Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

To κρασί στην αρχαία Ελλάδα, και η θέση της Ελλάδος στην σύγχρονη παραγωγή κρασιού, και τον οινοτουρισμό.

Η οινοκαλλιέργεια είναι  διαχρονικά ταυτισμένη με το ανθρώπινο πολιτισμό. Στην Ελλάδα σύμφωνα με τη μυθολογία την καλλιέργεια της αμπέλου την έφερε ο Βάκχος από τις Ινδίες.

Υπάρχουν ενδείξεις για την κατανάλωση οίνου, εισαγόμενου από τη Μικρά Ασία, τη Βαβυλωνία, και την Αίγυπτο. Για την εισαγωγή οίνου από την Ασία και την Αίγυπτο αρχικά, και αργότερα την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή οίνου στην Ελλάδα μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι σχετικές αναφορές σε αρχαία κείμενα, τα σκεύη οικιακής χρήσης, αποθήκευσης, και μεταφοράς του οίνου, και οι παραστάσεις σε αμφορείς, πίθους, και αγγεία.

Από τον Ελλαδικό χώρο η καλλιέργεια της αμπέλου επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αρχικά στη Σικελία και στα παράλια της νοτίου Ιταλίας από Έλληνες εποίκους, και στη συνέχεια στην Ισπανία και τη μεσημβρινή Γαλλία, όπου το εθνικό ποτό ήταν ο ζύθος από κριθάρι, και από τους Ρωμαίους κατακτητές στη βόρεια Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Βρετανία και αλλού.

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το κρασί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, γι’ αυτό και λατρεύουν τον Διόνυσο, τον θεό του κρασιού, του γλεντιού και του θεάτρου. Αυτόν τον τόσο γήινο θεό, με τις αντιφάσεις του και τις εξάρσεις του, θα τον δούμε σε αρκετές απεικονίσεις σε πλήθος αγγείων να βαστά στο ένα χέρι ένα τσαμπί σταφύλια και στο άλλο μια κούπα κρασί, ενώ γύρω του σε κατάσταση έκστασης έχουν στήσει χορό Σάτυροι, Σειληνοί και Μαινάδες.

Η καλλιέργεια της αμπέλου και η παραγωγή οίνου στην Ελλάδα ξεκινάει από τον 15ο 1αιώνα π.Χ. Οι αρχαίοι μνημονεύουν με επαίνους τους οίνους της Μαρώνειας στη Θράκη (με μαρώνιο οίνο μέθυσε ο Οδυσσέας τον Κύκλωπα Πολύφημο), της Λέσβου, της Θάσου, της Κω, της Πάρου, της Χίου, της Ικαρίας (στην πόλη Πριάμη της Ικαρίας ορισμένοι αποδίδουν και τον περίφημο «ιαματικό και πολύτροφο» Πράμνειο οίνο).

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει «πολυστάφυλον» την Άρνη της Βοιωτίας και την Ιστιαία, «αμπελόεσσαν» την Επίδαυρο της Αργολίδας, «Πήδασον αμπελόεσσαν» τη Μεθώνη της Μεσσηνίας. Ο Πίνδαρος ονομάζει «Μύσιον αμπελόεν Πεδίον» την αρχαία Μυσία, ο Στράβων «σφόδρα ευάμπελον» την ασιατική πόλη Πρίαπο και τις γειτονικές της, ο Αθήναιος μαρτυρεί για τις αμπελόφυτες εκτάσεις στις όχθες του Νείλου.

Τις αμπελουργικές εργασίες και την οινοποίηση στην αρχαιότητα, περιγράφουν ο Θεόφραστος στα έργα του «Φυτών Ιστορίαι», «Φυτών Αιτίαι», «περί Οσμών», ο Βιργίλιος στα Γεωργικά, ο Πλίνιος, ο Κασσιανός Βάσσος στα «Γεωπονικά», και διάφοροι άλλοι.

Ονομασίες πόλεων όπως Οινόη, Οινούς, Οινοποειάς (η Αίγινα), Οινούσαι, Οινόφυτα μαρτυρούν για τη διαδεδομένη καλλιέργεια της αμπέλου και την οινοποίηση στον Ελλαδικό χώρο. Σπέρματα της αμπέλου από την εποχή του ορείχαλκου βρέθηκαν στα σπήλαια της Τίρυνθας και του Ορχομενού .

Στα συμπόσια της αρχαίας Ελλάδος, το κρασί έρεε άφθονο δημιουργώντας ατμόσφαιρα πρόσφορη για την ανάπτυξη φιλοσοφικών συζητήσεων. Το νερό με το οποίο αραίωναν τον οίνο καθυστερούσε τη μέθη εξασφαλίζοντας τη νηφαλιότητα της διάθεσης και την ενάργεια του πνεύματος σε όλη τη διάρκεια των συμποσίων.

Η εμπορική παραγωγή και διανομή κρασιού στην Ευρώπη άρχισε να αναπτύσσεται τον 15ο αιώνα. Η Γαλλία και η Ιταλία έχουν ανταλλάξει την πρώτη θέση του παραγωγού εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει γίνει μόνο σημαντικός παραγωγός κρασιού στον τελευταίο αιώνα, αλλά ήταν ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος παραγωγός παγκοσμίως μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Από τον Αύγουστο του 2015, η Κίνα κατατάσσεται στην πρώτη δεκάδα θέση παγκοσμίως.

Ωστόσο, πολύ λίγα από την παραγωγή κρασιού της Κίνας εξάγονται. Ενώ οι αμπελώνες μπορούν να ευδοκιμήσουν υπό ποικίλες συνθήκες, το κάνουν καλύτερα σε εύκρατα κλίματα, όπως αυτά που είναι κοινά στις τέσσερις κορυφαίες χώρες παραγωγής κρασιού.

Πρωταθλήτριες στις εξαγωγές από τις Ευρωπαϊκές χώρες είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Πορτογαλία, οι οποίες καλύπτουν το 70% των παγκόσμιων εξαγωγών. Από το νότιο ημισφαίριο αναπτυσσόμενους εξαγωγικούς ρυθμούς καταγράφουν η Αυστραλία, η Χιλή και οι Η.Π.Α.

Όσον αφορά τις χώρες που εισάγουν οίνους, οι ΗΠΑ ξεπέρασαν το το 2013 σε εισαγωγές το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται η Γερμανία. Ακολουθούν ο Καναδάς, η Κίνα και η Ιαπωνία οι οποίες εισάγουν οίνους αξίας μεγαλύτερης του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Την πλέον γρήγορη ανάπτυξη εισαγωγών παρουσιάζουν ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Πολωνία και η Λιθουανία.

Οι μεγαλύτερες Οινοπαραγωγές Χώρες (παραγωγή σε τόνους). Παραγωγή χώρας ανά τόνο (στοιχεία 2021):


Στην χώρα του Διονύσου την Ελλάδα, η μέση ετήσια παραγωγή το 2020 και το 2021 ήταν 2,3 και 1,7 εκατομμύρια εκατόλιτρα αντίστοιχα, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα ως τη 17η μεγαλύτερη οινοπαραγωγική χώρα (για το 2020) στον κόσμο. Το 2021 οι οίνοι Π.Ο.Π αντιπροσώπευαν το 9,5% της συνολικής οινοπαραγωγής, ενώ οι οίνοι Π.Γ.Ε το 23,5%.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί πως ο Ελληνικός οίνος, θα μπορούσε να αναδείξει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα το οποίο όμως αντιθέτως έχει παραμεληθεί συστηματικά. Και ο λόγος είναι για την ταπεινή Ελληνική ρετσίνα. Και αυτό διότι όπως έχω τονίσει σε παλαιότερο άρθρο μου ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του πρωτόγεννή τομέα της χώρας μας είναι η ξεχωριστή ταυτότητα των προϊόντων της.

Ένα από αυτά τα ξεχωριστά προϊόντα της Ελλάδος λοιπόν είναι η ρετσίνα. Έως την δεκαετία του 70 η ρετσίνα ήταν το πιο γνωστό κρασί της Ελλάδος, και όχι άδικα, καθώς η ρετσίνα έχει μια αδιάλειπτη ιστορία 4.000 χρόνων στον Ελληνικό χώρο.

Η ρετσίνα εντασσόμενη στην Μεσογειακή διατροφή και στα προϊόντα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης ως διαφοροποιούμενο προϊόν σε σχέση με αντίστοιχα προϊόντα, μπορεί να ενισχύσει την αξία της Ελληνικής γαστρονομίας. Από την άλλη τα πολύ καλά Ελληνικά κρασιά ετικέτας παρά την εξαιρετική τους βελτίωση είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανταγωνιστούν ετικέτες του εξωτερικού καταξιωμένες στον διεθνή χώρο (Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας,Καλιφόρνιας κ.λ.π).

