού. Μπορεί να υπήρξε θεός τιμωρός και εκδικητής, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι μπορούσε να κατευναστεί

Τη θεραπευτική ικανότητα μεταλαμπάδευσε ο Φοίβος στο γιο του Ασκληπιό και σε άλλους απογόνους του. Ο Ομηρικός Ύμνος για τον Ασκληπιό δόξαζε τον ήρωα που έφερνε χαρά στους θνητούς, καθώς τους ανακούφιζε από τους πόνους. Ο γιος του θεού, εκπαιδευμένος από το σοφό κένταυρο Χείρωνα, μπόρεσε να εξελίξει την ιατρική τέχνη σε βαθμό που έσωζε αναρίθμητους ασθενείς ενώ μπορούσε να επαναφέρει νεκρούς από τον Άδη. Σύμφωνα με το μύθο, κατόρθωσε να φέρει πίσω στη ζωή το γιο του βασιλιά Μίνωα χάρη σε ένα βότανο που παρατήρησε να μεταφέρει ένα φίδι. Έτσι, ο απολλώνιος όφις έγινε σύμβολο του Ασκληπιού.

Ο Απόλλων θεός ήταν προστάτης του αθλητισμού, της σωματικής συμμετρίας και ευρωστίας, της υγείας και της αρμονίας. Το πνεύμα του Φοίβου δεν φοβόταν το σώμα του. Σε αυτόν συναντάμε την τέλεια ισορροπία ανάμεσά τους, γεγονός που αποτελούσε το βασικό ιδανικό της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας. Οι γλύπτες της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου τον παρουσίαζαν με την πνευματική του υπόσταση να βρίσκει την ολοκλήρωσή της στη σωματική του τελειότητα.

Η ηρεμία, η ομοιομορφία, η αυτοπεποίθηση, η δύναμη αποτελούν βασικά γνωρίσματα των αγαλμάτων του θεού. Για αυτό τον λόγο οι αρχαίες Ελληνίδες, στην εγκυμοσύνη τους, αφιέρωναν το παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, ώστε να του μοιάσει στο Φως, την Αρμονία και την Αρετή. Ο  Εμπεδοκλής, μάλιστα έλεγε πως  οι εικόνες που η έγκυος γυναίκα βλέπει ή φαντάζεται μορφοποιούν το έμβρυο παιδί της: 

«Τα βρέφη έχουν μορφή σύμφωνη μ' αυτά που η γυναίκα φαντάζεται, προπαντός κατά τη σύλληψη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν ήρωες και θεούς και γέννησαν παιδιά όμοια μ' αυτούς».

Ως αιώνιος έφηβος, ο Απόλλων ταυτίζεται με την ερωτική αφύπνιση των νέων, το πρωτόγνωρο αισθησιακό ξύπνημα, τη συνειδητοποίηση της σεξουαλικής ταυτότητας, το παράφορο και σφοδρό ερωτικό πάθος, που μπορεί συχνά να αποβεί ολέθριο για το αντικείμενο του πόθου του. Ο θεός ήταν αμφιφυλόφιλος, δεν έκανε διακρίσεις στο φύλο που θα ήταν αποδέκτης του έρωτά του, όπως ο ήλιος δε ξεχωρίζει τα όντα στα οποία θα εξαπολύσει τις ακτίνες του.

Οι αγάπες του υπήρξαν αναρίθμητες, όπως και οι καρποί τους. Δεν επέλεξε, ωστόσο, ποτέ να δεθεί με τα δεσμά του γάμου· υπήρξε ένας ισόβιος εργένης που δεν ξεπέρασε το ηλικιακό στάδιο της νεότητας στην κορύφωση της. Ανεξάρτητος από τη φύση του, αρνήθηκε να νυμφευθεί και επέλεξε να ικανοποιεί τη σεξουαλική του επιθυμία με νύμφες (Νυμφαγέτης Απόλλων),  δρυάδες, ιέρειες, όμορφους νέους και νέες, όχι όμως θεές.

Ως Μουσηγέτης, ο Φοίβος υπήρξε ο αρχηγός του χορού των Μουσών (ή, αλλιώς, Παρνασσίδων) ενστερνιζόμενος το ρόλο του πάτρωνα όλων των τεχνών. Σπουδαιότερο έμβλημά του αποτελεί η επτάχορδη λύρα, της οποίας οι χορδές αντιπαραβάλλονται με τις ακτίνες του ηλίου ή με τα βέλη του τόξου. Μέσω αυτής εκφράζεται η απολλώνια αρμονία, η ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα, το απόλυτο συνταίριασμα αντιθετικών στοιχείων όπως είναι αυτά που στοιχειοθετούν τη φυσιογνωμία του θεού.

