Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Έλλην και Ρωμιός: Μύθοι και Αλήθειες. Τι δεν μας έμαθαν στα σχολεία.

 


Οι Έλληνες, είμασταν  υπό κατάκτηση από το 146 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο, και δεν απελευθερωθήκαμε έως το 1830.  Αλλάζαμε μόνο κατακτητές: αρχικά τους Ρωμαίους (που έγιναν Χριστιανοί στην πορεία), οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τους Έλληνες, στη συνέχεια δυόμισι αιώνες Φραγκοκρατίας, και τέσσερις αιώνες Τουρκοκρατίας. 

Παρόλα αυτά έχουμε μάθει να λέμε πως ζήσαμε «400 χρόνια σκλαβιάς».  Στην πραγματικότητα, όμως, τα χρόνια σκλαβιάς είναι πάνω από 2.000, διότι δεν μπορούμε να εξαιρέσουμε τη Ρωμαιοκρατία.  Μιλάμε για «Βυζαντινή εποχή» — πώς μπορούμε να αγνοήσουμε εκείνη την περίοδο;  

Οι Ρωμαίοι κατακτητές λεηλατούσαν τις Ελληνικές πόλεις, με πλιάτσικο έργων τέχνης και βαρύτατη φορολογία.  Παρεμπιπτόντως, ο όρος «Βυζάντιο» καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα.  Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αφορούσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Βυζάντιο, εξού και ο όρος «Ρωμιός», δηλαδή Ρωμαίος πολίτης — όχι Έλληνας, Ρωμαίος. 

Αυτό ξεκίνησε επί Ιουστινιανού (482–565 μ.Χ.), με την απαγόρευση της χρήσης των ονομασιών «Ελλάς» και «Έλλην». Ο Ιουστινιανός, καταγόμενος από  περιοχή της σημερινής Σερβίας,  και πολέμιος της αρχαίας  Ελληνικής θρησκείας, βασίστηκε σε δύο Έλληνες εθνικούς  (ακόλουθους της πολυθεϊστικής και φυσιολατρικής πατρώας θρησκείας), για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας: τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο.  

Και οι δύο, εκτός από αρχιτέκτονες, ήταν  σπουδαίοι μαθηματικοί, φιλόσοφοι και  πανεπιστήμονες.  Ο Ισίδωρος υπήρξε δάσκαλος του τελευταίου διευθυντή της Ακαδημίας Αθηνών, του νεοπλατωνικου φιλοσόφου Δαμάσκιου. Στη Βιέννη μάλιστα υπάρχει ένας ανδριάντας του Ισίδωρου του Μιλήσιου που τον δείχνει όρθιο να κρατά ένα ομοίωμα της Αγίας Σοφίας. Στην Ελλάδα, αν ρωτήσετε 100 Έλληνες, μάλλον δεν θα βρείτε κάποιον να γνωρίζει το φιλοσοφικό και επιστημονικό του έργο. Για ανδριάντα δεν το συζητάμε...!

Ο γεωγραφικός χώρος των πάλαι ποτέ  Ελληνικών πόλεων-κρατών, με κοινή γλώσσα, θρησκεία, ήθη, έθιμα, κουλτούρα και πολιτισμό, αποκαλούνταν πια «Ρωμανία», και οι Έλληνες κάτοικοί της ήταν... οι Ρωμιοί. ! Όρος που δυστυχώς χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

Για να ολοκληρώσει το Χριστιανικό έργο του, ο Ιουστινιανός έκλεισε όλες τις αρχαίες Ελληνικές φιλοσοφικές σχολές.  Προσπάθησε να επιβάλει την Ορθοδοξία σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας και γι' αυτό καταδίωξε τους οπαδούς των αιρέσεων και της αρχαίας θρησκείας και ανέστειλε τη λειτουργία της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα το 529 μ.Χ.  Οι αρχαίοι  Έλληνες φιλόσοφοι αναγκάστηκαν να πάνε στην Περσία, να βρούν καταφύγιο. 

Αντίθετα με την πρακτική αυτή, οι Έλληνες της πατρώας θρησκείας δεν προσπάθησαν να προσηλυτίσουν με τη βία κανένα αλλόθρησκο λαό.  Καθένας μπορούσε να πιστεύει και σε όποιον άλλο θεό ήθελε, και να τον διδάσκει ακόμα, φτάνει να μην ερχόταν σε ρήξη με την παραδοσιακή λατρεία των Ελλήνων.  Οι πολυθεϊστικες θρησκείες εξάλλου, μοιράζονταν κοινά στοιχεία και πρακτικές. Είναι γνωστό πως πλείστον Έλληνες φιλόσοφοι μυήθηκαν σε Αιγυπτιακούς, Περσικούς ναούς, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτων, ο Πλωτίνος, ο Απολλώνιος ο Τυανέας και τόσοι άλλοι.

Ακόμα και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο «αποστάτης», όπως τον ονόμασε η Εκκλησία, δεν κυνήγησε τους Χριστιανούς.  Έβλεπε ότι, παράλληλα με τη μικρή κοινότητα των Χριστιανών, υπήρχε η μεγάλη κοινότητα των εθνικών και προσπάθησε να ξαναδώσει την οικονομική ευρωστία στα αρχαία Ελληνικά ιερά και να δυναμώσει πάλι την αρχαία Ελληνική παιδεία και τη θρησκεία. 

Τους διωγμούς τούς έκαναν οι Ρωμαίοι, διότι οι Χριστιανοί δεν δέχονταν να καταταγούν στον στρατό, ούτε  να αποδώσουν θυσίες και τιμές στον Ρωμαίο αυτοκράτορα . Αντίθετα κρύβονταν σε κατακόμβες, και απείχαν από την κοινωνική ζωή. Ο Χριστιανός φιλόσοφος Ωριγένης θα υποστηρίξει πως οι Χριστιανοί προσφέρουν περισσότερα από τους στρατιώτες με τις προσευχές που διώχνουν τα δαιμόνια και την ασκητική τους ζωή (κάπως έτσι έπεσε και η Κωνσταντινούπολη. Ο αντρικός πληθυσμός όταν Μωάμεθ πολιορκούσε την πόλη αντί να είναι στα τείχη, ήταν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες).

Μια τέτοια πρακτική ( η αποχή δηλαδή των πολιτών από τις κοινωνικές και πολιτικές υποχρεώσεις τους), συνιστούσε τεράστιο κίνδυνο για την αυτοκρατορία.  Οι εξωτερικές πιέσεις των βαρβαρικών φύλων με τους αλλεπάλληλους πολέμους και την αυτοκρατορική κρίση θα αποτελέσουν το έναυσμα για μια τεράστια αλλαγή στην κοινωνική δομή. 

Όταν το 180 μ.χ  ο Ρωμαίος αυτοκράτορας και Στωικός φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος, ξεψυχώντας σε μια εκστρατεία στο Δούναβη, συμβούλεψε το γιο του: 

- «Πλουτίστε της στρατιώτες, περιφρονείστε τους άλλους!», η Pax Roman έφτανε στο τέλος της. 

Ο  Μάρκος Αυρήλιος, ζώντας τον περισσότερο χρόνο σε ένα αντίσκηνο στο Δούναβη, προσπάθησε να εκδιώξει τα βαρβαρικά φύλα που απειλούσαν τα βόρεια σύνορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι Χριστιανοί απέδειξαν πως ήταν άνθρωποι έτοιμοι να θυσιαστούν για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, όχι όμως για το καλό της αυτοκρατορίας. Αυτό ίσως τον έκανε ν' αλλάξει στάση και από προστάτης τους να γίνει διώκτης. Εντυπωσιασμένος από την πρόθυμη αυτοθυσία τους, έγραψε πως:

- «θυσιάζουν τη ζωή τους σπρωγμένοι από μια σκέτη αντιδραστική διάθεση, αντί να θυσιάζονται για χάρη μιας ιδέας στηριγμένης σε λογικά επιχειρήματα». 

