Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Απριλίου 2023

Περί λαμπάδων, ιερού φωτός και μυήσεων στην αρχαία Ελλάδα.

 Κατά την αρχαιότητα, από την Ιερά Πύλη που βρισκόταν στον χώρο του Κεραμεικού διερχόταν λαμπαδηδρομία, η πορεία με αναμμένες λαμπάδες (θύρσους) των Αθηναίων οι οποίοι διέσχιζαν νύχτα το Αιγάλεω μέχρι την Ελευσίνα για την τέλεση των Ελευσινίων Μυστηρίων (μύθος Δήμητρας Περσεφόνης, αναγέννηση φύσεως). Από αυτούς μόνο οι μυημένοι συνέχιζαν μέχρι το Τελεστήριο.

Η «Πομπή των Παναθηναίων» ( λατρεία της θεάς Αθηνάς), ξεκινούσε από το «Πομπείον» (4ος αι. π.Χ.), πλάι στα τείχη του Κεραμεικού, και περνώντας από την αρχαία Αγορά έφθανε στην Ακρόπολη.

                              Πομπείον, Κεραμεικός                                         

Οι λαμπάδες (θυρσοί -λυχνάρια) ήταν και το σύμβολο των Καβείρων. Κατά την τέλεση των Καβειρίων μυστηρίων στην Λήμνο επίσης, πριν από τις τελετές έσβηναν κάθε φωτιά στο νησί, έως ότου έρθει η ιερή φλόγα την Δήλου.

ΟΙ μύησεις γινόταν τη νύχτα, υπό το φως των δαδιών και λυχναριών των μυημένων που παραβρίσκονταν στην τελετή. Πλήθος είναι τα λυχνάρια που βρέθηκαν στις ανασκαφές με εγχάρακτο το γράμμα «Θ» δηλωτικό των Μεγάλων Θεών.

Στα Ασκληπιεία της αρχαιότητας επίσης, οι πυροφόροι έφεραν δάδες. Σε επιγραφές ιαμάτων, καλείται ο πυροφόρος και παις ο των θεών πυρφορών. Οι πυρφόροι ήταν βοηθοί στις ιατρικές εργασίες, οι οποίες λάμβαναν χώρα στα φημισμένα Ασκληπιεία.

Πυροφόρος μουσείο Επιδαύρου

Ο πυροφόρος προσφέρει πολλά αναθήματα στους θεούς, το ίδιο βέβαια και ο ιερεύς πολλές φορές προσφέρει από κοινού μετά από τον ιερέα (Επιδ. επιγρ. 56, 59) και άλλοτε εις το όνομα του ιερέως με αναγραμμένο και το δικό του όνομα για να δηλωθεί η χρονολογία στο ανάθημα. Ο πυροφόρος δεν μπορεί να τελέσει για δεύτερο έτος ή να γίνει ισόβιος.Το αξίωμα του είναι ενιαύσιο και σε μεταγενέστερη περίοδο γίνεται σπουδαίο.

Λόγω της σχέσης του θεού Ασκληπιού με τα μυστήρια στην Ελευσίνα και το ιερό της λατρείας των Ελευσίνιων θεών, κατά την μεταγενέστερη ρωμαϊκή περίοδο, οι ιερείς του Ασκληπιού φέρουν και τίτλους του ιερατικού αξιώματος των ιερέων της Ελευσίνος.

Έτσι ο ιερεύς του Ασκληπιού ονομάζεται και δαδούχος των Ελευσίνιων μυστηρίων, ο δε ιερεύς Διογένης,ο οποίος φέρει και τα περισσότερα αναθήματα, ονομάζεται σε αυτά Δηούς πρόπολος και ταυτόχρονα και ιεροφάντης.

Επανερχόμενος στο «Πομπείον» ο Παυσανίας, ομιλεί περί κτίσματος που χρησίμευε για την προπαρασκευή των πομπών (προφανώς εννοεί την πομπή των Παναθηναίων).

Πολυάριθμα ίχνη από τρύπες πασσάλων, διασκορπισμένα σε μεγάλη ακτίνα εντός του χώρου, αποτελούν σαφείς ενδείξεις ότι πριν από την ανέγερση του κλασσικού Πομπείου κατασκευάζονταν εκεί προσωρινά καταλύματα (σκηνές ή τέντες), που χρησιμοποιήθηκαν ως εγκαταστάσεις για την διοργάνωση της εορτής των Παναθηναίων.

Τα λείψανα που διατηρούνται σήμερα κατά χώρας αποκαθιστούν το Πομπείον ως μακρόστενο κτίριο ορθογώνιας κάτοψης με περίστυλη εσωτερική αυλή, δυτικά και βορείως της οποίας ανοίγονταν εφαπτόμενες με αυτήν συνεχόμενες αίθουσες συμποσίων, και με μνημειακό πρόπυλο στο βόρειο τμήμα της ανατολικής πλευράς του.

Στην περιβαλλόμενη από κίονες αυλή θα μπορούσε να χωρέσει το πλοίο της πομπής των Παναθηναίων, στα ιστία του οποίου αναρτούσαν τον πέπλο της θεάς Αθηνάς, με τον οποίο θα έντυναν το πανάρχαιο λατρευτικό ξόανό της στην Ακρόπολη.

Οι αίθουσες συμποσίων πιθανότατα προορίζονταν για την συνάθροιση των αξιωματούχων της πόλης για την εορταστική συνεστίαση προς τιμήν της Αθηνάς, στην οποία συμμετείχε και ο υπόλοιπος λαός, που συγκεντρωνόταν μάλλον σε γειτονικό χώρο (στην μεγάλη αυλή του Διπύλο.

Εάν κρίνουμε από την ευρύχωρη περίστυλη αυλή και τις επιγραφές εφήβων στην εσωτερική πλευρά της, το Πομπείον πρέπει να λειτούργησε και ως γυμνάσιο για την άθληση των νέων, ίσως ακόμα και ως σιταποθήκη σε περιόδους που παρουσιαζόταν ανάγκη.

Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, φαίνεται ότι η είσοδος στον χώρο του ήταν ελεύθερη για όλους· αυτό συνάγεται και από την μαρτυρία του Διογένους του Λαέρτιου, ο οποίος μας πληροφορεί ότι στο Πομπείον ήταν στημένος ένας χάλκινος ανδριάντας του Σωκράτους, έργο του Λυσίππου, και ότι εκεί διέτριβε κατά διαστήματα ο φιλόσοφος Διογένης.

Τέλος, ο Πλούταρχος αναφέρει την ύπαρξη μιας τοιχογραφίας, όπου απεικονιζόταν ο ρήτορας Ισοκράτης, μαζί με άλλες τοιχογραφίες κωμωδιογράφων, μεταξύ των οποίων θα συγκαταλεγόταν και ο Μένανδρος, του οποίου το όνομα σώζεται στο εσωτερικό του κτιρίου, δίπλα από την μικρή θύρα.

Με την εισβολή των Ρωμαίων του Σύλλα το 86 π.Χ. το Πομπείον καταστράφηκε, για να αντικατασταθεί, έπειτα από μία μακρά περίοδο ερήμωσης, κατά τον 2ο αι. μ.Χ., μάλλον επί αυτοκράτορος Αντωνίνου Πίου (138-161 μ.Χ.), από ένα νέο ευρύχωρο τρίκλιτο κτίσμα με στοές, το λεγόμενο «κτίριο των αποθηκών».

