Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Αθήνα και Αράχνη: πίσω από τον μύθο, αλληγορίες και συμβολισμοί.




Το κείμενο είναι μεγάλο αλλά νομίζω πως όσοι επιλέξουν να αφιερώσουν λίγο απ' τον χρόνο τους θα αποζημιωθούν.  Συχνά οι μύθοι μοιάζουν με κλειστά κιβώτια. Όταν βρεθεί το σωστό κλειδί, όλα τα στοιχεία ευθυγραμμίζονται ξαφνικά και αποκτούν βαθύτερο νόημα.Ενας τέτοιος μύθος είναι ο επόμενος...

✍️ Πρόλογος.

Στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, η Αράχνη δεν είναι απλώς μια άριστη υφάντρα, αλλά μια μορφή συμβολική, μια θνητή που τολμά να αναμετρηθεί με το θείο μέτρο. Ο αγώνας της υφαντικής ανάμεσα στην Αράχνη και τη θεά Αθηνά δεν αποτελεί μόνο ποιητική αφήγηση, αλλά αλληγορία υψηλής φιλοσοφικής και ηθικής σημασίας.

Στον πυρήνα του μύθου αναδύεται το διαχρονικό σχήμα Άτη – Ὕβρις – Νέμεσις – Τίσις, δηλαδή η πνευματική τύφλωση, η αλαζονική υπέρβαση του μέτρου, η αποκατάσταση της κοσμικής δικαιοσύνης και η αναπόφευκτη συνέπεια της ύβρεως. Η Ὕβρις φανερώνει την ασεβή έκπτωση του ανθρώπου από το μέτρο του, ενώ η Νέμεσις και η Τίσις επαναφέρουν την ισορροπία που έχει διασαλευθεί.

Υπάρχει μάλιστα και μια βαθύτερη συμβολική ανάγνωση. Ο αργαλειός της Αθηνάς υφαίνει τον Κόσμο, ενώ ο ιστός της Αράχνης υφαίνει τον εαυτό της. Στη σύγκρουση αυτή αντιπαρατίθενται δύο τρόποι υπάρξεως: η συμμετοχή στην αρμονία του Όλου και η αυτάρεσκη αυτοαναφορικότητα του εγώ. Γι’ αυτό ο μύθος δεν αφορά μόνο μια αρχαία υφάντρα της Ιωνίας. Αφορά κάθε άνθρωπο που καλείται να επιλέξει αν θα χρησιμοποιήσει τα χαρίσματά του ως προσφορά ή ως αφορμή αυτοδοξασμού.

Στο ακόλουθο συγχρόνο δοκίμιο με την μορφή  διαλόγου ο μύθος προσεγγίζεται ως διάλογος ανάμεσα στην Αθηνά και την Αράχνη, εκεί όπου η τέχνη, το μέτρο και η ύβρις αποκτούν φωνή.

📍 Η Αθηνά και η Αράχνη. Ο διάλογος.

Ένας φιλοσοφικός διάλογος για την τέχνη, το μέτρο και την ύβρη.

Στην Κολοφώνα της Ιωνίας, πόλη αρχαία και φημισμένη για την καλλιτεχνική της παράδοση, ζούσε ο Ίδμονας, περίφημος βαφέας, γνώστης των μυστικών των χρωμάτων και των μεταμορφώσεων της ύλης. Από αυτόν γεννήθηκε η Αράχνη, κόρη προικισμένη με εξαιρετικό χάρισμα στην υφαντική τέχνη. Λέγεται μάλιστα πως η ίδια η Αθηνά υπήρξε η μυστική της διδάσκαλος, μεταδίδοντάς της την ιερή γνώση του αργαλειού, εκεί όπου το νήμα μεταβάλλεται σε μορφή και η μορφή σε νόημα.

Όσο όμως η φήμη της μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε και η σκιά που γεννούσε μέσα της. Η δόξα, όταν δεν συνοδεύεται από αυτογνωσία, συχνά γίνεται πέπλο που καλύπτει την αλήθεια. Και η Αράχνη, παραδομένη πλέον στην αυταρέσκεια της επιτυχίας της, άρχισε να διακηρύσσει πως καμία άλλη θνητή δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της, ούτε ακόμη και η ίδια η θεά Αθηνά.

Η θεά άκουσε τα λόγια αυτά και αποφάσισε να δοκιμάσει πρώτα την ψυχή και έπειτα την τέχνη της νεαρής υφάντρας. Μεταμορφώθηκε σε ηλικιωμένη γυναίκα και παρουσιάστηκε μπροστά στον αργαλειό της.

Η γριά στάθηκε σιωπηλή για λίγο, παρατηρώντας τα περίτεχνα σχέδια που σχηματίζονταν κάτω από τα γρήγορα δάχτυλα της κόρης.

Αθηνά (με μορφή γριάς): «Θαυμαστή είναι η τέχνη σου, παιδί μου. Σπάνια συναντά κανείς τόσο επιδέξια χέρια. Όμως να θυμάσαι πως η μεγαλύτερη αρετή δεν είναι η δεξιοτεχνία αλλά το μέτρο.»

Αράχνη: «Το μέτρο ταιριάζει στους μέτριους. Η τέχνη μου μιλά από μόνη της. Δεν υπάρχει άλλη υφάντρα που να μπορεί να δημιουργήσει όσα δημιουργώ εγώ.»

Αθηνά: «Και η θεά που σου χάρισε την τέχνη αυτή;»

Αράχνη: «Αν η Αθηνά θεωρεί τον εαυτό της ανώτερό μου, ας έρθει να το αποδείξει.»

Η γριά χαμήλωσε το βλέμμα.

Αθηνά: «Πρόσεχε, κόρη. Υπάρχει μια αόρατη κλωστή που χωρίζει την αυτοπεποίθηση από την ύβρη. Όποιος την κόψει, υφαίνει μόνος του το δίχτυ της πτώσης του.»

Αράχνη: «Οι αδύναμοι φοβούνται την ύβρη. Οι άξιοι αποδεικνύουν την αξία τους.»

Τότε η γριά αναστήθηκε στο πλήρες ανάστημά της. Φως χρυσό περιέβαλε τη μορφή της. Τα μάτια της έλαμψαν σαν αιγίδα και σοφία μαζί.

Αθηνά: «Εγώ είμαι εκείνη που προκάλεσες. Εγώ που δίδαξα στους ανθρώπους τις τέχνες, την εργασία, τη γνώση και τη φρόνηση. Αν το επιθυμείς, ας μιλήσουν τα έργα.»

Η Αράχνη δεν οπισθοχώρησε.

Αράχνη: «Ας μιλήσουν.»

Οι δύο υφάντρες κάθισαν απέναντι στους αργαλειούς τους.