Οι βαρβαρικές επιδρομές, οι καταστάσεις των καταπιεσμένων πληθυσμών στις πόλεις και στην ύπαιθρο, η παρακμή των πόλεων και του παραδοσιακού τρόπου ζωής, οι φυσικές καταστροφές είναι τα χαρακτηριστικά της κρίσης του 3ου αιώνα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον κοινωνικής αναταραχής, θεολογικού συγκρητισμού, φτώχειας,. μαγείας και μυστικισμού, τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα αναζητούν μια καλύτερη ζωή στην μετά θάνατο ζωή, στην Δευτέρα παρουσία, και τον Χριστιανισμό. Ο θύτης θα γίνει θύμα. Σταδιακά και οι Βάρβαρο, θα εκχριστιανιστούν, και θα καταστρέψουν συστηματικά, ότι λαμπρό και σπουδαίο είχε παράξει ο αρχαίος Ελληνικός Κόσμος...

📷 Ανδριάντας του Ισίδωρου του Μιλήσιου που τον δείχνει όρθιο να κρατά ένα ομοίωμα της Αγίας Σοφίας, στην Βιέννη της Αυστρίας.

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Παγανισμός και Χριστιανισμός.

 


«Ο παγανισμός δεν ήταν ποτέ θρησκεία και δεν υπήρχαν ειδωλολάτρες πριν από τον Χριστιανισμό. Οι Xριστιανοί επινόησαν τον παγανισμό, όχι μόνο ως όρο, αλλά και ως σύστημα».

Maijastina Kahlos (διδάκτωρ Λατινικής και Ρωμαϊκής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και Ισόβιο Μέλος του Clare Hall, University of Cambridge. Ειδικεύεται στη μετανάστευση και την κινητικότητα στην ύστερη αρχαία Μεσόγειο, την καθημερινή ζωή στην αρχαία Ρώμη και τις αρχαίες θρησκείες. ), Debate and Dialogue: Christian and Pagan Cultures c. 360-430.

Oταν µιλάµε για «παγανισµό», δεν εννοούµε ένα συγκροτηµένο και οµοιογενές θρησκευτικό σύστηµα, αλλά µια θάλασσα παραδόσεων, εθίµων και πράξεων µεεσωτερική ποικιλοµορφία, αντιθέσεις και ιδιαιτερότητες.

Ούτε, άλλωστε, ο Xριστιανισµός, παρά την ιεραρχική του οργάνωση µε σχετικάσταθερό σηµείο αναφοράς τις Γραφές, αποτελούσε (ή αποτελεί σήµερα) µια µονολιθική θρησκευτική δοµή, αφού χαρακτηριζόταν (και χαρακτηρίζεται ακόµη) από επιµέρους οµάδες και ρεύµατα, µε αγεφύρωτο, πολλές φορές, µεταξύ τους χάσµα.

Ακόµη και η αρχαία Εβραϊκή θρησκεία, το λίκνο του Χριστιανισµού, δεν λειτουργούσε ως κλειστό σύστηµα, αλλά αντλούσε συνεχώς στοιχεία από το περιβάλλον της, πλουµίζοντας το υφαντό της µε Xανανιτικά, Αιγυπτιακά, Μεσοποταµιακά και Ελληνικά πολιτιστικά στοιχεία. Αυτή τη ρευστότητα, ένθεν και ένθεν, δεν πρέπει κανείς να την παραβλέπει.

Στη δηµοτική σκέψη, γράφει οΓιώργος Κοντογιώργης, «δεν υπάρχει ένας, αλλά πολλοί θεοί (ο Άδης, ο Χάρος, η Χάρισα, ο ‘Θεός’, οι Άγιοι, η Γη, η Παναγία κ.ά.).Μολονότι διαφαίνονται µια σχετική εσωτερική ιεράρχηση κι έναςσαφής καταµερισµός έργων, αναγνωρίζεται σε καθένα από τους θεούς αυτούς πλήρης αυτονοµία δράσης [...] Ο θεός Χάρος συνυπάρχει µε τον Θεό, αποτελεί ως προς αυτό την προσωποποίηση της ανοµίας, ενσαρκώνει την απόλυτη αδικία, το απόλυτο κακό»(Κοντογιώργης 2006:18).

H µετάβαση από τους θεούς στον Θεό ήταν διαδικασία αργή, σταδιακή, σύνθετη και, συνήθως, µη βίαιη [η ιστορία μας διδάσκει το αντίθετο, εδώ κατά την γνώμη μου ο συγγραφέας καταλήγει σε λάθος συμπεράσματα. Η διαδικασία αυτή συνήθως ήταν βίαιη].

Η διαδικασία τούτη εξαρτιόταν [ και σε μικρό βαθμό - θα ήταν πιο σωστό κατά την γνώμη μου ] από παράγοντες πέραν της αυτοκρατορικής καταστολής του παγανισµού, όπως η φυσική καταστροφή των παγανιστικών ιερών από σεισµούς, η ιδιωτικοποίηση της παγανιστικής θρησκείας και ο ενοθεϊσµός, δηλαδή η λατρεία ενός ύψιστου θεού, µιας µέγιστης µορφής ανάμεσα σε άλλες, κατώτερες θεότητες (Rautman 2002. Mitchell-Nuffelen 2010. Panayides2016a. Mavrojannis 2016-2017. Deligiannakis 2018).

Για τον David Frankfurter, «ο εκχριστιανισµός [...] του µεσογειακού χώρου δεν πρέπει πλέον να θεωρείται προϊόντης οριστικής και απόλυτης επίδρασης ιδεολογιών και θεολογικών διδασκαλιών», εφόσον η επιβίωση παγανιστικών στοιχείων αποκαλύπτει τον τρόπο µε τον οποίο «Χριστιανικά σύµβολα, ιδέες, εξουσίες, ονοµασίες και άγιοι προσλαµβάνονταν και τύγχαναν διαπραγµάτευσης σε τοπικό επίπεδο - όχι µόνο σε συγκεκριµένες περιοχές, αλλά σε διάφορα επίπεδα, στο σπίτι και στο εργαστήριο, στις γιορτές των αγίων και στο µυαλό όσων ασχολούνταν µε το λειτουργικό τελετουργικό. Αυτοί ήταν οι κοινωνικοί χώροι, οι θρησκευτικοί κόσµοι, του εκχριστιανισµού - το χωνευτήρι της θρησκευτικήςδράσης» (Frankfurter 2018:31).

Για την καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης παγανισµού και Χριστιανισµού, ο Frankfurter προτείνει την αξιοποίηση της θεωρίαςτου ανθρωπολόγου Robert Redfield περί «Μεγάλης» και «ΜικρήςΠαράδοσης».

«Η κουλτούρα µιας αγροτικής κοινότητας», γράφει οRedfield, «δεν είναι αυτόνοµη. Αποτελεί πτυχή της [ευρύτερης] κουλτούρας στην οποία εντάσσεται. Όπως ακριβώς η αγροτική κοινωνία είναι ελλιπής [ως κοινωνικό σύνολο], έτσι και η αγροτική κουλτούρα είναι ελλιπής [...] Χρειάζεται µιαν άλλη κουλτούρα για να συνεχίσει να λειτουργεί. Η διανοητική και, συχνά, θρησκευτική και ηθική ζωήτου χωριού παραµένει συνεχώς µη πλήρης [...] Το χωριό µάς προσκαλεί να εξετάσουµε τη µακρά αλληλεπίδραση µεταξύ της τοπικήςκοινότητας και των πολιτιστικών κέντρων» (Redfield 1955:13-14).

Η«Μεγάλη Παράδοση» είναι για τον Redfield η κουλτούρα του πυρήνα,των ελίτ, της άρχουσας τάξης. Από την άλλη, η «Μικρή Παράδοση» αναπνέει στο υπέδαφος, είναι η κουλτούρα των µικρών ανθρώπων,των αγροτών, των αγροτικών κοινοτήτων. «Ο πολιτισµός», καταλήγειο Redfield, «διαθέτει τοπικό εύρος και µεγάλο ιστορικό βάθος. Είναι ένα µεγάλο σύνολο, στον χώρο και τον χρόνο, εξαιτίας της πολυπλοκότητας της οργάνωσής του που διατηρεί και καλλιεργεί τις επιµέρους παραδόσεις», µε τη Μεγάλη Παράδοση να διαχέει πολιτιστικάχ αρακτηριστικά προς τις «πολλές και διαφορετικές µικρές τοπικές κοινωνίες που εµπεριέχονται σ’ αυτήν» (Redfield 1955:21).