Η ρετσίνα θα μπορούσε αναμφισβήτητα να αποτελέσει μία προστιθέμενη αξία σε αύτη την προσπάθεια ως ένα μοναδικό προϊόν, και θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι παραγωγοί και φορείς, να βελτιώσουν την προβολή του γαστρονομικού πλούτου της Ελλάδας, καθώς παρατηρείται πως στις τουριστικές περιοχές υπάρχει έλλειμμα ποιότητας και εντοπιότητας στην κουζίνα τόσο των εστιατορίων, όσο και των καταλυμάτων.

Είναι λυπηρό το φαινόμενο οι εμπλεκόμενοι με την γαστρονομία και τον τουρισμό να μην έχουν αναπτύξει τουριστική συνείδηση, λειτουργώντας παράλληλα ως πρεσβευτές της τοπικής και Εθνικής γαστρονομίας. [Ρετσίνα, όταν το πεύκο, το ιερό δέντρο του Διονύσου, χάρισε την ρητίνη του στο κρασί. - https://xletsos-basilhs.blogspot.com/2022/06/blog-post.html ].

Η επωνυμία, δηλ. το «Branding» του Ελληνικού κρασιού θα πρέπει απαραιτήτως να προσανατολίζεται στον πλούσιο πολιτισμό της χώρας. Εξίσου σημαντικό είναι να τηρούνται υψηλές προδιαγραφές και νόρμες. Η Ελληνική οινοκαλλιέργεια σαφώς υστερεί στο τομέα της ανάπτυξης μιας εμπορικής επωνυμίας σε σχέση με τις αντίστοιχες λοιπές περιοχές της Ευρώπης.

Η εγχώρια αγορά έχει μέχρι στιγμής οχυρωθεί απέναντι στα αποτελέσματα της ευρωπαϊκής αγοράς και η πώληση προσανατολίζεται κυρίως στην εσωτερική αγορά. Για το κρασί της Ελλάδος υπάρχει μεγάλη ανάγκη, αυτό να αποκτήσει μια δική του εμπορική επωνυμία χωρίς να αντιγράφει περιοχές προέλευσης του εξωτερικού. 

Το κρασί όμως σχετίζεται και με τον τουρισμό όχι μόνο ως μέγεθος κατανάλωσης, αλλά με τον οινοτουρισμό. Η γαστρονομία ως τουριστικό προϊόν διευρύνεται πέρα από το συνδυασμό καλού φαγητού με καλό κρασί ή άλλα ποτά, περιλαμβάνοντας τη συμμετοχή σε μαθήματα μαγειρικής, την αγορά χαρακτηριστικών τοπικών προϊόντων γαστρονομίας, την επίσκεψη σε τοπικές αγορές τροφίμων, την επίσκεψη σε χώρους παραγωγής τροφίμων ή ποτών (π.χ. σε οινοποιεία ή τυροκομεία), τη συμμετοχή σε γαστρονομικές γιορτές και φεστιβάλ, την πραγματοποίηση περιηγήσεων κ.ο.κ

Ο οινοτουρισμός αποτελεί μια νέα μορφή εναλλακτικού τουρισμού η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παρακλάδι του αγροτουρισμού αλλά με σημαντικές διαφοροποιήσεις. Εστιάζει σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα η οποία είναι η παραγωγή κρασιού. Πρόκειται δηλαδή για ένα ταξίδι στον κόσμο του κρασιού το οποίο το απολαμβάνουν οι επισκέπτες συνδυάζοντας το παράλληλα με τις διακοπές τους.

Σκοπός του οινοτουρισμού είναι η επαφή των ξένων επισκεπτών με την οινοπαραγωγή και όσοι επιθυμούν να γίνουν μελλοντικοί καταναλωτές πραγματοποιώντας αγορές κρασιού από τις συγκεκριμένες περιοχές. Με επισκέψεις σε αμπελώνες που καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες σταφυλιών και σε οινοποιία στα οποία γίνεται η παραγωγή του κρασιού, μαθαίνει ο κόσμος πως φθάνει στο μπουκάλι και στο τέλος στο τραπέζι του.

Ο τουρίστας παρακολουθεί την διαδικασία και δοκιμάζει τη γεύση των κρασιών αλλά αν θέλει μπορεί να λάβει μέρος και στην διαδικασία της συγκομιδής των σταφυλιών για να έχει έτσι μια πλήρη εικόνα. Οι έξι κορυφαίες οινοτουριστικοί προορισμοί είναι οι : Γαλλία, Ισπανία, Μολδαβία, Ελβετία, Πορτογαλία, Μεγάλη Βρετανία. 

Μία ακόμη χαμένη ευκαιρία λοιπόν, για μία χώρα όπως η Ελλάδα και σε αυτό τον τομέα.

 

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Οι ανθρώπινες ανάγκες και οι τάσεις του τουρισμού στην εποχή του Υδροχόου.

 «Διαλέξτε ένα κομμάτι του προβλήματος, στο οποίο μπορείτε να βοηθήσετε να δοθεί λύση, και προσπαθήστε να δείτε με ποιο τρόπο το δικό σας κομμάτι εντάσσεται στο πάζλ των ευρύτερων κοινωνικών αλλαγών.»

Zinn, Howard.  - Χάουαρντ Ζιν (1922-2010), Αμερικανός ιστορικός, θεατρικός συγγραφέας, φιλόσοφος.

 Φωτογραφία: Loukas Hapsis Photography

Για να κατανοήσει το πως θα επανασχεδιαστούν τα ταξίδια το 2023, η Booking.com συμπεριέλαβε σε εκτενή έρευνά της περισσότερους από 24.000 ταξιδιώτες σε 32 χώρες και περιοχές, για να αποκαλύψει επτά αναδυόμενες ταξιδιωτικές τάσεις.

Η έρευνα κατά την γνώμη μου, καταδεικνύει την ανάγκη ενός αγχωμένου αστού, να ξεφύγει από την εξάρτηση του ψηφιακού κόσμου να συνδυάσει τις διακοπές με την βιωματική εμπειρία,  αγροτουρισμός, άθληση, την επαφή με την φύση, πεζοπορίες, «wind serf» κ.α., τεχνικές αναζωογόνησης, γιόγκα, ενεργειακές ασκήσεις, «forest bathing», κ.λπ. Δεν είναι τυχαίο πως καταλύματα δίχως τις αστικές ανέσεις ιντερνέτ, ρεύμα, και προετοιμασία φαγητού με τον παραδοσιακό τρόπο με αγνές πρώτες ύλες, γνωρίζουν ραγδαία ζήτηση.

Η έρευνα καταγράφει την ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει έστω και για λίγο ένα πιο φυσικό τρόπο ζωής, μακριά από τον θόρυβο και της ανέσεις της πόλης, καθώς η τεχνολογία, οι απρόσωπες σχέσεις, οι γρήγοροι ρυθμοί, ο αγχωτικός τρόπος ζωής, ο ναρκισσισμός του ψηφιακού κόσμου, δημιουργούν σωρεία ψυχοσωματικών προβλημάτων, κατάθλιψης, κρίσεων πανικού, αγοραφοβίας κ.λ.π.

Στον δυτικό αναπτυγμένο κόσμο, τα τελευταία 70 χρόνια λόγω της συνεχούς ευημερίας και της οικονομικής ανάπτυξης, είχε αναπτυχθεί η λανθασμένη πεποίθηση πως το μέλλον μπορεί να είναι μόνο καλύτερο. Μετά από την πανδημία, την οικονομική κρίση, την κλιματική αλλαγή, και τον πόλεμο που για πρώτη φορά μετά από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο συμβαίνει στην πολιτισμένη Ευρώπη, η πεποίθηση αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη.

Οι άνθρωποι πλέον αναγκάζονται να αναθεωρήσουν απόψεις πρακτικές και τρόπο ζωής. Είναι φανερό πώς ο χρόνος και η εξέλιξη δεν αποτελούν γραμμικές παραμέτρους με αυξητική πορεία, αντίθετα κινούνται κυκλικά.

Βρισκόμαστε στην ακμή του 21 ου αιώνα την εποχή του Υδροχόου, ένας κόσμος γκρεμίζεται με πάταγο, και ένας νέος θα γεννηθεί, όχι εύκολα. Ο κόσμος όμως θα αλλάξει όπως και οι ανθρώπινες συμπεριφοράς και πεποιθήσεις. Αυτό καταγράφεται και στον Τουρισμό.