Η Αθηνά ύφανε τον κόσμο της θείας τάξεως. Θεούς, ανθρώπους, άστρα και νόμους αόρατους που συγκρατούν την αρμονία του σύμπαντος. Στις παραστάσεις της εμφανίζονταν μορφές που τιμωρήθηκαν επειδή λησμόνησαν το μέτρο και θέλησαν να υψωθούν πάνω από τη μοίρα τους.

Όταν ολοκλήρωσε το έργο της, στράφηκε προς την Αράχνη.

Αθηνά: «Τι βλέπεις;»

Αράχνη: «Βλέπω φόβο ντυμένο με σοφία.»

Και αμέσως άρχισε να υφαίνει το δικό της έργο.

Πάνω στο ύφασμά της εμφανίζονταν οι θεοί με τις αδυναμίες, τα πάθη και τις αντιφάσεις τους. Η τέχνη της ήταν αξεπέραστη. Κάθε γραμμή, κάθε χρώμα, κάθε μορφή έμοιαζε ζωντανή. Όταν τελείωσε, σήκωσε το βλέμμα θριαμβευτικά.

Αράχνη: «Και τώρα, θεά, ποια από τις δύο ύφανε καλύτερα;»

Η Αθηνά κοίταξε για ώρα το έργο.

Αθηνά: «Η τέχνη σου είναι άριστη. Όμως δεν αρκεί η τελειότητα των χεριών όταν λείπει η σοφία της ψυχής.»

Αράχνη: «Η αλήθεια δεν χρειάζεται ευσέβεια.»

Αθηνά: «Ούτε η αλήθεια χρειάζεται αλαζονεία.»

Η σιωπή απλώθηκε σαν πέπλο πάνω από τον χώρο. Τότε η θεά μίλησε για τελευταία φορά.

Αθηνά: «Άκουσε καλά, Αράχνη. Η τέχνη είναι δώρο, όχι κτήμα. Ο δημιουργός δεν γεννά το χάρισμά του από το μηδέν. Το παραλαμβάνει, το καλλιεργεί και το μεταδίδει. Όταν όμως θεωρήσει πως είναι η πηγή όλων των πραγμάτων, παύει να υπηρετεί την τέχνη και αρχίζει να υπηρετεί τον εγωισμό του.»

Η Αράχνη δεν απάντησε.Το βλέμμα της παρέμενε αμετάπειστο. Τότε η Νέμεσις ακολούθησε τον δρόμο που ανοίγει πάντοτε η ύβρις. Η Αθηνά άγγιξε απαλά το μέτωπό της.

Το σώμα της κόρης άρχισε να μικραίνει. Τα χέρια της έγιναν λεπτά πόδια. Η μορφή της μεταβλήθηκε, όμως η τέχνη της δεν χάθηκε. Καταδικάστηκε να υφαίνει αιώνια, όχι πλέον επάνω σε αργαλειό, αλλά μέσα στον αέρα και στο φως. Έτσι γεννήθηκε η αράχνη.

Ίσως γι’ αυτό η Αράχνη δεν στερήθηκε την τέχνη της. Η θεία δίκη δεν κατέστρεψε το χάρισμά της, αλλά το μετέβαλε σε καθρέφτη της επιλογής της. Η Αθηνά εξακολουθεί να υφαίνει τον Κόσμο. Η Αράχνη εξακολουθεί να υφαίνει τον εαυτό της. Και ανάμεσα στους δύο αργαλειούς εκτυλίσσεται ακόμη και σήμερα το αρχαίο δράμα της ανθρώπινης ψυχής.

Ο αργαλειός της Αθηνάς υφαίνει την τάξη, τη σοφία, το μέτρο και την αρμονία του Όλου. Ο ιστός της Αράχνης υφαίνει την ατομική προβολή, την αυτάρεσκη αυτοαναφορικότητα και την ψευδαίσθηση της αυθυπαρξίας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο βαθύτερος συμβολισμός του μύθου: στη σύγκρουση ανάμεσα στη συμμετοχή και την απομόνωση, ανάμεσα στη συνείδηση που αναγνωρίζει ότι αποτελεί μέρος του Κόσμου και στο εγώ που επιθυμεί να γίνει το κέντρο του.

Γι’ αυτό ο μύθος δεν αφορά μόνο μια ταλαντούχα υφάντρα της αρχαίας Ιωνίας. Αφορά κάθε άνθρωπο που καλείται να επιλέξει αν θα μετατρέψει τα χαρίσματά του σε προσφορά προς το Όλον ή σε όργανα αυτοδοξασμού. Και ίσως γι’ αυτό η μορφή της αράχνης εξακολουθεί να μας γοητεύει. Διότι επάνω στον λεπτό της ιστό διακρίνουμε ακόμη τα αόρατα νήματα μιας πανάρχαιας διδασκαλίας: ότι η αληθινή τέχνη δεν οδηγεί στην εξύψωση του εγώ, αλλά στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τη σοφία, τη φύση και το θείο.

Η Αθηνά δεν απορρίπτει την τέχνη της Αράχνης. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι είναι άριστη. Η σύγκρουση δεν αφορά την ποιότητα του έργου αλλά τον προσανατολισμό της ψυχής. Πρόκειται για μια διάκριση βαθιά ελληνικυή: η αρετή δεν είναι μόνο ικανότητα αλλά και ορθή χρήση της ικανότητας.

Γι' αυτό η τελική μεταμόρφωση αποκτά σχεδόν μυητικό χαρακτήρα. Η Αράχνη δεν χάνει το χάρισμά της, όπως θα συνέβαινε σε μια απλή τιμωρία. Το χάρισμα παραμένει, αλλά μετατρέπεται σε αιώνια υπενθύμιση της επιλογής της. Ο ιστός γίνεται το εξωτερικό σύμβολο μιας εσωτερικής καταστάσεως.

Ίσως εν τέλει το κείμενο αγγίζει ένα θέμα που συναντάται από την αρχαία Ελληνική σκέψη μέχρι τις μυστηριακές παραδόσεις: 

Το ερώτημα αν ο άνθρωπος δημιουργεί για να υπηρετήσει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του ή αν δημιουργεί για να λατρεύσει τον εαυτό του. Εκεί βρίσκεται τελικά η αληθινή αντιπαράθεση της Αθηνάς και της Αράχνης.


Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Το μυητικό ταξίδι του Φιλοκτήτη και των Αχαιών προς την Τροία.

 


Τα καλοκαίρια τα περνούσαμε στη Λήμνο μαζί με τον παππού και τη γιαγιά. Η παιδική ανεμελιά, τα παιχνίδια, η θάλασσα με τα αρώματά της, τα καρπούζια — εκείνα τα μικρά κόκκινα καρπούζια που ο παππούς πετούσε πάνω στην ξερολιθιά για να ανοίξουν στα δύο. Η πέτρα κοκκίνιζε κι αναδυόταν ένα θεσπέσιο άρωμα, τέτοιο που πια υπάρχει μόνο στη μνήμη. 