Το οικοδόμημα αυτό ισοπεδώθηκε κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 μ.Χ. Έναν περίπου αιώνα αργότερα, την θέση του πήραν δύο επιμήκεις στοές εμπορικού χαρακτήρα, οι οποίες στέγαζαν καταστήματα και έφεραν αψιδόμορφη πύλη σε σχήμα θριαμβικού τόξου.

Πληροφορίες για το «Πομπείον» αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα:

https://archaeologia.eie.gr/ και για τους Πυροφόρους από τον Ορέστης Πυλαρινός

 

 

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Ο αρχαίος Ελληνικός και ο Βυζαντινός ναός.


Ο αρχαίος Ελληνικός ναός δεν ήταν τόσο χώρος λατρείας αλλά περισσότερο ένα αφιέρωμα της πόλης στους θεούς. Ήταν πλήρως εναρμονισμένος στο φυσικό τοπίο, και αποτελούσε ένα αρχιτεκτονικό μαρμάρινο μνημείο, με κίονες και παραστάσεις στις μετόπες μορφές από την μυθολογία. Θεοί, ημίθεοι ήρωες και θνητοί, πρωταγωνιστές στην αέναη μάχη της ζωής.

Ο ναός στην αρχαία Ελληνική αρχαιότητα αποτελούσε την κατοικία του θεού, το κτήριο που στέγαζε το λατρευτικό άγαλμα μιας ή περισσότερων θεοτήτων, και όχι ο χώρος συνάθροισης των πιστών, όπως στο Χριστιανικό κόσμο. Αυτό φανερώνει και το ουσιαστικό «ναός», που προέρχεται από το ρήμα «ναίω» (=κατοικώ).

Στο εσωτερικό του κυρίως ναού, οι κίονες που στήριζαν τη στέγη, πολλές φορές διαμόρφωναν κι ένα πλαίσιο που αναδείκνυε το λατρευτικό άγαλμα. Σε αρχαϊκούς, όπως και σε κάποιους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς ναούς διαμορφωνόταν στο βάθος του σηκού ένα άδυτον, μέσα στο οποίο τοποθετούσαν το λατρευτικό άγαλμα με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά.

Η αρχαία Ελληνική τέχνη στο ύψιστο σημείο. Δεν είναι τυχαίο πως η άγαλμα λέξη σημαίνει την θέα εκείνου που κάνει τις αισθήσεις και την ψυχή να αγάλλεται, να χαίρεται.

Το άγαλμα της θεότητας βρίσκεται κρυμμένο στο άδυτον του ναού, κατ' αντιστοιχία του αθάνατου θεϊκού στοιχείου το οποίο ενυπάρχει κρυμμένο εντός των σωμάτων μας, του υλικού ναού μας. Όπως ανέφερε ο Ηράκλειτος αφενός μεν της φύσης της αρέσει να κρύβεται, και αφετέρου κρυμμένη αρμονία είναι καλύτερη απ' τη φανερή.

Αντίληψη που συναντάμε αργότερα και στα λεγόμενα του Ιησού:

«Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού κι ότι το Πνεύμα του κατοικεί ανάμεσά σας; Αν κάποιος, λοιπόν, με τις διαιρέσεις καταστρέφει το ναό του Θεού, αυτόν θα τον αφανίσει ο Θεός. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, κι ο ναός αυτός είστε εσείς» (Α΄Κορ.3,9-17).

Οι πιστοί στην αρχαία Ελλάδα, συγκεντρώνονταν στον περιβάλλοντα χώρο έξω από το κτήριο του ναού, όπου βρισκόταν και ο βωμός για την προσφορά θυσιών και την άσκηση της λατρείας, καθώς η αρχαία Ελληνική θρησκεία είναι κατά εξοχήν φυσιολατρική. Στον ίδιο υπαίθριο χώρο, εκτός από τον βωμό, υψώνονταν διάφορα αφιερώματα των πιστών, κυρίως αγάλματα κι αναθηματικές στήλες.

Ο βωμός βρισκόταν συνήθως στην είσοδο της ανατολικής πλευράς του ναού, σε σημείο ορατό από το άγαλμα του θεού που ήταν τοποθετημένο μέσα στο ναό. Η θυσία ήταν η κορυφαία εκδήλωση λατρείας γι’ αυτό και ο βωμός ήταν ο πυρήνας του Ιερού.

Οι θυσίες μπορούσαν να είναι αναίμακτες προσφορές από γάλα, μέλι, λάδι, κρασί, καρπούς, άνθη ή αιματηρές, με το σφάξιμο ζώων. Τα μη φαγώσιμα μέρη του ζώου καίγονταν στο βωμό προς τιμή των θεών ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν στους πιστούς. Σε αντάλλαγμα ζητούσαν βοήθεια, προστασία, καλή σοδειά ή καθαρμό από φόνους και κακές πράξεις.

Στον υπαίθριο χώρο γύρω από το ναό, εκτός από τον βωμό, υψώνονταν επίσης διάφορα αφιερώματα των πιστών, κυρίως αγάλματα και στήλες, γνωστά ως αναθήματα. Με την προσφορά τους οι πιστοί εξασφάλιζαν την εύνοια των θεών ή τους ευχαριστούσαν για κάτι.

Το μέγεθος και το υλικό κατασκευής των αναθημάτων ποικίλλει ανάλογα κυρίως με την οικονομική δυνατότητα του πιστού που τα πρόσφερε. Για τη φύλαξη ορισμένων αφιερωμάτων υπήρχαν χαρακτηριστικά κτίσματα, οι λεγόμενοι Θησαυροί.

Οι ρυθμοί είναι δύο: ο Δωρικός και ο Ιωνικός. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο (De architectura 4.1.3-7), συγγραφέα του μόνου αρχαίου συγγράμματος για την αρχιτεκτονική που μας σώζεται, ο Δωρικός ρυθμός, που δημιουργήθηκε στην Πελοπόννησο (συγκεκριμένα μάλιστα στο Άργος) και διαδόθηκε αργότερα και στη Μικρά Ασία.

Στην πραγματικότητα δεν αποκλείεται ο Δωρικός ρυθμός να προήλθε από την εξέλιξη στοιχείων της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Πάντως τα πρώτα γνωστά παραδείγματα εντοπίζονται στη βόρεια Πελοπόννησο και δεν είναι παλαιότερα από το τέλος του 8ου ή τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Ο ναός χωρίζεται σε τρία μέρη:

1) ο πρόναος. Είναι ένας μικρός χώρος που τον συναντάμε στο μπροστινό μέρος του ναού.

2) ο σηκός. Είναι το κυρίως μέρος του ναού. Εδώ ήταν τοποθετημένο το άγαλμα του θεού.

3) ο οπισθόδομος. Είναι ένας χώρος που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ναού.

Οι ναοί ως τόποι λατρείας συνδέθηκαν με την τέλεση θρησκευτικών εορτών κι εκδηλώσεων. Οι γιορτές αυτές συνοδεύονταν συχνά από τη διεξαγωγή αγώνων. Στα πιο ονομαστά ιερά κάποιες γιορτές απέκτησαν και πανελλήνιο χαρακτήρα, όπως τα Ολύμπια, τα Πύθια, τα Νέμεα και τα Ίσθμια ξεπερνώντας τα όρια της απλής λατρείας και αποτελώντας τις πιο σημαντικές κοινωνικές εκδηλώσεις του αρχαίου κόσμου.