Ας δούμε κάποια αποσπάσματα από τα πορίσματα της έρευνας:

Εν μέσω της παγκόσμιας αστάθειας και της επιθυμίας για απόδραση, οι άνθρωποι σκοπεύουν να δημιουργήσουν ταξιδιωτικές εμπειρίες που παραπέμπουν σε πιο απλές εποχές, με νοσταλγικές αποδράσεις (88%) οι οποίες προσφέρουν τη συγκίνηση της αναβίωσης των παλιών, καλών ημερών.

Σχεδόν οι μισοί (44%) των ταξιδιωτών παγκοσμίως, θέλουν οι ταξιδιωτικές τους εμπειρίες να έχουν μια αίσθηση πιο ρεαλιστική και αναζητούν διακοπές σε στυλ «εκτός πεπατημένης» για να ξεφύγουν από την πραγματικότητα (55%) και να βιώσουν εμπειρίες μόνο με τα απολύτως απαραίτητα (44%).

Είναι εντυπωσιακό πως οι ταξιδιώτες θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα ταξίδια το 2023 ως ευκαιρία να μάθουν δεξιότητες επιβίωσης (58%). Συνεπώς προβλέπεται μία αντίστοιχη αύξηση στις σχολές επιβίωσης στην άγρια φύση, όπου οι ταξιδιώτες θα μάθουν τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για να ζήσουν μετά από ένα σοβαρό γεγονός.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός νέου «CEO» μιας εξαιρετικά πετυχημένης αμερικάνικης «Start Up», ο οποίος ζήτησε να εργάζεται σε μία καλύβα στη μέση της ζούγκλας με μοναδική πολυτέλεια το ρεύμα και το ασύρματο internet, διοικώντας από εκεί μια επιχείρηση πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων. Και δεν ήταν ο μόνος!

Πάνω από 50 start-uppers από όλο τον κόσμο πλήρωναν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για να βρίσκονται εκεί. Όταν τον ρώτησε ο άνθρωπος που κανόνισε την διαμονή του εκεί, τι ακριβώς κάνει στη μέση της ζούγκλας και δεν βρίσκεται στα headquarters του στη Silicon Valley, αυτός του απάντησε πως: «βιώνει την εμπειρία και γίνεται καλύτερος άνθρωπος!»

Ο εν λόγω νεαρός, ήταν ένας «digital nomad» ή ψηφιακός νομάδας ελληνιστί, μία νέα τάση η οποία αναδύθηκε λόγω της πανδημίας. Πρόκειται για έναν όρο παλαιότερο που έκανε «ντεμπούτο» με τη γενιά των millennials, σε μια προσπάθεια να περιγραφούν οι νέοι που επέλεγαν να εργάζονται εξ αποστάσεως με τηλεργασία.

Οι πολυεθνικές και ειδικά οι τεχνολογικοί κολοσσοί αγκάλιασαν τους ψηφιακούς νομάδες που γρήγορα έγιναν mainstream. Πρόκειται για μία νέα τάξη «εργατικής αριστοκρατίας», που μπορεί να απολαμβάνει υψηλούς μισθούς, δουλεύοντας σε ηλιόλουστους ειδυλλιακούς προορισμούς, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα φορολογικά προνόμια και ελαφρύνσεις. Οι «digital nomadς», όμως αποτελούν μία μειοψηφία.

Γενικά η τάση  που υπάρχει δείχνει ότι θα εμφανιστούν διαμονές γήινες, πιο φιλικές προς το περιβάλλον, κατάλληλες να φιλοξενήσουν τους ταλαιπωρημένους κατοίκους των πόλεων που αναζητούν απλότητα, καθώς και καταλύματα που θα προσφέρουν καθοδήγηση στους επισκέπτες για το πώς να είναι πιο αυτάρκεις, π.χ. πώς να προμηθεύονται τα υλικά και πώς να προετοιμάζουν τα γεύματά τους κατά τη διάρκεια της διαμονής τους.

Είναι προφανής η ανάγκη των ταξιδιωτών να αφήσουν στην άκρη τη χαλάρωση, να και αναζητούν ολοένα και περισσότερο την αδρεναλίνη των θεματικών πάρκων (61%) και των αιθουσών απόδρασης ή των υπαίθριων περιπετειών όπως είναι το κυνήγι θησαυρού στις πόλεις. Στην Ελλάδα με την πλούσια μυθολογική, ιστορική και πολιτισμική ιστορία, θα πρέπει να αναπτυχθούν ιδιαίτερα τα θεματικά πάρκα με έμφαση στην μυθολογία και την ιστορία.

Το 2023, το 50% των παγκόσμιων ταξιδιωτών θέλουν να βιώσουν έναν πολύ διαφορετικό πολιτισμό από τους γνωστούς, είτε πρόκειται για ταξίδια με εντελώς διαφορετικές πολιτιστικές εμπειρίες και γλώσσες (51%) είτε για εξερεύνηση λιγότερο γνωστών πόλεων με κρυμμένα μυστικά (30%).

Κατά συνέπεια, οι ταξιδιώτες ξεχνούν τα συνηθισμένα, αγαπημένα μέρη, καθώς το προσεχές έτος αλλά και στο μέλλον θα αναζητήσουν μοναδικές διακοπές που σοκάρουν, εκπλήσσουν και εμπεριέχουν ιδιαίτερες απολαύσεις.

Με σχεδόν τα 3/4 (73%) να ανυπομονούν να βιώσουν ταξίδια που θα τους ωθήσουν στα όρια, φαίνεται ότι θα υπάρξει μια εισροή εξειδικευμένων εμπειριών οι οποίες θα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να φτάσουν στα ταξιδιωτικά άκρα.

Στις νεότερες γενιές, υπάρχει μια έντονη επιθυμία ρομαντισμού της μη-ψηφιακής εποχής, ακόμη και για τους millennials και τους Gen-Z που δεν την έζησαν ποτέ, με σχεδόν το 1/4 (23%) των ταξιδιωτών να κυνηγούν εμπειρίες που προκαλούν ψευδείς συγκινητικές μνήμες περασμένων εποχών, όπως π.χ. να επισκέπτονται ορόσημα ή αξιοθέατα που εμφανίζονται σε εμβληματικές ρετρό ταινίες ή να επιλέγουν το λεωφορείο ως κύριο μέσο μεταφοράς, για να ζήσουν το ομαδικό πνεύμα των σχολικών εκδρομών.

Όπως φαίνεται θα κληθούμε σύντομα τόσο σε προσωπικό, συλλογικό  όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο να αποβάλουμε τις παλιές ιδέες, που δεν εξυπηρετούν πλέον τις σύγχρονες τάσεις και ανάγκες, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη το οικολογικό αποτύπωμα στο ταξίδι της ζωής μας,  τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με την φύση, και την ανάγκη του ανθρώπου για αυτοβελτίωση και αποτοξίνωση από το τοξικό περιβάλλον της πόλης και των μέσων μαζικής αποχαύνωσης.

Ως επίλογο καταθέτω ένα απόφθεγμα του συγγραφέα Γιώργου Στάμκου:

«Το μέλλον ανήκει σε αυτούς που μπορούν να το σχεδιάζουν, να το ανακαλύπτουν και ακόμη περισσότερο σε αυτούς που μπορούν να το ονειρεύονται. Οι ονειροπόλοι αποτελούσαν ανέκαθεν τους εξελικτικούς επιταχυντές του ανθρώπινου πολιτισμού.»

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

Ρετσίνα, όταν το πεύκο, το ιερό δέντρο του Διονύσου, χάρισε την ρητίνη του στο κρασί.

 


Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του πρωτόγεννή τομέα της χώρας μας είναι η ξεχωριστή ταυτότητα των προϊόντων της. Τα Ελληνικά προϊόντα διαθέτουν μια σειρά από συγκριτικά πλεονεκτήματα, που μπορούν να τα μετατρέψουν σε σταθερούς πρωταγωνιστές του Ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Ένα από αυτά τα ξεχωριστά προϊόντα της Ελλάδος είναι η ρετσίνα. Έως την δεκαετία του 70 η ρετσίνα ήταν το πιο γνωστό κρασί της Ελλάδος, και όχι άδικα, καθώς η ρετσίνα έχει μια αδιάλειπτη ιστορία 4.000 χρόνων στον Ελληνικό χώρο.