Ο παππούς μας έβαζε πάνω σε μεγάλες κοφίνες στο γαϊδουράκι και μας πήγαινε βόλτες. Κι εμείς, πιτσιρίκια τότε, νιώθαμε κυρίαρχοι του κόσμου. Ήταν ένας άλλος κόσμος, πιο απλός, πιο ευτυχισμένος με τα ουσιώδη και τα αληθινά σημαντικά.

Τα βράδια, κάτω από το μεγάλο δέντρο στην αυλή, ο παππούς μάς έλεγε ιστορίες για τη Λήμνο: για τις Αμαζόνες, για το πώς οι Λημνιές γυναίκες σκότωσαν όλους τους άνδρες από το νησί, και για τον Φιλοκτήτη, τον μεγάλο τοξοβόλο των Αχαιών, που έζησε στα Καβείρια. 

Είχε παρακολουθήσει μόλις  λίγες τάξεις στο δημοτικό, αλλά είχε βαθιά μνήμη και αγάπη για τον τόπο του. Ένα καλοκαίρι μού χάρισε ένα βιβλίο που περιέγραφε τη ζωή του Φιλοκτήτη στη σπηλιά κάτω από τα Καβείρια, εκεί όπου οι αρχαίοι τελούσαν τα ιερά μυστήρια προς τιμήν των Καβείρων, των παιδιών του Ηφαίστου. 

Ο Ήφαιστος ήταν ο μόνος από τους Ολύμπιους θεούς που δεν κατοικούσε στον Όλυμπο, αλλά ανάμεσα σε ανθρώπους, εδώ στην Ανεμόεσσα Λήμνο.

Τα χρόνια πέρασαν, ο παππούς έφυγε, αλλά οι μνήμες έμειναν. Οι ιστορίες του για τον Φιλοκτήτη και τους Καβείρους ζωντάνευαν σε κάθε καλοκαιρινή επιστροφή στο νησί του Ηφαίστου. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι — πρέπει να ήταν το 1994 — που επισκέφθηκα ξανά τη Λήμνο. Μεγαλύτερος πια, άρχισα να ψάχνω τα μυστικά του νησιού και να προσπαθώ να δώσω νόημα στις αρχαίες ιστορίες. 

Το νησί έχει μεγάλη ιστορία και πολλά μπορείς να ανακαλύψεις, αρκεί να αφεθείς στην ενέργειά του. Κάθε βράχος, κάθε ξερολιθιά, κάθε σπηλιά και παραλία ψιθυρίζουν ιστορίες ανθρώπων και θεών που σημάδεψαν γενιές.

Με βιβλία παραμάσχαλα, έναν φίλο και μια εντούρο μηχανή (το γαϊδουράκι του παππού μας είχε αφήσει χρόνους από καιρό), ξεκίνησα να αναζητώ την ιστορία πίσω από τον μύθο, προσπαθώντας να δώσω νόημα στις μνήμες. Ήταν η εποχή που συνέχιζαν τις ανασκαφές στα Καβείρια και την Ηφαίστεια. Παντού γαϊδουράγκαθα, σκόρπιες πέτρες και μυστικά καλά κρυμμένα στη γη.

Κάτω από ένα πρόχειρο στέγαστρο των εργατών της ανασκαφής, είδα μια μοναχική μορφή να γράφει σε ένα τετράδιο. Ήταν ο Γιώργος – 29 ετών τότε, ήδη καθηγητής αρχαιολογίας στην Αμερική. Ο πατέρας του Έλληνας, η μητέρα από τη Βραζιλία. 

Το πανεπιστήμιο που εργαζόταν τον είχε στείλει στην Ελλάδα για έρευνες και είχε περάσει για λίγες ημέρες από τη Λήμνο. Μια τυχαία συνάντηση εξελίχθηκε σε αποκάλυψη ενός κόσμου που έδωσε νέα διάσταση στις ιστορίες του παππού και στο νησί ολόκληρο. Από όλα όσα έμαθα, θα περιοριστώ εδώ σε ό,τι αφορά τον Φιλοκτήτη.

Σύμφωνα με τον Γιώργο, η Λήμνος είχε σπουδαία στρατηγική σημασία, καθώς βρισκόταν στον δρόμο προς την Μικρά Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα, όπου γινόταν εξόρυξη και επεξεργασία χρυσού και μεταλλευμάτων. Γι’ αυτό πέρασαν από εκεί οι Αργοναύτες, και γι’ αυτό ο μύθος της Έλλης και του Ιάσωνα προς την Κολχίδα. 

Ο πόλεμος της Τροίας, όπως μας τον περιγράφει ο Όμηρος, δεν έγινε για την «ωραία Ελένη» — ή μάλλον έγινε, αλλά η «ωραία Ελένη» συμβόλιζε μεταφορικά την κυριαρχία για τον χρυσό και τα μέταλλα. Άλλωστε και το όνομα Ελένη παραπέμπει στη λαμπερή, την απαστράπτουσα, σχετιζόμενη τόσο με το φως του ήλιου όσο και με το φως της σελήνης.

Αυτή η ερμηνεία του Γιώργου φώτισε για μένα την ιστορική διάσταση του Ομήρου. Υπάρχει όμως και η αλληγορική: εκείνη που μόνο μυημένοι ή «εκπαιδευμένοι» μπορούν να διακρίνουν, πίσω από τα σύμβολα και τις εικόνες. Ο τυφλός Όμηρος — ο μη ών — δεν ήταν κυριολεκτικά τυφλός, αλλά αλληγορικά: έβλεπε με την ψυχή, όχι με τα μάτια.

Η ιστορία του Φιλοκτήτη, λοιπόν, είναι μια προσκυνηματική πορεία προς την αυτογνωσία. Οι Αχαιοί, με τον καλύτερο τοξοβόλο τους, ξεκινούν για την Τροία. Η κατάκτηση όμως δεν αφορά τον υλικό χρυσό, αλλά τον πνευματικό: την εξερεύνηση του εαυτού και την κατάκτηση του θεϊκού σπινθήρα εντός μας. 