Βραβεία σε αυτούς τους αγώνες ήταν στεφάνια από ελιά, δάφνη, πεύκο κι αγριοσέλινο αντίστοιχα (στεφανίτες αγώνες).Υπήρχαν βέβαια και τοπικοί αγώνες σε κάθε πόλη με έπαθλα μεγάλα χρηματικά ποσά και πολύτιμα δώρα (χρηματίτες αγώνες).

Οι περισσότεροι αρχαίοι Ελληνικοί ναοί ήταν κτισμένοι με κατεύθυνση προς την ανατολή, προς τον ανατέλλοντα ήλιο. Αντίθετα οι Χριστιανικοί ναοί προσβλέποντας στην Δευτέρα παρουσία, έχουν κατεύθυνση από τη Δύση προς την Ανατολή.

Οι πρώτοι ιδιόκτητοι Χριστιανικοί ναοί χτίζονται από το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. χάρη στην ένταξη των Χριστιανικών κοινοτήτων στις λεγόμενες «Ταφικές Εταιρείες». Αυτές είχαν το δικαίωμα να έχουν ιδιόκτητο χώρο συνάθροισης των μελών τους και κοιμητήριο.

Αυτές οι πρώτες εκκλησίες, είχαν απλό σχήμα και έμοιαζαν με τις βασιλικές ή ήταν περίκεντρα και οκταγωνικά κτήρια, και ονομάζονταν «Ευκτήρια», «Κυριακά», «Βασιλικές» και «Μαρτύρια», αφού ήταν συχνά κτισμένες πάνω σε τάφους μαρτύρων.

Η αρχαιότερη περιγραφή Χριστιανικού ναού που έχουμε αφορά το ναό του Παυλίνου στην Τύρο (313-322), η οποία περιγράφεται από τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο. Ο ναός αυτός φαίνεται ότι διέθετε τα τρία βασικά μέρη του χριστιανικού ναού, νάρθηκα, κυρίως ναό και Ιερό Βήμα. Αυτοί οι πρώτοι ναοί είχαν απλή διακόσμηση με συμβολικές παραστάσεις (Σταυρός, ΙΧΘΥΣ, μονόγραμμα Χριστού…) ή καθαρά διακοσμητικές (άνθη, καρποί, παραδείσια πτηνά…).

Την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χτίστηκαν ναοί σε σχήμα σταυρού, που η οροφή τους σκεπαζόταν από μεγάλο τρούλο, ο οποίος συμβόλιζε τον ουρανό. Είναι ακριβώς ο θόλος, με τον οποίο η Χριστιανική αρχιτεκτονική, με ολοένα καινούργιες μορφές, πέτυχε ένα υπερφυσικό αντίγραφο του ουρανού και της θεϊκής παντοδυναμίας.

Στον τρούλο ζωγράφιζαν συνήθως τη μορφή του Χριστού που ευλογούσε τους πιστούς (Χριστός Παντοκράτορας). Ο ναός χωρίζεται σε τρία μέρη: στον πρόναο, στον κυρίως ναό και στο Ιερό Βήμα (ή Ιερό).

Η Βυζαντινή τέχνη δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως άρρηκτη συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής παρά τις ομοιότητες. Αν και χρησιμοποιήθηκε η ίδια γλώσσα και επιβίωσαν στοιχεία της αρχαίας Ελληνικής παράδοσης, η Βυζαντινή τέχνη εμπεριέχει σοβαρές αντιθέσεις με την αρχαία Ελληνική.

Στο Βυζάντιο ο ναός είναι ο τόπος των τούβλων, των τρούλων, και της πολύχρωμης διακόσμησης που αποτελούν τα ψηφιδωτά η τα σμάλτα, με παραστάσεις αγίων. Παρότι υπάρχουν και εδώ κίονες, αλλά και ξυλόγλυπτο η μαρμάρινο τέμπλο. Το τέμπλο ονομάζεται μεσοτοιχία της αμαρτίας, καθώς λόγω των αμαρτιών μας χωρίζει από την πηγή της ζωής που είναι ο Θεός.

Το τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό, από το Ιερό βήμα, το αντίστοιχο «άβατο». Στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές το τέμπλο είχε την μορφή χαμηλού κιγκλιδώματος, για αυτό και ονομάζεται «κιγκλίδες, κάγκελα» και οι είσοδοι «καγκελοθύρια» ή «Ἅγια Θύρα». Αργότερα το φράγμα και ολόκληρο το βήμα ανυψώνεται περισσότερο και πάνω στους πεσσίκους τοποθετιούνται μικροί κίονες που ενώνονται στην απόληψη τους με το επιστύλιο. Ανάμεσα σε αυτούς τοποθετούνται τα βήλα (κουρτίνες).

Οι εικόνες ανάμεσα σε αυτές θα τοποθετηθούν αργότερα τον 14ο αιώνα, με παραστάσεις από την Παλαιά και Καινή διαθήκη. Στο επάνω μέρος βρίσκεται η εικόνα του Ιησού της Παναγίας, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, των Αρχαγγέλων κ.λ.π

Στον Χριστιανικό ναό το κτίριο συλλαμβάνεται ως εσωτερικός χώρος, όπου ο πιστός αποκόπτεται από τον έξω κόσμο, και το φυσικό περιβάλλον.!

Πηγές: https://learnmore.ancienttemple.ysma.gr/, Το Λυκόφως των Θεών, Δ. Κοργιανίτης, εκδ. Αρχέτυπο, Η Θεολογία του Τέμπλου, Μαρία Χατζηγκούμα, «χώρα του Αχώρητου», Βυζαντινή Αθήνα

 

 

 

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Το άγνωστο Ορφικό σπήλαιο σε σχήμα γυναικείου κόλπου



Το Ορφικό σπήλαιο σε σχήμα γυναικείου κόλπου , είναι ένα σπάνιο αρχαίο Θρακικό ιερό, τόπος,  Ορφικών μυητικών τελετουργιών, το οποίο βρίσκεται κοντά στο χωριό Nenkovo Kardzhali, της Bουλγαρίας.

Το σπήλαιο είναι μία φυσική οριζόντια σχισμή στο βράχο, με βάθος 22 μέτρα, η οποία διανείχθηκε στο τελικό σχήμα της από τους αρχαίους Ορφικους μυσταγωγούς. Το ύψος της οπής είναι 3 m και το πλάτος της περίπου 2,50 μ. Το σπήλαιο έχει κυριολεκτικά την όψη και το σχήμα γυναικείου αιδείου, συμβολίζοντας όπως είναι προφανές την μήτρα, τη σύλληψη και την αναγέννηση της ζωής.