Στην αρχαία Ελλάδα, όταν η οινοποίηση και η φύλαξη του κρασιού γίνονταν μέσα σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τους αμφορείς, Το οξυγόνο περνούσε εύκολα µέσα από την πορώδη επιφάνεια µε αποτέλεσμα να προκαλείται οξείδωση. Για να προστατευτεί το κρασί, µία από τις λύσεις ήταν η επικάλυψη του στομίου αλλά και του εσωτερικού του δοχείου µε ρετσίνι από τα πεύκα που γειτνίαζαν µε τους αμπελώνες.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, οι Μινωίτες γνώριζαν τον ρητινίτη πριν 4 χιλιετίες. Τον χρησιμοποιούσαν μάλιστα και στην κουζίνα τους.

Στο «Περί Οσµών», ο φιλόσοφος Θεόφραστος εκφράζει την «αδυναμία» του στη ρετσίνα αναφέροντας πόσο ταιριαστό είναι το πάντρεμα των δύο αγροτικών προϊόντων, της ρητίνης και του σταφυλιού, τονίζοντας, µάλιστα, ότι η καλύτερη ρητίνη προέρχεται από το πεύκο Pinus Halepensis (Πεύκη η Χαλέπιος), ενώ ο Πλίνιος περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο µε τον οποίο παρασκευάζεται ένας ρητινίτης οίνος.

Ο Διοσκουρίδης στο «Περί ύλης ιατρικής» αναφέρει: «ο δε ρητινίτης κατά τα έθνη σκευάζεται ποικίλως», ενώ ο Κάτων στο «De agricultura», δίνει οδηγίες σε όσους θέλουν να παρασκευάσουν ρητινίτη.

Συνεχίζοντας λοιπόν την αρχαία Ελληνική παράδοσης του νέκταρ  του Θεού Διονύσου, το ρετσίνι ή δάκρυ του πεύκου χρησιμοποιείται αδιάλειπτα για την συντήρηση του οίνου στην Ελλάδα. Αυτή είναι και η διαφορά της ρετσίνας από τα υπόλοιπα κρασιά, στην προσθήκη  δηλ. φυσικής ρητίνης πεύκου κατά τη διάρκεια της ζύμωσης του μούστου.

Μετά το τέλος της ζύμωσης, το ρετσίνι αφαιρείται. Αυτή η σύντομη και σε ελεγχόμενες συνθήκες επαφή του μούστου με  το ρετσίνι δίνει στο κρασί το χαρακτηριστικό άρωμα του πεύκου. Το ρετσίνι προέρχεται από το κοινό πεύκο που επιστημονικά ονομάζεται Χαλέπιος Πεύκη (Pinus halepensis). Η μεσόγειος στο ποτήρι σας.

Έως την δεκαετία του 1970 η ρετσίνα μαζί με το συρτάκι, τον Ζορμπά, , ν μουσακά, την φέτα, το τζατζίκι το σουβλάκι, και το σπάσιμο των πιάτων ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία που συνέθεταν το Ελληνικό τουριστικό προϊόν. Το να ζητήσεις τότε ένα κρασί «αρετσίνωτο»,  ήταν παράδοξο.

Από την δεκαετία του 1970, ο  κανόνας αυτός αντιστρέφεται. Εκτός του κορεσμού της χύμας ρετσίνας,  σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο τουρισμός, και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, καθώς  οι Έλληνες, αρχίζουν να γνωρίζουν και αυτοί κρασιά πιο λεπτά, αρωματικά και ποιοτικά. Ειδικά μετά την δεκαετία του 1980, όπως γνωρίζουμε, οτιδήποτε σχετίζεται με την τοπική παραγωγή υποβαθμίζεται σταδιακά, και υπάρχει μία φρενήρης εισαγωγή προϊόντων και αγαθών.

Η απόρριψη της ρετσίνας οφείλεται ταυτόχρονα και στους oινοποιούς οι οποίοι συνέθεσαν συν τω χρόνο,  τη νέα γενιά του Ελληνικού εμφιαλωμένου κρασιού, το οποίο είναι κοινώς παραδεκτό πως έχει βελτιωθεί σημαντικά και ταχύτατα τα τελευταία χρόνια (Ο οινοτουρισμός/γευσιγνωσία γνωρίζουν τεράστια αύξηση).

 Ο παραγκωνισμός της ρετσίνας, ήταν  τόσο απόλυτος και καθολικός, που όταν το 2011 άρχισε να σχεδιάζεται η επίσημη πύλη www.newwinesofgreece.com, δεν είχε προβλεφθεί πουθενά χώρος για αυτήν και δημιουργήθηκε άρον-άρον μία ξεχωριστή κατηγορία «παραδοσιακών οίνων» καθώς ήταν αδιανόητο να συμπεριληφθεί με τα άλλα κρασιά [1].

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο πλέον, είναι παράδοξο να ζητήσει κάποιος ή ακόμα και να βρει ρετσίνα σήμερα σε ένα εστιατόριο. Και όμως ένα από τα  πιο σημαντικά χαρακτηριστικό της ρετσίνας είναι η δυνατότητά της να στέκεται στο τραπέζι απέναντι σε ιδιαιτέρως γευστικά φαγητά, και τους Ελληνικούς μεζέδες. Λίγα κρασιά μπορούν να εκφράσουν τον ιδιαίτερο Ελληνικό χαρακτήρα με τον τρόπο και την αυθεντικότητα που το κάνει η Ρετσίνα.

Και ως γνωστόν είναι πολύ σημαντικό μπορούμε να ταυτίσουμε ένα ή μία χώρα με ένα προϊόν. Να έχουμε την υπεραξία της περιοχής όπου παράγεται το προϊόν, και αυτή η υπεραξία να συνοδεύει και να μεγαλώνει την αξία του προϊόντος. Η ονομασία προέλευσης και η σύνδεση του προϊόντος με μια συγκεκριμένη περιοχή μπορούν να αποτελέσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων τροφίμων των περιοχών παραγωγής, στον ανταγωνισμό τους με τις μεγάλες πολυεθνικές στην εθνική και διεθνή αγορά.

Και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προϊόντος ΠΟΠ/ΠΓΕ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης/ Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης), το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί, είναι ο οίνος και δη η ρετσίνα. Μελέτες έχουν δείξει τη σημασία της αναγνώρισης του εμπορικού σήματος που συνδέεται με μια περιοχή ή χώρα ως βασικού εργαλείου μάρκετινγκ για τους οίνους, στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Τα προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ ενισχύουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, καθώς αναδεικνύουν ζητήματα ποιότητας, ασφάλειας, τοπικότητας και αυθεντικότητας.

Η ρετσίνα εντασσόμενη στην Μεσογειακή διατροφή και στα προϊόντα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης ως διαφοροποιούμενο προϊόν σε σχέση με αντίστοιχα προϊόντα, μπορεί να ενισχύσει την αξία της Ελληνικής γαστρονομίας. Από την άλλη τα πολύ καλά Ελληνικά κρασιά ετικέτας παρά την εξαιρετική τους βελτίωση είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανταγωνιστούν ετικέτες του εξωτερικού καταξιωμένες στον διεθνή χώρο (Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας,Καλιφόρνιας κ.λ.π).  

Η γαστρονομία ως τουριστικό προϊόν διευρύνεται και πέρα από το συνδυασμό καλού φαγητού με καλό κρασί ή άλλα ποτά, περιλαμβάνοντας τη συμμετοχή σε μαθήματα μαγειρικής, την αγορά χαρακτηριστικών τοπικών προϊόντων γαστρονομίας, την επίσκεψη σε τοπικές αγορές τροφίμων, την επίσκεψη σε χώρους παραγωγής τροφίμων ή ποτών (π.χ. σε οινοποιεία ή τυροκομεία), τη συμμετοχή σε γαστρονομικές γιορτές και φεστιβάλ, την πραγματοποίηση περιηγήσεων κ.ο.κ

Η ρετσίνα θα μπορούσε αναμφισβήτητα να αποτελέσει μία προστιθέμενη αξία σε αύτη την προσπάθεια ως ένα μοναδικό προϊόν , και θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι παραγωγοί και φορείς, να  βελτιώσουν την  προβολή του γαστρονομικού πλούτου της Ελλάδας, καθώς παρατηρείται πως στις  τουριστικές περιοχές υπάρχει έλλειμμα ποιότητας και εντοπιότητας στην κουζίνα τόσο των εστιατορίων, όσο και των καταλυμάτων. Είναι λυπηρό το φαινόμενο οι εμπλεκόμενοι με την γαστρονομία και τον τουρισμό να μην έχουν αναπτύξει τουριστική συνείδηση, λειτουργώντας παράλληλα ως πρεσβευτές της τοπικής  και Εθνικής γαστρονομίας.