Ο χρυσός, από όλους τους πολιτισμούς, χρησιμοποιήθηκε ως θεϊκό σύμβολο — τόσο για τη σπανιότητά του όσο και για τη λάμψη του. Η αλχημική μεταστοιχείωση, μου είπε ο Γιώργος, δεν αφορά στην πραγματικότητα τη μετατροπή των ευτελών μετάλλων σε χρυσό, αλλά την αναγέννηση της ψυχής. Ο Φιλοκτήτης δεν συμμετέχει απλώς στην κατάκτηση μιας χώρας, αλλά κάνει ένα μυητικό, εσωτερικό ταξίδι για να κατακτήσει το μεγαλύτερο έπαθλο όλων: τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Φιλοκτήτης έχει μαζί του τα βέλη του Ηρακλή — σύμβολα ηλιακά. Όπως το ημερήσιο τόξο του ήλιου φωτίζει τη γη, έτσι και τα βέλη αυτά φέρουν τη φλόγα του πνεύματος. Σε ένα νησί, λίγο πριν φτάσουν στη Λήμνο, ένα φίδι δαγκώνει τον Φιλοκτήτη. Οι σύντροφοί του τον εγκαταλείπουν στη Λήμνο, σε μια σπηλιά κάτω από το ιερό των Καβείρων, ώστε να γιατρευτεί με τη λημνία γη. 

Το φίδι — χθόνιο σύμβολο της γνώσης και της ίασης — κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά: σημάδι διαρκούς νήψης και πνευματικής εγρήγορσης.

Το τραύμα του Φιλοκτήτη σηματοδοτεί την απαρχή της μύησης. Εννέα χρόνια έμεινε εκεί. Ο αριθμός εννέα αναλογεί στους εννέα μήνες της κύησης - αναγέννηση 🐦‍🔥 !

Οι αρχαίοι δεν μετρούσαν απλώς χρόνο· τον αντιλαμβάνονταν σε σχέση με την κυκλική ροή του χρόνου και των εποχών. Οι μέρες  στην σπηλιά δεν περνούσαν, βάθαιναν. Το δηλητήριο έγινε φάρμακο. Το σκοτάδι της σπηλιάς, δάσκαλος. Η λημνία γη δεν ίασε μόνο την ύλη, αλλά και το πνεύμα.

Η σπηλιά — τόπος τελετών — είναι μήτρα ζωής, τόσο φυσικής όσο και πνευματικής. Όπως ο άνθρωπος γεννιέται από το σκοτάδι της μήτρας, έτσι και η γνώση γεννιέται στο σκοτάδι της ενδοσκόπησης. 

Ο άνθρωπος καλείται να αφυπνίσει τις θείες δυνάμεις μέσα του. Η κάθοδος στη σπηλιά αντιστοιχεί στην κάθοδο της ψυχής στη γη, στον συμβολικό θάνατο, ενώ η άνοδος αντιστοιχεί στην ανάβαση προς το πνευματικό φως, στην αναγέννηση. Όπως το έμβρυο κυοφορείται στο σκοτάδι της μήτρας, έτσι και η ψυχή του Φιλοκτήτη εσωτερικεύεται,  και αναπλάθεται.

Στα Καβείρια τιμούσαν τους Καβείρους και τον Ήφαιστο. Στην εσωτερική τους ερμηνεία, ο ακατέργαστος σίδηρος είναι η ψυχή του ανθρώπου, που σφυρηλατείται από το πυρ της αρετής και της γνώσης. Οι σκουριές των παθών καίγονται για να αποκαλυφθεί ο καθαρός, ανώτερος εαυτός. 

Οι Κάβειροι — θεοί του πνευματικού πυρός — ενώνουν το κοσμικό πυρ του Ηφαίστου με το πυρ της Μεγάλης Μητέρας, της μήτρας από όπου όλα ξεκινούν και όπου όλα επιστρέφουν. Το πυρ είναι σύμβολο του Θείου. Ο Ήφαιστος, με όνομα που σημαίνει «ο πύρινος», κρατά το ιερό πυρ που ανάβει μέσα σε κάθε βωμό, ναό και σπίτι στη Λήμνο.

Οι ιερείς του Ήφαιστου και των Κάβειρων τον μύησαν — όχι με λόγια, αλλά με σιωπή, με φωτιά και μέταλλο, ενδοσκόπηση κάθαρση και μετασχηματισμός. Ο ακατέργαστος σίδηρος της ψυχής του σφυρηλατήθηκε στη φλόγα της σπηλιάς. Κάθε πάθος, κάθε φόβος, κάθε αδυναμία έγινε σκουριά που έπρεπε να λιώσει. 

Οι Κάβειροι κρατούν λαβίδες· δεν σχηματοποιούν αντικείμενα αλλά ψυχικές, και νοητικές  μορφές. Δεν λειαίνουν μέταλλα, αλλά πλάθουν ανθρώπους. Η φωτιά των Καβείρων συμβόλιζε την πνευματική φλόγα, το φως του μεταμορφωμένου ανθρώπου. 

Γι’ αυτό, μου εξήγησε ο Γιώργος, η λαμπάδα ήταν ένα ακόμα σύμβολο των Καβείρων. Κατά τη διάρκεια των Καβείριων Μυστηρίων, που διαρκούσαν εννέα ημέρες όπως και τα Ελευσίνια, έσβηναν όλα τα φώτα στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, μέχρι να φτάσει με πλοίο από τη Δήλο το ιερό φως.

Και όταν πια ολοκληρώθηκε η εσωτερική του μύηση, όταν πέρασαν εννέα χρόνια, έφτασε ο Οδυσσέας να τον πάρει. Η προφητεία έλεγε πως μόνο με τα βέλη του Φιλοκτήτη θα έπεφτε η Τροία. Στην πραγματικότητα, μόνο μετά τη μύησή του μπορούσε να κρατήσει τα βέλη του Ηρακλή με συνείδηση. Μόνο τότε ήταν έτοιμος να πολεμήσει — και όχι πια για να κατακτήσει, αλλά για να εκπληρώσει. Η Τροία έπεσε. Μα δεν ήταν τα βέλη που την έριξαν· ήταν η συνείδηση πίσω από αυτά.


Αυτά μου είπε ο Γιώργος. Κι έκτοτε, όταν περπατώ το νησί και αγγίζω τους βράχους, μου φαίνεται πως κάποιος ψιθυρίζει. Ίσως είναι ο Ήφαιστος, ίσως οι Κάβειροι, ίσως το ίδιο το νησί. Ίσως η μύηση δεν τελειώνει ποτέ.


Υ.Γ. Το κείμενο αποτελεί μυθοπλασία σε κάποια σημεία,  σε άλλα όχι 🙏

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Λήμνος η πυρόεσσα.

 

Στης Λήμνου τα κάστρα του ανέμου και της φωτιάς, όπου η γη ανασαίνει ακόμα απ’ το πρώτο της βρυχηθμό, αναδύεται η ονομασία «Πυρόεσσα»· σκιά μισοσβησμένη, αλλά δυνατή όσο η σπίθα που ξυπνάει στα σπλάχνα της γης. Κι εδώ, στη γη του Ήφαιστου, όπου το μανιασμένο κύλισμα των ρηγμάτων γέννησε ένα νησί φλεγόμενο, οι τεκτονικές ανακατατάξεις υφαίνουν τον μύθο και την ιστορία σε έναν αέναο χορό.