Στην περίπτωσή µας, ο Χριστιανισµός διαδραµατίζει τον ρόλο της Μεγάλης Παράδοσης, αφού υποστηρίζεται από το αυτοκρατορικό  κέντρο.  Ταυτόχρονα, συµβιώνει σε τοπικό επίπεδο µε πληθώρα προχριστιανικών αξιών, πρακτικών και εθίµων.

Η Μικρή αυτή Παράδοση προσλαµβάνει τη Μεγάλη µε διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικόβαθµό (βλ., π.χ., Frankfurter 2018:257-258).Ο Carlo Ginzburg αντιλαµβάνεται την εκδήλωση προχριστιανικών εθίµων, πράξεων και αντιλήψεων ως προϊόν συνύπαρξης µεταξύ της προφορικής κουλτούρας των λαϊκών µαζών και της γραπτής κουλτούρας της άρχουσας τάξης (Ginzburg 1980).

Πηγή: «Ο θάνατος των θεών: παγανισμός και μαγεία στη μεσαιωνική Κύπρο», δρ Χρυσοβαλάντης Κυριάκου.

 

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Κλήμης Αλεξανδρεύς περί αρχαίας σοφίας και Χριστιανισμού


Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς ή Κλήμης ο Αλεξανδρινός (Titus Flavius Clemens) ήταν θεολόγος στα τέλη του 2ου και αρχές 3ου αιώνα. Γεννήθηκε γύρω στο 150 και πέθανε μεταξύ του 211 και 216 μ.Χ. Δίδαξε ως δάσκαλος στην Αλεξάνδρεια, αφού πρώτα μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό. Ο Κλήμης θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εκκλησιαστικούς Πατέρες. Υπήρξε δάσκαλος του Ωριγένη, ο οποίος και τον διαδέχθηκε.

Στο έργο του Στρωματείς υποστήριξε πως η ορθή φιλοσοφία σε άρρηκτη ενότητα με τη Χριστιανική πίστη πρέπει να θεωρείται η Τρίτη Διαθήκη. Ο µεγάλος αγώνας του Κλήµη–αγώνας που παίρνει και τόνο δραµατικό–, είναι να αποδείξει διεξοδικά εκείνο που είχε ήδη θέσει στον πρώτο Στρωµατέα, ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι «έκλεψαν» τις ιδέες τους από τη «φιλοσοφία των βαρβάρων», και ιδίως από το µεγάλο –και σχεδόν µοναδικό– βιβλίο αυτής της φιλοσοφίας, την Π. ∆ιαθήκη. Αναφέρει χαρακτηριστικά : 

«∆είξαµε στον πρώτο Στρωµατέα ότι οι έλληνες φιλόσοφοι λέγονται κλέφτες, γιατί χωρίς ευγνωµοσύνη, πήραν τις κυριότερες γνώµες τους, απ’ τους προφήτες και τον Μωυσή».

Είναι όµως τόσο βαθιά η γνώση που έχει του βαθύτερου περιεχοµένου της ελληνικής φιλοσοφίας και τόσο µεγάλη η αγάπη του γι’ αυτήν, ώστε η πολεµική του καταλήγει στο τέλος να παλινδροµεί µεταξύ κατηγοριών και επαίνων. Αναφέρει σχετικά :  

«Η φιλοσοφία ήταν αναγκαία για τους Έλληνες προ της παρουσίας του Κυρίου για να υπάρξει δικαιοσύνη. Τώρα πάλι είναι χρήσιμη για να επιτύχει κανείς την ευσέβεια προς τον Θεό, επειδή θεωρείται ως προπαίδεια για όσους αποκτούν την πίστη με αποδείξεις. Διότι, όπως λέγεται (στις Παροιμίες στην Π. Διαθήκη), δεν θα στραβοπατήσεις αν φροντίζεις και προνοείς για όσα είναι ορθά, είτε προέρχονται από τους Έλληνες, είτε είναι δικά μας (των Εβραίων). Διότι, ο Θεός είναι η αιτία όλων των καλών και των ορθών. Και ενώ στους Εβραίους εδόθησαν ορθά από πριν, δηλαδή, η Παλαιά Διαθήκη προ της Καινής, στους Έλληνες όσα σωστά επέτυχαν ήταν επακολούθημα της φιλοσοφίας. Μήπως, όμως, και στους Έλληνες δεν είχε δοθεί πριν ο Κύριος καλέσει και αυτούς; 

Διότι η φιλοσοφία παιδαγωγούσε και οδηγούσε και το Ελληνικό Έθνος, προς τον Χριστό, όπως τους Εβραίους ο Νόμος……[..]…Είναι προφανές ότι η ελληνική προπαιδεία, καθώς και η φιλοσοφία η ίδια, έχουν έλθει στους ανθρώπους από το Θεό, όχι κατά σειρά προτεραιότητος, αλλά όπως ακριβώς οι βροχές κατακλύζουν την καλή γη και στην κοπριά και στα δώματα και έτσι με τον ίδιο τρόπο βλασταίνει και το γρασίδι και το σιτάρι και η άγρια συκιά επάνω στα μνήματα και τα άγρια δέντρα. Και το καθένα από όσα φυτρώνουν είναι πανομοιότυπο του φυτού από το οποίο προέρχεται…[..]…Ασφαλώς και δεν αποδεχόμαστε κάθε είδους φιλοσοφία, αλλά μόνον εκείνη, στην οποία αναφέρεται και ο Σωκράτης στους Πλατωνικούς διαλόγους. Επειδή, όπως λέγει, στις τελετές πολλοί κρατούν βακχικά καλάμια, αλλά λίγοι είναι όσοι εκστασιάζονται. Με την έννοια, ότι «πολλοί είναι οι κλητοί (προσκεκλημένοι), αλλά λίγοι οι εκλεκτοί..[..].. Με αυτά τα λόγια εκφράζει επομένως καθαρά τη γνώμη του ο Σωκράτης. Κατά τη δική μου γνώμη (του Κλήμεντος) οι αναφερόμενοι δεν είναι άλλοι από όσους φιλοσοφούν σωστά, ανάμεσα στους οποίους και εγώ (ο Κλήμης), δεν παρέλειψα τίποτε στη ζωή μου, αλλά έδειξα κάθε προθυμία, ώστε να έχομε επιτύχει κάτι μέχρι σήμερα και να ελπίζομε ότι, αν θέλει ο Θεός, θα γνωρίσωμε στο μέλλον και ολόκληρη την καθαρή αλήθεια, όταν φθάσουμε εκεί (στον άλλο κόσμο) …[…].. Ονομάζω φιλοσοφία όχι τη Στωική, ούτε την Πλατωνική ή την Επικούρειο ή την Αριστοτελική, αλλά τα όσα ορθά έχουν λεχθεί από την κάθε μία διαίρεση της φιλοσοφίας. Δηλαδή, όσα διδάσκουν δικαιοσύνη με ευλαβική επιστήμη. Όλην αυτή την επιλογή ονομάζω φιλοσοφία. Αλλά δε θα έλεγα ποτέ, ότι έχουν θεία προέλευση όσα επιλέγουν οι ψευδοφιλόσοφοι για να διαστρέφουν ή αλλοιώνουν την αλήθεια με ανθρώπινους διαλογισμούς».

Για τον Κλήμη, στην ελληνική φιλοσοφία δόθηκε, µε θεία βοήθεια, έφεση προς την αλήθεια, ο Πλάτων µιλά για τον Πατέρα και τον Υιό σύµφωνα µε την Γραφή, και ο Ευριπίδης µιλά για τον Σωτήρα χωρίς να το ξέρεi. Θέλοντας λοιπόν να φέρει τους Έλληνες στην πίστη, οµολογεί ότι αποφασίζει να µιλήσει στη γλώσσα τους, –µια γλώσσα που άλλωστε πρώτη µίλησε και αγάπησε–, δηλαδή την γλώσσα της διαλεκτικής συλλογιστικής τους. Ίσως γι’ αυτό κατηγορείται από πολλούς ότι αποπειράθηκε να εξελληνίσει τον Χριστιανισµό. Παραλλήλως, αναπτύσσει τις γενικές θεολογικές απόψεις του, ότι δεν υπάρχει πίστη χωρίς γνώση, ότι η «εξαίρετη» πίστη οικοδοµείται µε την µάθηση, ότι ο Λόγος σχεδόν ταυτίζεται µε τον Θεό, γίνεται αίτιος της δηµιουργίας γεννά τον εαυτό του και γίνεται σάρκα8, και ότι ο Θεός µπορεί να αναφερθεί µόνο ως νοητή µονάδα . Γι' αυτό ο Θεός παραµένει αναπόδεικτος, αλλά και απερίγραπτος, σε αντίθεση µε τον Υιό που δέχεται και απόδειξη και περιγραφή. Όλα αυτά αποτελούν τα πρώτα και βασικά ερεθίσµατα για τον επερχόµενο ανανεωτή Ωριγένη.!!