Στην oροφή του σπηλαίου έχει διανοιχθεί σκοπίμως μια οπή, ώστε το μεσημέρι να διαπερνά το σπήλαιο μία ακτίνα φωτός. Ακτίνα η οποία παίζει τον ρόλο ενός ιερού ηλιακού ζωογονητικού φαλού, και ο οποίος προβάλεται στο πάτωμα του ιερού σπηλαίου. Αυτό το εκπληκτικό φαινόμενο το οποίο συμβολίζει τη γονιμότητα, έχει καταγραφεί από κάμερα και συμβαίνει μια φορά το χρόνο, τέλος Φεβρουάριο ή αρχές Μαρτίου. Τότε ο ήλιος αρχίζει σταδιακά να αναπτύσεται από τα ανατολικά προς τα δυτικά, από την μικρή σχισμή βράχου με τη μορφή ενός επιμήκους δοκού. Στο σπήλαιο υπάρχει νερό, το οποίο δημιουργεί στο εσωτερικό του σπηλαίου μια μικρή πισίνα, ώστε να γίνονται οι σχετικοί καθαρμοί. Σύμφωνα με την θρησκεία των Ορφικών, τα σπήλαια λατρείας τους, βρίσκονται πάντα σε κορυφές βουνών, κοντά στα οποία υπάρχει διαθέσιμο νερό για τους απαραίτητους καθαρμούς και εξαγνισμούς.. !

Διαβάστε σχετικά : “Μυσταγωγία και μυθαγωγία, και μυητικές τελετές στην αρχαία Ελλάδα” [http://xletsos-basilhs.blogspot.com/2015/…/blog-post_11.html]
---------------------------------------------




The Womb Cave

This amazing Thracian megalith - The Womb Cave (aka "The Vagina") is located near village of Nenkovo. It was discovered in 2001. The temple is shaped like the opening to a vagina. It leads into a cave deep about 22 m. and wide 2.5 m. A human hand shaped it into a place of conception constantly washed by water seeping through the walls.

At the deep far end of the cave, a carved altar (1.3 in height) symbolizes the womb itself. At midday as the sun approaches its highest point in the sky, its light seeps into the cave through a special opening in the ceiling and projects a perfectly recognizable representation of a phallus onto the floor. As the sun progresses further, and the light slants across the interior of the cave, the phallus grows longer, reaching out to the womb altar. Only during some months of the year, when the sun is lowest on the horizon, the phallus becomes long enough to reach the altar and symbolically fecundate the womb.

Because of their shape, these caves were used for the cult to the Goddess Mother. At a certain time in history, male cults took over on the territory of what is today Bulgaria, connected with the cult of the Sun. At that point, the womb caves started being used in the Sun cult. They were modeled additionally by humans to ensure that the Sun could penetrate into the cave’s interior. That is true of southern caves at Christmas time when the sun has reached its lowest point and is able to penetrate deeper.”


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Η Αγία Δήμητρα, στην Ελευσίνα

Θα διαβάσετε μία άγνωστη  στους πολλούς ιστορία καθώς δεν διδάσκεται στα σχολεία,  συγκλονίζει όμως τόσο όσον αφορά την δύναμη των πολιτισμικών αξιών και της αντοχής τους στον χρόνο, όσο και για τη δυναμική που μπορούν να δώσουν στις μελλοντικές εξελίξεις.

Καρυάτιδα Κιστοφόρος, Αρχαιολογικό μουσείο Ελευσίνας

Η Ελευσίς ή Ελευσίνα (αρχαία ελληνικάλευσίς), (ο δήμος: Ελευσίνας 
ή Δήμος Ελευσινίων), ήταν αρχαίος οικισμός - πόλη και δήμος της 
Ιπποθοωντίδας (περιοχή της Αρχαίας Αττικής και φυλή της αρχαίας Αθήνας). Ήταν πόλη πολύ σημαντική για τη λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης, καθώς και για τα Ελευσίνια Μυστήρια, γιορτές μυστηρίων προς τιμήν τους, έτσι ώστε, μέχρι το τέλος του παγανισμού, θεωρήθηκε ως ένας από τους ιερότερους τόπους της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

Ο Στράβων, αναφερόμενος στον ιστορικό Φιλόχορο και το έργο του «Ατθίς» (ή Ατθίδες ή Ιστορίαι) λέει ότι η Ελευσίνα ήταν μια από τις δώδεκα πόλεις, οι οποίες ιδρύθηκαν στην Αττική από τον μυθικό βασιλιά της ΑθήναςΚέκροπα και αργότερα ο Θησέας την ένωσε με την πόλη της αρχαίας Αθήνας.

Ως γνωστόν, η πόλη της Αρχαίας Ελευσίνας, κτίστηκε γύρω από το ιερό της Δήμητρας, της θεάς της Γεωργίας, και τα Ελευσίνια Μυστήρια δοξάζονταν στην περιοχή από την Μυκηναϊκή εποχή. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως η θεά Δήμητρα ήταν εκείνη που προσέφερε και όρισε τους κανονισμούς που εξασφάλισαν, αργότερα, τις πνευματικές αξίες και τις ηθικές αρχές τους. Η εισαγωγή νόμων και θεσμών ήταν που «γέννησαν» το βαθύτερο αίσθημα ευγνωμοσύνης που έτρεφαν οι Αρχαίοι  προς την ίδια, αποδίδοντας της γι’ αυτόν τον λόγο τον χαρακτηρισμό της «Θεσμοφόρου».

Το Ελευσίνιο Ιερό Ιδρύθηκε τη Μυκηναϊκή Εποχή, ενώ η ανέγερση του μεγάρου το οποίο, εν συνεχεία, ταυτίσθηκε με τον πρώτο ναό της Δήμητρας, βρισκόταν βορειανατολικά του «Τελεστηρίου» των κλασικών χρόνων. Οι τελετές των Μεγάλων Ελευσίνιων Μυστηρίων λάμβαναν χώρα κατά το τέλος Σεπτεμβρίου και σηματοδοτούσαν το τέλος της σοδειάς για τους κατοίκους της περιοχής. Μετά την ήττα της Ελευσίνας από την Αθήνα, οι Αθηναίοι έδωσαν στις Ελευσίνιες γιορτές υπερτοπικό χαρακτήρα, και «Μύστες» κατέφθαναν στην περιοχή από όλη την Αρχαία Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτές συμμετείχαν όλοι, πολίτες και δούλοι, άνδρες και γυναίκες.

Το ιερό της Ελευσίνας, υπήρξε για πολλούς αιώνες ένα από τα σπουδαιότερα λατρευτικά κέντρα της αρχαιότητας. Εκεί αναπτύχθηκε η λατρεία της θεάς Δήμητρας (Δη = Γη = μήτηρ) και της Κόρης Περσεφόνης, που την συναντάμε συχνότερα με την προσωνυμία Κόρη. Ήταν και οι δύο θεότητες, ίσως μάλιστα η ίδια θεότητα με την ωριμότερη και την νεανικότερη εκδοχή της, που συνδέονταν με την καλλιέργεια της γης και την ανάπτυξη των καρπών, ιδιαίτερα των σιτηρών, που ακόμη και σήμερα αποκαλούνται «δημητριακά».

Τα Ελευσίνα Μυστήρια όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά κυριάρχησαν και κατά την Ρωμαϊκή εποχή, αποκτώντας παγκόσμια αίγλη. Είναι χαρακτηριστικό, ότι την περιοχή επισκέφτηκαν Ρωμαίοι Αυτοκράτορες, όπως ο Αδριανός και ο Μάρκος Αυρήλιος οι οποίοι συμμετείχαν ως Μύστες στα Μυστήρια. Με λίγα λόγια, ο τόπος της Ελευσίνας ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ιερούς τόπους της Αρχαιότητας.