Με την οικειοποίηση της λύρας, ο Απόλλων εξελίσσεται από θεός της μουσικής και των καλών τεχνών σε θεό της αρμονίας και του πολιτισμού. Η κοσμική τάξη που διέπει το σύμπαν έπρεπε να αποτελεί και τη βάση κάθε τέχνης. Για τους αρχαίους Έλληνες, ο θεός αντιπροσώπευε την καθαρή λογική τόσο στην ομιλία όσο και στη μουσική έκφραση. Ο Φοίβος αναζήτησε στις τέχνες, τις επιστήμες, τις Μούσες και τις Χάριτες μία άλλη περιοχή της νόησης, που θα τον ανύψωνε σε πνευματικότερο θεό. Ο Ήλιος συμβολίζει τον αυτόφωτο νου, τη γνώση που έρχεται να ταράξει τη λιμνάζουσα ανθρώπινη νόηση, την αθανασία του πνεύματος.

Το μαντείο των Δελφών παρόλα αυτά ήταν χθόνιο μαντείο εφόσον η εκάστοτε ιέρεια χρησμοδοτούσε με χθόνιο τρόπο, και αυτό διότι πριν άνηκε στην Γαία, συνεπώς ο Απόλλων εδώ συνταυτίζεται με την χθόνια πλευρά του. Η Πυθία, αφού εξαγνιζόταν στα νερά της Κασταλίας πηγής, της οποίας το νερό θεωρούνταν ιερό, κατέβαινε στο άδυτο ακολουθούμενη από τους πιστούς και τους ιερείς. Ενώ οι ικέτες περίμεναν στη διπλανή αίθουσα, το χρηστήριο, η ίδια έμπαινε στο άδυτο που θεωρούνταν ότι ενέπνεε μαντική δύναμη, έπινε νερό από την Κασσοτίδα(κατά τον Παυσανία) και μασούσε φύλλα δάφνης (κατά το Λουκιανό) καθήμενη στον ιερό τρίποδα, ένα καθημερινό μεταλλικό σκεύος που θεωρούνταν πηγή θεϊκής προφητικής δυνάμεως.

Στον ίδιο χώρο βρισκόταν ο λίθος που συμβολίζει τον ομφαλό της γης και η εστία όπου διατηρούνταν το αθάνατο πυρ. Εκεί, η ιέρεια του Δελφικού μαντείου  έκαιγε φύλλα δάφνης και κριθαρένιο αλεύρι υμνώντας, ταυτόχρονα, τις θεότητες του τόπου, όπως επιβεβαιώνει η εναρκτήρια σκηνή των Ευμενίδων του Αισχύλου. Η δάφνη, το ιερό φυτό του Φοίβου, ήταν σύμβολο της μαντικής και, μασώντας την, η Πυθία προσκαλούσε το θεό να μην οκνήσει, σύμφωνα με το Λουκιανό, αλλά να προσέλθει και να της υποβάλλει τους χρησμούς (κατά μία άλλη άποψη, η χρησμοδοσία δε γινόταν με το μάσημα δάφνης αλλά με την παρατήρηση των φύλλων του ιερού αυτού δέντρου, που ευδοκιμούσε στους γκρεμούς του Παρνασσού).

Έπειτα, η προφήτισσα δεχόταν το ενθουσιαστικό πνεύμα του θεού και, υπό την επιρροή των αναπεμπόμενων ατμών που απελευθερώνονταν από το χάσμα, πρόφερε ασυνάρτητα λόγια και αμφίσημες απαντήσεις, που αιτιολογούν το προσωνύμιο Λοξίας που φέρει ο θεός.

Από τη στιγμή που η Πυθία αφιερωνόταν στον Απόλλωνα δεν εξερχόταν από το μαντείο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η ιέρεια του θεού χρησμοδοτούσε μία φορά το χρόνο, την έβδομη μέρα του δελφικού μήνα Βυσίου. Τον 6ο αιώνα π.Χ., η ετήσια χρησμοδότηση έγινε μηνιαία λόγω της απήχησης του μαντείου ενώ, σε περιόδους αιχμής, υπήρχαν δύο ή και τρεις Πυθίες. Κατά τους χειμερινούς μήνες(εποχή που ο Απόλλωνας έλειπε στους Υπερβορείους),το μαντείο παρέμενε κλειστό και οι μάντεις χρησιμοποιούσαν άλλες μαντικές μεθόδους όπως την κληρομαντεία.

Η σπουδαιότερη συμβολή του δελφικού μαντείου ήταν τα ηθικά παραγγέλματα που θεωρούνταν προτροπές του ίδιου του θεού ενώ, μετέπειτα, αποδόθηκαν στους επτά σοφούς. Τα δελφικά αποφθέγματα απευθύνονταν σε όλους τους επισκέπτες του μαντείου, τους οποίους ωθούσαν σε ένα ηθικότερο και πνευματικότερο βίο ενώ συνιστούσαν μία ιερή παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Τα βασικά αυτά νοήματα της δελφικής θεολογίας αποτελούσαν ένα είδος συμπυκνωμένης γνώσης. Τα σπουδαιότερα ρητά ήταν το περίφημο ΕΙ ή Ε, το ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ και το ΓΝΩΘΙ ΣΕΑΥΤΟΝ.

