Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Η Φύση ως Μυσταγωγία: Πορεία προς την Κοσμική Αρμονία μέσω της Αρχαίας Σοφίας.


Μετά από πολυετή περιπλάνηση στα μονοπάτια της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της εσωτερικής αναζήτησης και της μυσταγωγίας, και ύστερα από βαθιά συμμετοχή σε κύκλους και ρεύματα που αφιερώθηκαν στην ανάδειξη του αρχέγονου ελληνικού πολιτισμού, οδηγήθηκα σε μια εσωτερική κατάφαση· σε μια αλήθεια που, αν και προσωπική, φανερώνεται ως καθολική:

Ο αρχαίος Eλληνικός πολιτισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως, αν δεν αποβάλουμε τη σύγχρονη κοσμοθεωρία μας,  και δεν εισέλθουμε σε έναν άλλο τρόπο βίωσης και νοηματοδότησης του κόσμου. Όσο παραμένουμε δέσμιοι της νεωτερικής αντίληψης, της αποξένωσης από το φυσικό περιβάλλον και των τεχνητών ρυθμών ζωής, τόσο η αληθινή ουσία των αρχαίων Ελλήνων μάς διαφεύγει.

Οι αρχαίοι δεν ήταν απλώς κάτοικοι του τόπου· ήταν συγκατοικούντες της Φύσης. Βίωναν τον κόσμο όχι ως εξωτερικό αντικείμενο προς εκμετάλλευση, αλλά ως ζώσα οντότητα, εμποτισμένη με νόημα, συνείδηση και θεϊκή παρουσία. Η Θρησκεία τους, γηγενής και εμψυχωμένη από τα στοιχεία, αναδυόταν από το ίδιο το χώμα, το νερό, τον άνεμο και το φως του ήλιου. Η Κοσμοθεωρία τους θεμελιωνόταν σε αρχές όπως η Δίκη (η θεϊκή Δικαιοσύνη), το Μέτρο, η Τάξη, η Αρμονία—έννοιες όχι απλώς ηθικές, αλλά οντολογικές.

Για να κατανοήσει κανείς τον κόσμο αυτό πρέπει να τον παρατηρήσει να τον γνωρίσει εκ των έσω. Πως όμως, να κατανοήσεις  κάτι που δεν βιώνεις; Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αποκοπεί από τη Φύση και, μαζί της, από την ίδια του την εσώτερη φύση· από εκείνη την εσωτερική φλόγα που σιγοκαίει στον πυρήνα της ύπαρξής του—τον σπινθήρα του Θείου. Ένα κύτταρο του Όλου που πάλλεται με τον παλμό του σύμπαντος.

Για τον άνθρωπο της αρχαιότητας, και κυρίως για τον Έλληνα, η Φύση δεν ήταν ένα απλό περιβάλλον· ήταν το Όλον, το ενιαίο πεδίο όπου υλοποιείται η θεϊκή λογική της ζωής. Ένα πεδίο δυναμικής ισορροπίας, όπου τίποτα δεν είναι τυχαίο. Κάθε φύλλο, κάθε άστρο, κάθε κύκλος γέννησης και φθοράς μαρτυρούσε τη μυστική ροή του Κόσμου. Όπως ο σπόρος φέρει μέσα του την προοπτική του άνθους, έτσι και το σύμπαν περιέχει σε κάθε στιγμή του το σπέρμα της μελλοντικής του εκδήλωσης.

Η Σοφία των Ελλήνων υπήρξε βαθύτατα βιωματική. Δεν προήλθε από αφαίρεση, αλλά από ένωση—ένωση με τη Ροή, με τη Φύση, με το Άρρητο. Το παν ήταν έμψυχο. Ο λίθος, το δέντρο, το σύννεφο, όλα φέρουν μέσα τους μια μορφή ύπαρξης, μια κρυμμένη ζωή, ασύλληπτη για τις αισθήσεις, αλλά προσιτή στο νου που έχει εξαγνιστεί από την αλαζονεία του ανθρώπινου εγώ.

Η γνώση του Όλου κατακτάται με συμμετοχή—με την εναρμόνιση του μικρόκοσμου με τον μακρόκοσμο. Ο άνθρωπος, όπως τα κύτταρα ενός σώματος, δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το Όλον. Όταν σέβεται τη Φύση, ευλογείται· όταν την αδικεί, αποσυντονίζεται και πληρώνει το τίμημα.

Η επαφή με τη Φύση δεν είναι νεοπαγανιστική μόδα. Είναι μία οικολογική ανάγκη, με προεκτάσεις πνευματικής αφύπνισης. Μέσα στην απλότητα του φυσικού κόσμου, αποκαλύπτονται οι πύλες της αλήθειας. Πύλες που δεν ανοίγουν σε εκείνον που κοιτά με μάτια γεμάτα ιδέες, αλλά σε εκείνον που βλέπει με μάτια άδεια και καρδιά έτοιμη να γεμίσει.

Δεν είναι τυχαίο πως μέσα σε αυτή τη βιωματική σχέση με τη φύση, οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν τους αριθμούς και τις επιστήμες. Οι πρώτες μαθηματικές έννοιες δεν γεννήθηκαν μέσα από θεωρητικά σχήματα, αλλά από την παρατήρηση των κύκλων του κόσμου: της κίνησης των άστρων, των περιόδων της σελήνης, της συμμετρίας των φύλλων, των ρυθμών των κυμάτων, του εναρμονισμένου παλμού της ζωής. Ο Πυθαγόρας δεν "εφεύρε" τον αριθμό· τον αποκάλυψε, ως αντανάκλαση της κοσμικής τάξης, ως τον λογισμό του ίδιου του σύμπαντος. Για τους Έλληνες, οι αριθμοί δεν ήταν αφηρημένα σύμβολα, αλλά μυστικά κλειδιά του σύμπαντος, φορείς νοήματος και ρυθμού.

Μέσα από τη φύση, επίσης, αναδύθηκαν οι επιστήμες: η γεωμετρία, η αστρονομία, η μουσική θεωρία. Όλες τους καρποί της παρατήρησης και της εναρμόνισης με τα φαινόμενα του φυσικού κόσμου. Η επιστήμη δεν ήταν διαχωρισμένη από την πνευματικότητα, αλλά αποτελούσε ιερατική γνώση—γέφυρα ανάμεσα στο αισθητό και το υπεραισθητό.

Αυτό το κοσμοείδωλο αποτυπωνόταν και στον τρόπο που οι Έλληνες διαμόρφωναν τον χώρο. Οι ναοί τους δεν ήταν αυθαίρετα κατασκευάσματα σε επιλεγμένα σημεία του τοπίου· ήταν ευλαβικές πράξεις εναρμόνισης με την πνοή της γης. Χτισμένοι με μαθηματική ακρίβεια και γεωμετρική αρμονία, δεν παραβίαζαν τη φύση, αλλά αναδεικνύονταν από αυτήν, σαν να είχαν αναδυθεί από τα σπλάχνα του τοπίου. Ο Παρθενώνας, για παράδειγμα, δεν επιβλήθηκε στον βράχο της Ακρόπολης· γεννήθηκε μαζί του, ως όραμα που συνέκλινε με τον ορίζοντα.

Τα θέατρα, επίσης, εντάσσονταν στις κοιλάδες και στις πλαγιές, εκμεταλλευόμενα τη φυσική ακουστική των βουνών και τη φυσική καμπυλότητα του εδάφους. Δεν ήταν απλώς χώροι ψυχαγωγίας, αλλά ιερά του λόγου και της κάθαρσης, εναρμονισμένα με το σώμα της φύσης και τις ανάγκες του ανθρώπου.

Ακόμα και οι πόλεις σχεδιάζονταν με βάση την ενότητα της φύσης και του ανθρώπου, όπως αποδεικνύει η Iπποδάμεια πολεοδομία. Ο χώρος ήταν ρυθμισμένος έτσι ώστε να εξυπηρετεί όχι μόνο τη λειτουργικότητα αλλά και την πνευματική ποιότητα της ζωής. Δεν υπήρχε σύγκρουση ανάμεσα στο τεχνητό και το φυσικό—υπήρχε συνεργία.

Γι' αυτό και σήμερα, περιπλανώμενος στα ερείπια αυτών των τόπων, νιώθεις ακόμη τον παλμό τους. Δεν είναι ερείπια—είναι μνήμες ενσαρκωμένες σε λίθο, ορατές αποτυπώσεις ενός κόσμου που ήξερε να ακούει, να συντονίζεται, να σέβεται.

Η αρχαία σοφία δεν είναι κατάλοιπο ενός περασμένου μεγαλείου. Είναι πυξίδα για το σήμερα. Είναι οδοιπόρος που μας δείχνει έναν δρόμο ισορροπίας, αυτογνωσίας και αρμονίας με το Όλον. Σε έναν κόσμο αποσπασματικό, γεμάτο φθορά και ανισορροπία, η επιστροφή στη Φύση δεν είναι φυγή—είναι επιστροφή στον εαυτό. Η ανάμνηση του αληθινού Είναι.

Όταν ο άνθρωπος ζει σε συμφωνία με το Όλον, τότε η ζωή του γίνεται προσφορά. Γίνεται ποίηση. Και η καθημερινότητά του, μια πράξη λατρείας προς την κοσμική Τάξη. Όταν σκέψεις, λόγος και πράξεις συμφωνούν, τότε ο άνθρωπος δεν είναι απλώς μέρος του σύμπαντος. Είναι η αντανάκλασή του. Ο ζωντανός του καθρέφτης.

Η αναζήτηση του Κάλλους—όχι του επιφανειακού, αλλά του βαθύτατου, του συνειδησιακού—είναι το νήμα που ενώνει τον άνθρωπο με το Θείο. Το Κάλλος δεν είναι στο περίβλημα αλλά στην ακτινοβολία της ψυχής. Εκεί όπου το φως της ενόρασης συναντά την πραότητα της καρδιάς.


Ο φυσιολάτρης φιλόσοφος γνωρίζει: η βροχή δεν είναι απλώς νερό, είναι καθαρτήριο άγγιγμα. Το δειλινό δεν είναι απλώς το τέλος της μέρας, είναι μια υπόμνηση θανάτου και αναγέννησης. Το λουλούδι δεν είναι μόνο ομορφιά, είναι σύμβολο μιας εσωτερικής πορείας προς την αποκάλυψη.

Στην αφωνία της φύσης, ανατέλλει η σοφία του Όλου.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Πώς συνδέεται ο σύγχρονος Έλληνας με την αρχαία φιλοσοφική παράδοση;

 


Η ερώτηση αυτή δεν είναι μόνο ρητορική· αγγίζει την καρδιά του πολιτιστικού μας βίου. Η επαφή με τους προγόνους δεν πρέπει να περιορίζεται σε μουσειακές τιμές ή σε φολκλορικές  αναπαραστάσεις· χρειάζεται μια επανεκκίνηση που να μετατρέπει τη γνώση σε τρόπο ζωής. Όταν όμως η «επανελληνίσις» γίνεται πρόσχημα για επιδείξεις, συνωμοσιολογίες ή εθνοκεντρικά στερεότυπα, χάνει το ουσιαστικό της νόημα και μετατρέπεται σε ουτοπικό αφήγημα.

Τι συμβαίνει σήμερα; Από την δεκαετία του 90 και εντεύθεν  αναπτύχθηκαν ρεύματα που συνδυάζουν το αρχαίο κάλλος με αναβίωση  θρησκευτικών παγανιστικών πρακτικών (ομάδες εχθρικά διακείμενες η μια με την άλλη),αποκρυφισμό ή ανορθολογικές θεωρίες — από την ιδέα της «γονιδιακής υπεροχής» έως τις εξωφρενικές εικονογραφίες μιας δήθεν «αρχαίας αποκρυφής σοφίας». Αυτή η σύγχυση δεν είναι απλώς θεολογική κοινωνική ή ιδεολογική· είναι ουσιαστική κρίση γνώσης: η αρχαιότητα μετατρέπεται σε εμπόρευμα ταυτότητας και όχι σε εργαλείο κριτικής σκέψης. Αντίθετα, η φιλοσοφία που γέννησε την έννοια του «λόγου» απαιτεί σκέψη, αμφισβήτηση και βιωματική άσκηση — όχι παρωχημένες επαναλήψεις.

Λόγω του αβέβαιου παρόντος και του δυσοίωνου μέλλοντος πολλοί Νέοι Έλληνες βρέθηκαν αποκομμένοι από την κλασική παιδεία και τη μυθολογία· το ιστορικό υπόβαθρο παρέμεινε αποσπασματικό, ενώ το αρχαίο κλέος αναζητήθηκε σε οποιονδήποτε υποστήριξε πως το γνωρίζει. Το αποτέλεσμα ήταν η άνθιση ενός ανομοιογενούς και πολλές φορές επικίνδυνου «ελληνοκεντρικού» χώρου — μια ανάμειξη πατριδοπληξίας, λατρείας του παρελθόντος και ανορθολογισμού. Η μίμηση του παρελθόντος χωρίς κριτική γόνιμη ανάγνωση κλείνει τη σκέψη και στερεί τη δυνατότητα ανανέωσης της ταυτότητας· η Ελληνικότητα δεν είναι αντίγραφο, είναι βίωμα και δημιουργική μεταβολή.

Η φιλοσοφία των αρχαίων δεν αφορούσε  θεωρίες,  αλλά κυρίως τρόπο ζωής · από τον Σωκράτη που απαιτούσε εσωτερική εξέταση, μέχρι τους Στωικούς που πρότειναν την εναρμόνιση λόγου και πράξης, η φιλοσοφία εμφανίζεται ως τέχνη του βίου. Το ζητούμενο δεν είναι να επικαλεστούμε αποσπάσματα ως μαγικές λύσεις, ούτε να στολίσουμε την καθημερινότητα με αρχαίες φράσεις· είναι να ξαναμάθουμε να σκεφτόμαστε με τρόπο που αλλάζει τις πεποιθήσεις μας και, μέσω αυτών, τις πράξεις μας. Όταν η φιλοσοφία γίνει εργαλείο αυτογνωσίας, η ζωή αλλάζει — όχι επειδή αλλάζουν οι συνθήκες, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος που τις ερμηνεύουμε.

Αυτό προϋποθέτει τρία συνδεδεμένα βήματα. 

📌 Πρώτον, γνώση με κριτική παιδεία: πρόσβαση στα πρωτότυπα κείμενα, μεθοδολογία και ιστορική συγκρότηση. 