To τέλος της ιστορίας της αρχαίας Ελευσίνας είναι γνωστό. Μας το  Περιγράφει ο ιστορικός Ευνάπιος στη βιογραφία του Νεοπλατωνικού Μάξιμου, τον 5° αιώνα μετά Χριστό με τη μορφή μιας προφητείας, που πραγματοποιήθηκε το έτος 396 μ.Χ. με την εισβολή του ηγεμόνα των Γότθων Αλάριχου στην Ελλάδα, όπως έχουμε προαναφέρει.

Ο Ευνάπιος μυήθηκε από τον τελευταίο κανονικό Ιεροφάντη, τον Νεστόριο, στα Μυστήρια της Ελευσίνας.. Μετά από αυτόν τον Ιεροφάντη, την εξουσία και τον τίτλο του κατέλαβε παράνομα, υποκλέπτοντας τον, κάποιος άλλος, ένας άνδρας από τις Θεσπιές, που είχε το βαθμό του Πατρός στα Μιθραϊκά Μυστήρια. Την καταστροφή του Ιερού χώρου προέβλεψε παρουσία του Ευνάπιου, ο Νεστόριος, που προφήτευσε, εκτός από την μελλοντική καταστροφή των Ιερών, και την πτώση όλης της Ελλάδας, γιατί και αυτοί οι Εθνικοί (ειδωλολάτρες) θα είχαν απομακρυνθεί πλέον από την πίστη και ευσέβεια προς τους αρχαίους θεούς. Ο δεσμός του Ελληνισμού με τα Μυστήρια αποδείχθηκε ολοκάθαρα στο κοινό τους πεπρωμένο.

Παρόλα αυτά,  μία μαρτυρία, καταδεικνύει αίσθηση δέους, σεβασμού αλλά και δεισιδαιμονίας, που έτρεφαν οι Χριστιανοί κάτοικοι   της Ελευσίνας, για την αρχαία παγανσιτική Θεά Δήμητρα και την κόρη της,  έως και τις αρχές του 19ου αιώνα, την οποία διασώζει ο Βρετανός περιηγητής Edward Daniel Clarke (1769- 1822).

Ο Clarke ήρθε στην Ελλάδα, περί το 1800, και βρήκε στον  χώρο  που άλλοτε λάμβανα χώρα οι ιερότερες και σημαντικότερες μυστηριακές τελετές των αρχαίων Ελλήνων τμήμα από ένα άγαλμα Καρυάτιδας - κόρης το οποίο πίστευαν πως απεικόνιζε την Δήμητρα. Ήταν το  πάνω μέρος μιας Καρυάτιδας, μιας γυναικείας φιγούρας, η οποία κουβαλούσε στο κεφάλι της αλάτι, στάχυα, λουλούδια και ρόδια. Ήταν ένα από τα δύο αγάλματα-Καρυάτιδες που στήριζαν τα Μικρά Προπύλαια.

Καρυάτιδα Κιστοφόρος, Αρχαιολογικό μουσείο Ελευσίνας. Η έτερη Καρυάτιδα βρίσκεται σε μουσείο της Μεγάλης Βρετανίας.

Οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσάρμοσαν το αρχαίο άγαλμα στη χριστιανική πίστη και το αποκαλούσαν ‘Αγία Δήμητρα’. Η προσαρμογή εξελίχθηκε και κατά την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατά την οποία αναπτύχθηκε ένας μύθος με πολλές ομοιότητες με αυτόν του αρχαίου μύθου της Δήμητρας και της Περσεφόνης, με την διαφορά ότι στον σύγχρονο μύθο των ντόπιων, η Κόρη ήταν Χριστιανή και αρπάχτηκε από έναν Τούρκο.

Οι ντόπιοι πίστευαν πως το άγαλμα προστάτευε το χωρίο, και για αυτό τον λόγο, κάθε γιορτή του άναβαν καντήλι, καθώς και εικονίσματα, πίστευαν δε πώς όποιος τολμούσε να το κουνήσει από την γη που ήταν μισοθαμένο θα του κοβόταν το χέρι. Απέδιδαν στην παρουσία του την γονιμότητα της γης τους, για αυτό τον λόγο συσσώρευαν γύρω του την κοπριά που προορίζονταν για τα χωράφια τους. Πίστευαν πως αν ποτέ χανόταν θα τους έβρισκε μεγάλη συμφορά, και μάλιστα έδειχναν τα ανάγλυφα στάχυ που κοσμούσαν την κεφαλή του, ως απόδειξη ότι προστάτευε τα γεννήματα τους. Λέγανε μάλιστα πως ένα βράδυ πήγαν κάποιοι Φράγκοι το βράδυ να το σύρουνε στην θάλασσα για να το κλέψουν αλλά αυτό γύρισε μόνο του το πρωί στην θέση του. Ήξεραν όλοι πως εάν έμπαινε σε καράβι αυτό το βούλιαζε.

Το 1801, όμως όταν ήρθε ο Clarke, έμαθε πως οι ντόπιοι κάτοικοι, πίστευαν ότι αυτό το αρχαίο άγαλμα, ήταν ο λόγος για τον οποίο ο κάμπος της Ελευσίνας ήταν τόσο εύφορος, αλλά αυτός ήθελε το άγαλμα για την αρχαιολογική του αξία.  Όταν ο Clarke, έκανε φανερές τις προθέσεις του να πάρει το άγαλμα, προκάλεσε την οργή των κατοίκων της περιοχής οι οποίοι φοβόταν ότι τυχόν μεταφορά του θα προκαλούσε προβλήματα στην σοδειά τους.

Ο Clarke δωροδόκησε τον Τούρκο Διοικητή της Αθήνας με ένα τηλεσκόπιο, και ξεκίνησε τις εργασίες μεταφοράς του αγάλματος. Σε αυτή τη συναλλαγή βοήθησε και ο ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης της Σαλαμίνας στην οποία υπαγόταν θρησκευτικά, η περιοχή της Ελευσίνας. Ένας Χριστιανός ιερέας μάλιστα έσκαψε πρώτος με αξίνα για να βγει το άγαλμα. Την προηγούμενη της κλοπής συνέβη ένα παράξενο περιστατικό.  Ένα βόδι έκοψε το ζυγό και έπεσε πάνω στο άγαλμα χτυπώντας το με τα κέρατα του, και κατόπιν έφυγε τρέχοντας προς τον κάμπο. Οι χωρικοί κατάλαβαν πως θα τους βρει μεγάλο κακό για αυτό και δεν ήθελαν να πάρει ο Εγγλέζος την κόρη.

Λόγω του βάρους του (άνω των 2 τόνων), ο Clarke συνάντησε πολλά προβλήματα να το μεταφέρει στο πλοίο, εκτός των αντιδράσεων των ντόπιων. Φαίνεται ότι το πλοίο βυθίστηκε, αλλά το άγαλμα τελικά ανασύρθηκε από το ναυάγιο.  Ο Clarke τελικά το δώρισε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge της Αγγλίας *, μαζί με άλλους αρχαιολογικούς θησαυρούς που είχε στην κατοχή του. Ο ίδιος έγινε καθηγητής της έδρας της Μεταλλειολογίας αυτού του Πανεπιστημίου.  

Τον επόμενο χρόνο, η χρονιά ήταν καλή και οι χωρικοί πίστεψαν πως το άγαλμα θα γύριζε πάλι. Οι επόμενες χρονιές όμως ήταν καταστροφικές και οι χωρικοί πίστευαν πως αυτό οφειλόταν στην απουσία της κόρης.