Στο απώτατο παρελθόν, όταν οι πλάκες του  Αιγαίου συναντήθηκαν με μανία και υποχώρησαν η μία κάτω από την άλλη, ξέσπασε η πρώτη ηφαιστειακή γέννα της Λήμνου. Λάβα και τέφρα, σαν απέραντη θάλασσα χυμένη στο στερέωμα, σχημάτισαν απόκρημνες κορφές, σπηλιές βαθιές και λιβάδια από πετρώματα περίτεχνα. 

Κι έτσι, η Λήμνος απέκτησε τα χαρακτηριστικά της Πυρόεσσας· τόπος πυρός και ιζημάτων, τόπος της αναγέννησης και του καψαλισμένου ψιθύρου του χρόνου. Εκεί, στον καρπό της γης που κάηκε και ξαναγεννήθηκε, ήρθε να κατοικήσει ο Ήφαιστος· θεός της φωτιάς, της σιδηρουργίας, και  των αυτόματων τεχνουργημάτων του Ολύμπου· Τον πέταξε ο πατέρας του από τον Όλυμπο, μα δεν νοιάστηκε εδώ στα έγκατα της Λήμνου, ο  ήχος της λάβας εσκαγε σαν μελωδία στα αυτιά του. 

Στα σπήλαια του νησιού, όπου οι μαύροι βράχοι λάμπουν στο φως του ήλιου σαν υγρό μέταλλο, ο τεχνίτης θεός έστησε τη σφυρήλατη θύμηση του.  Κάθε σπινθήρας που πετιέται απ’ το σιδερένιο του σφυρί μοιάζει ξανά να ξυπνά την ηφαίστεια μήτρα· σαν να καλεί τη γη να θυμηθεί το πάθος της.

Η λάβα, όταν ψύχθηκε, άφησε πίσω της σχήματα που μοιάζουν με ρυτίδες στο πρόσωπο των βράχων, εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει ανίκητος, ψιθυρίζοντας στα μάτια που γνωρίζουν να δουν ιστορίες από περασμένες εκρήξεις, και μνήμες που χάνονται ανάμεσα σε στρώματα τέφρας και βράχων.

Σε κάθε στίγμα της επιφάνειας, η ιστορία της Λήμνου γράφεται με ανεξίτηλα μελάνια: ορόφωνες στρώσεις, χρώματα βαθιά, σχεδόν σαν αυτή τη σιωπηρή συμφωνία που πλημμυρίζει τις νύχτες της Πυρόεσσας.

Το νησί του θεού της φωτιάς του Ηφαίστου προσκαλεί τον ταξιδιώτη να κατέβει στην καρδιά των σπηλαίων, να ακούσει τον χτύπο της γης σαν σφυγμό προγόνων. Να χαϊδέψει τους τοίχους από ηφαιστειακή πέτρα, να νιώσει τη δόνηση που απέμεινε από εκείνη την πρώτη έκρηξη, όταν ο κόσμος άλλαξε μορφή. 

Εκεί, ανάμεσα σε σταλακτίτες μαυρισμένους και σταλαγμίτες λαμπερούς, το παρελθόν συναντά το παρόν· και το μυστήριο του βυθού εγγίζει το φως του ήλιου.


Κλείνοντας τα μάτια, μπορείς να νιώσεις τον ψίθυρο του Ήφαιστου· σαν καυτή ανάσα που σπαράζει τ’ αυτιά σου, σαν υπόσχεση για νέες γέννες φωτιάς κι ομορφιάς. Και τότε, η Πυρόεσσα δεν είναι πια μόνο ονομασία· γίνεται ψυχή, γίνεται τραγούδι, γίνεται το έκστασιο κάλεσμα μιας θεϊκής φλόγας που ούτε ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει.

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Ζήνων και Απολλόδωρος. Ο Αλληγορικός Συμβολισμός του Κέρβερου .


Ένας υποθετικός διάλογος ανάμεσα στον Στωικό φιλόσοφο Ζήνωνα και τον μαθητή του, Απολλόδωρο.

Στο απέραντο θέατρο της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου το ερωτικό πάθος συναντά την αναζήτηση της σοφίας, γεννιέται η ανάγκη για διάλογο. Ο λόγος, εργαλείο της φιλοσοφίας, γίνεται καθρέφτης και πυξίδα, φωτίζοντας τα σκοτεινά μονοπάτια του εσωτερικού κόσμου. Αυτός ο φανταστικός διάλογος ανάμεσα στον Στωικό φιλόσοφο Ζήνωνα και τον μαθητή του, Απολλόδωρο, αντλεί έμπνευση από τον αρχαίο μύθο του Κέρβερου – όχι ως απλό μυθολογικό τέρας, αλλά ως καθολικό σύμβολο των εσωτερικών δυνάμεων που καλούμαστε να υπερβούμε στην πορεία προς την αυτογνωσία. Ο Ηρακλής, ο Ορφέας, τα Ελευσίνια Μυστήρια και η Στωική στάση ζωής συνυφαίνονται σε ένα αφήγημα που μετατρέπει τον μύθο σε υπαρξιακή εμπειρία και πνευματική δοκιμασία.

- Απολλόδωρος: Δάσκαλε, ο Κέρβερος, ο τρικέφαλος φύλακας του Άδη... Τι ήταν στ’ αλήθεια; Ένα απλό τέρας ή μήπως κάτι βαθύτερο;

- Ζήνων: Ο Κέρβερος δεν είναι απλώς ένα τέρας της μυθολογίας· είναι αλληγορία του ασυνείδητου, η μορφή που παίρνει η εσωτερική αντίσταση όταν η ψυχή επιχειρεί να περάσει από το φως της ζωής στη σιγή του θανάτου — δηλαδή, στην ενδοσκόπηση. Τρία κεφάλια, ουρά φιδιού, πόδια λιονταριού: μια σύνθεση ένστικτων, φοβιών και ζωικών δυνάμεων που αντιστέκονται στη μεταμόρφωση.

- Απολλόδωρος: Και γιατί τρία κεφάλια; Τι σημαίνει αυτή η τρισυπόστατη φύση;

- Ζήνων: Κάθε κεφάλι αντιπροσωπεύει έναν άξονα του χρόνου:

* Το παρελθόν, με τις μνήμες και τα τραύματα που μας καθορίζουν.

* Το παρόν, το σημείο της συνείδησης όπου το συναίσθημα και ο λόγος συγκρούονται.