📌 Δεύτερον, βιωματική άσκηση: η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής — πρακτικές και ασκήσεις που μετασχηματίζουν συνήθειες και προτεραιότητες. 

📌 Τρίτον, συλλογική εφαρμογή: οι ατομικές μεταμορφώσεις πρέπει να βρίσκουν χώρο σε θεσμούς, σχολεία και κοινότητες που υποστηρίζουν την αρετή, την τέχνη και τη σκέψη. Χωρίς την τριπλή αυτή διασύνδεση, η επαφή με το παρελθόν παραμένει επιδερμική.

Η «Ελληνικότητα» επομένως δεν είναι κληρονομικό χάρισμα αλλά τρόπος  σκέψης και δράσης. Είναι στάση που καλλιεργείται με παιδεία,. τέχνη, επιστήμη, και πνευματική εργασία. Η παιδεία συγκροτεί τον πολίτη, και ο πολίτης με παιδεία είναι το θεμέλιο μιας ζωντανής κοινωνίας.

Στη σύγχρονη εποχή η τεχνολογία και το διαδίκτυο δίνουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στα κείμενα· αλλά μέσα στην πληθώρα αυτή ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραπληροφόρησης. Χρειαζόμαστε άρα εκπαιδευτικά προγράμματα που να διδάσκουν όχι απλώς πληροφορίες, αλλά κριτική ανάγνωση: πώς να συγκρίνεις, πώς να ερμηνεύεις, πώς να τοποθετείς ένα επιχείρημα στο ιστορικό και φιλοσοφικό του πλαίσιο. Μόνο έτσι ο πλούτος της αρχαιότητας θα λειτουργήσει ως γονιμοποιός δύναμη, όχι ως ρηχή ρητορεία ή ως ιδεολογικό όπλο.

Η φιλοσοφία των αρχαίων μάς διδάσκει επίσης την ενότητα: δεν μπορούμε να βλέπουμε τη ζωή διαιρεμένη σε υλικό και πνευματικό· είμαστε ολότητα και λειτουργούμε αρμονικά όταν τα μέρη συνεργάζονται. Η έννοια της ενότητας υπήρξε πανάρχαια· όταν όμως δεν την αναγνωρίζουμε, τότε η κοινωνία μας τεμαχίζεται. Η επιστροφή στις πνευματικές ρίζες είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση προσωπικού και συλλογικού σκοπού, για την ανάκτηση μιας ευδαιμονικής κατεύθυνσης που συνδυάζει ατομική αυτοεπιβεβαίωση και κοινωνικό όφελος.

Η μεταμόρφωση ξεκινά από την αυτογνωσία. Η φιλοσοφία δεν είναι μόνο θεωρία· είναι πρακτική αλλαγής: να αναγνωρίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες, να ιεραρχήσουμε, να αναστοχαστούμε — και από εκεί να δράσουμε. Μόνο αν αλλάξει ο άνθρωπος, θα αλλάξει και η κοινωνία. Το άτομο που σμιλεύει τον εαυτό του γίνεται καθρέφτης του συνόλου· και όταν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι συνδυαστούν, τότε οι θεσμοί μεταμορφώνονται.

Τελικά, η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις· προσφέρει εργαλεία σκέψης, κριτικής και μεταστροφής. Αν τα κατανοήσουμε ως τέτοια, και τα εντάξουμε στην καθημερινή μας πρακτική, μπορούν να γίνουν πυρήνας αναγέννησης — όχι ως εθνική επίδειξη αλλά ως οικουμενική παιδεία που γεννά υπεύθυνους πολίτες, δημιουργικά μυαλά και συμπονετικές κοινωνίες. Η δουλειά απαιτεί γνώση, παιδεία και, πάνω απ’ όλα, το θάρρος της αλλαγής: να είμαστε εμείς οι πρώτοι που αλλάζουμε, ώστε να αλλάξει ο κόσμος μαζί μας.

Ο κομμένος ομφάλιος λώρος με την αρχαία Ελλάδα.

 

Ο σύγχρονος Έλληνας συχνά στρέφεται προς την αρχαία Ελλάδα χωρίς να διαθέτει το γνωσιολογικό υπόβαθρο που θα του επέτρεπε να τη κατανοήσει και να την ερμηνεύσει, χωρίς εξιδανικεύσεις. Ο ομφάλιος λώρος που συνέδεε το παρόν με εκείνη την αρχέγονη πηγή σοφίας έχει κοπεί εδώ και αιώνες· και έτσι η επανασύνδεση γίνεται αποσπασματικά, μέσα από προσωπικές φιλοδοξίες και ρηχές ερμηνείες. Αντί να λειτουργεί ως καθρέφτης γνώσης τόσο συλλογικής όσο και ατομικης (αυτογνωσίας), η αρχαιότητα μετατρέπεται σε καταφύγιο φαντασιώσεων, και σε θεωρίες που στερούνται πραγματικότητας (κάποιες φορές επικίνδυνες).

Το να «ασχολείσαι» με την αρχαία Ελλάδα ΔΕΝ σημαίνει να ακολουθείς κάποιο αμφιλεγόμενο δόγμα ή ομάδα, να κάνεις σπονδές, να φοράς χλαμύδες, ή να υποστηρίζεις πως οι αρχαίοι Έλληνες είναι οι προπάτορες όλης της ανθρωπότητας — ή ακόμα και του σύμπαντος. Σημαίνει να κατανοείς τον τρόπο με τον οποίο εκείνος ο κόσμος στοχάστηκε τη φύση, το άτομο και την πολιτεία. 

Η Ελληνικότητα δεν είναι τόπος, αλλά τρόπος· όχι κληρονομικό χάρισμα, αλλά άσκηση πνεύματος. Είναι μια διαρκής κατάκτηση του νου που αναζητά το μέτρο ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θείο, στο ατομικό και στο κοινό. Γι’ αυτό οι σύγχρονοι Έλληνες μπορεί να επαίρονται πως είναι απόγονοι σπουδαίων προγόνων, αλλά έχουν ελάχιστη σχέση και ελάχιστη γνώση γι’ αυτούς, και κάποιες φορές καταντούν γραφικοί.

Η πλάνη του σύγχρονου Έλληνα είναι ότι νομίζει πως είναι ο διάδοχος του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού επειδή οι άλλοι, οι ξένοι τον θαυμάζουν. Όμως η αρχαία Ελλάδα δεν προσφέρεται για κληρονομιά, αλλά για τρόπο, γνώσης, παιδείας, ανδρείας, αισθητικής και κατανόηση. Δεν ζητά πίστη, αλλά επίγνωση. Δεν ζει στα κατεστραμμένα μνημεία, αλλά στην ψυχή , και στην ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να αισθάνεται και να ενεργεί με αρμονία. Χωρίς παιδεία, χωρίς φιλοσοφική καλλιέργεια και χωρίς εσωτερική εργασία, κάθε αναφορά σε εκείνη μένει κενό σχήμα — ένας ήχος χωρίς ψυχή.

Η αληθινή επανασύνδεση με την αρχαία Ελλάδα μπορεί ίσως να κατακτηθεί με την ανάκτηση του μέτρου, της αρμονίας και της αυτογνωσίας. Δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν, αλλά αναγέννηση ενός τρόπου να βλέπεις τον κόσμο, ενιαίο και ιερό. Η Ελλάδα δεν κατοικεί στον χρόνο — κατοικεί στον τρόπο. Και αυτός ο τρόπος αρχίζει εκεί όπου ο νους σιωπά και βλέπει.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Η Πόλις, ο πολίτης, η τέχνη, η Φύση, ο Λόγος και το Ιερό, στην αρχαία Ελλάδα.

 


Η Ελληνικότητα κατά την αρχαιότητα δεν καθοριζόταν από γεωγραφικά όρια ή εθνικά γνωρίσματα, αλλά από τον τρόπο του βίου – από μια υπαρξιακή στάση που επιδίωκε την αρμονία με τον λόγο και την αλήθεια. Αυτή η στάση δεν υπήρξε αφηρημένη· ενσαρκώθηκε στον ανώτερο θεσμό του ελληνικού κόσμου: την πόλιν.

Η πόλις ως κοσμική και μεταφυσική οργάνωση.

Η πόλις στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν απλώς ένας οργανωμένος συνοικισμός ανθρώπων· είχε μεταφυσικό χαρακτήρα. Ήταν το πεδίο όπου ο άνθρωπος καλούνταν να μετέχει όχι μόνο στην πολιτική και κοινωνική ζωή, αλλά και στην κοσμική αρμονία. Μετοχή στην πόλιν σήμαινε μετοχή στον λόγο: την αρχή που συνέχει το σύμπαν και συνδέει τα υποκείμενα με τα αντικείμενα, τον άνθρωπο με το θείο, τη φύση με τη σκέψη.

Ο λόγος φανερώνει την ύπαρξη, καλεί στη θέα του όλου, φέρει την τάξη. Από αυτή τη σκοπιά, το σύμπαν ονομάστηκε κόσμος — δηλαδή κόσμημα — επειδή ενσωμάτωνε αρμονία και ομορφιά, και συνεπώς, αλήθεια. Η αλήθεια για τους Έλληνες δεν ήταν μια απλή πληροφορία, αλλά μη-λήθη, φανέρωση, αναφορά και σχέση. Όπως έγραφε ο Ηράκλειτος: «Καθ’ ὅ,τι ἂν κοινωνήσωμεν, ἀληθεύομεν· ἃ δὲ ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα».

Η αποφυγή της ιδιωτείας και η ενεργός συμμετοχή.

Η ιδιωτεία, δηλαδή η απόσυρση από τα κοινά, δεν ήταν απλώς αντικοινωνική στάση· ήταν άρνηση της αλήθειας και του λόγου. Ο πολίτης δεν όφειλε μόνο να κατοικεί στην πόλη, αλλά να συμμετέχει ενεργά στον κοινό βίο: στην Εκκλησία του Δήμου, στη δίκη, στην εορτή, στον διάλογο. Η ζωή αποκτούσε νόημα μέσα από τη σχέση, τη συμμετοχή, την ευθύνη.

Η τέχνη ως θέα του θείου.

Η τέχνη στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν διακοσμητική ή προσωπική έκφραση. Ήταν μια μορφή φανέρωσης της αλήθειας. Ένα άγαλμα (αγάλλομαι – προκαλώ αγαλλίαση) δεν ενσάρκωνε απλώς ανθρώπινη μορφή, αλλά ιδέα – αθάνατη, αρχετυπική, θεϊκή. Ένας ναός δεν ήταν απλώς χώρος λατρείας, αλλά χώρος σχέσης με την κοσμική αρμονία. Κάθε τέχνη – η αρχιτεκτονική, η γλυπτική, το θέατρο – λειτουργούσε ως εκπαίδευση στην αίσθηση του μέτρου, ως μέσο εξύψωσης του ανθρώπου από το εφήμερο προς το αιώνιο.

Θρησκεία και κοινότητα: το ιερό ως πολιτικό γεγονός.

Η θρησκεία δεν αποσυνδεόταν από την πόλη, αλλά αποτελούσε συνεκτικό ιστό της. Οι εορτές, οι τελετουργίες, οι μυήσεις (όπως στα Ελευσίνια Μυστήρια), δεν ήταν ατομικές πρακτικές πίστης, αλλά κοινές εμπειρίες μυσταγωγίας. Ο ιερός χώρος ήταν επίσης δημόσιος χώρος. Το θείο δεν ήταν έξω από τον κόσμο, αλλά παρόν στη φύση, στους ρυθμούς του έτους, στη γονιμότητα, στον θάνατο και στην αναγέννηση.

Ορθολογισμός και λατρεία της φύσης: η ενοποιημένη κοσμοαντίληψη.

Παρά την ανάπτυξη της λογικής και της φιλοσοφικής σκέψης, οι Έλληνες δεν διαχώρισαν τον λόγο από το ιερό. Αντιθέτως, ανέπτυξαν έναν ορθολογισμό εμποτισμένο με δέος απέναντι στη φύση. Ο Θαλής έβλεπε το νερό ως αρχή των πάντων, αλλά ταυτόχρονα αναγνώριζε ψυχή στα πάντα. Ο Πυθαγόρας μιλούσε για αρμονία των σφαιρών, για μαθηματικό ρυθμό του κόσμου, χωρίς να χάνει το μυστήριο του.

Η φύση ήταν λογική, αλλά και ιερή. Οι μορφές της, οι ρυθμοί της, τα στοιχεία της, γίνονταν αντικείμενα μελέτης και στοχασμού, αλλά και σεβασμού. Ο άνθρωπος καλούνταν όχι να κυριαρχήσει πάνω της, αλλά να συντονιστεί μαζί της – με το μέτρο, τη φρόνηση, την ευσέβεια. Η ύβρις — η αλαζονεία που παραβιάζει την φυσική τάξη — ήταν ταυτόχρονα φιλοσοφικό και ηθικό αμάρτημα.

Η ενότητα του λόγου, της τέχνης και της φύσης.

Το Ελληνικό ιδεώδες, η κατ’ αλήθειαν ζωή, δεν αναζητούσε την απόλυτη λογική κυριαρχία ούτε την παράλογη έκσταση. Στόχευε στη σύνθεση: ο λόγος να φανερώνει τη φύση, η τέχνη να αποκαλύπτει τον λόγο, και η θρησκεία να ενώνει το πεπερασμένο με το άπειρο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο άνθρωπος δεν ήταν απλώς «πολιτικόν ζῷον», αλλά και κοσμικόν ον – ένας μικρόκοσμος που συμμετείχε στο άπειρο μέσω της πόλεως.

Επίλογος.

Η πόλις της αρχαίας Ελλάδας υπήρξε ένα ιερό εργαστήρι ύπαρξης, όπου ο πολίτης δεν ήταν απλώς κάτοικος, αλλά μέτοχος του λόγου, της τέχνης, του θείου και της φύσης. Μέσα σε αυτή τη σύνθεση, η ελληνικότητα διαμορφώθηκε όχι ως φυλετική ταυτότητα, αλλά ως τρόπος βίου, όπου η αλήθεια, η σχέση, η συμμετρία και η αρμονία συνέθεταν το ύψιστο αγαθό: το να είσαι μέτοχος του Όλου.


Ένας τρόπος που ακόμα σήμερα μπορεί να φωτίζει δρόμους σκέψης, πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Η νεκροκεφαλή κριαριού ως αποτροπαϊκό σύμβολο στην αρχαία Ελλάδα.