Κατά τον Κωνσταντίνο Λαζαράκη, κάτοχο του επίζηλου τίτλου «Master of Wine» (MW), που κατέχουν σήμερα μόλις 380 άνθρωποι παγκοσμίως, αν τη ρετσίνα την είχαν οι «μάστορες» του branding, οι Ιταλοί, θα πωλείτο προς 100 ευρώ το μπουκάλι η μέτριας ποιότητας, ενώ θα είχε ήδη «μπει» στα ακριβά εστιατόρια της Νέας Υόρκης, όπου τα αρωματισμένα κρασιά -μια κατηγορία στην οποία ανήκει και η ρετσίνα- είναι τους τελευταίους μήνες η νέα τάση [2] 

Παραπομπές:

[1] Η ρετσίνα, γιατί υπάρχει; - Το Βήμα της Αιγιαλείας, του Νίκου Στεργίδη]

2] «Μια ρετσίνα... πολλές ιστορίες γεύσης, αρωμάτων, απόλαυσης και ποιότητας»,  https://www.amna.gr/]





Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Restart επειγόντως




Ζούμε σε μία από τις ομορφότερες χώρες του κόσμου. Μία χώρα με 2.500 νησιά (εκ των οποίων τα 250 περίπου κατοικημένα), με μεγάλη γεωγραφική/μορφολογική/αρχιτεκτονική ποικιλομορφία, με 200 ημέρες ηλιοφάνειας κάθε χρόνο, με μοναδικής γεύσης και ποιότητος προϊόντα λόγω του κλίματος και του εδάφους.



Με πολιτισμό που μετρά πάνω από τέσσερις χιλιετίες καταγεγραμμένης ιστορίας, με μία γαστρονομία εξαιρετική *, καθώς η Ελλάδα, αποτέλεσε από την αρχαιότητα έως σήμερα μία γέφυρα πολιτισμών...!



Θα μπορούσαμε να ζούμε πλουσιοπάροχα, μόνο από τον Τουρισμό, τον πολιτισμό που μας κληρονόμησαν οι πρόγονοι μας, και τα προϊόντα της Ελληνικής γης. Αφήστε την βαριά βιομηχανία για τους άλλους, και να θέλαμε πλέον δεν μπορούμε...



Στην πραγματικότητα η φωτογραφία είναι ειδυλλιακή, με τον Παρθενώνα να λάμπει στην κορυφή του βράχου της Ακροπόλεως. Αν όμως κάποιος περάσει από την πλατεία του Μοναστηρακίου, θα διαπιστώσει πως η πλατεία μυρίζει ούρα,θα δει μαύρες σακούλες σκουπιδιών να στοιβάζονται δίπλα σε ακαλαίσθητους αεραγωγούς οι οποίοι ξεπροβάλλουν απειλητικοί στο πλακόστρωτο, ενώ λίγο πιο πέρα στην οδό Ερμού, μία στρατιά από αστέγους , συμπληρώνουν την τουριστική μας "ατραξιόν".



* Και όμως λόγω της ανικανότητας μας, οι Ιταλοί με την πίτσα και τα μακαρόνια, κατάφεραν να οικοιοποιηθούν ως brand την Μεσογειακή διατροφή (την Κρητική δηλαδή) και να την πλασάρουν διεθνώς ως Ιταλική, αυτό και εάν είναι επίτευμα..!!!


Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

«Καλώς ήλθες ξένε»...Η φιλοξενία στην αρχαία Ελλάδα.




Η φιλοξενία ήταν ένας σημαντικός θεσμός για τους αρχαίους Έλληνες, η υποδοχή δηλαδή, και η περιποίηση των ξένων, καθώς πίστευαν ιδιαίτερα στην ιδέα της φιλοξενίας. Tην θεωρούσαν ηθικό χρέος και ιερό κανόνα των θεών (προστάτης ο Ξένιος Ζευς).

Η λέξη φιλοξενία, ετυμολογήται από το φιλώ (= αγαπώ) + ξένος), και αναφέρεται στην φροντίδας ενός επισκέπτη - ξένου στην οικεία  κάποιου. Στα αρχαία Ελληνικά, η έννοια ξένος είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, λόγω της έμφασης πού δινόταν θεσμικά στη φιλοξενία, ιδίως σε ξένους που έρχονταν από άλλη πόλη ή χώρα (ανταλλαγή δώρων, θυσίες, δικαιώματα φιλοξενίας στους απογόνους). Έτσι δημιουργήθηκε και ο θεσμός τού προξένου, που ήταν περίπου ό,τι ο σημερινός πρέσβης, ιδιαίτερα ως προστάτης και βοηθός συμπατριωτών του, οι οποίοι βρίσκονταν ως ξένοι στην πόλη όπου ήταν πρόξενος.

Οι λέξεις, «φιλόξενος» και «ξενοδόκος» (ξενοδόχος), δήλωσαν τη στάση, την οποία τηρούσαν οι πρόγονοι μας απέναντι των ξένων. Η λέξη «φιλόξενος», δηλώνει την φιλική στάση και την τιμή στον ξένο, που οδηγεί αβίαστα στη φιλοξενία του. Η λέξη ξενοδόχος (ήδη ομηρική ως «ξεινοδόκος») δήλωνε αρχικά τη στάση απέναντι στον ξένο, την υποδοχή, και την αποδοχή του, η οποία κατέληγε στη φιλοξενία κατ’ οίκον. Αργότερα (στη μεσαιωνική περίοδο), η λέξη  δηλώνει αυτόν που επαγγελματικά παρείχε φιλοξενία σε ξένους (κυρίως κατάλυμα και φαγητό), τον ιδιοκτήτη ξενοδοχείου. Και η λέξη ξενοδοχείος σήμανε στα αρχαία χρόνια «το πανδοχείο.

Όταν στην αρχαία Ελλάδα, εμφανιζόταν ένας «ξένος- επισκέπτης», ο «σπιτονοικοκύρης» του σπιτιού τον πλησίαζε, τον χαιρετούσε εγκάρδια, και τον προσκαλούσε σε δείπνο προς τιμή του. Η πρόσκληση λεγόταν « επί ξένια καλείν», και η αποδοχή ενός ξένου για φιλοξενία λεγόταν « εστιάν » ή «ξενίζειν».

Στη φωτογραφία ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Belle Helene», στις Μυκήνες το 1954 Αγαμέμνων Ντάσσης, και η κόρη του Παναγούλα ποζάρουν απέναντι από το φακό του Robert McCabe. Πρόκειται για σπίτι, το οποίο που έγινε ξενοδοχείο ύστερα από την παρότρυνση του Ερρίκου Σλήμαν. Διακρίνεται, πάνω από την πόρτα, η Ομηρική επιγραφή : «Χαίρε, ξεΐνε, παρ' αμμι φιλησεαι» (Καλώς ήλθες ξένε, πλησίον μας θα φιλοξενηθείς).




Τα στάδια της φιλοξενίας ήταν :

1. Ο «ξενιστής» υποδεχόταν τον ξένο, τον προσφωνούσε και με θερμή χειραψία τον προσκαλούσε σε φιλοξενία. Ύστερα φρόντιζε να τακτοποιηθούν το κοντάρι του ξένου , τα άλογα , το άρμα, και ό, τι άλλο είχε ( ο ξένος ).
2. Ακολουθούσε το λουτρό, όπου οι δούλες έλουζαν τον ξένο, τον άλειβαν με λάδι και τον έντυναν με καθαρά ρούχα.
3. Ο ξενιστής φρόντιζε για το δείπνο με τιμώμενο τον ξένο. Του παραχωρούσε τιμητική θέση για να καθίσει, πριν το φαγητό οι δούλες του έφερναν νερό για να πλυθεί και τέλος του πρόσφεραν μια εκλεκτή μερίδα φαγητού και ποτού.
4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο ξενιστής οργάνωνε μια επίσημη υποδοχή προς τιμή του ξένου με αθλητικούς αγώνες.
5. Ο ξενιστής ρωτούσε τον ξένο ποιος είναι , από πού έρχεται, ποιος είναι ο σκοπός της επίσκεψής του και ακολουθούσε συζήτηση
6. Ο ξένος μπορούσε να φιλοξενηθεί για όσες μέρες ήθελε.
7. Ο ξενιστής προσέφερε δώρα στον ξένο λίγο πριν φύγει. Έτσι γίνονταν φίλοι μετά από αυτή τη φιλοξενία.