* Το μέλλον, με τις επιθυμίες, τους πόθους και τους φόβους που μας καλούν.

Ο Κέρβερος, έτσι, φυλάσσει την ψυχική πύλη της μεταμόρφωσης· για να την περάσεις, πρέπει να συμφιλιωθείς με το παρελθόν, να μείνεις ακέραιος στο παρόν και να απελευθερωθείς από το φόβο του μέλλοντος.

- Απολλόδωρος: Ο Ηρακλής κατεβαίνει στον Άδη για να τον αντιμετωπίσει. Τι μας λέει αυτό για την ανθρώπινη φύση;

- Ζήνων: Ο Ηρακλής είναι το αρχέτυπο του ήρωα που εισέρχεται στα βάθη της ύπαρξης, αναζητώντας κάθαρση. Η κάθοδός του στον Άδη είναι συμβολική: είναι η κατάβαση του ανθρώπου στα έγκατα του εαυτού του, εκεί όπου κυριαρχούν φόβοι, ενοχές και αδυναμίες. Η νίκη του επί του Κέρβερου δεν είναι βία· είναι εξημέρωση. Είναι η δύναμη του πνεύματος που τιθασεύει το σκοτεινό ένστικτο.

- Απολλόδωρος: Κι οι αρχαίοι, λένε, προσέφεραν άρτο με μέλι στον Κέρβερο. Τι σημαίνει αυτή η γλυκύτητα;

- Ζήνων: Ο άρτος με μέλι είναι προσφορά ειρηνική, όχι πολεμική. Εκφράζει την τρυφερότητα απέναντι στο αναπόφευκτο — τον θάνατο, τη μετάβαση, τον εσωτερικό φόβο. Η γλυκύτητα κατευνάζει τον τρόμο· έτσι και η αγάπη κατευνάζει την εσωτερική βία.

- Απολλόδωρος: Ο Ορφέας, με τη λύρα του, λένε πως κοιμησε τον Κέρβερο. Πώς ερμηνεύεις αυτό το περιστατικό;

- Ζήνων: Ο Ορφέας δεν χρησιμοποίησε βία. Χρησιμοποίησε τέχνη, μουσική, τον ρυθμό του κόσμου. Ο μύθος μάς διδάσκει ότι η τέχνη — όταν πηγάζει από έρωτα και αλήθεια — έχει τη δύναμη να εξευγενίζει τα θηρία του εαυτού μας. Η μελωδία του έρωτα είναι πιο δυνατή από τον βρυχηθμό του φόβου.

- Απολλόδωρος: Ποια είναι η φιλοσοφική σημασία του άθλου αυτού;

- Ζήνων: Ο άθλος διαρθρώνεται σε τρία στάδια, όπως η ατραπός κάθε φιλοσοφικής ζωής:

Ι. Εξαγνισμός – αποδέσμευση από τις υλικές εξαρτήσεις και το εγώ.

ΙΙ. Μύηση – κατάδυση στο εσωτερικό σκοτάδι, αντιπαράθεση με το ασυνείδητο.

ΙΙΙ. Υπηρεσία – επιστροφή στον κόσμο με αγάπη, σοφία και προσφορά.

Ο Ηρακλής δεν μένει στον Άδη. Επιστρέφει, όπως κάθε αληθινός φιλόσοφος, για να υπηρετήσει τον κόσμο.

- Απολλόδωρος: Το βλέμμα του Κέρβερου λέγεται πως παρέλυε όποιον τολμούσε να το αντικρίσει. Ποια είναι η αλληγορία εδώ;

- Ζήνων: Το βλέμμα του Κέρβερου είναι το βλέμμα του ίδιου μας του φόβου. Αν τον κοιτάξεις χωρίς αυτογνωσία, σε παγώνει, σε καθιστά πέτρα. Όποιος δεν έχει ενδοσκοπήσει, όποιος αποφεύγει την αλήθεια του εαυτού, παραμένει στάσιμος. Αλλά όποιος τον αντικρίζει με θάρρος, με συνείδηση, μεταμορφώνεται.

- Απολλόδωρος: Τελικά, γιατί η νίκη επί του Κέρβερου θεωρείται νίκη ενάντια στις υλικές επιθυμίες;

- Ζήνων: Γιατί ο Κέρβερος είναι οι τριπλοί φύλακες της ψυχής:

Η σάρκα, που επιθυμεί.Ο νους, που αμφιβάλλει. Το συναίσθημα, που φοβάται.

Όταν τα τρία αυτά εξισορροπηθούν, ο φιλόσοφος εισέρχεται στον εσωτερικό του ναό — εκεί που κατοικεί ο θείος δαίμων, η εσώτερη φλόγα της ύπαρξης. Μόνον τότε μπορεί να αγαπήσει αληθινά και να υπηρετήσει χωρίς εγωισμό.

- Απολλόδωρος: Σε ευχαριστώ, Δάσκαλε. Δεν νιώθω πια φόβο για τον Κέρβερο. Τον βλέπω πια ως φρουρό μιας μύησης που οφείλω να περάσω.

- Ζήνων: Κάθε μύθος είναι καθρέφτης της ψυχής. Ο δρόμος της φιλοσοφίας είναι μια κατάβαση που γίνεται άνοδος. Ξεκίνα, λοιπόν, την περιπέτεια του έρωτα, της σοφίας και της αυτογνωσίας. Ο Κέρβερος σε περιμένει — όχι για να σε εμποδίσει, αλλά για να σε μεταμορφώσει.!

Η φωτογραφία με τον Κέρβερο έργο μου ζωγραφική με παστέλ από την εφηβεία μου, 1986,  βασισμένο στο εξώφυλλο του δίσκου των the Rods,  Wild dogs.

Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Ο Ψίθυρος της Σοφίας. Ο Δίας, Αθηνά και η Γλαύκα .

 


Η πλάση ολόκληρη είχε βυθισθεί στο σκότος. Τα σύννεφα μαύρα και απειλητικά  ήταν φορτωμένα από τη θεϊκή οργή, οι κεραυνοί χαράκωναν τους ουρανούς με μανία. Στον θρόνο του ο παντοδύναμος Δίας υπέφερε  από αφόρητους πονοκεφάλους. Ενας  πονοκέφαλος με αιτία: Ο Ζεύς, είχε καταπιεί τη Μήτιδα, θεά της σοφίας, ως προληπτικό μέτρο από φόβο μή γεννήσει αγόρι  που θα ανατρέψει τη βασιλεία του, όπως εκείνος έκανε στον Κρόνο.

— Ω τι συμφορά! Αναφώνησε ο πατέρας των Θεών.  Φαίνεται ότι τελικά η σοφία είναι ένα ανυπόφορο προσόν!