 


(Αφορμής δοθείσης φωτογραφίας κεφαλής νεκρού κριαριού σε περίφραξη αγροκτήματος στα Λύχνα της  Λήμνου 📷)

Αν και πρόκειται για σύγχρονη, λαϊκή εφαρμογή, η πρακτική τοποθέτησης της κεφαλής του κριαριού στην είσοδο, ενός χώρου αντιγράφει —σχεδόν τελετουργικά— την αρχαία πράξη των ιερών τεμενών, όπου τοποθετούσαν κεφαλές νεκρών ζώων ως φρουροί του χώρου,. κάτι  αντίστοιχο με τις σφίγγες. Άγρυπνοι φρουροί,  φυλούν τις πύλες ανάμεσα στο ορατό και το αοράτο, την ζωή και τον θάνατο. Όπως το Κέρβερος ο τρικέφαλος φύλακας του κάτω κόσμου, απέτρεπε αντανακλαστικά το κακό και ο θάνατος να εισέλθουν στον χώρο της ζωής, και της γονιμότητας.

Στην αρχαία ελληνική θρησκευτική πρακτική, η κεφαλή κριαριού δεν αποτελούσε απλώς ένα λείψανο ενός ζώου αλλά σύμβολο έμψυχο, φορέας μνήμης και δύναμης. Λειτουργούσε αποτροπαϊκά, ιδιαίτερα σε χώρους ιερών και τεμενών, σαν άγρυπνο βλέμμα που απέτρεπε το κακό και τις βλαβερές δυνάμεις να εισέλθουν.

Το κριάρι είναι ο αρχηγός του κοπαδιού,.ο οδηγός, ο προστάτης, και ο πάροχος της γονιμότητας. Συνδέεται κυρίως με τον Αρκαδικό θεό Πάνα, και τον Ερμή.

Αρχαιολογικά ευρήματα —ειδώλια, ανάγλυφα και φυλαχτά— μαρτυρούν την παρουσία της από την αρχαϊκή έως την Ελληνιστική εποχή, με πλούσια τελετουργική φόρτιση.

Χαρακτηριστική είναι η μορφή του Ερμή Κριοφόρου, του θεού που φέρει το κριάρι στους ώμους, όντας ο ίδιος ο φορέας της εξιλέωσης. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας (9.22.1), στην Τανάγρα, ο Ερμής περιέφερε το κριάρι γύρω από τα τείχη για να αποδιώξει τον λοιμό. Η πράξη δεν ήταν απλώς ιερή —ήταν ένα πέρασμα καθαρτικό, ένα περικύκλωμα της πόλης με σώμα και πνεύμα, μια θυσιαστική χειρονομία που ανέδιδε φως μέσα από το ζώο. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και σε γλυπτά και αναθηματικά ανάγλυφα, όπως ο Μοσχοφόρος της Ακρόπολης, όπου η όψη του ζώου στρέφεται εμπρός, σχεδόν ερωτώντας.

Στα ιερά του Ποσειδώνα στον Ισθμό, περιρραντήρια διακοσμημένα με κεφαλές κριαριών επιτελούσαν πράξεις καθαρμού, ενώ σε νεκρικά συμφραζόμενα η προτομή του κριαριού εμφανίζεται συχνά σε κοσμήματα και φυλαχτά —σημάδι προστασίας για την ψυχή του αναχωρούντος. Στην Απολλωνία του Εύξεινου Πόντου, βρέθηκαν χάλκινα ειδώλια κριαριών εντός τελετουργικών συνόλων, αφιερώματα στους αόρατους θεούς, που δέχονταν το ζώο ως γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους.

Το κριάρι, ως θυσιαζόμενο ον, στεκόταν στον μεταίχμιο: έφερε στους ώμους του τον κρίκο που ενώνει το θείο και το ανθρώπινο, τη βία και την κάθαρση, τη ζωή και τη μετάβαση. Ήταν δύναμη, ήταν όριο, ήταν φύλακας.

Κι όμως, το αρχέτυπο αυτό δεν έσβησε.

Η ξεχασμένη κεφαλή του κριαριού είσοδο  παλιού αγροκτήματος στα Λυχνα της Λήμνου α—σκελετωμένη, σκεπασμένη με λειχήνες,  συνεχίζει να φρουρεί, αθόρυβα, σαν παλαιός ιερέας που δεν αποσύρθηκε ποτέ. Παρά την απόσταση χιλιάδων ετών και την αλλαγή θρησκειών και κοσμοαντιλήψεων, ο αρχετυπικός πυρήνας αυτής της πράξης επέζησε.


Μεταδόθηκε ασυνείδητα από γενιά σε γενιά, μέσα από τη μνήμη της γης, των ζώων, των ανθρώπων που ζουν στα όρια του άγριου και του ιερού. Κι έτσι, ακόμη και σήμερα, μια σιωπηλή κεφαλή κριού σε περίφραξη δεν είναι απλώς δείγμα λαϊκής συνήθειας· είναι ψίθυρος αρχαίας γνώσης. Μια σκιά του τεμένους που επιστρέφει, με άλλο σώμα αλλά με το ίδιο βλέμμα.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Περί φυτικού βασιλείου στην αρχαία Ελληνική τέχνη. Φειδίας και Εύδοξος.

 


Πρωτότυπο δοκίμιο, υπο την μορφή διαλόγου, μεταξύ του Φειδία και του νεαρού μαθητή του, Εύδοξου, για τη σημασία του φυτικού βασιλείου στην τέχνη

Ο φυσικός κόσμος και ιδιαίτερα το φυτικό βασίλειο κατείχαν κεντρική θέση στην καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική έκφραση της αρχαίας Ελλάδας. Τα φυτά, με τη συμμετρία, τη χάρη και τη ζωτικότητά τους, ενέπνευσαν μοτίβα και διακοσμητικά στοιχεία, όπως τα κιονόκρανα των κορινθιακών κιόνων που μιμούνταν τα φύλλα ακάνθου. Η φύση δεν θεωρούνταν απλώς πηγή υλικών αλλά και σύμβολο αρμονίας και τάξης, έννοιες που ήταν θεμελιώδεις στην αισθητική και τη φιλοσοφία της εποχής. Μέσα από αυτή τη σύνδεση, οι αρχαίοι Έλληνες εξέφρασαν τον σεβασμό τους για τη φύση, ενσωματώνοντάς την στην τέχνη τους ως φορέα κάλλους και σοφίας. 

Στο εργαστήρι του Φειδία,  ο μεγάλος γλύπτης και ο μαθητής του Εύδοξος συζητούν πλάι σε ένα άγαλμα θεάς,  στην κορώνα  της οποίας κεφαλή της οποίας διαγράφονται ανάγλυφα φύλλα ακανθού.

- Φειδίας:  Εύδοξε, παρατήρησε πώς η λεπτομέρεια αυτών των φύλλων ακανθού διακοσμεί το άνω μέρος της βάσης του κίονα. Δεν είναι απλώς διακοσμητικό μοτίβο∙ είναι σύμβολο ζωής, πάθους και αναγέννησης.

- Εύδοξος: Δάσκαλε, γιατί επέλεξες την άκανθο και όχι κάποιο άλλο φυτό;

- Φειδίας: Η άκανθος, γιος της Ελληνικής γης, συνοδεύει τον κόσμο από τα πολύ παλαιά χρόνια. Η ευθυγράμμιση των φύλλων της στα κιονόκρανα, όπως στο περίφημο κορινθιακό Ρυθμό, αποδεικνύει πόσο βαθιά ενσωματώθηκε στην αρχιτεκτονική και τις τέχνες μας. Μέσα από τη στυλιζαρισμένη μορφή της, δηλώνεται η αρμονία ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο.

- Εύδοξος: Δάσκαλε, μου είχες πει πως κάθε φυτό αφηγείται και μια ιστορία θεών και ηρώων. Πώς συνδέεται αυτό με την τέχνη μας;

- Φειδίας: Κάθε άνθος, κάθε φύλλο, κάθε καρπός βρίσκει τη ρίζα του σε μύθους και τελετές. Στα Ελευσίνια Μυστήρια, για παράδειγμα, ύμνησαν τη Δήμητρα πίνοντας τον κυκεώνα αρωματισμένο με φλισκούνι και θυμάρι. Μέσα σ’ αυτόν, η θεά ανέπνεε ξανά τη ζωοδότρα ενέργεια της γης, και οι μυημένοι ανανέωναν την πίστη τους στον κύκλο της βλάστησης.

- Εύδοξος: Και οι παπαρούνες; Γιατί θεωρούνταν ιερό φυτό της Δήμητρας;

- Φειδίας: Η μυθολογία μας λέει πως όταν ο Άδης απήγαγε την Περσεφόνη, η Δήμητρα της έδωσε χυμό παπαρούνας για να απαλύνει τη θλίψη της. Έτσι, η κόκκινη παπαρούνα συνδέθηκε με τον ύπνο και τον θάνατο, αλλά και με τη λύτρωση από τον πόνο. Στην τέχνη μας, οι νύμφες και οι θεοί απεικονίζονται συχνά κρατώντας παπαρούνες, υπενθυμίζοντας τη διπλή φύση της ζωής και του θανάτου.

- Εύδοξος: Μήπως με αυτό τον συλλογισμό και στα Ανθεστήρια, τα λουλούδια αλληγορούν ένα μήνυμα αναγέννησης;

- Φειδίας: Ακριβώς. Τρεις μέρες γιορτής, αρχίζοντας στις 26 Φεβρουαρίου, αφιερωμένες στον Διόνυσο. Ονομάστηκαν από τα «άνθη» που ξεπρόβαλλαν τότε, κι οι μικροί Αθηναίοι περιφέρονταν με στεφάνια από γαρύφαλλα και κισσό. Το στεφάνι ήταν ύμνος στην ωραιότητα και τη θεία ευωδιά, ενώ ο κισσός θύμιζε τη θεϊκή μανία του Διονύσου.

- Εύδοξος: Γιατί προτιμούμε κάποια συγκεκριμένα δέντρα ως ιερά; Και τι ρόλο διαδραματίζουν;

- Φειδίας: Τα δέντρα οριοθετούν ένα  ιερό χώρο. Η ελιά της Ακρόπολης,  είναι το σύμβολο αθάνατης δύναμης για τους Αθηναίους. Στη Δήλο ο  φοίνικας θεωρείται ιερός διότι ήταν το  στήριγμα της Λητώς όταν γέννησε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, ενώ δρυς το ιερό δέντρο του Διός καθώς προσελκύει τον κεραυνό αλλά και διότι  από τα  αρχαία χρόνια στην Δωδώνη η βελανιδιά αποτελούσε την μυστική φωνή του μαντείου αρχικά της η Γαίας και στην συνέχεια του Δία..

- Εύδοξος: Δάσκαλε, πώς συνδυάζεις όλα αυτά στο έργο σου;

- Φειδίας: Κάθε ύλη έχει πνοή. Όταν κόβω τα φύλλα της αμυγδαλιάς για ένα άγαλμα θεάς, φέρνω μαζί μου το χρώμα της άνοιξης. Όταν χαράζω το μοτίβο της ίριδας, θυμάμαι πως οι θεες ξεπρόβαλλαν ανάμεσα σε λουλούδια. Μετά, σε μια ασπίδα, σκαλίζω τον κοττινο  της ελιάς, για να δώσω θάρρος στον πολεμιστή που θα τη φορέσει. Έτσι, η τέχνη μου δεν είναι απλώς τέχνη∙ είναι ζωντανή φύση, μεταμορφωμένη σε μάρμαρο.

- Εύδοξος: Καταλαβαίνω καλύτερα τώρα. Η τέχνη είναι ένας μυστικός κήπος, όπου θεοί και άνθρωποι συνομιλούν μέσω των φυτών.

- Φειδίας: Ακριβώς, Εύδοξε. Όταν αγγίζεις ένα ανάγλυφο φύλλο ή ένα άνθος σε ένα άγαλμα, νιώθεις τον παλμό της γης. Και καταλαβαίνεις πως η φύση, το φυτό, το άνθος, είναι δώρα των θεών και γέφυρες ανάμεσα στη θνητότητα και το αθάνατο.

Το φως του ήλιου πέφτει αργά πάνω στα ημιτελή μάρμαρα, ενώ οι δυο τους συνεχίζουν να χαράσσουν τα “φύλλα” της τέχνης τους, φέρνοντας στον κόσμο τη ζωτικότητα του φυτικού βασιλείου.


Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Ο Ψίθυρος της Σοφίας. Ο Δίας, Αθηνά και η Γλαύκα .

 


Η πλάση ολόκληρη είχε βυθισθεί στο σκότος. Τα σύννεφα μαύρα και απειλητικά  ήταν φορτωμένα από τη θεϊκή οργή, οι κεραυνοί χαράκωναν τους ουρανούς με μανία. Στον θρόνο του ο παντοδύναμος Δίας υπέφερε  από αφόρητους πονοκεφάλους. Ενας  πονοκέφαλος με αιτία: Ο Ζεύς, είχε καταπιεί τη Μήτιδα, θεά της σοφίας, ως προληπτικό μέτρο από φόβο μή γεννήσει αγόρι  που θα ανατρέψει τη βασιλεία του, όπως εκείνος έκανε στον Κρόνο.

— Ω τι συμφορά! Αναφώνησε ο πατέρας των Θεών.  Φαίνεται ότι τελικά η σοφία είναι ένα ανυπόφορο προσόν!

— Γιατί με κατάπιες, μεγάλε Δία; Ακούστηκε υπόκωφα η φωνή της Μήτιδας, της θεάς της σοφίας. Η φωνή της λεπτή και υπόκουφη προερχόταν από το  εσωτερικό της γαστεός του Διός,  καθώς βίωνε τον παράδοξο εγκλωβισμό της. 

— Φοβήθηκα την προφητεία, Μήτιδα. Προβλέφθηκε πως θα γεννήσεις μια κόρη και μετά έναν γιο που θα με ανατρέψει, ομολογεί ο Δίας, τρέμοντας από την ενοχή.

— Η απόφαση σου  αυτή θα γίνει η δική σου τιμωρία. Μην ξεχνάς άναξ των θεών πως κανείς δεν ξεφεύγει απο την ανάγκη,  ούτε καν εσύ! Όσο πιο βαθιά θάψεις τη γνώση, τόσο πιο ισχυρή θα γίνει η κόρη που φέρεις μέσα σου.