Το δίδυμο άγαλμα του αγάλματος της Αγίας Δήμητρας, δηλαδή η δεύτερη Καρυάτιδα που στήριζε τα Μικρά Προπύλαια, ήταν θαμμένο εξ ολοκλήρου στο έδαφος. Διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ελευσίνας.

Ακόμη μία Καρυάτιδα βρίσκεται  συνεπώς σε μουσείο της Μεγάλης Βρετανίας.

Διαβάστε "Αγαλματένια κρίνα' του Μηνά Παπαγεωργίου, εκδόσεις Δαιδάλεος

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Κουκονήσι ένα άγνωστο νησάκι με εξαιρετικά σημαντικό αρχαιολογικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

Στο υπό έκδοση μυθιστορήματος μου: "Γλαύκος και Νηρηίδα", εξιστορώ την ιστορία του του δωδεκάχρονου  Γλαύκου στην αρχαία Λήμνο (εποχή Πελοποννησιακού πολέμου),  το νησί του Ηφαίστου του Θεού ύπνου, και των Καβείρων.  Η περιπέτεια ξεκινά, από το νησάκι Κουκονήσι, το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριό καταγωγής μου,  τα Λύχνα, Λήμνου.   Ιστορικά, Μυθολογικά (και φανταστικά) στοιχεία  για το Κουκονήσι, εντάσσονται στην ιστορία, εκεί  όπου  ο μικρός ήρωας του βιβλίου έχοντας ως πρότυπα τους ήρωες της Αρχαίας Ελλάδος θέλει να γνωρίσει το βασίλειο του Ποσειδώνα. Κάτι  που επιτυγχάνει τελικά με την βοήθεια των Θεών, της όμορφης Νηρηίδας Πρωτομέδειας και του μαγικού της  φίλτρου.  

Άρτι αφιχθείς λοιπόν από την  Ανεμόεσσα Λήμνο όπου ανάμεσα στα άλλα, εξερεύνησα το Κουκονήσι. Πριν διαβάσετε   ιστορικά στοιχεία για το Κουκονήσι, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα μου, το οποίο αφορά το Κουκονήσι από όπου ξεκινά η ιστορία του μικρού Γλαύκου. Ακολουθεί, απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο Γλαύκος και η Νηρηίδα».

Ο ΘΡΥΛΟΣ

Σε μία από τις  συζητήσεις που είχε ο πατέρας του  με τον παππού του και άλλους φίλους τους, είχε  ακούσει για έναν θρύλο που αφορούσε το νησάκι Κουκονήσι, που βρισκόταν απέναντι από χωριό του παππού του. Παλαιότερα έλεγαν πως στο Κουκονήσι κατοικούσαν οι Κούκονες, οι οποίοι ήταν πελώριοι, άγριοι και ζούσαν απομονωμένοι στο νησάκι, δίχως να έχουν σχέσεις με τους υπόλοιπους κατοίκους της Λήμνου.

Κάποτε  οι  Κούκονες αποφάσισαν να κλειστούν στα σπίτια τους και να μην ξαναβγούν. Τότε όμως, ξαφνικά, ένα πρωινό της εικοστής πρώτης του μηνός Σκιροφοριών (Ιουνίου)  εξαφανίστηκαν, και δεν τους ξαναείδε ποτέ πια κανείς. Λέγανε πως αυτό έγινε λόγω της υπεροψίας τους απέναντι στον Ποσειδώνα, καθώς υπερηφανεύονταν με έπαρση πώς ήταν τόσο δυνατοί  - αλλά πολύ πιο έξυπνοι  - όσο ο κύκλωπας Πολύφημος, ο γιος του Ποσειδώνα, τον οποίον τύφλωσε ο Οδυσσέας. Για αυτόν τον λόγο, ο Ποσειδώνας διέταξε τον Άδη να φυλακίσει για πάντα τις ψυχές τους στα Τάρταρα. Έτσι εξαφανίστηκαν όλοι εκτός της Κυμοπόλειας, ιέρειας και κόρης του Ποσειδώνα που προσπαθούσε μάταια να τους συνετίσει.

Όταν ο Ποσειδώνας τους επέβαλε τη σκληρή αυτή τιμωρία, η Κυμοπόλεια προσπάθησε να μεταπείσει τον πατέρα της. Αυτός όμως ήταν ανένδοτος, καθώς η ύβρις επιφέρει πάντα την Νέμεση.  Από τότε η απαρηγόρητη Κυμοπόλεια έβαλε σκοπό της ζωής της να βοηθάει τους ταπεινούς και σεβάσμιους ανθρώπους και πήγε να ζήσει στη θάλασσα ως θαλάσσια νύμφη.   

Σύμφωνα με τον ίδιο θρύλο, αν κάποιος τολμούσε να βρεθεί την εικοστή πρώτη του Σκιροφοριών (Ιουνίου) στο νησί, η Κυμοπόλεια, αν αυτός ήταν άνθρωπος ειλικρινής και ταπεινός, τότε θα του πραγματοποιούσε την μεγαλύτερη του επιθυμία. Σε διαφορετική όμως περίπτωση, η ψυχή του θα φυλακίζονταν για πάντα στα Τάρταρα, όπως των  Κουκόνων.

Από τότε πολλοί επιχείρησαν να πάνε στο νησί αυτήν την ημερομηνία,  αλλά οι περισσότεροι δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Κι όσοι γύρισαν είχαν χάσει τα λογικά τους.  Για αυτό τον λόγο απαγορεύτηκε με νόμο, να επισκέπτονται οι Λήμνιοι αυτήν την ημερομηνία το νησάκι. 

Για να προστατευτούν μάλιστα οι κάτοικοι του νησιού από τα «κακά πνεύματα» των  Κουκόνων, έχτισαν στο νησάκι σύμφωνα με χρησμό του μαντείου των Δελφών ένα ναό αφιερωμένο στον προστάτη του Νησιού, τον Ήφαιστο. Έτσι τώρα  εκτός από τα ερείπια των μεγάλων σπιτιών των Κουκόνων υπήρχε ο ναός του Ηφαίστου και των Καβείρων που προστάτευαν τους ναυτικούς. Από τότε λοιπόν αυτή την ημερομηνία το νησί επισκέπτονταν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις λίγοι μόνο ιερείς του Ηφαίστου, οι οποίοι έκαναν κάποιες «μυστικές» όπως έλεγαν τελετουργίες. Ο ναός αυτός δεν ήταν φυσικά τόσο σημαντικός και μεγάλος όσο αυτός της Ηφαίστειας, αλλά και εδώ γίνονταν τελετές με συμμετοχή του κόσμου.

Αυτό γινόταν κάθε χρόνο τη δέκατη πέμπτη ημέρα του Βοηδρομιών (Σεπτέμβρη), όταν και εκεί πήγαινε κόσμος για να γιορτάσει την τελετή της Πυρφoρίας, την «Έλευση της ιερής φλόγας» από την Δήλο, τον εορτασμό της Μεγάλης μητέρας και την γέννηση του πρώτου ανθρώπου, του «Πρατόλαου» όπως έλεγαν. Η πιθανότητα να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η ευχή του και να γίνει πραγματικότητα το όνειρο που έβλεπε συχνά στον ύπνο του, να  γίνει δηλαδή ο ήρωας του βυθού, του γέννησε την παράτολμη ιδέα να επισκεφτεί το νησί στην απαγορευμένη ημερομηνία.