Οι ηθικές υποχρεώσεις της φιλοξενίας ήταν:

1. Να προσφέρεται σε κάθε περαστικό, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση, την οικονομική του κατάσταση ή την πολιτική του θέση.
2. Να αντιμετωπίζονται όλοι οι ξένοι με τον ίδιο σεβασμό.
3. Να μην σηκώσουν ποτέ όπλα ο ένας εναντίον του άλλου. Η υποχρέωση αυτή δέσμευε και τους απογόνους τους.

Οι υλικές υποχρεώσεις της φιλοξενίας ήταν:

1. Να αποδεχτούν και να περιποιηθούν τον ξένο.
2. Να του προσφέρουν γεύμα.
3. Να του προσφέρουν λουτρό και ύπνο.
4. Να τον αποχαιρετίσουν με ευχές και δώρα.

Στον Ιερό λόφο της Ακρόπολης στην Αθήνα, αλλά και αλλού ανά την αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν δημόσιοι κοιτώνες, με κύριο σκοπό την ανάπαυση των επισκεπτών, ξενώνες και πανδοχείο για δωρεάν διαμονή των προσκυνητών. Τέλος, το πρώτο (ανακαλυφθέν) ελληνικό πανδοχείο χρονολογείται τον 5ο π.Χ. αιώνα, στις Πλαταιές Βοιωτίας. Η χωροθέτηση του και η δυναμικότητα του ανερχόταν σε εκατόν πενήντα δωμάτια, κατανεμημένα σε δύο επίπεδα.

Η λέξη τουρισμός, η οποία χρησιμοποείται διεθνώς σήμερα για να περιγράψει τον «ξένο», επισκέπτη ο οποίος περιηγήται, προέρχεται από την Ελληνική λέξη τόρνος, από την οποία προέρχεται η λατινική tornus, και το ρήμα tornare, και στη συνέχεια τις γαλλικές tour λέξεις, tourisme, tourne, tournoi, οι οποίες υιοθετήθηκαν αργότερα από την αγγλική, και τις υπόλοιπες γλώσσες του κόσμου. Εν ολίγοις, η λέξη τόρνος (=κύκλος, περιφέρεια) είναι η γεννήτωρ της παγκόσμιας έννοιας του τουρισμού, ξεκινώντας με το tour (τουρ), που σημαίνει γύρος, περιοδεία.

* Στην Ελλάδα σήμερα, είναι γνωστό,  ότι ο τουρισμός συμβάλλει σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση του ΑΕΠ της χώρας. Επιπλέον, λόγω της διασποράς των τουριστικών προορισμών ανά τη χώρα, ο τουρισμός στην Ελλάδα έχει και καταλυτικό ρόλο στην διασπορά του εθνικού εισοδήματος στις περιφέρειες της χώρας.

Από την άλλη πλευρά, λόγω και της λανθασμένης πρωτοκαθεδρίας του τουρισμού «Ήλιος και  Θάλασσα», ο τουρισμός αποτελεί εποχιακή δραστηριότητα, με επακόλουθο την επιβάρυνση φυσικών και ανθρωπογενών πόρων τους μήνες αιχμής, και αχρηστίας τους χειμερινούς μήνες.

Δεδομένης της σημασίας του τουρισμού για την ελληνική οικονομία, η εκπαίδευση και ο επαγγελματισμός των εργαζομένων σε αυτόν, είναι κομβικής σημασίας, τόσο την στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί στον ελληνικό τουρισμό για την ανάπτυξή του, όσο και για την επίλυση των προβλημάτων του.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ (2012), κάθε 1 € που δημιουργεί η τουριστική δραστηριότητα, προξενεί έμμεση και προκαλεί πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα 1,2 € και άρα, συνολικά, δημιουργεί 2,2 € ΑΕΠ. Η συνδρομή του Τουρισμού στο Α.Ε.Π φτάνει έως και το 20 %, γεγονός που τον καθιστά ως τον σπουδαιότερο και αποδοτικότερο κλάδο της Ελληνικής οικονομίας. Οι απασχολούμενοι στον Τουρισμό φτάνουν το 12 % των εργαζομένων της χώρας.

Τα συγκρτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδος είναι :

Brand value: Πολλοί ελληνικοί προορισμοί αποτελούν από τις δημοφιλέστερες τουριστικές επιλογές παγκοσμίως, ενώ η Ελλάδα είναι διεθνώς αναγνωρισμένη ως χώρα που προσφέρει ελκυστικές διακοπές πολυτελείας.

Ιστορία και Πολιτισμός: Η Ελλάδα με πάνω από τέσσερις χιλιετίες καταγεγραμμένης ιστορίας, είναι ένας προορισμός με αναρίθμητα και μεγάλης ιστορικής σημασίας μνημεία, μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, επισκέψιμα από λάτρεις της ιστορίας.

Γεωγραφία και Μορφολογία: Η Ελλάδα, με φυσικούς πόρους εξαιρετικού κάλλους, είναι μία χώρα με μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία, που διαθέτει από χρυσές αμμουδιές και ηλιόλουστα νησιά, μέχρι χιονισμένες βουνοκορφές και επιβλητικά δάση και συνεπώς προσφέρει εξαιρετικές επιλογές για διακοπές καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Εμείς οι επαγγελματίες εργαζόμενοι στον Τουρισμό, οφείλουμε να συμβάλουμε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός μοναδικού και ελκυστικού Τουριστικού προϊόντος, καθώς δεν είμαστε μόνο εκπρόσωποι της επιχείρησης στην οποία εργαζόμαστε, αλλά ίσως οι σημαντικότεροι αντιπρόσωποι, και διαφημιστές της Χώρας μας..!


Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Η γαστρονομία ως στρατηγικό πλεονέκτημα για τον Ελληνικό τουρισμό


Είναι γνωστό ότι ο τουρισμός συμβάλλει σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση του Α.Ε.Π  της Ελλάδος, μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο τομέα της οικονομίας.  

Δεδομένης της σημασίας του τουρισμού για την Ελληνική οικονομία, η εκπαίδευση, ο επαγγελματισμός των εργαζομένων σε αυτόν, αλλά και ο πολιτικός σχεδιασμός είναι κομβικής σημασίας, τόσο την στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί στον Ελληνικό τουρισμό για την ανάπτυξή του, όσο και για την επίλυση των προβλημάτων του (υποδομές- ανταγωνισμός-εποχικότητα).

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ ( προ κρίσης 2012), για κάθε ένα ευρώ  που δημιουργεί η τουριστική δραστηριότητα, προξενεί έμμεση και προκαλεί πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα 1,2 € και άρα, συνολικά, δημιουργεί 2,2 € ΑΕΠ. 

Η συνδρομή του Τουρισμού στο Α.Ε.Π φτάνει έως και το 20%, γεγονός που τον καθιστά ως τον σπουδαιότερο και αποδοτικότερο κλάδο της Ελληνικής οικονομίας. Οι απασχολούμενοι στον Τουρισμό φτάνουν το 12 % των εργαζομένων της χώρας.

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδος είναι :

Brand value: Πολλοί Ελληνικοί προορισμοί αποτελούν από τις δημοφιλέστερες τουριστικές επιλογές παγκοσμίως, ενώ η Ελλάδα είναι διεθνώς αναγνωρισμένη ως χώρα που προσφέρει ελκυστικές διακοπές πολυτελείας.

Ιστορία και Πολιτισμός: Η Ελλάδα με πάνω από τέσσερις χιλιετίες καταγεγραμμένης ιστορίας, είναι ένας προορισμός με αναρίθμητα και μεγάλης ιστορικής σημασίας μνημεία, μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, επισκέψιμα από λάτρεις της ιστορίας.

Γεωγραφία και Μορφολογία: Η Ελλάδα, με φυσικούς πόρους εξαιρετικού κάλλους, είναι μία χώρα με μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία, που διαθέτει από χρυσές αμμουδιές και ηλιόλουστα νησιά, μέχρι χιονισμένες βουνοκορφές και επιβλητικά δάση και συνεπώς προσφέρει εξαιρετικές επιλογές για διακοπές καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Μία μοναδική  γαστρονομία, στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα στον παρόν άρθρο. Η  γαστρονομία αποτελεί  ένα από τα βασικά πολιτιστικά στοιχεία ενός τόπο, καθώς  οι ιδιαιτερότητες  κάθε Εθνικής ή  τοπικής γαστρονομίας είναι πολλές φορές συνδεδεμένες με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας της, ενώ «αποκαλύπτουν» στοιχεία της πολιτιστικής και οικονομικής ιστορίας της.