Αίφνης, μια σκιά πέρασε πάνω από τον θρόνο του Ολύμπου. Η Θέμιδα, η θεά της δικαιοσύνης, πλησίασε τον Δία:

 — Ζητάς να λάβεις ξένη  δύναμη δίχως αντίτιμο; Τιμωρείς δίχως λόγο; ρώτησε σθεναρά. Κάθε πράξη έχει συνέπειες, πόσο μάλλον η κατάκτηση  στην υπέρτατη  σοφίας, ακόμα και για τον βασιλιά των θέων. 

— Βαριά ευθύνη με συνθλίβει, παραδέχτηκε ο Δίας.

Η Θέμις ξεφύσησε, με φανερή αγανάκτηση: 

— Τότε άκουσε με. Ό,τι γεννιέται από πόνο, θα φέρει αντιστάσεις. Προετοιμάσου για την ημέρα που η γέννα της σοφίας θα σε συγκλονίσει περισσότερο από τον ίδιο τον πόνο.

Ο Δίας κούνησε το κεφάλι, βυθισμένος στην ενοχή του. Η Μήτις, είχε ήδη υφάνει το νήμα της μοίρας. Από τότε ο Δίας κατέκτησε τη σοφία όλου του κόσμου, των φανερών αλλά και των «αθέατων πραγμάτων», ακόμα και για τους θεούς. Όμως για μια τέτοια γνώση υπάρχει πάντα ένα βαρύ τίμημα. Η ευθύνη και η σοφία προκαλούν πόνους σαν αυτούς του τοκετού: αόρατοι αλλά ατελείωτοι, που μαστιγώνουν το κρανίο του βασιλιά των θεών.

Σε απόγνωση από την απρόοπτη μοίρα, ο όχι όπως αποδείχθηκε και τόσο παντοδύναμος Δίας έστειλε τον αγγελιοφόρο Ερμή στη Λήμνο να καλέσει τον κουτσό και κακομούτσουνο γιο του, τον Ήφαιστο, θεό της φωτιάς, της μεταλλουργίας και μέγα τεχνίτη, να έρθει από τη Λήμνο στον Όλυμπο και να δώσει λύσει σ το πρόβλημα του. Στη Λήμνο ο Ήφαιστος ζούσε ευτυχισμένος, περιτριγυρισμένος από λάβα και χαλκό. Ο Ερμής, λαχανιασμένος, του μετέφερε το διάταγμα:

— Ήφαιστε, άφησε τις λαβίδες, και πάρε τη σφύρα σου. Ο Δίας σε καλεί στον Όλυμπο. 

— Χα! Πήγαινε εσύ να του πεις κρασί να μεθύσι να του περάσουν όλα, γέλασε ο Ήφαιστος. Ωραία η Λήμνος, καμιά όρεξη για θεία σπέκουλα.

— Να ξέρεις, του σφύριξε δήθεν αμέριμνα ο αγγελιοφόρος θεών και ανθρώπων Ερμής, πως ο Δίας εξαγριώθηκε και απειλεί, αν παρακούσεις  να αφανίσει τη Λήμνο από τον χάρτη, και να σε φυλακίσει στην Αίτνα, στη λάβα και τη φωτιά. Αναγκασμένος, ο Ήφαιστος ανέβηκε στον Όλυμπο. Βρήκε τον πατέρα του στο θρόνο του, να χτυπιέται από τους πόνους.

— Πατέρα, σε χαιρετώ. Ήρθα αμέσως μόλις άκουσα την προσταγή σου, είπε με βαρύ χαμόγελο. 

— Κόψε τις μπούρδες, κουτσάλογο, και κάνε κάτι να σωθώ από τους πονοκεφάλους! Χτύπα με στο κεφάλι με την σφύρα να βρει διέξοδο η συσσωρευμένη σοφία μου, να σωθώ να ανακουφιστώ, δεν αντέχω άλλο πια! 

— Όχι, πατέρα, δεν μπορώ, είπε ο Ήφαιστος, και ας ήθελε να εκδικηθεί τον Δία, επειδή τον είχε πετάξει  από τον Όλυμπο, με αποτέλεσμα να μείνει κουτσός. Δεν τον ήθελε γιατί είχε πάρει το μέρος της μάνας του Ήρας σε ενα από τους συχνούς καυγάδες τους. Εκτός αυτού ήταν κακομούτσουνος, και δούλευε με τα χέρια! Που έχει ακουστεί αυτό, είχε πει ο Δίας, Θεός και μάλιστα γιός μου άσχημος, κουτσός και μαυριδερός!!! Τις σκέψεις του διέκοψε η απειλητική κραυγή του Δία!!

— Κάντο το τώρα! ούρλιαξε ο Δίας.!

Σκοτείνιασε ο τόπος. Αστραπές και βροντές γέμισαν τον ουρανό. Τρόμαξε ο Ήφαιστος, ύψωσε τη σφύρα, και «Κρακ!» — άνοιξε στα δύο το κρανίο του πατέρα του. Από το άνοιγμα  ξεχύθηκε ένα φως: και στην συνέχεια μια θεά ολόλαμπρη, πάνοπλη. Η Αθηνά, γεννημένη από το κεφάλι του Δία, κρατούσε δόρυ και ασπίδα, η ενσάρκωση της σοφίας και της στρατηγικής. Ο Δίας ανακουφίστηκε αμέσως. Η Αθηνά, κληρονόμησε τη σοφία της Μήτιδας, αλλά και τη δύναμη του πατέρα της. 

Γνώριζε όλες τις τέχνες, θεά της σοφίας, των τεχνών και των γραμμάτων, της έμπνευσης, της ενδοσκόπησης και της αυτογνωσίας, αλλά και θεά του πολέμου. Όχι όμως του παρορμητικού ηρωικού πολέμου, ο οποίος ανήκει στην δικαιοδοσία του πολεμοχαρούς Άρη, αλλά της στρατηγικής και του σχεδιασμού. Η θεά γεννήθηκε πάνοπλη αλληγορώντας πως η νόηση και η σοφία είναι το μεγαλύτερο όπλο των ανθρώπων, μετά το δώρο του Προμηθέα στην ανθρωπότητα.

Μόλις ξεπετάχτηκε, ένιωσε κάτι να της γραπώνεται ξαφνικά στον ώμο της. Κοίταξε ξαφνιασμένη και είδε μία κουκουβάγια να την κοιτά με τα μεγάλα της μάτια.

— Εσύ θα γίνεις το σύμβολο της σοφίας, ψιθύρισε η Αθηνά στην γλαύκα. Όπως εσύ μπορείς και γυρίζεις το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις ώστε να βλέπεις παντού, ακόμα και στο σκοτάδι, έτσι και αυτός που θα χρησιμοποιεί τις αρετές που εγώ εκπροσωπώ θα μπορεί να βλέπει, να σχεδιάζει και να προβλέπει όχι μόνο το παρόν, αλλά το παρελθόν και το μέλλον.

 Όπως εσύ πετάς μόνο το βράδυ, μακριά από τον θόρυβο της ημέρας, όσοι ζητούν να ανασηκωθούν τα πέπλα των δώρων της σοφίας μου πρέπει να το κάνουν σε μέρος ήσυχο, με τα βλέφαρα κλειστά, ώστε να «ανοίξουν τα μάτια της ψυχής» για να δουν την αθέατη πλευρά των πραγμάτων. Κι όπου υπάρχει πιο ήσυχο μέρος από το εσωτερικό του ανθρώπου;  Όσοι κοιτάξουν προς τα «μέσα» δεν θα μείνουν ποτέ ξανά «απ’ έξω». 

Αν ο άνθρωπος βρει την ευτυχία, αν βάλει σε τάξη στον εαυτό του, τότε θα βάλει τάξη και στον κόσμο γύρω του. Για αυτό, στην πόλη που θα προστατεύω αργότερα, θα βρίσκεσαι παντού και θα σε τιμούν οι κάτοικοί της, ώστε όλοι να θυμούνται πως ο νους είναι ο μέγας «μεγαποιητής»,  και πως στο νου δεν υπάρχει σκότος, αλλά μόνο αμάθεια. 

Ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται μέσα στο μυαλό του ανθρώπου. Για αυτόν τον λόγο πρέπει να μάθει να βλέπει τα πράγματα «φωτισμένα» σωστά.  Πίσω από κάθε συμπαντικό νόμο κρύβεται η αρμονία ή ανάγκη, ο σκοπός, και το χαλινάρι της ψυχής για τον άνθρωπο είναι ο νους. 

Αν οι άνθρωποι ακούσουν τον λόγο μου και με τιμήσουν ανάλογα, τότε η φιλοσοφία, οι τέχνες και η προστασία μου θα είναι συμπαραστάτες τους. Όταν υπάρχουν ικανοί στρατηγοί στο πεδίο της μάχης, θα πετάς από πάνω τους και αυτοί θα κερδίζουν τις μάχες. Φύγε τώρα, καλή μου γλαύκα, να συναντήσεις το πεπρωμένο σου…!


Και η γλαύκα πέταξε για την πόλη που αργότερα ονομάστηκε Αθήνα…!

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Έλλην και Ρωμιός: Μύθοι και Αλήθειες. Τι δεν μας έμαθαν στα σχολεία.

 


Οι Έλληνες, είμασταν  υπό κατάκτηση από το 146 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο, και δεν απελευθερωθήκαμε έως το 1830.  Αλλάζαμε μόνο κατακτητές: αρχικά τους Ρωμαίους (που έγιναν Χριστιανοί στην πορεία), οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τους Έλληνες, στη συνέχεια δυόμισι αιώνες Φραγκοκρατίας, και τέσσερις αιώνες Τουρκοκρατίας. 

Παρόλα αυτά έχουμε μάθει να λέμε πως ζήσαμε «400 χρόνια σκλαβιάς».  Στην πραγματικότητα, όμως, τα χρόνια σκλαβιάς είναι πάνω από 2.000, διότι δεν μπορούμε να εξαιρέσουμε τη Ρωμαιοκρατία.  Μιλάμε για «Βυζαντινή εποχή» — πώς μπορούμε να αγνοήσουμε εκείνη την περίοδο;  

Οι Ρωμαίοι κατακτητές λεηλατούσαν τις Ελληνικές πόλεις, με πλιάτσικο έργων τέχνης και βαρύτατη φορολογία.  Παρεμπιπτόντως, ο όρος «Βυζάντιο» καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα.  Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αφορούσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Βυζάντιο, εξού και ο όρος «Ρωμιός», δηλαδή Ρωμαίος πολίτης — όχι Έλληνας, Ρωμαίος. 

Αυτό ξεκίνησε επί Ιουστινιανού (482–565 μ.Χ.), με την απαγόρευση της χρήσης των ονομασιών «Ελλάς» και «Έλλην». Ο Ιουστινιανός, καταγόμενος από  περιοχή της σημερινής Σερβίας,  και πολέμιος της αρχαίας  Ελληνικής θρησκείας, βασίστηκε σε δύο Έλληνες εθνικούς  (ακόλουθους της πολυθεϊστικής και φυσιολατρικής πατρώας θρησκείας), για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας: τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο.  

Και οι δύο, εκτός από αρχιτέκτονες, ήταν  σπουδαίοι μαθηματικοί, φιλόσοφοι και  πανεπιστήμονες.  Ο Ισίδωρος υπήρξε δάσκαλος του τελευταίου διευθυντή της Ακαδημίας Αθηνών, του νεοπλατωνικου φιλοσόφου Δαμάσκιου. Στη Βιέννη μάλιστα υπάρχει ένας ανδριάντας του Ισίδωρου του Μιλήσιου που τον δείχνει όρθιο να κρατά ένα ομοίωμα της Αγίας Σοφίας. Στην Ελλάδα, αν ρωτήσετε 100 Έλληνες, μάλλον δεν θα βρείτε κάποιον να γνωρίζει το φιλοσοφικό και επιστημονικό του έργο. Για ανδριάντα δεν το συζητάμε...!

Ο γεωγραφικός χώρος των πάλαι ποτέ  Ελληνικών πόλεων-κρατών, με κοινή γλώσσα, θρησκεία, ήθη, έθιμα, κουλτούρα και πολιτισμό, αποκαλούνταν πια «Ρωμανία», και οι Έλληνες κάτοικοί της ήταν... οι Ρωμιοί. ! Όρος που δυστυχώς χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

Για να ολοκληρώσει το Χριστιανικό έργο του, ο Ιουστινιανός έκλεισε όλες τις αρχαίες Ελληνικές φιλοσοφικές σχολές.  Προσπάθησε να επιβάλει την Ορθοδοξία σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας και γι' αυτό καταδίωξε τους οπαδούς των αιρέσεων και της αρχαίας θρησκείας και ανέστειλε τη λειτουργία της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα το 529 μ.Χ.  Οι αρχαίοι  Έλληνες φιλόσοφοι αναγκάστηκαν να πάνε στην Περσία, να βρούν καταφύγιο. 

Αντίθετα με την πρακτική αυτή, οι Έλληνες της πατρώας θρησκείας δεν προσπάθησαν να προσηλυτίσουν με τη βία κανένα αλλόθρησκο λαό.  Καθένας μπορούσε να πιστεύει και σε όποιον άλλο θεό ήθελε, και να τον διδάσκει ακόμα, φτάνει να μην ερχόταν σε ρήξη με την παραδοσιακή λατρεία των Ελλήνων.  Οι πολυθεϊστικες θρησκείες εξάλλου, μοιράζονταν κοινά στοιχεία και πρακτικές. Είναι γνωστό πως πλείστον Έλληνες φιλόσοφοι μυήθηκαν σε Αιγυπτιακούς, Περσικούς ναούς, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτων, ο Πλωτίνος, ο Απολλώνιος ο Τυανέας και τόσοι άλλοι.

Ακόμα και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο «αποστάτης», όπως τον ονόμασε η Εκκλησία, δεν κυνήγησε τους Χριστιανούς.  Έβλεπε ότι, παράλληλα με τη μικρή κοινότητα των Χριστιανών, υπήρχε η μεγάλη κοινότητα των εθνικών και προσπάθησε να ξαναδώσει την οικονομική ευρωστία στα αρχαία Ελληνικά ιερά και να δυναμώσει πάλι την αρχαία Ελληνική παιδεία και τη θρησκεία. 

Τους διωγμούς τούς έκαναν οι Ρωμαίοι, διότι οι Χριστιανοί δεν δέχονταν να καταταγούν στον στρατό, ούτε  να αποδώσουν θυσίες και τιμές στον Ρωμαίο αυτοκράτορα . Αντίθετα κρύβονταν σε κατακόμβες, και απείχαν από την κοινωνική ζωή. Ο Χριστιανός φιλόσοφος Ωριγένης θα υποστηρίξει πως οι Χριστιανοί προσφέρουν περισσότερα από τους στρατιώτες με τις προσευχές που διώχνουν τα δαιμόνια και την ασκητική τους ζωή (κάπως έτσι έπεσε και η Κωνσταντινούπολη. Ο αντρικός πληθυσμός όταν Μωάμεθ πολιορκούσε την πόλη αντί να είναι στα τείχη, ήταν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες).