Ήξερε πως αυτό ήταν λάθος, και παρόλο που δεν συνήθιζε να παρακούει τις εντολές των γονιών του,  θα το έκανε. Αυτήν τη φορά το είχε πάρει απόφαση. Δεν θα το καταλάβαινε  κανείς εξάλλου, θα ήταν το μεγάλο του μυστικό, αν φυσικά επέστρεφε! Περίμενε λοιπόν με ανυπομονησία πότε θα έρθει το καλοκαίρι ώστε να πάει με τους γονείς του να μείνουν στο σπίτι του παππού του, που βρισκόταν πολύ κοντά στο Κουκονήσι.

ΣΤΟ  ΚΟΥΚΟΝΗΣΙ

Το πρωί εκείνης της χρονιάς της εικοστής πρώτης Σκιροφοριών (Ιουνίου), όταν οι γονείς του έφυγαν από το σπίτι  του παππού του για δουλειές, έτρεξε στην παραλία όπου ήταν δεμένη η βάρκα τους. Με ένα πήδημα βρέθηκε μέσα κι άρχισε να κωπηλατεί κάτω από τον πρωινό ήλιο. Η θάλασσα ήταν ήρεμη καθώς δεν φύσαγε καθόλου.

Ο θαλασσινός αέρας γέμιζε τα πνευμόνια του Γλαύκου, η καρδία του  όμως πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Κοίταζε συνέχεια πίσω προς την παραλία και το σπίτι, ελπίζοντας πως δεν θα ακούσει κάποια φωνή να του φωνάζει να γυρίσει αμέσως πίσω.

Ο χρόνος μέχρι το Κουκονήσι του φάνηκε αιωνιότητα, παρότι καθώς κωπηλατούσε γρήγορα. Το μέτωπο του είχε γεμίσει με κεχριμπαρένιες σταγόνες ιδρώτα, τις  οποίες σκούπιζε κάθε τόσο με την αναστροφή της παλάμης του. Σε λίγο το Κουκονήσι ήταν πολύ κοντά πια, τα είχε καταφέρει. Πήδηξε στην παραλία και έδεσε την βάρκα του σε μία μεγάλη πέτρα. Αποφάσισε να πάει αμέσως στο ιερό του Ηφαίστου και των Καβείρων, που βρισκόταν σε ένα  πλάτωμα στο κέντρο του νησιού. 

Σε λίγο βρισκόταν μπροστά από την κεντρική είσοδο. Πάνω από την πόρτα έγραφε : «Αμύητον μη εισιέναι», δηλαδή «μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν» !

Η πόρτα ήταν κλειδωμένη φυσικά. Πήγε αμέσως στο πλαϊνό παράθυρο και σκαρφάλωσε ώστε να μπορέσει να κοιτάξει μέσα. Το μόνο που είδε ήταν τα αγάλματα των τριών Καβείρων  του Άλκωνα, του Όννη, του Αιτναίου,  και του πατέρα τους, του Ηφαίστου.

Μπροστά από τον ναό υπήρχε ο βωμός και γύρω του υπήρχαν τρία δέντρα επάνω στα οποία είχε κρεμάσει ο κόσμος κορδέλες, αγαλματάκια και ξύλινες μικρές εικόνες με παρακλήσεις για υγεία. 

Ο Γλαύκος είχε φέρει μαζί του μέλι, αλεύρι και καρπούς για να τα προσφέρει στους Θεούς και στην Κυμοπόλεια. Θα έπρεπε να γίνουν όλα σωστά και με σεβασμό προς τους Θεούς εάν ήθελε να πραγματοποιηθεί η ευχή του, που δεν  ήταν άλλη, από το να μπορέσει να εξερευνήσει τον βυθό της θάλασσας, κάτι αδύνατο φυσικά για έναν άνθρωπο. Αλλά για τους Θεούς τίποτα δεν είναι αδύνατο εάν το επιθυμούν.»


Ακολουθεί προσωπικό φωτογραφικό υλικό από την πρόσφατη επίσκεψη μου στο Κουκονήσι, αλλά και ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία . Το νησί είναι  γεμάτο θραύσματα από αγγεία, μάλλον ήταν οχυρωμένο κατα μήκος της παραλίας , ενώ το λιμάνι υποθέτω προς ήταν προς την μεριά του Μούδρου (Ανατολικά). Στην παραλία διασώζεται τμήμα λιθόστρωτου δρόμου. 


  Μία στενή λωρίδα γης,  ενώνει το Κουκονήσι με το νησί της Λήμνου.













Το Κουκονήσι είναι μια νησίδα στον κόλπο του Μούδρου της Λήμνου, στην οποία έχει εντοπιστεί σημαντικός προϊστορικός οικισμός. Παραδοσιακά οι κάτοικοι του Μούδρου και των γύρω χωριών, αναφερόμενοι στο Κουκονήσι, το αποκαλούν συνήθως ν’σούδ’ (>νησούδι, δηλαδή νησάκι). Σύμφωνα με έναν τοπικό θρύλο σ’ αυτά κατοικούσαν οι Κούκονες, οι οποίοι ήταν πελώριοι και άγριοι και ζούσαν απομονωμένοι στο νησάκι χωρίς να έχουν σχέσεις με τους υπόλοιπους κατοίκους της Λήμνου. Κάποτε αποφάσισαν να κλειστούν στα σπίτια τους και να μην ξαναβγούν. Έτσι εξαφανίστηκαν. 

Ο θρύλος έχει ενδιαφέρον, αν συνδυαστεί με τους Κίκονες, λαό της Θράκης, τους οποίους αναφέρει ο Όμηρος (Ιλιάδα Β 846, Οδύσσεια ι 39) ως συμμάχους των Τρώων και ο Ηρόδοτος ως τους πρώτους αμπελουργούς της Θράκης. Γενάρχης τους θεωρείτο ο Κίκων, γιος του Απόλλωνα και της Ροδόπης. Δεδομένου ότι θρακικά φύλα είχαν εγκατασταθεί στο νησί, ίσως στο τοπωνύμιο και στο θρύλο επιβιώνει η ανάμνηση της παρουσίας του αρχαίου αυτού θρακικού φύλου στη Λήμνο.

Σε παλαιότερες ξένες χαρτογραφήσεις της Λήμνου η νησίδα σημειώνεται με το όνομα Ispatho, Ispatha, δηλαδή η Σπάθα, όπως πιστοποιούν και αντίστοιχες ελληνικές χαρτογραφήσεις. Στην ερμηνεία του το τοπωνύμιο αυτό θα πρέπει να νοηθεί αναλογικά προς τον συνήθη σχηματισμό ελληνικών τοπωνυμίων επί τη βάσει ομοιοτήτων με διάφορα αντικείμενα (Αγκίστρι, Τηγάνι, Δρέπανον κτλ.). Και πράγματι, ιδωμένη η χθαμαλή νησίδα από τα δυτικά, από τη μεριά δηλαδή της θάλασσας, ή από τα ανατολικά, ήτοι από τη στεριά του Μούδρου, προσφέρει μια επιμήκη εικόνα που θα μπορούσε να παρομοιασθεί με σπαθί. Το ίδιο εξάλλου τοπωνύμιο (Σπάθα, Σπαθί), σχετικά συχνό στον αιγαιακό χώρο, έχει δοθεί κυρίως σε ακρωτήρια αλλά και σε βουνοκορφές ή βραχονησίδες.