Παραθέτω μερικά σχετικά αποσπάσματα  τα οποία χρίζουν περεταίρω διερεύνησης. Στο τέλος του κειμένου μπορείτε να βρείτε ενεργό  σύνδεσμο προς ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου.


Περί συμβόλων και αλληγορικού λόγου  (παραβολές)

«Οσοι εκπαιδεύονται από Αιγυπτίους, πρώτα µαθαίνουν την µέθοδο της αιγυπτιακής γραφής που ονοµάζεται επιστολογραφική, και µετά την ιερατική των ιερογραµµατέων. Τέλος, µαθαίνουν την ιερογλυφική, που κατά ένα µέρος της µε γράµµατα κυριολεκτεί και κατά άλλο µέρος της, είναι συµβολική. Και της συµβολικής, ένα µέρος µιµείται και κυριολεκτεί, ένα µέρος εκφράζεται µεταφορικά, και ένα µέρος εκφράζεται αλληγορικά, µε υπαινιγµούς.
Θέλοντας δηλαδή να γράψουν τον ήλιο, σχεδιάζουν ένα κύκλο, για την σελήνη σχεδιάζουν µια ηµισέληνο, κατά τον κυριολεκτικό τρόπο. 

Όταν εκφράζονται µεταφορικά, µεταφέρουν και µεταθέτουν κυριολεκτικώς όµοια, άλλα µεταβάλλοντάς τα και άλλα µετασχηµατίζοντάς τα. Έτσι, τους επαίνους των βασιλιάδων τους, τους παριστάνουν στα ανάγλυφα µε µύθους που αναφέρονται σε θεούς.  Και σχετικά µε το τρίτο είδος, των υπαινιγµών, ένα παράδειγµα είναι το επόµενο. Τα άλλα άστρα πού έχουν λοξή πορεία τα απεικονίζουν µε σώµατα φιδιών, τον ήλιο µε σκαθάρι, επειδή πλάθει µια µικρή µπάλα από κοπριά και την κυλά µπροστά του. …[..]…

….Οι Αιγύπτιοι τοποθετούν τις σφίγγες πριν απ’ τους ναούς, για να δείξουν ότι ο λόγος περί θεού είναι αινιγµατικός και ασαφής. Κι ακόµη, ίσως, ότι πρέπει να αγαπάµε και να φοβόµαστε το θείο. Να αγαπάµε γιατί είναι προσηνές και ευµενές στους ευσεβείς, και να φοβόµαστε γιατί είναι αµείλικτα δίκαιο στους ανόσιους. επειδή η Σφίγγα παρουσιάζει αινιγµατικά εικόνα ανθρώπου και θηρίου συγχρόνως…[..]…

.. Οι Αιγύπτιοι δεν ανέθεταν την τέλεση των µυστηρίων τους σε τυχόντες, ούτε αποκάλυπταν την θεία γνώση σε βέβηλους, αλλά µόνο σε εκείνους που επρόκειτο να γίνουν βασιλείς, και από τους ιερείς, σε εκείνους που κρίνονταν δοκιµότατοι, σε σχέση µε την ανατροφή την παιδεία και την καταγωγή τους.  Όµοια λοιπόν µε τα εβραϊκά, ως προς την απόκρυψη, ήταν και τα αιγυπτιακά αινίγµατα. Από τους Αιγυπτίους µερικοί παρουσιάζουν τον ήλιο πάνω σε πλοίο, άλλοι πάνω σε κροκόδειλο.  Εννοούν µε αυτό ότι ο ήλιος, πορευόµενος µέσα σε µαλακό και υγρό αέρα δηµιουργεί τον χρόνο, ο οποίος συµβολίζεται µε τον κροκόδειλο, σύµφωνα µε άλλη ιερατική ιστορία.  Είναι γεγονός ότι και στην ∆ιόσπολη της Αιγύπτου, πάνω στον αποκαλούµενο ιερό πυλώνα, εικονίζεται ένα παιδί ως σύµβολο δηµιουργίας, ένας γέρος ως σύµβολο φθοράς, σύµβολο του θεού το γεράκι, του µίσους το ψάρι, και πάλι ο κροκόδειλος µε άλλη όµως σηµασία, ως σύµβολο αναίδειας. Φαίνεται ότι η σύνθεση αυτή των συµβόλων δηλώνει τα εξής: «Ω εσείς που έρχεστε και παρέρχεστε, ο θεός µισεί την αναίδεια »..

Εκείνοι που κατασκευάζουν µε πολύτιµο υλικό αυτιά και µάτια, αναρτώντας τα στους ναούς, τα αφιερώνουν στους θεούς, εννοώντας ασφαλώς µε αυτό ότι ο Θεός βλέπει και ακούει τα πάντα. Επιπλέον, το λιοντάρι είναι για αυτούς σύµβολο ανδρείας και ρώµης, όπως βέβαια το βόδι σύµβολο της γης της γεωργίας και της τροφής, το άλογο της ανδρείας και της ειλικρίνειας, και η σφίγγα δυναµισµού αλλά και σύνεσης, καθώς έχει σώµα λιονταριού και πρόσωπο ανθρώπου. 

Οµοίως, στους ναούς τους σµιλεύουν έναν άνθρωπο ως σύµβολο της σύνεσης, της µνήµης, της δύναµης και της τέχνης. Και στις κωµασίες των θεών, όπως τις λένε, περιφέρουν χρυσά αγάλµατα, δύο σκύλους, ένα γεράκι, και το πτηνό ίβις. Και αυτά τα τέσσερα είδωλα τα ονοµάζουν τέσσερα γράµµατα. Τα σκυλιά λοιπόν είναι τα σύµβολα των δύο ηµισφαιρίων που περιπολούν και φυλάγουν, το γεράκι σύµβολο του ήλιου γιατί είναι ορµητικό και καταστροφικό (αποδίδουν στον ήλιο τις λοιµώδεις αρρώστιες), και η ίβις σύµβολο της σελήνης, υποθέτοντας ότι τα µαύρα φτερά της αντιστοιχούν στο σκιερό µέρος της σελήνης και τα λευκά φτερά στο φωτεινό. Υπάρχουν µερικοί που θέλουν τα σκυλιά να υποδηλώνουν τους τροπικούς που φυλάγουν και παρατηρούν σαν φύλακες πυλών το πέρασµα του ήλιου στο βορρά και τον νότο. Τον ισηµερινό που είναι υψηλός και διάθερµος δηλώνει το γεράκι, ενώ η ίβις την εκλειπτική. Φαίνεται πως στους Αιγυπτίους, την ιδέα του αριθµού και του µέτρου έδωσε, µεταξύ των ζώων, η ίβις και την ιδέα του κύκλου η εκλειπτική…[..]…


Περί φιλοσοφίας και Θεογνωσίας

…Όχι όµως µόνο οι Αιγύπτιοι διανοούµενοι, αλλά και από τους άλλους βαρβάρους όσοι αγάπησαν την φιλοσοφία, ζήλεψαν τον συµβολικό τρόπο έκφρασης…[..]..  Όλοι λοιπόν, ας πούµε, οι βάρβαροι και οι Έλληνες που ασχολήθηκαν µε τον Θεό, τις αρχές των πραγµάτων τις απέκρυψαν και την αλήθεια την µετέδωσαν µε αινίγµατα, σύµβολα, αλληγορίες, µεταφορές και άλλους τέτοιους τρόπους, όπως και τα ελληνικά µαντεία. Γι’ αυτό και ο Απόλλων ο Πύθιος, Λοξίας λέγεται. ..[..]…