Μια τέτοια πρακτική ( η αποχή δηλαδή των πολιτών από τις κοινωνικές και πολιτικές υποχρεώσεις τους), συνιστούσε τεράστιο κίνδυνο για την αυτοκρατορία.  Οι εξωτερικές πιέσεις των βαρβαρικών φύλων με τους αλλεπάλληλους πολέμους και την αυτοκρατορική κρίση θα αποτελέσουν το έναυσμα για μια τεράστια αλλαγή στην κοινωνική δομή. 

Όταν το 180 μ.χ  ο Ρωμαίος αυτοκράτορας και Στωικός φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος, ξεψυχώντας σε μια εκστρατεία στο Δούναβη, συμβούλεψε το γιο του: 

- «Πλουτίστε της στρατιώτες, περιφρονείστε τους άλλους!», η Pax Roman έφτανε στο τέλος της. 

Ο  Μάρκος Αυρήλιος, ζώντας τον περισσότερο χρόνο σε ένα αντίσκηνο στο Δούναβη, προσπάθησε να εκδιώξει τα βαρβαρικά φύλα που απειλούσαν τα βόρεια σύνορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι Χριστιανοί απέδειξαν πως ήταν άνθρωποι έτοιμοι να θυσιαστούν για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, όχι όμως για το καλό της αυτοκρατορίας. Αυτό ίσως τον έκανε ν' αλλάξει στάση και από προστάτης τους να γίνει διώκτης. Εντυπωσιασμένος από την πρόθυμη αυτοθυσία τους, έγραψε πως:

- «θυσιάζουν τη ζωή τους σπρωγμένοι από μια σκέτη αντιδραστική διάθεση, αντί να θυσιάζονται για χάρη μιας ιδέας στηριγμένης σε λογικά επιχειρήματα». 

Οι βαρβαρικές επιδρομές, οι καταστάσεις των καταπιεσμένων πληθυσμών στις πόλεις και στην ύπαιθρο, η παρακμή των πόλεων και του παραδοσιακού τρόπου ζωής, οι φυσικές καταστροφές είναι τα χαρακτηριστικά της κρίσης του 3ου αιώνα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον κοινωνικής αναταραχής, θεολογικού συγκρητισμού, φτώχειας,. μαγείας και μυστικισμού, τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα αναζητούν μια καλύτερη ζωή στην μετά θάνατο ζωή, στην Δευτέρα παρουσία, και τον Χριστιανισμό. Ο θύτης θα γίνει θύμα. Σταδιακά και οι Βάρβαρο, θα εκχριστιανιστούν, και θα καταστρέψουν συστηματικά, ότι λαμπρό και σπουδαίο είχε παράξει ο αρχαίος Ελληνικός Κόσμος...

📷 Ανδριάντας του Ισίδωρου του Μιλήσιου που τον δείχνει όρθιο να κρατά ένα ομοίωμα της Αγίας Σοφίας, στην Βιέννη της Αυστρίας.

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Η Υστεροφημία και το Ηρωικό Πρότυπο στην Αρχαία Ελλάδα

«Αν αύριο δεν είσαι εδώ, ποια ιστορία θα αφήσεις πίσω σου;»

Στην αρχαία Ελλάδα, η υστεροφημία συνδεόταν άρρηκτα με την επιδίωξη της αθανασίας μέσω των έργων και της αρετής. Οι Έλληνες πίστευαν ότι μόνο με την επίτευξη εξαιρετικών κατορθωμάτων και την επίδειξη ανώτερων αξιών μπορούσαν να διασφαλίσουν μια διαρκή αναγνώριση – ένα είδος «αιώνιας» δόξας που θα αντέχιζε το πέρασμα του χρόνου.

Για τους ήρωες, τους πολεμιστές και τους φιλοσόφους, η υστεροφημία είχε ανεκτίμητη αξία, διότι μέσω των μεγαλειωδών πράξεών τους επιδίωκαν να ξεπεράσουν τα όρια της πεπερασμένης ζωής. Είτε πρόκειται για νίκες σε επικές μάχες, είτε για επιβλητικά πολιτιστικά επιτεύγματα, είτε για καινοτόμες φιλοσοφικές ανακαλύψεις, τα θαυμαστά έργα αποτέλεσαν το μέσο με το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες επιδίωκαν να κατορθώσουν την αθανασία του ονόματός τους.

Η αρετή, που ενσωμάτωνε τις αξίες της σοφίας, της ανδρείας, της δικαιοσύνης και της μετριοπάθειας, έθετε τα θεμέλια της υστεροφημίας. Μόνο ο «καλός» πολίτης και ο «άξιος» ήρωας, μέσα από τις πράξεις του, κατάφερναν να κερδίσουν τον σεβασμό των συνανθρώπων τους και να γράψουν το όνομά τους με λαμπρά γράμματα στην ιστορία.

Τα κατορθώματα του Ηρακλή, οι στρατιωτικές νίκες του Αλέξανδρου του Μεγάλου και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του Σωκράτη και του Πλάτωνα αποτελούν παραδείγματα της αθανασίας που επιδίωκαν οι μεγαλοί του αρχαίου κόσμου. Το κυνήγι της υστεροφημίας άνθιζε σε έναν κόσμο που πίστευε ακράδαντα στην ανθρώπινη ικανότητα να ξεπεράσει το αναπόφευκτο τέλος και να αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στο χρόνο. Μέσα από αυτήν την αναζήτηση διαμορφώθηκε το ηρωικό πρότυπο που ενέπνεε και καθοδηγούσε γενιές αρχαίων Ελλήνων.

Με αυτά τα ιδεώδη, ο Έκτωρ στην «Ιλιάδα» εκφράζει την επιθυμία του:

«Ας μη πάω χαμένος άδοξα και χωρίς καμία προσπάθεια. Κάτι μεγάλο θα κάμω πρώτα που θα το μάθουν και οι επόμενες γενιές»

(Μη μαν ασπουδί γε και ακλειώς απολοίμην, αλλ’ μέγα ρέξας τι και εσσομένοισι πυθέσθαι)

Στο ίδιο έπος, ο γήραιος και σοφός Νέστωρας απευθύνεται στον Αχιλλέα – το πιθανώς μέγιστο ήρωα του Ομήρου – υπενθυμίζοντάς του ότι, παρά τη δόξα του, δεν συγκρίνεται με τους αρχαίους ήρωες που γνώριζε ο ίδιος:

«Εγώ είχα σμίξει με άντρες κάποτε πολύ τρανότερους σας —χρόνια παλιά— κι αυτοί τα λόγια μου δεν τ᾿ αψηφούσαν, όχι. Άντρες παρόμοιους δεν αντάμωσα κι ουδέ και θ᾿ ανταμώσω, σαν τον Πειρίθο ή τον Πολύφημο, που ίδια θεός λογιόταν, σαν τον Εξάδιο, σαν το Δρύαντα, σαν τον Καινέα το ρήγα, σαν το Θησέα, στην όψη που 'μοιαζε θεός, το γιο του Αιγέα. Πολλά αντρειωμένοι εκείνοι εστάθηκαν στης γης τους άντρες μέσα, πολλά αντρειωμένοι, και πολέμησαν και με πολλά αντρειωμένους με του βουνού τους δράκους τα 'βαλαν και τους χάλασαν όλους. Μ᾿ αυτούς εγώ συναπαντήθηκα, φτασμένος απ᾿ την Πύλο…»

Παράλληλα, και ο ίδιος ο Αχιλλέας εκφράζει την εσωτερική του αναζήτηση υστεροφημίας, αναρωτιέται:

«Δε θα’ ρθει και για μένα καμία περίσταση, που να κάνω μεγάλα έργα και να δοξαστώ κι εγώ;»

Από αυτές τις φράσεις και τα λογοτεχνικά αποσπάσματα αναδύεται το μεγαλείο της αρχαίας Ελληνικής εποποιίας. Για τους αρχαίους Έλληνες, ο θάνατος και η γέννηση ήταν δύο όψεις της αέναης κυκλοφορίας του κόσμου. Γνωρίζοντας ότι το αναπόφευκτο τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης δεν μπορούσε να ανατραπεί, επιδίωκαν με κάθε τους ίχνος να διαμορφώσουν τη δική τους αθανασία μέσα από το μεγαλουργείο των πράξεών τους, στηριζόμενοι πάντα σε έναν ενάρετο τρόπο ζωής. Μέσα από αυτήν την προσπάθεια αποκτούσαν την υστεροφημία – μια έννοια που, πέρα από τη δόξα, ενσαρκώνει και την ουσία του ήρωα στην αρχαιότητα.

Η παρακαταθήκη αυτή, γεμάτη θάρρος, σοφία και ανδρεία, παραμένει μέχρι σήμερα έμπνευση για όσους αναζητούν το δικό τους αφήγημα, δείχνοντας πως ο αληθινός ήρωας διαμορφώνεται μέσα από το αδιάλειπτο αγώνισμα για το ανώτερο και το αθάνατο.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Φύση, Υπερβατικός Έρως, Τέχνη, Κάλλος και Ψυχή.



Η τέχνη, μαζί με τη σκέψη και τον λόγο, αποτελεί ένα από τα τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Τα άλλα δύο είναι η χρήση εργαλείων και συμβόλων, καθώς και η λατρεία – δηλαδή η αναφορά στο υπερβατικό. Η τέχνη δεν είναι απλώς μια διασκεδαστική δραστηριότητα, αλλά μια βαθιά ανάγκη του ανθρώπου, διότι αντιλαμβάνεται πως μόνο ό,τι αποκτά μορφή μπορεί να υπάρξει. Το άμορφο, ως απουσία μορφής, συνδέεται με τη διάλυση και τον θάνατο, και έτσι γίνεται αντιληπτό ως το ανύπαρκτο.

Ίσως για αυτό, στην αρχή των ανθρώπινων κοινωνιών, η αμορφία αποτελούσε μια απειλή – μια απειλή ύπαρξης, αφού για να υπάρξει κάτι πρέπει να έχει σχήμα. Το κάλλος, όμως, λειτουργεί ως πρόσκληση: μας καλεί να αναγνωρίσουμε την ομορφιά και την αρμονία της φύσης, μια αρμονία που εκφράζει το θεϊκό στοιχείο μέσα στο φυσικό.

Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν το θείο κάλλος μέσω του Έρωτος, ο οποίος σε φιλοσοφικό επίπεδο εμφανιζόταν με τρεις διαστάσεις:

- Σωματικός Έρως: Ο φυσικός, αισθητός έρωτας που εκδηλώνεται στο ανθρώπινο σώμα.

- Έρως της Ψυχής: Ο έρωτας για το κάλλος που αναδύεται μέσα από την εσωτερική ομορφιά και τις ανώτερες αξίες.

Υπερβατική Αισθητική Ενατένιση: Η αναγνώριση και κατανόηση της ομορφιάς που διαπερνά κάθε όν, οδηγώντας μας στην αποκάλυψη του υπερβατικού.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ομορφιά απορρέει από ένα αυτοεκφραζόμενο και συνεχώς μεταβαλλόμενο σύμπαν, όπου όλα τα στοιχεία είναι αλληλοσυνδεδεμένα. Ως πεπερασμένο ον, ο άνθρωπος πρέπει να εμπνέεται από ανώτερες ηθικές και αισθητικές αρχές, που αποκαλύπτονται μέσα από τη μελέτη και την παρατήρηση της φύσης. Η εσωτερική ομορφιά της ψυχής του οδηγεί στη δημιουργία έργων τέχνης που αντικατοπτρίζουν την αρμονία και το κάλλος του κόσμου.

Όπως ο ήλιος, ο ανώτερος άνθρωπος δεν χρειάζεται να φωτίσει τον εαυτό του – είναι ήδη φως. Οι ακτίνες του ήλιου διαλύουν το σκοτάδι απλώς επειδή αυτή είναι η ουσία τους, χωρίς να κρύβουν κάποια κρυφή σκοπιμότητα. Αντίστοιχα, η καθαρή συνείδηση δεν απαιτεί εξήγηση ή απόδειξη· ακολουθεί φυσικά τη ροή των γεγονότων και τις αυθόρμητες εξελικτικές διαδικασίες της φύσης, λειτουργώντας μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οργανικό σύστημα προς όφελος του συνολικού όλου.

Η παραπάνω προσέγγιση χαρακτηρίζει τόσο τη φιλοσοφία όσο και την τέχνη στην αρχαία Ελλάδα. Ο αρχαίος Έλληνας καλλιτέχνης επιδίωκε να ανακαλύψει το υπερβατικό που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα της φύσης και τις αισθήσεις – εκείνο που είναι πραγματικά υπαρκτό, όχι το εφήμερο ή το προσωρινό, αλλά το αιώνιο, το αμετάβλητο και το ακατανόητο. Με τον όρο «λόγος των πραγμάτων» εννοούμε την ουσία, τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν σε κάθε όν να μετέχει στην ύπαρξη.

Η αλήθεια, ως αντίθεση στο στερητικό και στο λήθη, υποδηλώνει την αδιαμφισβήτητη φανέρωση του πραγματικά υπαρκτού. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο αρχαίος Έλληνας καλλιτέχνης, για παράδειγμα στη γλυπτική, απέβαλε τα δευτερεύοντα και περιστασιακά χαρακτηριστικά, επιδιώκοντας να αποδώσει τον καθαρό λόγο – το υπερβατικό, την ομορφιά, το κάλλος και την αρμονία που κρύβονται στη φύση και συνυπάρχουν με ένα θεϊκό και υπερβατικό σύμπαν. Ο θεατής ενός αγάλματος πρέπει να βιώνει την ευφορία της θέας εκείνων των αθάνατων στοιχείων, που δεν φθείρονται και παραμένουν ως έκφραση της αιώνιας ύπαρξης.