— Γιατί με κατάπιες, μεγάλε Δία; Ακούστηκε υπόκωφα η φωνή της Μήτιδας, της θεάς της σοφίας. Η φωνή της λεπτή και υπόκουφη προερχόταν από το  εσωτερικό της γαστεός του Διός,  καθώς βίωνε τον παράδοξο εγκλωβισμό της. 

— Φοβήθηκα την προφητεία, Μήτιδα. Προβλέφθηκε πως θα γεννήσεις μια κόρη και μετά έναν γιο που θα με ανατρέψει, ομολογεί ο Δίας, τρέμοντας από την ενοχή.

— Η απόφαση σου  αυτή θα γίνει η δική σου τιμωρία. Μην ξεχνάς άναξ των θεών πως κανείς δεν ξεφεύγει απο την ανάγκη,  ούτε καν εσύ! Όσο πιο βαθιά θάψεις τη γνώση, τόσο πιο ισχυρή θα γίνει η κόρη που φέρεις μέσα σου.

Αίφνης, μια σκιά πέρασε πάνω από τον θρόνο του Ολύμπου. Η Θέμιδα, η θεά της δικαιοσύνης, πλησίασε τον Δία:

 — Ζητάς να λάβεις ξένη  δύναμη δίχως αντίτιμο; Τιμωρείς δίχως λόγο; ρώτησε σθεναρά. Κάθε πράξη έχει συνέπειες, πόσο μάλλον η κατάκτηση  στην υπέρτατη  σοφίας, ακόμα και για τον βασιλιά των θέων. 

— Βαριά ευθύνη με συνθλίβει, παραδέχτηκε ο Δίας.

Η Θέμις ξεφύσησε, με φανερή αγανάκτηση: 

— Τότε άκουσε με. Ό,τι γεννιέται από πόνο, θα φέρει αντιστάσεις. Προετοιμάσου για την ημέρα που η γέννα της σοφίας θα σε συγκλονίσει περισσότερο από τον ίδιο τον πόνο.

Ο Δίας κούνησε το κεφάλι, βυθισμένος στην ενοχή του. Η Μήτις, είχε ήδη υφάνει το νήμα της μοίρας. Από τότε ο Δίας κατέκτησε τη σοφία όλου του κόσμου, των φανερών αλλά και των «αθέατων πραγμάτων», ακόμα και για τους θεούς. Όμως για μια τέτοια γνώση υπάρχει πάντα ένα βαρύ τίμημα. Η ευθύνη και η σοφία προκαλούν πόνους σαν αυτούς του τοκετού: αόρατοι αλλά ατελείωτοι, που μαστιγώνουν το κρανίο του βασιλιά των θεών.

Σε απόγνωση από την απρόοπτη μοίρα, ο όχι όπως αποδείχθηκε και τόσο παντοδύναμος Δίας έστειλε τον αγγελιοφόρο Ερμή στη Λήμνο να καλέσει τον κουτσό και κακομούτσουνο γιο του, τον Ήφαιστο, θεό της φωτιάς, της μεταλλουργίας και μέγα τεχνίτη, να έρθει από τη Λήμνο στον Όλυμπο και να δώσει λύσει σ το πρόβλημα του. Στη Λήμνο ο Ήφαιστος ζούσε ευτυχισμένος, περιτριγυρισμένος από λάβα και χαλκό. Ο Ερμής, λαχανιασμένος, του μετέφερε το διάταγμα:

— Ήφαιστε, άφησε τις λαβίδες, και πάρε τη σφύρα σου. Ο Δίας σε καλεί στον Όλυμπο. 

— Χα! Πήγαινε εσύ να του πεις κρασί να μεθύσι να του περάσουν όλα, γέλασε ο Ήφαιστος. Ωραία η Λήμνος, καμιά όρεξη για θεία σπέκουλα.

— Να ξέρεις, του σφύριξε δήθεν αμέριμνα ο αγγελιοφόρος θεών και ανθρώπων Ερμής, πως ο Δίας εξαγριώθηκε και απειλεί, αν παρακούσεις  να αφανίσει τη Λήμνο από τον χάρτη, και να σε φυλακίσει στην Αίτνα, στη λάβα και τη φωτιά. Αναγκασμένος, ο Ήφαιστος ανέβηκε στον Όλυμπο. Βρήκε τον πατέρα του στο θρόνο του, να χτυπιέται από τους πόνους.

— Πατέρα, σε χαιρετώ. Ήρθα αμέσως μόλις άκουσα την προσταγή σου, είπε με βαρύ χαμόγελο. 

— Κόψε τις μπούρδες, κουτσάλογο, και κάνε κάτι να σωθώ από τους πονοκεφάλους! Χτύπα με στο κεφάλι με την σφύρα να βρει διέξοδο η συσσωρευμένη σοφία μου, να σωθώ να ανακουφιστώ, δεν αντέχω άλλο πια! 

— Όχι, πατέρα, δεν μπορώ, είπε ο Ήφαιστος, και ας ήθελε να εκδικηθεί τον Δία, επειδή τον είχε πετάξει  από τον Όλυμπο, με αποτέλεσμα να μείνει κουτσός. Δεν τον ήθελε γιατί είχε πάρει το μέρος της μάνας του Ήρας σε ενα από τους συχνούς καυγάδες τους. Εκτός αυτού ήταν κακομούτσουνος, και δούλευε με τα χέρια! Που έχει ακουστεί αυτό, είχε πει ο Δίας, Θεός και μάλιστα γιός μου άσχημος, κουτσός και μαυριδερός!!! Τις σκέψεις του διέκοψε η απειλητική κραυγή του Δία!!

— Κάντο το τώρα! ούρλιαξε ο Δίας.!

Σκοτείνιασε ο τόπος. Αστραπές και βροντές γέμισαν τον ουρανό. Τρόμαξε ο Ήφαιστος, ύψωσε τη σφύρα, και «Κρακ!» — άνοιξε στα δύο το κρανίο του πατέρα του. Από το άνοιγμα  ξεχύθηκε ένα φως: και στην συνέχεια μια θεά ολόλαμπρη, πάνοπλη. Η Αθηνά, γεννημένη από το κεφάλι του Δία, κρατούσε δόρυ και ασπίδα, η ενσάρκωση της σοφίας και της στρατηγικής. Ο Δίας ανακουφίστηκε αμέσως. Η Αθηνά, κληρονόμησε τη σοφία της Μήτιδας, αλλά και τη δύναμη του πατέρα της. 