Η γαστρονομία  είναι µια πολύπλοκη και πολύπλευρη δραστηριότητα, η οποία  συμπεριλαμβάνει εκτός από την κατανάλωση των εδεσμάτων και των ποτών, την προµήθεια, την προετοιµασία, την παρασκευή του φαγητού, την παρουσίαση, τους τρόπους κατανάλωσης, το κοινωνικό πλαίσιο του φαγητού, αλλά και τους συµβολισµούς της κατανάλωσης του  Εθνική ή τοπική κουζίνα σε εστιατόρια ξενοδοχείων.

Για αυτούς τους λόγους,  η Εθνική και  τοπική γαστρονοµία, αποτελούν σηµαντικό κριτήριο επιλογής ενός τουριστικού  προορισµού, αλλά σηματοδοτεί την  διαφοροποίηση σε σχέση με τον τουριστικό προϊόν,  που παρέχει κάθε χώρα.

Η Ελληνική λέξη «γαστρονοµία», προέρχεται από τη λέξη γαστήρ (= κοιλιά) και νοµία (που σηµαίνει γνώση ή νόµος). Ο όρος σηµαίνει την τέχνη της υψηλής µαγειρικής, το σύνολο των κανόνων για την επιλογή των κατάλληλων υλικών και την παρασκευή των εδεσµάτων µε στόχο τη τόσο την γευστική όσο  και  την  οπτική  απόλαυση.

Η Ελληνική γαστρονομία έχει μια ιστορία περίπου 4.000 ετών, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που βασίζονται στα μοναδικής ποιότητας προϊόντα της Ελληνικής γης.

Πατέρας της γαστρονοµίας θεωρείται ο Έλληνας Αρχέστρατος (4ος π.Χ. αι). Το σηµαντικότερο έργο του είναι η  «Ηδυπάθεια» (350 π.Χ.), το οποίο  θεωρείται το πρώτο βιβλίο µμαγειρικής στον κόσµο. 

Άλλα σηµαντικά κείµενα είναι οι «∆ειπνοσοφισταί» έργο του Αθηναίου  (τέλος του 2ου αι. µ.Χ. αρχές του 3ου αι. µ.Χ) που αποτελεί, µεταξύ άλλων, ένα σηµαντικό εγχειρίδιο γαστρονοµίας, στο οποίο αναφέρονται ποικιλίες σταφυλιών, εκλεκτά φαγητά και οι συνταγές τους οι ευεργετικές ή µη ιδιότητες που έχουν οι καρποί της γης, τα πουλιά, το λάδι, το ξίδι, και άλλα προϊόντα.

Οι Ελληνιστικοί χρόνοι με την εξάπλωση του Ελληνισμού στην Ανατολή θα φέρουν αλλαγές και στον τομέα της μαγειρικής και των προϊόντων, ενώ θα εμπλουτισθεί το μεσογειακό διαιτολόγιο με νέες γεύσεις.

Ακολούθησε ο Ρωµαίος Marcus Gavius Apicius, ο οποίος θεωρείται συγγραφέας ενός από τα αρχαιότερα βιβλία (3ος ή 4ος π.Χ. αι.) το De re coquinaria. 

∆ιάσηµα ιστορικά πρόσωπα τα οποία ασχολήθηκαν µε την γαστρονοµία ήταν ο αυτοκράτορας Καλιγούλας, που έµεινε γνωστός για τα επιτηδευµένα Ρωµαϊκά συµπόσια και ο Ρωµαίος στρατηγός Λούκουλος.


Στον Ελληνικό χώρο, συν το χρόνω, θα διαμορφωθούν δύο τάσεις: η ανατολίτικη, στη Μικρά Ασία και στο Ανατολικό Αιγαίο, που θα αποτελέσει τη Βυζαντινή κουζίνα, η οποία με τις επιρροές που δέχεται θα κορυφωθεί με την Κωνσταντινο-πολίτικη κουζίνα, την οποία θα ακολουθήσουν και οι Τούρκοι,  και η λιτή κουζίνα της κυρίως Ελλάδας, η οποία βασίζεται περισσότερο στην τοπική παραγωγή και λιγότερο στην ανταλλαγή προϊόντων, με κυριότερη έκφραση την κουζίνα της Κρήτης.

Με τη Μικρασιατική καταστροφή αυτά τα δύο ρεύματα θα συναντηθούν στον ίδιο χώρο, και θα δώσουν νέα προϊόντα που θα εξελιχθούν ανάλογα με τις οικονομικές και κοινωνικές 
δυνατότητες σε κουζίνες μεικτές.

Από τα τέλη του 20ου  αιώνα, η Ελληνική κουζίνα και η Ελληνική γαστρονομία υπέστησαν ριζική μεταμόρφωση. Ειδικά από τα  τέλη της δεκαετίας του 1980  η Ελληνική γαστρονομία αλλοιώθηκε, με πολλά ξένα στοιχεία, και με την φιλοσοφία του γρήγορου και Junk  πολλές φορές φαγητού.

Έως τότε, στην Ελληνική διατροφική παράδοση το γευστικό αποτέλεσμα συνδυαζόταν αρμονικά με την υψηλή διατροφική αξία. Είναι εξάλλου γνωστό πως  επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει την θετική επίδραση της Μεσογειακής διατροφής στην υγεία, στην ομορφιά, στη μακροζωία.

Η µεσογειακή διατροφή, σύµφωνα µε την UNESCO, αποτελεί άυλη πολιτιστική κληρονοµιά της ανθρωπότητας. Η µεσογειακή διατροφή περιλαµβάνει ένα σύνολο παραδόσεων,  γνώσεων, δεξιοτήτων, τελετών, και συµβόλων που αφορούν τις καλλιέργειες, τη συγκοµιδή, την αλιεία, την κτηνοτροφία, τη συντήρηση των τροφίµων, την επεξεργασία και µεταποίηση, τον τρόπο µαγειρέµατος και ιδιαίτερα τον τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων, µέσω του φαγητού και του τρόπου κατανάλωσης της τροφής.

Όσον αφορά την διατροφή αυτή καθεαυτή, προϋποθέτει κατά κύριο λόγο, την κατανάλωση τροφών  φυτικής προέλευσης, όπως φρούτα, λαχανικά, πατάτες, δημητριακά και όσπρια.  Το ελαιόλαδο ως βασικό έλαιο, κατανάλωση ψαριών και πουλερικών σε μικρές ποσότητες,  και κόκκινου κρέατος , σε μικρές ποσότητες.

Χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε πως  για τον Ηρόδοτο,  οι λαοί που κατανάλωναν κρέας ήταν  οι «βάρβαροι», σε αντίθεση προς τους Έλληνες που κατανάλωναν ψωμί, λάδι, κρασί, ιερά σύμβολα του μεσογειακού- Ελληνικού πολιτισμού.

Το συμπόσιο  εξάλλου, η κοινή εστίαση με κανόνες κοινωνικούς, θρησκευτικούς, εθιμοτυπικούς, εκφράζει την Ελληνική συνήθεια της επικοινωνίας και συναναστροφής που δεν έχει μόνο στόχο τον κορεσμό της πείνας, αλλά της ανταλλαγής απόψεων και την σύσφιξη των οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων.

Ακριβώς λόγω του γεγονότος πως  η Ελλάδα υπήρξε  πάντα  μία γέφυρα πολιτισμών,  ο γαστρονομικός της πλούτος  και οι εξαιρετικές πρώτες ύλες της Ελληνικής γης,θα μπορούσαν 
να αποτελέσουν  ένα εξαιρετικά σημαντικό  
και μοναδικό  προϊόν,  που θα προσέδιδε ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα στο τουριστικό προϊόν της Ελλάδος.   

Έως τώρα δυστυχώς ο πλούτος  αυτός δεν έχει αξιοποιηθεί και αναδειχθεί όσο θα έπρεπε.  Μία πρώτη  αξιόλογη προσπάθεια ξεκίνησε  ώστε να αναδειχθεί το  μοναδικό πολιτισµικό - γαστρονοµικό πλούτο της Ελλάδος,  είναι το πρόγραµµα «Ελληνικό Πρωινό», το οποίο υλοποιείται µε πρωτοβουλία του Ξενοδοχειακού Επιµελητηρίου της Ελλάδος.  