Αυτό το πνεύμα αναζητήθηκε και στην αρχιτεκτονική, όπου ο στόχος ήταν να αποτυπωθεί ο «λόγος του υπαρκτού» – η αρμονία των σχέσεων που καθιστά το σύμπαν έναν ολοκληρωμένο και πολύτιμο κόσμο. Όπως ανέφερε κάποτε ο Πικιώνης, εξέχων αρχιτέκτονας της εποχής μας:

«Πώς μπορούμε να καταλάβουμε τη μετόπη του Παρθενώνα σήμερα, όταν καταστρέψαμε τη μετόπη της Πεντέλης;»

Ο Παρθενώνας εκφράζει τις σχέσεις του φυσικού περιβάλλοντος της Αττικής. Όταν αυτό το περιβάλλον χάσει τον λογισμό του, την αρμονία των γραμμών του, η αποτύπωσή του θα στερείται του νοήματος που κάποτε είχε, και για τους σημερινούς ανθρώπους δεν θα μεταφέρει πλέον το ίδιο μήνυμα. Αντίστοιχα, αυτή η απώλεια της εσωτερικής αρμονίας παρατηρείται και σε άλλες μορφές τέχνης, ιδιαίτερα στη τραγωδία.

📌 Στοιχεία του άρθρου αντλήθηκαν από το κείμενο του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά, «Η μεταφυσική της Τέχνης σε Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο».



Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Φυσιολατρία και ανθρωπισμός στην αρχαία Ελληνική θρησκεία.

 

Η αρχαία Ελληνική θρησκεία είναι φυσιολατρική. Η Γαία αποτελεί την πρώτη θεότητα, και αποτελεί την μήτρα καταγωγής, ζωοδότη και συντηρητή της ζωής, όλης της βιόσφαιρας. Ως μητέρα όλων των υπάρξεων είναι γένους θηλυκού, καθώς ο άνθρωπος την ταύτισε με μία γυναικεία ύπαρξη, την μεγάλη μητέρα.

Το σύμπαν στην συνείδηση του αρχαίου Έλληνα, αποτελεί ένα αέναο, αυτοσυντηρουμένο και αυτοεξελισσόμενο  έμβιο  οργανισμό Ον όπου τα πάντα έχουν μια συνάφεια και μία σύνδεση μεταξύ τους.Η σύνδεση αυτή αποτυπώνεται υπέροχα στο επόμενο απόσπασμα του Στωικούς αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (εις αυτόν):

" Σκέψου διαρκώς το σύμπαν ως ένα ενιαίο ζωντανό ον, που αποτελείται από μια ενιαία ουσία και μια ενιαία ψυχή- και πώς όλα τα πράγματα πηγάζουν από την ενιαία αντίληψη αυτού του όντος, του σύμπαντος. Και πώς το σύμπαν ολοκληρώνει όλα τα πράγματα μέσω ενός ενιαίου παλμού. Και πώς όλα τα πράγματα στον κόσμο και στο σύμπαν συνεργάζονται για να προκαλέσουν όλα όσα γεννιούνται, και πόσο περίπλοκο και πυκνά υφασμένο είναι το ύφασμα που σχηματίζεται από την συνύφανση  τους".

Οι φυσικές δυνάμεις προσωποποιούνται με ανθρωπομορφικά  χαρακτηριστικά, καθώς ο Έλληνας προσπαθεί μέσα από τις περιορισμένες αισθήσεις του και τις αντιληπτικές του δυνατότητες, να κατανοήσει το σύμπαν. 

Η άποψη αυτή εκφράζεται στο γνωστό ρητό του Πρωταγόρα: 

"πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος". 

Τα χρήματα στη φράση του Πρωταγόρα, δεν σημαίνουν τις νομισματικές αξίες, αλλά, γενικά, τις ποιότητες, τις πεποιθήσεις, τις αρχές, την εσωτερική συγκρότηση με άλλα λόγια, και την ικανότητα κάθε ανθρώπου, χωριστά, να αντιλαμβάνεται με το δικό του τρόπο αυτό που είναι κοινό, μόνο κατ΄ όνομα, για όλους τους ανθρώπους.

Ο αρχαίος  Έλληνας κατανοεί πως ο ίδιος (ο άνθρωπος) αποτελεί μέτρο της αλήθειας και της γνώσης και γι' αυτό κάθε υποκειμενική άποψη για κάποιο θέμα έχει την άξια της.  

Έλλείψη επιστημονικών δεδομένων χειρίζεται τις συμπαντικές δυνάμεις διαισθητικά η ενορατική δίνοντας τους την μορφή που αποτελεί κορωνίδα της νόησης στον πλανήτη, τον άνθρωπο ο οποίος μαζί με την φύση αποτελεί τον μέγα μεγαποιητή του φυσικού περιβάλλοντος.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι Θεοί του Έλληνα λαμβάνουν ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, καθώς ο Έλληνας προσπαθεί να συσχετίσει τόσο την έλλειψη κατανόησης του, όσο και την συσχέτιση της δικής του ζωής με το σύνολο του σύμπαντος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι απεικόνιση των Νυμφών οι οποίες ως κόρες της Γαίας είναι γένους θηλυκού, καθώς σχετίζονται με την ομορφιά της φύσεως, αλλά με δυνάμεις της Γης που αναπτύσσουν την ζωή.

Τόπος δράσης τους είναι στις κρήνες, τα ποτάμια (Ναϊάδες), την θάλασσα (Νηρηίδες),  στην πρωινή  δροσιά, την βροχή (Υάδες), αλλά και στο βλαστικό βασίλειο, τόσο στα δέντρα όσο και τα δάση (Δρυάδες ή Αμαδρυάδες). 

Ήταν αιθαίριες υπάρξεις,  η χαρά της ζωής που χορεύουν με τις μούσες και τον Πάνα. Οι πρόγονοι μας φαντάζονταν να στροβιλίζονται στα δροσερά νέφη υδρατμών των πηγών ή των ποταμών, σχηματίζοντας  μικρά ουράνια τόξα.

Για αυτό σχετίζονταν κυρίως με το υγρό στοιχείο (και όχι μόνο), καθώς το νερό διαδραματίζει  καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των μορφών της ζωής.  

Χωρίς το νερό αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοιπόν της ζωογόνου δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με την βλάστηση. 

Ακόμη και σήμερα όταν βρισκόμαστε δίπλα από πηγές με τρεχούμενο νερό, υπάρχει μία σωματική ψυχική και πνευματική, αναζωογόνηση καθώς όχι μόνο υπάρχει ενέργεια λόγω της κίνησης του υγρού στοιχείου, αλλά διότι ο χώρος πέριξ των πηγών σφύζει από ζωή, ενώ οι αισθήσεις πλημυρίζουν από τα αρώματα και τα χρώματα που μεγιστοποιούνται από την υγρασία.

Αν υπάρχουν κάποια μέρη όπου μπορείς να αισθανθείς την ενέργεια της φύσης να διεγείρει κάθε σου κύτταρο, σίγουρα μία πηγή, ένα ποτάμι, ένας καταρράκτης ή ένα δάσος  αποτελούν μία εξαιρετική επιλογή. 


Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Η θεολογία των αρχαίων Ελλήνων από τον Όμηρο έως τον Πλωτίνο.

 


Το θέμα είναι δύσκολο να αναπτυχθεί σε ένα μικρό άρθρο. Παρόλα αυτά, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε πως (και) στον Ελληνικό χώρο, η πρώτη θεότητα που κυριαρχεί, είναι η μεγάλη μητέρα, η Πότνια θέα των θηρίων και των όφεων. Οι χθόνιες θεότητες κυριαρχούν αρχικά, έως ότου σταδιακά με την πατριαρχία αναπτύσεται και τελικά επικρατεί το Ολύμπιο πάνθεο.

Ο Ομηρικός άνθρωπος πιστεύει ότι οι ανθρωπόμορφοι θεοί επεμβαίνουν εξ’ αποστάσεως στις υποθέσεις των ανθρώπων. Έχει μια αβασάνιστη πίστη σε μια μοίρα, η οποία μπορεί εύκολα να διορθωθεί με την επέμβαση των θεών.

Η θρησκευτικότητα του Ομηρικού Έλληνα συνίσταται στην πίστη ότι ο σκοπός του ανθρώπου εκπληρώνεται στον κόσμο, και όχι πέρα από αυτόν, δηλαδή στον δεδομένο αυτόν κόσμο που είναι και ο χώρος των θεών.

Στην αρχαία Ελλάδα γενικότερα δεν επικράτησε μία οργανωμένη θρησκεία με ενιαίο αλάθητο εξ αποκαλύψεως δόγμα και γι’ αυτό η σωστή άποψη είναι, ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμία θρησκεία (όπως την γνωρίζουμε και κατανοούμε σήμερα), αλλά μάλλον μία πατροπαράδοτη ευσέβεια (όπως την περιέγραφαν και οι ίδιοι οι Έλληνες εξάλλου) διάχυτη από ποικίλες αντιλήψεις περί των θεών που άλλαζαν από εποχή σε εποχή, ενώ αργότερα αυτό που ονομάζουμε σήμερα «θεολογία» έγινε αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας χωρίς όμως ποτέ να ισχυριστεί κανείς από τους φιλοσόφους ότι κατείχε «θεία φώτιση» όταν διατύπωνε τις απόψεις του περί του Θείου.

Κατά τον 7ο και 6ο αι. π.Χ. οι παλαιότερες αντιλήψεις για τους θεούς, ότι ήταν βίαιες φυσικές δυνάμεις, υποχώρησαν και επικράτησε η «νέα» αντίληψη ότι οι θεοί αποτελούν ηθικές δυνάμεις και αξίες του Ελληνικού κόσμου.

Η αντίληψη αυτή των θεών ως ηθικών δυνάμεων είχε ως συνέπεια ότι οι άνθρωποι αισθάνονταν πολύ πιο έντονα από όσο πριν την απόσταση από το Θείον. Εκείνος που επιδιώκει να εξομοιωθεί με το Θείον, ή να εμφανιστεί ως συνομιλητής, ομοτράπεζός ή τέκνο τους, ασκεί Ύβριν (αλαζονεία) και προκαλεί τον φθόνο των θεών.

Οι μύθοι, και τα κατά τόπους μυστήρια διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην θρησκευτική πίστη των Ελλήνων, και εισάγουν τον μυστικισμό, και την πίστη στην μετά θάνατον ζωή.

Την ίδια περίπου εποχή (γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ), εμφανίστηκε μία «αίρεση» εντός των ορίων του Ελληνισμού, η οποία αποπειράθηκε για κάποιο διάστημα να αντικαταστήσει την πατροπαράδοτη ελευθεροφροσύνη στις αντιλήψεις περί των θεών με την εισαγωγή δόγματος. Ήταν η τάση του Ορφισμού, για την οποία ο Ulrich Wilcken γράφει:

«Με τον δογματικό αυτό καθορισμό ενός θεολογικού συστήματος, η Ορφική θρησκεία βρίσκεται σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες (και στο θρησκευτικό πεδίο) αντιλήψεις των Ελλήνων και θυμίζει περισσότερο τις θρησκείες ‘εξ αποκαλύψεως’ της Ανατολής».

Για τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο (570 π.Χ. – 480 π.Χ)., οι Θεοί είναι ξεκάθαρα ανθρώπινες επινοήσεις, καθώς αυτοί λαμβάνουν το χρώμα, τα χαρακτηριστικά και τις συνήθεις των ανθρωπων, ανά τόπο, χρόνο και φυλή. Με μια αρκετά μεγάλη δόση σαρκασμού, ο Ξενοφάνης παρατηρεί πως αν τα άλογα μπορούσαν να σχεδιάσουν τους Θεούς τους, θα τους φιλοτεχνούσαν με τη μορφή αλόγου.

Στον Ηρόδοτο (2.52), διαβάζουμε:

«Παλαιότερα, οι Πελασγοί (οι παλαιότεροι αυτόχθονες κάτοικοι του Ελληνικού χώρου), έκαναν όλες τις θυσίες τους, επικαλούμενοι τους θεούς (θεοίσι επευχόμενοι) … χωρίς να τους δίνουν ούτε όνομα ούτε προσωνυμία, διότι ποτέ δεν είχαν ακούσει τέτοιο πράγμα. Τους ονόμασαν γενικά «θεούς», επειδή αυτοί έθεσαν τάξη στο σύμπαν (κόσμω θέντες)».

Εδώ η λέξη «θεός» σχετίζεται με το ρήμα «τίθημι» (θέτω, τοποθετώ). Άρα, «θεός» είναι αυτός που «θέτει» σε τάξη το σύμπαν.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι δεν θα αρνηθούν το Θείον, αλλά θα το επαναπροσδιορίσουν φυσικά και θα αποπειραθούν να απομακρύνουν τα ιερατεία από την όποια ανάμιξη στην πολιτική διοίκηση των πόλεων.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι αξίωναν, «πλήρη πνευματική ελευθερία. Αυτό ήταν το μεγάλο επίτευγμα των Ιώνων φυσικών φιλοσόφων, που κατέστησαν έτσι για πρώτη φορά δυνατή την επιστημονική σκέψη.

Το επίτευγμα αυτό των Ιώνων φιλοσόφων αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της ανθρωπότητος, γιατί κανείς ως τότε δεν είχε συλλάβει την έννοια της επιστήμης. Προς οικονομία χρόνου θα αναφερθούμε σε πέντε μόνο φιλόσοφους.

Ο Ηράκλειτος (6ος με 5ο π.Χ.), θεμελίωσε την άρνηση της μεταφυσικής, που αποτέλεσε από εκείνον και μετά κοινή παραδοχή όλων των Ελληνικών φιλοσοφικών σχολών.  Αρνήθηκε τον μεταφυσικό θεό δημιουργό του σύμπαντος με τα εξής λόγια, που τείνει να επαληθεύσει και η τελευταία λέξη της επιστήμης:

«Τον κόσμο αυτό, που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έπλασε κανείς, ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα: είναι μια φωτιά αιώνια ζωντανή που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα» («Περί Φύσεως»).

Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός (5ος αιώνας π.Χ.) που προσπάθησε να ερμηνεύσει αλληγορικά τα ομηρικά έπη, στα οποία τα υπεράνθρωπα έργα των θεών γίνονταν αντιληπτά από τους πολλούς ως πραγματικά γεγονότα.

Ο Διογένης ο Απολλωνιάτης (μέσα 5ου αιώνα π.Χ.) μίλησε για άπειρους κόσμους, είπε πως το σύμπαν είναι άπειρο αλλά ο κόσμος μας πεπερασμένος και ασχολήθηκε με την ανατομία.

Ο Λεύκιππος (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) που θεωρείται ο εισηγητής της ατομικής θεωρίας.