…Ο Ανδρακίδης λοιπόν ο Πυθαγόρειος λέει ότι τα αποκαλούµενα Εφέσια γράµµατα, τα τόσο πολυθρύλητα, αποτελούν σύµβολα και σηµαίνουν, Άσκιον το σκοτάδι γιατί δεν έχει σκιά, Κατάσκιον το φως επειδή καταυγάζει την σκιά. Λίξ είναι η γη κατά αρχαία ονοµασία, και Τετράξ το έτος, λόγω των εποχών. ∆αµναµενεύς είναι ο ήλιος που δαµάζει και Αίσια είναι η αληθινή φωνή.  Άρα, το σύµβολο σηµαίνει ότι τα θεία έχουν διαταχθεί κατά τάξη, όπως το σκοτάδι προς το φως, ο ήλιος προς το έτος και η γη προς κάθε είδους δηµιουργία. Αλλά και ο ∆ιονύσιος από την Θράκη, ο γραµµατικός, στο έργο Περί εµφάσεως, γράφει, κατά λέξη, για το σύµβολο των τροχίσκων: 

«Μερικοί υποδηλώνουν τις πράξεις όχι µόνο µε λέξεις αλλά και µε σύµβολα. Με λέξεις, όπως συµβαίνει στα ∆ελφικά παραγγέλµατα «µηδέν άγαν», «γνώθι σαυτόν» και τα παρόµοια, και µε σύµβολα όπως είναι ο τροχός που γυρίζει µέσα στους ναούς των θεών, παρµένος από τους Αιγύπτιους, και το σύµβολο των κλάδων που δίνονταν στους προσκυνητές»..[..]…

..Βέβαια, τα αποφθέγµατα των Ελλήνων που ονοµάζονται σοφοί, αποκαλύπτουν, µε λίγες λέξεις, κάτι σπουδαιότερο, όπως συµβαίνει πράγµατι µε το «χρόνου φείδου» που εννοεί ότι, επειδή η ζωή είναι σύντοµη, δεν πρέπει να καταναλώνουµε τον χρόνο της µάταια. Ή, αντίθετα, να προσέχεις αυτά που ξοδεύεις ώστε, ακόµη κι αν ζήσεις πολλά χρόνια, λένε, να µη σου λείψουν τα απαραίτητα. Επίσης και το «γνώθι σαυτόν» πολλά σηµαίνει, και ότι είσαι θνητός και ότι είσαι άνθρωπος, και ότι συγκριτικά µε τα άλλα µεγέθη της ζωής, δεν δικαιώνεσαι να υπάρχεις λέγοντας ότι είσαι ένδοξος ή πλούσιος. Ή αντιθέτως, πλούσιος όντας και ένδοξος µην υπερηφανεύεσαι για µόνιµα πλεονεκτήµατα. Και ακόµη, λένε, να µάθεις γιατί γεννήθηκες, τίνος είσαι εικόνα, ποια είναι η ουσία σου, ποια η δηµιουργία σου, η σχέση σου µε το θείο, και τα παρόµοια. …[..]…

…Χρησιµότατος λοιπόν σε πολλά ο τρόπος της συµβολικής ερµηνείας. που ακόµη συντελεί σε ορθή θεολογία και ευσέβεια, σε επίδειξη σύνεσης, και είναι άσκηση βραχυλογίας και ένδειξη σοφίας.  «Γιατί η ορθή χρησιµοποίηση µιας φράσεως συµβολικής είναι χαρακτηριστικό σοφού» λέει ο γραµµατικός ∆ίδυµος, «καθώς και η αναγνώριση εκείνου που εννοεί η φράση»….[..]..

…Όχι λοιπόν µόνο οι Πυθαγόρειοι και ο Πλάτων έκρυβαν πολλά, αλλά και οι Επικούρειοι λένε ότι µερικά κείµενα θεωρούνταν και από εκείνον (τον Επίκουρο) απόρρητα, και ότι δεν επιτρεπόταν σε όλους να τα µελετούν.  Αλλά και οι Στωικοί λένε ότι ο Ζήνων ο πρώτος είχε γράψει µερικά, που δεν επιτρέπεται εύκολα να τα διαβάσουν όσοι µαθητές δεν έχουν προηγουµένως δώσει αποδείξεις πως φιλοσοφούν γνήσια Επίσης, και οι µαθητές του Αριστοτέλη λένε ότι άλλα από τα συγγράµµατα είναι εσωτερικά και άλλα κοινά και εξωτερικά. Αλλά και αυτοί που καθιέρωσαν τα µυστήρια, µια και ήταν φιλόσοφοι, καταχώνιασαν τις δοξασίες τους σε µύθους, για να µην είναι σε όλους φανερές.  Και βέβαια αυτοί, κρύβοντας ανθρώπινες γνώµες εµπόδισαν τους αµαθείς να ασχοληθούν µε αυτές. (!!) ..[…]

...∆ικαιολογηµένα λοιπόν ο Πλάτων, στις Επιστολές, αναφερόµενος στον Θεό, λέει: «Πρέπει να σου µιλήσω µε αινίγµατα, ώστε αν τα φύλλα της γραφής µου κακοπάθουν στην ξηρά ή την θάλασσα, αυτός που θα διαβάσει να µην καταλάβει».  Γιατί ο Θεός του σύµπαντος που βρίσκεται πάνω από κάθε φωνή, σκέψη και νόηµα, δεν είναι δυνατόν να µεταβιβάζεται µε την γραφή, όντας, µε την δική του δύναµη, άρρητος. ∆ικαιολογηµένα επίσης γράφει. «έχοντας λοιπόν αυτά υπόψη σου, πρόσεξε µήπως κάποτε µεταµεληθείς για εκείνα που, κάποια στιγµή, κοινολογούνται µε τρόπο ανάξιο. Η µέγιστη προφύλαξη είναι να µην γράφεις αλλά ν’ αποστηθίζεις. Γιατί είναι αδύνατον, πράγµατι αδύνατον, αυτά που γράφονται να µην κοινολογηθούν.» ..[…]…

..Το µυστικό τετραγράµµατο όνο µ α, που δινόταν µόνο σε εκείνους που µπαίνανε στο άδυτο. ∆ιαβάζεται Ιαουε, και µεταφράζεται, «ο υπάρχων και ερχό µενος».  Αλλά και κατά τους Έλληνες, το όνο µ α Θεός έχει τέσσερα γράµµατα.(!!!)   Ό µως, στον κόσµο τον νοητό, θα εισέλθει µόνο εκείνος που έγινε κύριος των παθών, εισδύοντας στην γνώση του άρρητου, πάνω και πέρα από «κάθε όνοµα» που σχηµατίζεται από την φωνή.  Εξάλλου και η λυχνία βρισκόταν στο νότιο µέρος του θυµιατηρίου, δηλώνοντας τους εφτά αστέρες που οι τροχιές τους συµπληρώνονται στον νότο.  Στις δυο πλευρές της λυχνίας έχουν στερεωθεί τρεις κλάδοι και πάνω σ’ αυτούς οι λύχνοι, επειδή και ο ήλιος όπως και η λυχνία, όντας στην µέση των πλανητών, δίνει φως, σύµφωνα µε µια θεία αρµονία, και στους πάνω και στους κάτω από αυτόν…[..]…

…Το όνοµα των Χερουβίµ σηµαίνει πλήρη επίγνωση.  Και τα δύο έχουν δώδεκα φτερούγες υποδηλώνοντας, µέσα από τον κύκλο τον ζωδιακό και από τον χρόνο που αυτός διαγράφει, τον αισθητό κόσµο.(!!)

…∆εν είναι λοιπόν αδικαιολόγητο που τα µυστήρια των Ελλήνων αρχίζουν µε καθαρµούς, όπως και των βαρβάρων µε λουτρό. Μετά, ακολουθούν τα µικρά µυστήρια, µε σκοπό κάποια διδασκαλία και προπαρασκευή για τα µέλλοντα, και τα µεγάλα, που αναφέρονται στο σύµπαν, όπου δεν αποµένει πια να µάθεις τίποτα, αλλά να εποπτεύεις και να διανοείσαι για την φύση και τα πράγµατα. [..]..