Λιγότερο αυτονόητη είναι, αντίθετα, η ονομασία Κουκονήσι. Οι ντόπιοι, εκτός από απλοϊκές ετυμολογήσεις που θα δούμε παρακάτω, δεν θυμούνται πώς πήρε το όνομά της η νησίδα. Από τις πιθανές ετυμολογικές εκδοχές ας αναφερθεί εδώ η πλέον εύλογη: να προέρχεται δηλαδή η ονομασία από τη λέξη κούκ(κ)ος στη μεταφορική χρήση της στο λημνιακό αγροτικό ιδίωμα με τη σημασία των λιθοσωρών που στήνονται στα αγροτεμάχια ως οροθέσια ή κατά τον καθαρισμό τους από τις σκόρπιες πέτρες για απρόσκοπτη καλλιέργεια. 

Η ιδιαζόντως λημνιακή αυτή εκδοχή έχει το πλεονέκτημα να στηρίζεται στη χαρακτηριστική πληθώρα σκόρπιων λίθων της συγκεκριμένης νησίδας, που προέρχονται από την αναμόχλευση με την άροση των αρχαίων οικοδομικών λειψάνων. Έτσι, Κουκονήσι θα σήμαινε η νησίδα με τους πολλούς λιθοσωρούς, τους κούκους. 

Ενισχυτική της άποψής μας έρχεται επιπλέον η ονομασία Κούκονος –ως μεγεθυντικό ή επιτατικό της λέξης κούκος– που δίνουν οι ντόπιοι στο βορειοανατολικό υψηλότερο πλάτωμα της νησίδας, όπου τα οικοδομικά κατάλοιπα απαντούν σε ακόμη μεγαλύτερη πυκνότητα λόγω των εκεί επάλληλων οικιστικών φάσεων.

Αξίζει να παρατεθούν δύο παρετυμολογικές ερμηνείες των ντόπιων που κατέγραψα το φθινόπωρο του 1992 κατά την πρώτη δοκιμαστική ανασκαφή: Ένας μπέης του γειτονικού Μούδρου, σύμφωνα με τη μία, είχε εγκαταστήσει στη νησίδα, τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τις κοκόνες του, τις γυναίκες δηλαδή του χαρεμιού του (κοκόνα> Κοκονήσι> Κουκονήσι). 

Περισσότερο γλαφυρή η δεύτερη παρετυμολογία διά στόματος του γέροντα αγρότη Δημήτρη Γρατσώνη, που έχει σιτοχώραφα στο Κουκονήσι, αντλεί άμεσα από το αρχαιολογικό παρελθόν της νησίδας, όπως το αναμόχλευε το άροτρο των Μουδρινών. «Ζούσε», του διηγιόταν ο παππούς του, «τον πολύ παλιό καιρό εδώ στο ν’σούδ’ ένας λαός αντρειωμένος. Κούκονες τ’ς λέγαν. Κι ήταν παράξεν’. Όλ’ τ’ς τρέμαν, γιατί δεν ήταν συνηθισμέν’ ανθρώπ’. Πελώριοι ήταν κι αψείς. Περάσαν όμως τα χρόνια, κι αυτοί πάρε δώσε δεν είχαν με κανέναν στ’ Λήμνο. 

Κλειστήκαν μια μέρα στα σπίτια τ’ς αυτοί οι Κούκονες και δε ξαναβγήκαν. Σιγά σιγά πεθάναν όλ’. Να, οι πέτρες όταν ζευγαρίζουμ’ απ’ τα σπίτια τ’ς είναι». 
Η παράδοση προϋποθέτει ερείπια, όπως παρατηρούσε εύστοχα ο Albin Lesky.

Ο Αργοναυτικός και Τρωικός κύκλος ως μυθική προβολή πραγματικών γεγονότων και μακραίωνων ναυτικών εμπειριών ανακρατούν ανάγλυφη αυτήν τη σημασία της Λήμνου. Στην πλεύση τους από την Ιωλκό προς Κολχίδα οι Αργοναύτες σταθμεύουν επί μακρόν στο νησί, πριν διεισδύσουν στον Ελλήσποντο. Από την ερωτική συνεύρεση της τότε βασίλισσας της Λήμνου Υψιπύλης με τον Ιάσονα θα γεννηθούν δύο γιοι, ο Θόας και ο Εύνηος (ή Εύνεος), ο οποίος και θα διαδεχθεί αργότερα τη μητέρα του στη βασιλική εξουσία. Στη Λήμνο θα αγκυροβολήσει και ο ενωμένος στόλος των Αχαιών πριν κατευθυνθεί στην αντικρινή Τροία, κι όσο κρατούσε η πολιορκία, μαθαίνουμε από την Ιλιάδα (Η 467-475), ο βασιλιάς Εύνηος ανέπτυξε ζωηρές εμπορικές δοσοληψίες με τους Αχαιούς πολιορκητές.

Όταν με τις ανασκαφές στην Τροία ο Σλήμαν έδινε ιστορική υπόσταση στο έπος, με τον ίδιο ενθουσιασμό που θα τον έφερνε στις Μυκήνες, την Τίρυνθα και τον Ορχομενό, δεν υποπτευόταν ασφαλώς ότι άνοιγε ένα πολυσήμαντο κεφάλαιο στην ιστορία του ΒΑ Αιγαίου. Μπορεί η Τροία, στο μεταίχμιο των κόσμων του Αιγαίου και της Ανατολής, να αναδείχθηκε στο σημαντικότερο κέντρο της περιοχής, δεν ήταν όμως το μόνο. 

Στον άμεσα γειτονικό νησιωτικό της χώρο αναπτύχθηκαν πολυάριθμοι οικισμοί, προπάντων κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία, συναπαρτίζοντας γεωγραφικά αλλά και από την άποψη του υλικού πολιτισμού τον λεγόμενο παρατρωικό πολιτισμικό κύκλο. Με τις ιταλικές, ειδικότερα, ανασκαφές στην Πολιόχνη, στην ανατολική ακτή της Λήμνου, απέναντι ακριβώς από την Τροία, καταφάνηκε η κεφαλαιώδης σημασία της Λήμνου κατά την 3η χιλιετία π.Χ., εποχή που με την υιοθέτηση και τη διάδοση της μεταλλοτεχνίας, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση εμπορίου και ναυσιπλοΐας, σημάδεψε αποφασιστικά τη μετέπειτα πορεία του αιγαιακού κόσμου (βλ. και παρακάτω). 

Έχοντας η Πολιόχνη σαφή χαρακτηριστικά πρώιμης αστικοποίησης οδήγησε πολλούς μελετητές να την χαρακτηρίσουν ως την αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης. Χαρακτηριστικά όμως πρώιμης αστικοποίησης εμφάνιζαν, ως φαίνεται, και μερικά από τα άλλα μεγάλα οικιστικά κέντρα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, όπως η πρόσφατα μερικώς ανασκαμμένη Μύρινα (περιοχή Ρηχά Νερά) στη δυτική ακτή του νησιού, αλλά και το Κουκονήσι, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα ανασκαφικές ενδείξεις.


Περισσότερα για το Κουκονήσι στην Μυθαγωγία