Επίσης, ο Μητρόδωρος ο Χίος, που είπε πως «το σύμπαν είναι αιώνιο, διότι, αν υπέκειτο σε γένεση, θα προερχόταν από το μη ον». Μίλησε για άπειρους κόσμους στο σύμπαν, είπε πως ο ήλιος είναι πύρινος, υποστήριξε ότι η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο και αρνήθηκε τις εξ αποκαλύψεως αλήθειες λέγοντας:

«κανείς δεν γνωρίζει τίποτα, αλλά κι αυτά, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, δεν τα ξέρουμε ακριβώς».

Οι επτά σοφοί με τα ηθικά γνωμικά τους, όπως «γνώθι σεαυτόν», «μηδέ άγαν», «μέτρον άριστον» κ.α. (τα οποία είχαν χαραχθεί στον πρόναο του δελφικού Ιερού) έβαλαν τις βάσεις της Ορθής Λογικής Σκέψης, η οποία πλέον διατυπώνεται από ανθρώπους που τα σκέφτηκαν από μόνοι τους, και όχι από θεόπνευστους.

Έτσι, πλέον, στις Ελληνικές κοινωνίες όποιος επιχειρήσει να ισχυριστεί ότι εκφράζει το θέλημα του Θείου, ότι είναι τέκνο θεού, ή θεός ο ίδιος θα θεωρείται υβριστής.

Με αυτόν τον τρόπο η θεοκρατία θα ακυρωθεί ως υβριστική απέναντι στο ίδιο το Θείον. Η σύλληψη της ιδέας είναι μεγαλειώδης. Δεν αναλαμβάνει η δημοκρατία ή η προοδευτική διανόηση να συγκρουστεί απευθείας με τη θεοκρατία, αλλά βάζει τους ουράνιους θεούς να την καταργήσουν.

Οι Έλληνες τηρώντας το ηθικό παράγγελμα «μελέτη το παν», ερευνούσαν και τα περί των θεών με οδηγό τους τον Ορθό Λόγο, όπως σημειώνει ο αρχιερέας των Δελφών Πλούταρχος:

«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς και ταιριάζει κατ’ εξοχήν στη θεά την οποία εσύ υπηρετείς, που είναι εξαιρετικά σοφή και φίλη της σοφίας, όπως φαίνεται να σημαίνει και το όνομά της, μια και της ταιριάζει περισσότερο από καθετί η γνώση και η επιστήμη» («Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351E).

Και επισημαίνει πως η επιστημονική έρευνα γύρω από το Θείον είναι πολύ πιο ιερή από τις νηστείες και τις ιερουργίες, τα λιβάνια, τα άμφια και τις υμνωδίες, «έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς».

Ενώ παρακάτω στο ίδιο κείμενο ο Πλούταρχος υπογραμμίζει πως για τα θέματα που άπτονται της ορθής αντίληψης του Θείου οφείλουμε, «να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον (ορθό) λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε οσίως καθετί απ’ όσα λέγονται και γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος, αντιλαμβανόμενοι όσα όρισαν οι νόμοι για τις θυσίες και τις γιορτές αλλιώς».

Ο Πλάτων είναι αυτός ο οποίος εισάγει τον κόσμο των ιδεών, αλλά και την μεταφυσική στον Ελληνικό κόσμο. Ο άνθρωπος δια μέσω της αρετής, της φιλοσοφίας και του Θείου έρωτος, μπορεί να έρθει σε επαφή με το Θείο. Στον Πλάτωνα όμως και ανάλογα το έργο και την ηλικία του, βρίσκουμε διαφορετικές αναφορές περί των Θεών.

Στον Πλατωνικό διάλογο, Κρατύλος (397c), λ.χ διαβάζουμε:

«… οι πρώτοι άνθρωποι, που εγκαταστάθηκαν κ’ έζησαν στην Ελλάδα, λάτρευαν μόνο αυτούς τους θεούς, που τώρα ακόμα πολλοί βαρβαρικοί λαοί λατρεύουν, δηλ. τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ άστρα και τον ουρανό.Επειδή λοιπόν έβλεπαν ότι όλ’ αυτά κινούνταν με ταχύτητα και πάντοτε έτρεχαν (αυτά ορώντες πάντα αεί ιόντα δρόμω και θέοντα), από αυτή τη σημασία του «θέω», θεούς τους ονόμασαν».

Δια μέσω του Σωκράτη η λέξη «θεός» σχετίζεται με το ρήμα «θέω» (τρέχω). Άρα, «θεός» είναι αυτός που «θέει» (τρέχει).

Στον Τίμαιο (39e-42e), ο Πλάτων δίνει μια αιρετική ερμηνεία για τους Θεούς, και την Θεότητα που προηγείται αυτών. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Θεοί θεών, που εγώ δημιούργησα και γέννησα, θα είστε άφθαρτοι όπως τα έργα μου, όσο θέλω να υπάρχετε και να μην εξαφανιστείτε. Ό,τι είναι συναρμολογημένο μπορεί να λυθεί, αλλά αυτός που θα επιχειρήσει να χαλάσει κάτι φτιαγμένο σωστά ασφαλώς κάνει κακή πράξη.

Επομένως κι εσείς, επειδή ακριβώς γεννηθήκατε κάποτε, δεν είστε ούτε αθάνατοι ούτε άφθαρτοι. Δεν θα φθαρείτε όμως ποτέ ούτε θα υποκύψετε στον θάνατο, γιατί με τη θέλησή μου διαθέτετε δεσμό πολύ μεγαλύτερο και στερεότερο από εκείνους με τους οποίους συνδεθήκατε κατά τη στιγμή της γέννησής σας.

Ακούστε λοιπόν τι έχω να σας πω. Απομένουν αγέννητα ακόμη τρία θνητά γένη, που αν δεν δημιουργηθούν ο κόσμος δεν θα είναι τέλειος, καθώς θα του λείπουν πολλά είδη πλασμάτων. Πρέπει λοιπόν να δημιουργηθούν, αν θέλουμε να είναι απόλυτα τέλειος.

Αν αυτά τα γένη γίνουν από μένα και τους δώσω εγώ ζωή, θα είναι ίδια με τους θεούς. Για να γίνουν θνητά και για να είναι το σύμπαν πραγματικό σύμπαν, πρέπει ν’ αναλάβετε εσείς, όπως προστάζει η φύση, να δημιουργήσετε τα ζωντανά πλάσματα, έχοντας για παράδειγμα τη δική μου ενέργεια, όταν σας δημιούργησα.

Θα σπείρω όμως, και θα προετοιμάσω και θα σας παραδώσω εκείνο το μέρος τους που πρέπει να χαρακτηρίζεται αθάνατο, να θεωρείται θείο και να επιβάλλεται σε όσα θέλουν να υπακούουν πάντα στη δικαιοσύνη και σε σας τους ίδιους.

Όσο για το υπόλοιπο, φτιάξτε το εσείς συνδυάζοντας το θνητό με το αθάνατο, δημιουργήστε ζωντανά όντα, θρέψτε τα για να μεγαλώσουν και, όταν πεθάνουν, πάρτε τα πάλι πίσω».

Για τον Αριστοτέλη Θεός είναι το πρώτο κινούν. Στο σύμπαν όλα κινούνται (τα πάντα ρει και ουδέν μένει – Ηράκλειτος). Ακόμη και το ίδιο το σύμπαν βρίσκεται σε διαρκή κίνηση.

Ποιος όμως κινεί το σύμπαν; Το κινεί ένας πρώτος ακίνητος κινητήρας (πρώτον κινούν ακίνητον). Ο πρώτος αυτός κινητήρας πρέπει να είναι άυλος (ούκ έχει ύλην το πρώτον) και αόρατος. Δήλον ότι ο κινητήρας αυτός είναι ο «θεός»! (Μετά τα φυσικά, 1071b – 1074a).

Για τους Στωικούς φιλοσόφους, οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή.

Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Ο άνθρωπος και κάθε τι, συνδέεται με το Αιώνιο Όλον και τον Θεό, μέσω μίας εσωτερικής προσωπικής θεότητος, του λεγομένου «Δαίμονος Εαυτού». Ο «Δαίμων Εαυτού» είναι ο σύνδεσμος της ψυχής μας με την Ψυχή του Παντός, με τον Αιώνα του Όλου.

Για τους Επικούρειους οι Θεοί δεν ασχολούνται με τις ανθρώπινες υποθέσεις, και ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται τόσο τους θεούς όσο και τον θάνατο. Ο Επίκουρος λοιπόν, αναφέρει τα παρακάτω περί της γνώσεως των Θεών:

«Κατ΄ αρχήν τον Θεό να τον θεωρείς σαν ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράστασή του και να μην του αποδίδεις ιδιότητες και συμπεριφορές που είναι ξένες προς την αφθαρσία και αταίριαστες στην μακαριότητά του » (ΔΛ Ι.123).

Οι Θεοί βέβαια υπάρχουν διότι η γνώση που έχουμε γι΄αυτούς είναι εναργής , ξεκάθαρη, ολοφάνερη, διαχρονική και καθολική. Η ενάργεια επιβεβαιώνεται από την κοινή παράσταση που έχουν οι άνθρωποι για τους Θεούς, η οποία παρέχεται με την νόηση.

Ο Επίκουρος λέει ότι οι θεοί είναι «λόγω θεωρητοί» , δηλ γίνονται αντιληπτοί όχι π.χ. με την όραση ή με την αφή, αλλά με την σκέψη. Η ενάργεια εκπορεύεται από την ίδια τη Φύση, από τα βάθη των αιώνων. Κάτι αντίστοιχο μας λέει και ο Ευριπίδης στις Βάκχες «Μάταιος ο κόπος να ζητάς ποια είναι η ουσία των θεών» (Κύριαι Δόξαι, I).

Η τελευταία αναλαμπή της Ελληνικής φιλοσοφίας αλλά και θεολογίας, κατατίθεται με τον Νεοπλατωνισμό, και τον κυριότερο αντιπρόσωπο του τον Πλωτίνο. Ο Πλωτίνος κατάφερε για πρώτη φορά να ενσωματώσει την φιλοσοφία του Πλάτωνος σε πιο εκτενείς μεταφυσικές έννοιες και νοήματα. 

Αυτός αναγνωρίζει το Εν σαν μια υπερύπαρξη. Το Εν βρίσκεται πάνω από κάθε ιδιότητα και κατηγορία. Από αυτό το Εν ως θεϊκή αρχή και υπερύπαρξη, προέρχεται το πάν μέσω απορροιών διαδοχικά υποβιβαζόμενων.

Από το Εν που βρίσκεται πάνω από κάθε κατηγορία πηγάζει ο Λόγος, ο οποίος αντιστοιχεί στο ενιαίο σύνολο του στις Πλατωνικές Ιδέες. Ο Λόγος είναι ένα μη ακριβές αντίγραφο του Ενός. Μέσω του Λόγου το Εν αρχίζει να διαφοροποιείται με την έννοια του πολλαπλασιασμού. Από τον Λόγο απορρέει με την σειρά του η ψυχή του κόσμου ή ο δημιουργός. Μέσω άλλων παρεκκλίσεων φθάνει κατόπιν στην συγκεκριμένη υλικότητα του κόσμου.

Η κοσμογονική διαδικασία θα παριστάνετο λοιπόν ως μια πορεία μοιραίας παρακμής και κατάπτωσης, και οι απόρροιες ως τα όλο και πιο ατελή παιδιά του υπέρτατου Ενός. Τι σκοπό έχει ο άνθρωπος σε αυτό το σύμπαν που φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση μιας γιγάντιας κατιούσας κλίμακας; Ο προορισμός του ανθρώπου θα ήταν να ανέβει εκ νέου το επικλινές της παρακμής, να αναζητήσει την οδό της επιστροφής, και να γίνει όσον το δυνατόν όμοιος με το Εν, με τον Θεόν.

Μια τέτοια ομοίωση ή ακόμα μια ένωση με τον Θεό δεν είναι μια απλή θεωρητική βούληση. Ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει πραγματικά στην κατάσταση αυτή, σύμφωνα με την άποψη του Πλωτίνου, όχι μόνο μετά θάνατον αλλά και στην ζωή αυτή μέσω της λεγομένης «καταστάσεως της εκστάσεως».

Απαραίτητη προϋπόθεση των εκστατικών καταστάσεων αποτελεί φυσικά η ηθική τελείωση, η σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου από κάθε υλική ατέλεια, δηλαδή η τελείωση που αποκτάται μέσω της ασκητικής ζωής.

Για τον Πλωτίνο αποτελούσε όνειδος το ότι είχε σώμα και ο μεγαλύτερος πόθος του ήταν η «έκστασις». Στην μυστικιστική κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό ο άνθρωπος έφτανε μόνο με την βαθμιαία άνοδο του από τον υλικό κόσμο σε εκείνον των Ιδεών και από εκεί στην ύπαρξη του Ενός.

Αυτός είναι ο πρώτος μεταφυσικός μυστικισμός με Eλληνο-Ευρωπαϊκό χαρακτήρα.

Πηγές:

🔗"Σχέσεις Πολιτείας, Φιλοσοφίας και Ιερατείου στην αρχαία Ελλάδα", Στέφανος Μυτιληναίος, tribune.gr

🔗"Ο μυστικισμός στην αρχαία Ελλάδα", άρθρο του φίλου και συνεργάτη Κωνσταντίνου Τσοπάνη, Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων.

Κυριακή 6 Αυγούστου 2023

Ηρακλής και Κέρβερος. Η μύηση του Ηρακλή και η κάθοδος στον Άδη.


Ο  Ηρακλής αποδείχθηκε πιο ικανός από όσο θα περίμενε ο βασιλιάς της Τίρυνθας Ευρυσθέας. Κατάφερε έντεκα ήδη άθλους, οι οποίοι φάνταζαν αδύνατοι, ίσως τελικά η θέα Ήρα, να μην ήταν τόσο ισχυρή, ή ο Δίας και η «αμήτωρ» κόρη του Αθηνά, υπερκέρασαν με την βοήθεια τους στον Ηρακλή το μένος της Ήρας..

Σε κάθε περίπτωση, ο Ευρυσθέας, μετά από πολύ σκέψη επινόησε μία τελευταία αποστολή για τον Ηρακλή. Έναν  σημειολογικό άθλο, μία αποστολή που ήταν αδύνατο να στεφθεί με επιτυχία, καθώς  σηματοδοτούσε τον αντίθετο πόλο της ζωής, τον θάνατο, την κάθοδο δηλαδή στο βασίλειο του Άδη.  