…Μπορούµε να πετύχουµε τον τρόπο της κάθαρσης µε την οµολογία, ενώ τον τρόπο της εποπτείας µε την ανάλυση, προχωρώντας προς την πρώτη νόηση. µε την ανάλυση, αρχίζοντας από τα υποκείµενα σ’ αυτόν τον τρόπο, αφαιρώντας τις φυσικές ποιότητες του σώµατος, παραµερίζοντας την διάσταση του βάθους, κατόπιν την διάσταση του πλάτους και ακόµη του µήκους. Το σηµείο που αποµένει είναι η µονάδα, η οποία, ας πούµε, κατέχει µια θέση. Αφαιρώντας της την θέση, αποµένει νοητή µονάδα.  Αν λοιπόν, αφαιρώντας όλα όσα χαρακτηρίζουν τα σώµατα και τα λεγόµενα ασώµατα, εκτοξευτούµε στην µεγαλοσύνη του Χριστού, και από κει προχωρήσουµε, µε την αγιότητα, στο αχανές, θα φθάσουµε, κατά κάποιο τρόπο, στην νόηση του Παντοκράτορα, γνωρίζοντας όχι αυτό που είναι, αλλά αυτό που δεν είναι (!!)

Σύνδεσμος για ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου του Κλήμεως.


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Η Αγία Δήμητρα, στην Ελευσίνα

Θα διαβάσετε μία άγνωστη  στους πολλούς ιστορία καθώς δεν διδάσκεται στα σχολεία,  συγκλονίζει όμως τόσο όσον αφορά την δύναμη των πολιτισμικών αξιών και της αντοχής τους στον χρόνο, όσο και για τη δυναμική που μπορούν να δώσουν στις μελλοντικές εξελίξεις.

Καρυάτιδα Κιστοφόρος, Αρχαιολογικό μουσείο Ελευσίνας

Η Ελευσίς ή Ελευσίνα (αρχαία ελληνικάλευσίς), (ο δήμος: Ελευσίνας 
ή Δήμος Ελευσινίων), ήταν αρχαίος οικισμός - πόλη και δήμος της 
Ιπποθοωντίδας (περιοχή της Αρχαίας Αττικής και φυλή της αρχαίας Αθήνας). Ήταν πόλη πολύ σημαντική για τη λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης, καθώς και για τα Ελευσίνια Μυστήρια, γιορτές μυστηρίων προς τιμήν τους, έτσι ώστε, μέχρι το τέλος του παγανισμού, θεωρήθηκε ως ένας από τους ιερότερους τόπους της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

Ο Στράβων, αναφερόμενος στον ιστορικό Φιλόχορο και το έργο του «Ατθίς» (ή Ατθίδες ή Ιστορίαι) λέει ότι η Ελευσίνα ήταν μια από τις δώδεκα πόλεις, οι οποίες ιδρύθηκαν στην Αττική από τον μυθικό βασιλιά της ΑθήναςΚέκροπα και αργότερα ο Θησέας την ένωσε με την πόλη της αρχαίας Αθήνας.

Ως γνωστόν, η πόλη της Αρχαίας Ελευσίνας, κτίστηκε γύρω από το ιερό της Δήμητρας, της θεάς της Γεωργίας, και τα Ελευσίνια Μυστήρια δοξάζονταν στην περιοχή από την Μυκηναϊκή εποχή. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως η θεά Δήμητρα ήταν εκείνη που προσέφερε και όρισε τους κανονισμούς που εξασφάλισαν, αργότερα, τις πνευματικές αξίες και τις ηθικές αρχές τους. Η εισαγωγή νόμων και θεσμών ήταν που «γέννησαν» το βαθύτερο αίσθημα ευγνωμοσύνης που έτρεφαν οι Αρχαίοι  προς την ίδια, αποδίδοντας της γι’ αυτόν τον λόγο τον χαρακτηρισμό της «Θεσμοφόρου».

Το Ελευσίνιο Ιερό Ιδρύθηκε τη Μυκηναϊκή Εποχή, ενώ η ανέγερση του μεγάρου το οποίο, εν συνεχεία, ταυτίσθηκε με τον πρώτο ναό της Δήμητρας, βρισκόταν βορειανατολικά του «Τελεστηρίου» των κλασικών χρόνων. Οι τελετές των Μεγάλων Ελευσίνιων Μυστηρίων λάμβαναν χώρα κατά το τέλος Σεπτεμβρίου και σηματοδοτούσαν το τέλος της σοδειάς για τους κατοίκους της περιοχής. Μετά την ήττα της Ελευσίνας από την Αθήνα, οι Αθηναίοι έδωσαν στις Ελευσίνιες γιορτές υπερτοπικό χαρακτήρα, και «Μύστες» κατέφθαναν στην περιοχή από όλη την Αρχαία Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτές συμμετείχαν όλοι, πολίτες και δούλοι, άνδρες και γυναίκες.

Το ιερό της Ελευσίνας, υπήρξε για πολλούς αιώνες ένα από τα σπουδαιότερα λατρευτικά κέντρα της αρχαιότητας. Εκεί αναπτύχθηκε η λατρεία της θεάς Δήμητρας (Δη = Γη = μήτηρ) και της Κόρης Περσεφόνης, που την συναντάμε συχνότερα με την προσωνυμία Κόρη. Ήταν και οι δύο θεότητες, ίσως μάλιστα η ίδια θεότητα με την ωριμότερη και την νεανικότερη εκδοχή της, που συνδέονταν με την καλλιέργεια της γης και την ανάπτυξη των καρπών, ιδιαίτερα των σιτηρών, που ακόμη και σήμερα αποκαλούνται «δημητριακά».

Τα Ελευσίνα Μυστήρια όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά κυριάρχησαν και κατά την Ρωμαϊκή εποχή, αποκτώντας παγκόσμια αίγλη. Είναι χαρακτηριστικό, ότι την περιοχή επισκέφτηκαν Ρωμαίοι Αυτοκράτορες, όπως ο Αδριανός και ο Μάρκος Αυρήλιος οι οποίοι συμμετείχαν ως Μύστες στα Μυστήρια. Με λίγα λόγια, ο τόπος της Ελευσίνας ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ιερούς τόπους της Αρχαιότητας.

To τέλος της ιστορίας της αρχαίας Ελευσίνας είναι γνωστό. Μας το  Περιγράφει ο ιστορικός Ευνάπιος στη βιογραφία του Νεοπλατωνικού Μάξιμου, τον 5° αιώνα μετά Χριστό με τη μορφή μιας προφητείας, που πραγματοποιήθηκε το έτος 396 μ.Χ. με την εισβολή του ηγεμόνα των Γότθων Αλάριχου στην Ελλάδα, όπως έχουμε προαναφέρει.

Ο Ευνάπιος μυήθηκε από τον τελευταίο κανονικό Ιεροφάντη, τον Νεστόριο, στα Μυστήρια της Ελευσίνας.. Μετά από αυτόν τον Ιεροφάντη, την εξουσία και τον τίτλο του κατέλαβε παράνομα, υποκλέπτοντας τον, κάποιος άλλος, ένας άνδρας από τις Θεσπιές, που είχε το βαθμό του Πατρός στα Μιθραϊκά Μυστήρια. Την καταστροφή του Ιερού χώρου προέβλεψε παρουσία του Ευνάπιου, ο Νεστόριος, που προφήτευσε, εκτός από την μελλοντική καταστροφή των Ιερών, και την πτώση όλης της Ελλάδας, γιατί και αυτοί οι Εθνικοί (ειδωλολάτρες) θα είχαν απομακρυνθεί πλέον από την πίστη και ευσέβεια προς τους αρχαίους θεούς. Ο δεσμός του Ελληνισμού με τα Μυστήρια αποδείχθηκε ολοκάθαρα στο κοινό τους πεπρωμένο.

Παρόλα αυτά,  μία μαρτυρία, καταδεικνύει αίσθηση δέους, σεβασμού αλλά και δεισιδαιμονίας, που έτρεφαν οι Χριστιανοί κάτοικοι   της Ελευσίνας, για την αρχαία παγανσιτική Θεά Δήμητρα και την κόρη της,  έως και τις αρχές του 19ου αιώνα, την οποία διασώζει ο Βρετανός περιηγητής Edward Daniel Clarke (1769- 1822).

Ο Clarke ήρθε στην Ελλάδα, περί το 1800, και βρήκε στον  χώρο  που άλλοτε λάμβανα χώρα οι ιερότερες και σημαντικότερες μυστηριακές τελετές των αρχαίων Ελλήνων τμήμα από ένα άγαλμα Καρυάτιδας - κόρης το οποίο πίστευαν πως απεικόνιζε την Δήμητρα. Ήταν το  πάνω μέρος μιας Καρυάτιδας, μιας γυναικείας φιγούρας, η οποία κουβαλούσε στο κεφάλι της αλάτι, στάχυα, λουλούδια και ρόδια. Ήταν ένα από τα δύο αγάλματα-Καρυάτιδες που στήριζαν τα Μικρά Προπύλαια.