Σκοπός του προγράµµατος είναι ο εµπλουτισµός του πρωινού, που προσφέρεται στα Ελληνικά ξενοδοχεία, µε προϊόντα της Ελληνικής γης, καθώς και παραδοσιακά τοπικά εδέσµατα. 

Στόχος του προγράµµατος είναι να δοθεί η δυνατότητα στους επισκέπτες να γνωρίσουν τον γαστρονοµικό πλούτο της Ελλάδας και να γευτούν στο πρωινό τους, τα αναρίθµητα ελληνικά προϊόντα και εδέσµατα που αποτελούν τη βάση της Μεσογειακής ∆ιατροφής. 

Βάση του Ελληνικού πρωινού, όπως προωθείται από τα Ελληνικά ξενοδοχεία είναι τα κύρια προϊόντα της µεσογειακής διατροφής όπως το ψωµί, τα παξιµάδια, το ελαιόλαδο, οι ελιές, το γιαούρτι, το µέλι, τα τυροκοµικά, τα αλλαντικά, τα φρέσκα λαχανικά, τα όσπρια, οι πίτες, τα γλυκά και τα φρέσκα φρούτα. 

Συνεχίζοντας και διευρύνοντας την προσπάθεια αυτή  θα πρέπει τόσο οι εμπλεκόμενοι φορείς όσο και το κράτος,  να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις εκείνες ώστε η Ελληνική κουζίνα, και γαστρονομία να  εδραιωθεί στην τουριστική συνείδηση και στην γαστρονομική κουλτούρα τόσο των Ελλήνων όσο και των αλλοδαπών.

Όπως αναφέρει σχετικά ο πρώην γενικός διευθυντής του ΣΕΤΕ Γιώργος Δρακόπουλος, βάσει των σχετικών μελετών,  περίπου  τρία  εκατ. Ευρωπαίοι ταξιδιώτες έχουν ως βασικό κριτήριο επιλογής του τόπου των διακοπών τους τη γαστρονομία και όχι τον ήλιο και τη θάλασσα. 

Από αυτούς μπορούμε άνετα να υπολογίσουμε ότι πεντακόσιες χιλιάδες θα έρχονταν στην Ελλάδα για να φάνε καλά αν είχαμε λίγο καλύτερη γαστρονομική προσφορά. Αυτοί οι τουρίστες είναι διατεθειμένοι να διαθέσουν αρκετά χρήματα.

Επίσης, ταξιδεύουν όλο το χρόνο και όχι μόνο κατά τη διάρκεια της υψηλής περιόδου (high season).  Συνεπώς με τη διεύρυνση της εποχικότητας του Ελληνικού τουρισμού αλλά και τη ζήτηση τοπικών προϊόντων,  η επιρροή τους είναι σαφώς αναπτυξιακή. 

Κατ' αυτόν τον τρόπο τα Ελληνικά προϊόντα θα αποκτήσουν αναγνωσιμότητα γεγονός που θα αυξήσει την ζήτηση, άρα και την πρωτογενή παραγωγή και τις εξαγωγές, την εξωστρέφεια της  οικονομίας.

Το brand  πρέπει να δημιουργήσουμε καταρχάς είναι η «Ελληνική κουζίνα»: ό,τι δηλαδή μαγειρεύεται στην Ελλάδα , κατά προτίμηση με Ελληνικά προϊόντα. Κάτω από αυτό, βέβαια, μπορεί να υπάρξουν μικρότερες κατηγοριοποιήσεις ( π.χ. τοπικές κουζίνες ) ή άλλου είδους brands, όπως για παράδειγμα η ανάδειξη των Ελληνικών κρασίων.


Συμφώνα με την Μαρία Φωλά  ( σύμβουλος επικοινωνίας), «αν η μέση κατά κεφαλή δαπάνη κάθε  «γαστροτουρίστα», με συντηρητικούς υπολογισμούς, ανέρχεται σε χίλια  ευρώ και το 20% από το ποσό αυτό αφορά δαπάνη για γαστρονομία ―φαγητό και ποτό―, τότε οι επιπλέον πεντακόσιες  χιλιάδες  τουρίστες θα δημιουργούσαν εκατό εκατομμύρια ευρώ αύξηση της ζήτησης στην Ελληνική αγορά».

Η γαστρονομία, εφόσον ενταχθεί με σωστό τρόπο στο Ελληνικό τουριστικό προϊόν, μπορεί να αυξήσει το ΑΕΠ κατά ένα δισ. ευρώ και να δημιουργήσει πενήντα χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, ενώ μέσα σε τρία με πέντε χρόνια μπορεί να αποτελεί έναν από τους τρεις κύριους λόγους επιλογής της Ελλάδας ως τουριστικού προορισμού.  

Η χώρα μας είναι γεμάτη από μικρά γαστρονομικά θαύματα, την μαστίχα,  τον κρόκο, το αυγοτάραχο, τη φάβα, την ελιά. Μάλιστα, πολλά από τα μικρά αυτά θαύματα έχουν εξελιχθεί σε χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τόπου από τον οποίο προέρχονται, την Χίο, την Κοζάνη, το Μεσολόγγι, τη Σαντορίνη, την Καλαμάτα.

Αυτό που θα πρέπει να αναζητηθεί είναι η συνέργεια του  πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της μεταποίησης με τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών και του τουρισμού. Με αυτό τον τρόπο τα εκατομμύρια των τουριστών που επισκέπτονται κάθε χρόνο τη χώρα θα γίνουν πρεσβευτές της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων και θα τα αναζητήσουν στις αγορές των χωρών τους.

Η αναβάθμιση της τουριστικής εμπειρίας που μπορεί να  προσφέρει η ανάδειξη γαστρονομικών θησαυρών της χώρας μας, θα προσφέρει πολλαπλά οφέλη στον Ελληνικό τουρισμό, δημιουργώντας   ευκαιρίες προβολής, διεύρυνση της τουριστικής σεζόν αλλά και στόχευση σε μια ειδική κατηγορία εύπορων τουριστών, μετατρέποντας αυτή την υπεραξία σε αύξηση κερδών για τον κλάδο.

Το στοίχημα συνεπώς για τους φορείς του Ελληνικού τουρισμού είναι να μεταλαμπαδεύσουν το όραμα σε όλους τους εμπλεκόμενους στη γαστρονομική προσφορά  από τους ξενοδόχους και τους εστιάτορες, μέχρι τους οινοποιούς και τους εμπόρους.

Όλοι συνεπώς οι εμπλεκόμενοι στον Τουρισμό (στον τουρισμό εμπλέκονται πάρα πολλές υπηρεσίες και επαγγέλματα), και πολύ περισσότερο εμείς οι επαγγελματίες εργαζόμενοι στον Τουρισμό, οφείλουμε να συμβάλουμε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός μοναδικού και ελκυστικού τουριστικού προϊόντος, καθώς δεν αποτελούμε μόνο εκπροσώπους  της επιχείρησης στην οποία εργαζόμαστε, αλλά  και τους σημαντικότερους  αντιπροσώπους  και διαφημιστές της χώρας μας.

Ως επίλογο παραφράζοντας τα τρία «αθλοθετήματα» της ζωής μας, τα οποία αναφέρει ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος (1900 - 1981 Καθηγητής φιλοσοφίας), σε σχέση με την έξοδο από την κρίση, και την ανάδειξη των στρατηγικών πλεονεκτημάτων που παρέχει η χώρα μας και στον Τουρισμό, θα πρέπει να επιδιώξουμε :

α) Πορεία προς την αρχαιότητα (ανάδειξη της μοναδικής ιστορικής κληρονομιάς μας)

β) Πορεία προς τον έξω κόσμο (καινοτομία, αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης, αειφόρο ανάπτυξη, εξωστρέφεια )

γ) Και το μεγαλύτερο και επιπονότερο, αλλά και γονιμότερο, είναι η επιστροφή στον εαυτό μας.  Η ανάκτηση της χαμένης μας Ελληνικής – πολιτισμικής μας ταυτότητας, και η συμμετοχή μας εκ νέου στο διεθνοποιημένο «πολιτισμικό γίγνεσθαι», με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που μας παρέχει η παράδοση μας . Ακρογωνιαίος λίθος για να το επιτευχθεί αυτό είναι η ορθή παιδεία.

Κανένα από αυτά, και προπαντός το πρώτο αθλοθέτημα της ζωής μας, η πορεία προς την αρχαιότητα, δε θα φέρει μήτε τώρα καρπούς, αν δε τη ζήσουμε, και μείνουμε στο θαυμάζειν. Μονάχα οι κουρασμένοι δε θαυμάζουν και δεν αγαπούν…