Η κάθοδος στον Άδη σηματοδοτούσε ένα δρόμο δίχως επιστροφή. Εδώ η ισχύς και ο λόγος του Διός δεν είχε καμιά σημασία, το βασίλειο του Άδη, ήταν το αντίθετο όριο της ζωής, ρυθμισμένο από τότε που η βασιλεία του κόσμου μοιράστηκε στους τρείς γιούς του έκπτωτου Κρόνου, του Δία, του Ποσειδώνα, και του Άδη.

Και εάν τα δύο πρώτα βασίλεια των Αιθέρων, της Γης, και των υδάτων τα οποία ρύθμιζαν ο Δίας, και ο Ποσειδώνας ήταν αλληλοεξαρτώμενα ως πηγές και συντηρητές της ζωής, το τρίτο το βασίλειο του Άδη, ήταν το χθόνιο βασίλειο του θανάτου, της σήψης, και της εκμηδένισης, και της ανακύκλωσης της ζωής, ήταν αυτόνομα και αυτθύπαρκτο. Αυτή η τελευταία ιδιότητα της ανακλώσης, και του κρυμμένου φυτικού πλούτου έδωσε στον Άδη και το προσωνύμιο Πλούτωνας.

Ο τελευταίος και δωδέκατος άθλος λοιπόν θα ήταν η κάθοδος στον Άδη, και η απαγωγή του τρομερού Κέρβερου. Κανείς δεν είχε κατέβει έως τώρα στον Άδη και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Ο Κέρβερος ο τρικέφαλος φύλακας, σκύλος του Άδη, έστεκε άχρονος φρουρός των πυλών του κάτω κόσμου. Τα τρία του κεφάλια συμβόλιζαν ακριβώς το τέλος του χρόνου για την έμβιο ζωή.

Εδώ το παρελθόν, και το μέλλον  απλά δεν υπήρχαν κυριαρχούσε μόνο το σκιώδες και γκρίζο παρόν, ένα παρόν δίχως πριν και μετά, αιώνιο και αμετάκλητο. Όταν κάποιος νεκρός έφτανε στον Άδη, ο Κέρβερος κουνούσε την ουρά του χαιρετώντας τον, εάν όμως κάποιος από αυτούς που είχαν διαβεί περάσει την Πύλη τολμούσε να επιχειρήσει να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών, τον κατασπάραζε.  

Εδώ τα πάντα λειτουργούν αντίστροφα. Στον πάνω κόσμο ότι μπαίνει βγαίνει,  εδώ δεν ίσχυε αυτό. Και όχι μόνο αυτό, συνήθως στον πάνω κόσμο, πιο δύσκολα μπαίνεις κάπου, και εύκολα βγαίνεις, εδώ γινόταν τον αντίστροφο, εύκολα μπαίνεις ποτέ δεν βγαίνεις. Αυτός ήταν ο νόμος των Θεών και δεν μπορούσε να αλλάξει διότι θα διασαλευόταν η κοσμική τάξη.

-        Καλά τα κατάφερες Ηρακλή, αναπάντεχα καλά πρέπει να το αναγνωρίσω, του είπε χαιρέκακα ο Ευρυσθέας. Υπάρχει λοιπόν μία τελευταία αποστολή για εσένα, αν την φέρεις και αυτή εις πέρας  είσαι ελεύθερος από εμένα.

-        Δεν ικανοποιήθηκες ακόμα Ευρυσθέα, τι άλλο σκαρφίστηκες πάλι;, τον ρώτησε γεμάτος οργή, ο Ηρακλής. Θα ήθελε να τον συντρίψει στα χέρια του, αλλά έπρεπε να καθαρθεί από τα λάθη και τα πάθη του έπρεπε να υπομείνει και τον τελευταίο αυτό άθλο. Αυτή ήταν η επιταγή των Θεών.

-        Τον έφαγες τον γάιδαρο, Ηρακλή, στην ουρά θα κολλήσεις του είπε χαμογελώντας χαιρέκακα ο Ευρυσθέας. Θέλω να μου φέρεις αλυσοδεμένο τον σκύλο φύλακα του Άδη τον Κέρβερο.

-        Τι μου ζητάς Ευρυσθέα είπε ο χλωμός πλέον Ηρακλής; Αυτό είναι αδύνατο, κανείς δεν μπορεί να περάσει τα σύνορα του Άδη, χωρίς να μείνει για πάντα εγκλωβισμένος εκεί, δεν μπορεί να μου ζητάς κάτι τέτοιο, να μπω στο κρύο βασίλειο των νεκρών να πάρω τον Κέρβερο και να στον φέρω εδώ, κανείς δεν το έχει κάνει έως τώρα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνει στο μέλλον.

-        Είσαι γιός του παντοδύναμου Διός Ηρακλή, αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία και δεν αλλάζει. Θα την βρεις την λύση, πάντα την βρίσκεις…

Ο Ηρακλής έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Τι και εάν ήταν γιός του Διός, στο βασίλειο του Άδη ο πατέρας του δεν είχε καμιά αρμοδιότητα και ισχύ.  Χρειαζόταν μία άλλη βοήθεια, μία βοήθεια, εκ των έσω. Δεν χρειαζόταν να το σκεφθεί και πολύ. Η μόνη δυνατή βοήθεια θα ερχόταν από την βασίλισσα του κάτω κόσμου την Περσεφόνη, και την μητέρα της Δήμητρα.

Ακόμα και ο ισχυρότερος άντρας χρειάζεται την αρωγή και το μυαλό μιας γυναίκας. Αν έχεις στο πλάι σου δύο, ακόμα καλύτερα, άτρωτος.

Και οι δύο ήταν χολωμένες με τον Άδη λόγω της απαγωγής της κόρης Περσεφόνης, συνεπώς ίσως τον βοηθούσαν, κινώντας κάποια νήματα που θα τον βοηθούσαν στο δύσκολο αυτό εγχείρημα.

Για να λάβει την βοήθεια της Δήμητρας της κόρης, έπρεπε όμως να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, γι' αυτό και αποφάσισε να επισκεφτεί την Αθήνα, και την Ελευσίνα . Υπήρχε όμως δύο σημαντικό προβλήματα για τη μύηση του. Πρώτον τα Μυστήρια δεν ήταν ανοιχτά σε όσους είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και ο Ηρακλής είχε κυριολεκτικά λουστεί στο αίμα, και δεύτερον, υπήρχε και το πρόβλημα της υπηκοότητάς του καθώς  μόνο Αθηναίοι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Η λύση και στα δύο προβλήματα δόθηκε από τις ίδια την Δήμητρα. Μετά από παρέμβαση της, ο Αθηναίος Πύλιος υιοθέτησε τον Ηρακλή και τον έκανε πολίτη των Αθηνών, και στην συνέχεια η Δήμητρα ίδρυσε τα Μικρά Μυστήρια ως χάρη στον Ηρακλή ώστε να καθαρθεί και καθαγιαστεί από τις πρότερες μιαρές πράξεις και το αίμα.

Εφόσον, λύθηκε και αυτό το πρόβλημα, ο Ηρακλής,  ξεκίνησε

για το ταξίδι χωρίς επιστροφή,  στην δική του περίπτωση,  ήλπιζε να υπάρξει επιστροφή. μπήκε από την είσοδο που ήταν στο ακρωτήριο Ταίναρο, στη Λακωνική. Στο ακρωτήρι βρισκόταν ένας ναός του Ποσειδώνα και κάτω από αυτόν μια σπηλιά. Σ’ αυτή τη σπηλιά κατέβηκε ο Ηρακλής, και έφτασε στη θάλασσα κάτω από τη γη.

Στην παραλία τον περίμενε ο Χάρος, ο οποίος με το μικρό του πλοιάριο περνούσε τις Ψυχές αντίπερα στο βασίλειο των νεκρών. Όταν είδε τον Ηρακλή και άκουσε πως θέλει να τον πάει απέναντι, αρνήθηκε. Που ακούστηκε να κατεβαίνουν βόλτα οι ζωντανοί στο  Άδη. Που να ήξερε ο Χάρος και την πραγματική αποστολή του Ηρακλή; Θα έχανε την δουλειά του. Εξάλλου ως γνωστόν κάθε νεκρός έπρεπε να δώσει ένα οβολό στον Χάρο ως αντίτιμο για την βαρκάδα στην χώρα του τίποτα, στο βασίλειο του Άδη. Αυτοί ήταν οι κανόνες.

Ο Ηρακλής χαμογέλασε, σήκωσε το ρόπαλο του ακουμπώντας το στον ώμο  και κοίταξε απειλητικά, τον Χάροντα. Η ρώμη και ο οξύθυμος χαρακτήρας του Ηρακλή ήταν γνωστός ακόμα και στον κάτω κόσμο, δεν ήταν να παίζεις με αυτό τον τύπο, καλύτερα να άφηνε τον Αδη να επωμιστεί το πρόβλημα, αυτός ένας βαρκάρης ήταν, καταδικασμένος και αυτός να κάνει αιώνια την  ίδια διαδρομή, δεν άξιζε να χάσει την ησυχία του, για ένα οβολό.

-        Πολύ καλά Ηρακλή, θα σε περάσω απέναντι αν αυτή είναι η βούληση των θεών,  αν και αυτό είναι ανήκουστο, του είπε αναγκαστικά και με φόβο ο Χάρος.

Όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Άδη, τον είδαν οι ψυχές των νεκρών και σκόρπισαν τρομαγμένες. Εκεί στον κάτω κόσμο ο Ηρακλής είδε και την σκιά του Θησέα, σκιά πραγματική του εν ζωή εαυτού του. Μετά από αναζήτηση στον σκοτεινό και  κρύο κόσμο των νεκρών ψυχών, έφτασε στον θρόνο του Άδη.

-        Καλώς τον Ηρακλή, σπάνια έχουμε την τιμή να έχουμε τόσο διάσημους καλεσμένους στον κάτω κόσμο του είπε χαμογελώντας ο Άδης. Πόσο μάλλον κάποιον που βρίσκεται εν ζωή και κατέβηκε σε εμάς εθελοντικά. Υπάρχει ένα πρόβλημα όμως όπως ξέρεις, ότι κατεβαίνει εδώ δεν ξανα ανεβαίνει στον επάνω κόσμο. Συνεπώς τι δουλειά έχεις εδώ τρανέ γιέ του Διός; Και τι μπορώ να κάνω για εσένα;

-        Δεν είναι δική μου επιλογή, ούτε έχω σκοπό να διαταράξω την κοσμική τάξη βασιλιά του κάτω κόσμου. Πιόνι και εγώ στις επιταγές των Θεών και της ανάγκης είμαι, για αυτό και μπροστά σου σήμερα βρίσκομαι. Χρειάζεται με βασιλική και Θεϊκή εντολή τον Κέρβερο πάνω στη γη να δει για λίγο ο Ευρυσθέας.

Ο Άδης είχε λάβει ραβασάκι τόσο από την Ήρα όσο και από την Αθηνά και τον Ερμή, πως θα έπρεπε κάνει μία εξαίρεση στην περίπτωση του Ηρακλή. Φοβόταν όμως μην η εξαίρεση γίνει κανόνας. Δεν ήθελε όμως και από την άλλη να εναντιωθεί στην θέληση τόσων θεών. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την χάρη στο μέλλον. Με την Περσεφόνη εξάλλου  είχε συνεχώς προβλήματα, το να κάνεις Θεϊκές συμμαχίες, σίγουρα θα τον ωφελούσε κάποια στιγμή στο μέλλον.  

-        Εντάξει Ηρακλή, του είπε ο Άδης, αν καταφέρεις να πιάσεις τον Κέρβερο με τα γυμνά σου χέρια, χωρίς να χρησιμοποιήσεις το ρόπαλο σου, μπορείς να τον πάρεις για λίγο στον πάνω κόσμο, αν και καθόλου δεν θα χαρεί για αυτό.

Ο Ηρακλής δέχτηκε και πήγε να συναντήσει τον Κέρβερο. Για να μην παραβεί τον όρο που του έβαλε ο Άδης, άφησε ρόπαλο του, έχοντας μόνο τη λεοντή του για ασπίδα, ενώ στα χέρια του πήρε μόνο μερικές μυτερές πέτρες.

Όταν τελικά βρήκε τον Κέρβερο στην πύλη του Αχέροντα, χρησιμοποίησε, όπως και στο λιοντάρι της Νεμέας, τα γυμνά του χέρια. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω στα σκυλίσια κεφάλια του και τον έπνιγε, ενώ ο Κέρβερος κατάφερνε φοβερές δαγκωματιές στον Ηρακλή. Παρόλα τα δαγκώματα του τρομερού θηρίου, στο τέλος ο Ηρακλής κατέβαλε τον Κέρβερο, τον έκανε κουτάβι, χώνοντας την φιδίσια ουρά του στα σκέλια, δηλώνοντας υποταγή. Αφού έτσι τον κατέβαλε ο Ηρακλής, τον έδεσε γερά και έφυγε για τον πάνω κόσμο.

Ο Άδης μην περιμένοντας αυτή την εξέλιξη, αθετώντας την υπόσχεση του, δεν άφηνε τον Ηρακλή να φύγει, κάνοντας αόρατες όλες τις πύλες εξόδου.  Τότε ο Ηρακλής, στην απόγνωση του, πλήγωσε τον Άδη με ένα τόξο. Αυτός πληγωμένος και συνυπολογίζοντας τι διακυβεύεται, του έδωσε την άδεια να φύγει.

Η Θεά Αθηνά τον βοήθησε να περάσει το ποτάμι της Στυγός, και έτσι έφτασε στην έξοδο του Κάτω Κόσμου, που βρισκόταν στην Τροιζήνα, από όπου και ανέβηκε πάλι στη γη. Όταν ο Ηρακλής με το τρόπαιο του τον φοβερό Κέρβερο, βγήκαν στη γη, ο Κέρβερος, που δεν ήταν συνηθισμένος στο φως του ήλιου, θαμπώθηκε τόσο πολύ από τη λάμψη του που έβγαλε από το στόμα του χολή.

Όταν τέλος έφτασαν στις Μυκήνες και ο Ηρακλής έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, αυτός από τον τρόμο του κρύφτηκε πάλι στο χάλκινο πιθάρι του. Αφού λοιπόν ο Ηρακλής παρουσίασε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, εκτελώντας τον τελευταίο άθλο, τον γύρισε πάλι πίσω στον Άδη, ώστε να μην διαταραχτεί η κοσμική τάξη και αρμονία.

Δοκίμιο, Χλέτσος Βασίλης