Καρυάτιδα Κιστοφόρος, Αρχαιολογικό μουσείο Ελευσίνας. Η έτερη Καρυάτιδα βρίσκεται σε μουσείο της Μεγάλης Βρετανίας.

Οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσάρμοσαν το αρχαίο άγαλμα στη χριστιανική πίστη και το αποκαλούσαν ‘Αγία Δήμητρα’. Η προσαρμογή εξελίχθηκε και κατά την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατά την οποία αναπτύχθηκε ένας μύθος με πολλές ομοιότητες με αυτόν του αρχαίου μύθου της Δήμητρας και της Περσεφόνης, με την διαφορά ότι στον σύγχρονο μύθο των ντόπιων, η Κόρη ήταν Χριστιανή και αρπάχτηκε από έναν Τούρκο.

Οι ντόπιοι πίστευαν πως το άγαλμα προστάτευε το χωρίο, και για αυτό τον λόγο, κάθε γιορτή του άναβαν καντήλι, καθώς και εικονίσματα, πίστευαν δε πώς όποιος τολμούσε να το κουνήσει από την γη που ήταν μισοθαμένο θα του κοβόταν το χέρι. Απέδιδαν στην παρουσία του την γονιμότητα της γης τους, για αυτό τον λόγο συσσώρευαν γύρω του την κοπριά που προορίζονταν για τα χωράφια τους. Πίστευαν πως αν ποτέ χανόταν θα τους έβρισκε μεγάλη συμφορά, και μάλιστα έδειχναν τα ανάγλυφα στάχυ που κοσμούσαν την κεφαλή του, ως απόδειξη ότι προστάτευε τα γεννήματα τους. Λέγανε μάλιστα πως ένα βράδυ πήγαν κάποιοι Φράγκοι το βράδυ να το σύρουνε στην θάλασσα για να το κλέψουν αλλά αυτό γύρισε μόνο του το πρωί στην θέση του. Ήξεραν όλοι πως εάν έμπαινε σε καράβι αυτό το βούλιαζε.

Το 1801, όμως όταν ήρθε ο Clarke, έμαθε πως οι ντόπιοι κάτοικοι, πίστευαν ότι αυτό το αρχαίο άγαλμα, ήταν ο λόγος για τον οποίο ο κάμπος της Ελευσίνας ήταν τόσο εύφορος, αλλά αυτός ήθελε το άγαλμα για την αρχαιολογική του αξία.  Όταν ο Clarke, έκανε φανερές τις προθέσεις του να πάρει το άγαλμα, προκάλεσε την οργή των κατοίκων της περιοχής οι οποίοι φοβόταν ότι τυχόν μεταφορά του θα προκαλούσε προβλήματα στην σοδειά τους.

Ο Clarke δωροδόκησε τον Τούρκο Διοικητή της Αθήνας με ένα τηλεσκόπιο, και ξεκίνησε τις εργασίες μεταφοράς του αγάλματος. Σε αυτή τη συναλλαγή βοήθησε και ο ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης της Σαλαμίνας στην οποία υπαγόταν θρησκευτικά, η περιοχή της Ελευσίνας. Ένας Χριστιανός ιερέας μάλιστα έσκαψε πρώτος με αξίνα για να βγει το άγαλμα. Την προηγούμενη της κλοπής συνέβη ένα παράξενο περιστατικό.  Ένα βόδι έκοψε το ζυγό και έπεσε πάνω στο άγαλμα χτυπώντας το με τα κέρατα του, και κατόπιν έφυγε τρέχοντας προς τον κάμπο. Οι χωρικοί κατάλαβαν πως θα τους βρει μεγάλο κακό για αυτό και δεν ήθελαν να πάρει ο Εγγλέζος την κόρη.

Λόγω του βάρους του (άνω των 2 τόνων), ο Clarke συνάντησε πολλά προβλήματα να το μεταφέρει στο πλοίο, εκτός των αντιδράσεων των ντόπιων. Φαίνεται ότι το πλοίο βυθίστηκε, αλλά το άγαλμα τελικά ανασύρθηκε από το ναυάγιο.  Ο Clarke τελικά το δώρισε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge της Αγγλίας *, μαζί με άλλους αρχαιολογικούς θησαυρούς που είχε στην κατοχή του. Ο ίδιος έγινε καθηγητής της έδρας της Μεταλλειολογίας αυτού του Πανεπιστημίου.  

Τον επόμενο χρόνο, η χρονιά ήταν καλή και οι χωρικοί πίστεψαν πως το άγαλμα θα γύριζε πάλι. Οι επόμενες χρονιές όμως ήταν καταστροφικές και οι χωρικοί πίστευαν πως αυτό οφειλόταν στην απουσία της κόρης.


Το δίδυμο άγαλμα του αγάλματος της Αγίας Δήμητρας, δηλαδή η δεύτερη Καρυάτιδα που στήριζε τα Μικρά Προπύλαια, ήταν θαμμένο εξ ολοκλήρου στο έδαφος. Διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ελευσίνας.

Ακόμη μία Καρυάτιδα βρίσκεται  συνεπώς σε μουσείο της Μεγάλης Βρετανίας.

Διαβάστε "Αγαλματένια κρίνα' του Μηνά Παπαγεωργίου, εκδόσεις Δαιδάλεος

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

« Η Παναγιά η Γοργόνα»


Σε ένα μικρό ξωκλήσι σε ένα ψαροχώρι της Λέσβου, την Σκάλα Συκαμινιάς, υπάρχει μία  παράξενη και συνάμα μοναδική απεικόνιση της Παναγιάς ως Γοργόνας. 

Από  την μέση και πάνω έχει την συνηθισμένη μορφή της Παναγιάς, ενώ από την μέση και κάτω έχει σώμα ψαριού, όπως και οι γνωστές από τους θρύλους και τις παραδόσεις γοργόνες. Στο ένα χέρι κρατάει ένα καΐκι, ενώ  στο άλλο το σύμβολο του Ποσειδώνα, μία  τρίαινα, ως προστάτιδα προφανώς των ναυτικών.


Το εκκλησάκι ονομάστηκε λόγω τη παράξενης και μοναδικής αυτής εικόνας: « Η Παναγιά η Γοργόνα». Προφανώς  ο αγιογράφος  θέλησε να  «παντρέψει» τοπικές παραδόσεις και θρύλους με την χριστιανική πίστη. Η μοναδική αυτή  και περίεργη ονομασία της Παναγιάς, έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη: «Η Παναγιά η Γοργόνα». Γράφει συγκεκριμένα: 

«…Eίναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. Όμως από τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια, κι από την άλλη ένα τρικράνι, σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας».


Όσον  αφορά  την έμπνευση του αγιογράφου, ο  Μυριβήλης, εμπλέκει  την αρχαία Ελληνική εκδοχή γέννησης της Αθηνάς, από το κεφάλι του πατέρα της Δία. Αναφέρει χαρακτηριστικά :


«..Μέσα από το κεφάλι του κοσμοκαλόγερου, όπως μέσα από το κεφάλι του Δία, πήδηξε και στυλώθηκε πάνω στο μοναδικό θαλασσόβραχο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού μια καινούρια ελληνική θεότητα... μια θεότητα πολεμική, θηλυκιά και παρθένα!» .



Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Φιλοσοφία, Θεογνωσία και Χριστιανισμός...






Ο Πλωτίνος προτρέπει τον άνθρωπο προς τη σιωπή και την απομόνωση, στην αναχώρηση και την ησυχία. Όπως ο Πλάτων, έτσι κι αυτός θεωρεί τη φιλοσοφία ως άσκηση και προετοιμασία για το θάνατο.  Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς,αναφέρει  σχετικά πως  :

 «Η  φιλοσοφία προετοιμάζει την ψυχή για την αποκαλυφθείσα θεολογία… Οι μορφωμένοι και ώριμοι χριστιανοί αναπόφευκτα επιζητούν μια αντίληψη ανώτερη από αυτή της κατηχήσεως, και σε αυτήν την προοδευτικότερη θεολογία περιλαμβάνεται απαραιτήτως η φιλοσοφία….»