Το πολυσυζητημένο ΕΙ, που ήταν χαραγμένο στην εξωτερική όψη της προμετωπίδας του ναού, πάνω από την είσοδο, είναι πιθανώς το β’ ενικό πρόσωπο του ρήματος ειμί και σημαίνει «είσαι» ή «να είσαι». Πρόκειται για προσφώνηση του Φοίβου προς τον επισκέπτη τον οποίο καλεί να αναγνωρίζει την ύπαρξη του, να είναι προπαρασκευασμένος ώστε να αντικρίσει το θεό, να είναι δηλαδή σε κατάσταση ετοιμότητας πριν εισέλθει στο ναό (να έχει εξαγνιστεί και να έχει ειλικρινείς προθέσεις).

Το ΓΝΩΘΙ ΣΕΑΥΤΟΝ,το οποίο αποδίδεται στο Χίλωνα ή στο Θαλή το Μιλήσιο, σχετίζεται με την ευθύνη που φέρει το άτομο να συναισθάνεται το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του, να έχει επίγνωση της περιορισμένης χρονικότητάς του και να μη λησμονεί το αξεπέραστο χάσμα που τον χωρίζει από τους θεούς. Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει τα όρια του, τότε μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι το «περικλειόμενο» εντός αυτών των ορίων δεν είναι το παν. Η ανθρωπότητα όφειλε να έχει αντίληψη της αδυναμίας της, να μην αμφιβάλει για το λόγο των θεών και να υποτάσσεται στη θέλησή τους.

Οποιαδήποτε απόπειρα αποφυγής της τήρησης των χρησμών συνιστούσε ύβρη και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, όπως πιστοποιείται από την περίπτωση του Λάιου. Το ΓΝΩΘΙ ΣΕΑΥΤΟΝ επιχείρησε να εξετάσει ως υπαρξιακή έννοια ο ίδιος ο Σωκράτης, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από το μαντείο ως ο σοφότερος άνθρωπος της εποχής του. Ο φιλόσοφος, έχοντας επίγνωση της ανεπάρκειάς του, επιδόθηκε σε ένα αδιάκοπο αγώνα έρευνας με στόχο την κατάκτηση της αυτογνωσίας.

Η αφύπνιση αυτή του πνεύματος είναι, επίσης, αλληλένδετη με την ιδιότητα του θεού Φοίβου ως προστάτη των γραμμάτων, της μουσικής και του πολιτισμού. Ο Φοίβος είναι το φως που φέγγει ώστε να βρουν οι ψυχές το δρόμο της ηθικής και της νοητικής ανύψωσης, να εξευγενιστούν, να κατακτήσουν το ΓΝΩΘΙ ΣΕΑΥΤΟΝ. Ως ενσαρκωτής, συνεπώς, του ηλιακού φωτός, ο Απόλλων ενσωματώνει όλες τις προαναφερθείσες ιδιότητες του, οι οποίες συναποτελούν ένα ολοκληρωμένο, αρμονικό και, συνάμα, αντιφατικό σύνολο.

Το Ελληνικό πνεύμα δε αρκούνταν ποτέ σε μια ψυχρή νοησιαρχία χωρίς ανθρωπιστικό προσανατολισμό. Απεχθανόταν τη μονομέρεια και επεδίωκε την πολυμορφία επιτυγχάνοντας την εξισορρόπηση αντίρροπων δυνάμεων. Δεν είναι απορίας άξιον ότι ο Δελφικός ή Ούλιος ή Εκατήβολος ή Επικούρειος ή Μουσηγέτης ή Ακερσοκόμης ή Νόμιος Απόλλων αποτέλεσε τον αδιαφιλονίκητο εκφραστή του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, καθώς αντιπροσώπευε όλες τις παραπάνω ιδιότητες σε μια διάχυτη αταραξία.

Ο διφορούμενος χαρακτήρας του, πάντως, αντικατοπτρίζεται με απόλυτο τρόπο στα μαντεία του, που ήταν εξαπλωμένα στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο από τον Εύξεινο Πόντο έως τις δυτικές ακτές της Μεσογείου. Το περιεχόμενο ορισμένων δελφικών παραγγελμάτων, οι αμφίσημοι χρησμοί που προφέρονταν στους Δελφούς και οι προθέσεις της Πυθίας είναι, αδιαφιλονίκητα, ζητήματα που εξακολουθούν να προβληματίζουν τους σύγχρονους μελετητές και να δημιουργούν διαφωνίες.

Κύρια πηγή κειμένου μεταπτυχιακή εργασία του Στυλιανού Μάνιου: «Ο Θεός Απόλλων μία αμφίσημη προσωπικότητα στην αρχαία Ελληνική γραμματεία. Φιλολογικές μαρτυρίες κατά την αρχαϊκή και κλασσική περίοδο». Πανεπιστήμιο Αιγαίου.