Ο Γρηγόριος ο Νύσσης  συχνά παραφράζει, και μια φορά παραθέτει ακριβώς το απόσπασμα από τον Φαίδωνα του Πλάτωνος, κατά το οποίο «το έργο του φιλοσόφου είναι να ελευθερώσει την ψυχή από το σώμα». 


Σύμφωνα με τον Πλάτωνα : 


«Όσο ζούμε, όπως φαίνεται, θα πλησιάζουμε κατά το δυνατόν τη γνώση, αν δεν ζούμε προσκολλημένοι στο σώμα ούτε επικοινωνούμε μαζί του, παρά μόνον κατ’ ανάγκην, μήτε να είμαστε γεμάτοι από την υλική φύση του, αλλά να μένουμε καθαροί απ’ αυτό, μέχρι να μας απαλλάξει από αυτό ο Θεός ο ίδιος. Και έτσι καθώς θα απαλλαγούμε από την ανικανότητα του σώματος, όπως είναι φυσικό, θα βρεθούμε μαζί με τέτοιες αλήθειες και μόνοι μας θα γνωρίσουμε όλη την αντικειμενική πραγματικότητα». 


Αληθινή ζωή, για τον Γρηγόριο τον Νύσση, είναι η οδός του «θνήσκειν», γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο είναι αδύνατο να μοιάσεις πλήρως με τον Θεό ή να κοινωνήσεις πλήρως μαζί Του. Μόνο σπάνιες και σκόρπιες ακτίνες από το βασίλειο του φωτός μπορούν να μας φθάσουν εδώ. Ο Γρηγόριος συχνά πλησιάζει τον Πλάτωνα ονομάζοντας το σώμα φυλακή. Φαίνεται ότι ο Γρηγόριος ενσωματώνει συνειδητά πολλά στοιχεία του Πλατωνισμού μέσα στη φιλοσοφία του. 


Δεν βλέπει τίποτε το εκπληκτικό ή παραπλανητικό στο γεγονός ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι μπόρεσαν να αναπτύξουν την τεχνική της ασκητικής ζωής ή ότι ήταν ενήμεροι για τις φυσικές μεθόδους σκέψεως και τους φυσικούς νόμους της ψυχής.  Η άμεση γνώση του Θεού συνίσταται στην ενόραση και επιτυγχάνεται όχι με τη λογική νόηση αλλά με το συναίσθημα. Πρόκειται δηλαδή περί της μυστικής θεωρίας του Θεού, που συναντάμε στον Φίλωνα και τον Πλωτίνο. 

Προϋπόθεση αυτής είναι η νέκρωση των αισθήσεων, η απαλλαγή από τις εντυπώσεις του αισθητού κόσμου, η οποία οδηγεί στη συγκέντρωση.


Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει την μυστική εμπειρία ως ξύπνημα από το σώμα ή ανάβαση σε παρατηρητήριο, ως συνείδηση της θείας παρουσίας, απόκτηση της ιδιότητας του θεϊκού φωτός και ταύτιση με αυτό το οποίο αντιλαμβάνεται.


O Ωριγένης αναφέρει σχετικά :  «Συχνά μάρτυς μου ο Θεός, αισθάνθηκα τον Νυμφίο να με πλησιάζει και να βρίσκεται μαζί μου, όσο μπορεί να συμβεί αυτό, ύστερα εξαφανιζόταν ξανά και δεν μπορούσα να βρω εκείνο που ζητούσα».




Ο Άγ. Διονύσιος ο Αεροπαγίτης:  «Άφησε τις αισθήσεις και τις εργασίες του νου, και όλα όσα οι αισθήσεις και ο νους μπορούν να διακρίνουν, και όλα όσα δεν υπάρχουν και όσα υπάρχουν• και μεσ' από την αγνωσία πλησίασε, όσο αυτό είναι δυνατό, την ταυτότητα μ' αυτόν που είναι πέρα από κάθε ύπαρξη και γνώση. Μ' αυτό τον τρόπο, με μιαν ασυμβίβαστη, απόλυτη και καθαρή αποδέσμευση από τον εαυτό σου και απ' όλα τα πράγματα, ξεπερνώντας όλα τα πράγματα και απαλλαγμένος απ' όλα, θα οδηγηθείς προς τα πάνω, προς αυτή τη λαμπρότητα του θείου γνόφου που είναι πάνω από κάθε ύπαρξη…

..Μπαίνοντας στο γνόφο που υπερβαίνει την κατανόηση, θα βρεθούμε σε μια κατάσταση όπου όχι μόνο δεν θα μπορούμε να πούμε πολλά, αλλά θα είμαστε σε τέλεια αγνωσία…

..Αδειανός απ' όλες τις γνώσεις, ο άνθρωπος ενώνεται στο υψηλότερο μέρος του εαυτού του, όχι με κάποιο δημιούργημα, ούτε με τον εαυτό του, ούτε με κανέναν άλλο, αλλά με τον Ένα που είναι τελείως ακατάληπτος και μη ξέροντας τίποτε, γνωρίζει μ' έναν τρόπο που ξεπερνάει την κατανόηση.» 



Ας δούμε πως περιγράφει,   την εκστατική αυτή στιγμή ο Πλωτίνος :

«Πολλάκις αφυπνισθείς από την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν μέσα στο σώμα μου και εισελθών στον ίδιο τον αυτόν μου, αποξενώνομαι από κάθε τι άλλο. Μέσα στο εσώτερο είναι μου βλέπω μία θαυμάσια ομορφιά, που με πείθει για την υπέροχη μοίρα που με αναμένει. Η δραστηριότητα του πνεύματος μου βρίσκεται στο ύψιστο σημείο. Είναι ένα με τον Θεό, εδράζομαι σε αυτόν ευρισκόμενος υπεράνω κάθε νοητου. Έπειτα όμως, από την ανάπαυση μου σε αυτόν, αφού κατεβώ στον χώρο του λογισμού και η ψυχή μου επανεισέλθει στο σώμα, απορώ πως "πότε και νύν" ήταν δυνατόν να κατέλθω, και πως η ψυχή μπορούσε να εισέλθει στο σώμα, αφού είναι αυτή που μου αποκαλύφθηκε (κατά την έκσταση μου...)

...Δεν είναι γνωστό από πού ήρθε το φως, από έξω ή από μέσα.. Ηταν λοιπόν μέσα και ωστόσο όχι μέσα. Δεν πρέπει να ερωτηθεί από πού ήρθε: δεν υπάρχει ένα «από πού», επειδή ούτε ήρθε ούτε έφυγε, αλλά εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε. Γιαυτό δεν είναι ανάγκη να το εξαναγκάσει, αλλά πρέπει να περιμένει σιωπηλός έως ότου εμφανιστεί και να προετοιμαστεί για να το δει, όπως το βλέμμα περιμένει την ανατολή του ήλιου».



Σύμφωνα  με τον Απόστολο Παύλο, η «θεογνωσία»,  δεν γίνεται «εν διδακτοίς ανθρωπίνοις σοφίας λόγοις, αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος αγίου»,  δηλαδή όχι μέσω της Φιλοσοφίας και της επίκτητης γνώσης, αλλά με την χάρη του αγίου πνεύματος. Όσοι καταξιώνονται να βλέπουν την «θεοφάνεια» γίνονται και μέτοχοι σ’ αυτό το «θεουργό φως», το οποίο ως θεότητα, που είναι, τους θεοποιεί χαρισματικώς . Αυτό το «θείο φως» είναι το «θεοποιό  δώρο»

Γι’ αυτό και λέγεται, ότι η «θέωση» είναι ουσιώδης ενέργεια του Θεού. Άλλωστε, αν η «θέωση» προέρχεται από φυσική δύναμη του ανθρώπου που τίθεται σε ενέργεια, τότε οι θεούμενοι άγιοι δεν φθάνουν πάνω από τη φύση τους, ούτε γεννιούνται από τον Θεό, ούτε είναι Πνεύμα, ως γεννημένοι από το Πνεύμα.
Ο Θεός, ενώ είναι αμέθεκτος, αόρατος και άϋλος, γίνεται μεθεκτός κατά υπερφυσικό τρόπο, χωρείται, διαφαίνεται και γίνεται κατά την «θεοπτία» ένα Πνεύμα με εκείνους, που τον συναναστρέφονται με καθαρή καρδιά. Η  «θέωση», ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ταυτίζεται με την βασιλεία του Θεού…