Γνώριζε όλες τις τέχνες, θεά της σοφίας, των τεχνών και των γραμμάτων, της έμπνευσης, της ενδοσκόπησης και της αυτογνωσίας, αλλά και θεά του πολέμου. Όχι όμως του παρορμητικού ηρωικού πολέμου, ο οποίος ανήκει στην δικαιοδοσία του πολεμοχαρούς Άρη, αλλά της στρατηγικής και του σχεδιασμού. Η θεά γεννήθηκε πάνοπλη αλληγορώντας πως η νόηση και η σοφία είναι το μεγαλύτερο όπλο των ανθρώπων, μετά το δώρο του Προμηθέα στην ανθρωπότητα.

Μόλις ξεπετάχτηκε, ένιωσε κάτι να της γραπώνεται ξαφνικά στον ώμο της. Κοίταξε ξαφνιασμένη και είδε μία κουκουβάγια να την κοιτά με τα μεγάλα της μάτια.

— Εσύ θα γίνεις το σύμβολο της σοφίας, ψιθύρισε η Αθηνά στην γλαύκα. Όπως εσύ μπορείς και γυρίζεις το κεφάλι προς όλες τις κατευθύνσεις ώστε να βλέπεις παντού, ακόμα και στο σκοτάδι, έτσι και αυτός που θα χρησιμοποιεί τις αρετές που εγώ εκπροσωπώ θα μπορεί να βλέπει, να σχεδιάζει και να προβλέπει όχι μόνο το παρόν, αλλά το παρελθόν και το μέλλον.

 Όπως εσύ πετάς μόνο το βράδυ, μακριά από τον θόρυβο της ημέρας, όσοι ζητούν να ανασηκωθούν τα πέπλα των δώρων της σοφίας μου πρέπει να το κάνουν σε μέρος ήσυχο, με τα βλέφαρα κλειστά, ώστε να «ανοίξουν τα μάτια της ψυχής» για να δουν την αθέατη πλευρά των πραγμάτων. Κι όπου υπάρχει πιο ήσυχο μέρος από το εσωτερικό του ανθρώπου;  Όσοι κοιτάξουν προς τα «μέσα» δεν θα μείνουν ποτέ ξανά «απ’ έξω». 

Αν ο άνθρωπος βρει την ευτυχία, αν βάλει σε τάξη στον εαυτό του, τότε θα βάλει τάξη και στον κόσμο γύρω του. Για αυτό, στην πόλη που θα προστατεύω αργότερα, θα βρίσκεσαι παντού και θα σε τιμούν οι κάτοικοί της, ώστε όλοι να θυμούνται πως ο νους είναι ο μέγας «μεγαποιητής»,  και πως στο νου δεν υπάρχει σκότος, αλλά μόνο αμάθεια. 

Ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται μέσα στο μυαλό του ανθρώπου. Για αυτόν τον λόγο πρέπει να μάθει να βλέπει τα πράγματα «φωτισμένα» σωστά.  Πίσω από κάθε συμπαντικό νόμο κρύβεται η αρμονία ή ανάγκη, ο σκοπός, και το χαλινάρι της ψυχής για τον άνθρωπο είναι ο νους. 

Αν οι άνθρωποι ακούσουν τον λόγο μου και με τιμήσουν ανάλογα, τότε η φιλοσοφία, οι τέχνες και η προστασία μου θα είναι συμπαραστάτες τους. Όταν υπάρχουν ικανοί στρατηγοί στο πεδίο της μάχης, θα πετάς από πάνω τους και αυτοί θα κερδίζουν τις μάχες. Φύγε τώρα, καλή μου γλαύκα, να συναντήσεις το πεπρωμένο σου…!


Και η γλαύκα πέταξε για την πόλη που αργότερα ονομάστηκε Αθήνα…!

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

🏵️ Ο Ελίχρυσος και η ωραία Ελένη🏵️

Ετυμολογία και Περιγραφή.

Το όνομα «Ελίχρυσος» προέρχεται από τις λέξεις «ήλιος» και «χρυσό» ή το αρχαϊκό «ελίσσω» (στρέφομαι), αναφερόμενο στο έντονο, χρυσαφί χρώμα και στο ελικοειδές σχήμα των πετάλων του. Θεωρείται φυτό με μοναδική ομορφιά: ακόμη κι αν κοπεί και αποξηρανθεί, διατηρεί το χρώμα του για χρόνια, γι’ αυτό και συχνά αποκαλείται «αμάραντο» ή «αθάνατο». Η επιστημονική του ονομασία είναι Helichrysum italicum· φύεται κυρίως στις μεσογειακές περιοχές.

Ιστορική Χρήση στην Αρχαία Ελλάδα.

Από την αρχαιότητα, οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα άνθη του ελίχρυσου για να πλέξουν στεφάνια και διαδήματα προς τιμήν των θεών — ιδιαίτερα της Αφροδίτης —· τα χρυσαφένια πέταλά του συμβόλιζαν τον ήλιο και την αιώνια νεότητα. Ταυτόχρονα, ήταν γνωστό για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες: αντιφλεγμονώδες, αιμοστατικό και επουλωτικό, με ισχυρή κυτταρο-αναπλαστική δράση.

Ο Μύθος: Πάρης, Ελένη και ο Ελίχρυσος.

Όταν ο Πάρης απήγαγε την ωραία Ελένη από τη Σπάρτη και έπλευσε προς την Τροία, έκαναν στάση στα Κύθηρα για να ευχαριστήσουν τη θεά Αφροδίτη που τους προστάτευε. Εκεί, ανάμεσα σε θυμιατήρια και ειδυλλιακά τοπία, άνθισε ο ελίχρυσος ως σύμβολο της αγάπης τους.

Διάλογος Πάρη και Ελένης.

📌 Ελένη (παρατηρώντας τα χρυσά άνθη του ελίχρυσου):

- «Πάρη, αυτά τα πέταλα λάμπουν σαν τον πρώτο φωτισμό της αυγής. Θα έρθει ποτέ η ώρα που το δικό μου φως θα σβήσει;»

📌 Πάρης (κρατώντας ένα κλωνάρι ανάμεσα στα δάχτυλά του):

- «Ποτέ, αγάπη μου, τα μαλλιά σου φέρουν το χρυσαφί του χρώμα, ο μίσχος του μοιάζει με τη γραμμή του κορμιού σου και η απαλότητά του θυμίζει το δέρμα σου. Όπως ο ελίχρυσος αντέχει τον χρόνο, έτσι θα αντέξει και η ομορφιά σου.»

Αργότερα, όταν έφτασαν στην Τροία, η ωραία Ελένη παραπονέθηκε κάποια στιγμή στον Πάρη πως γερνάει και τον ρώτησε, όπως ρωτούν πάντα οι γυναίκες τους άντρες:

- «Θα με αγαπάς ακόμα και όταν γεράσω και γίνω άσχημη;»

Ο Πάρης γέλασε, την αγκάλιασε και της αποκρίθηκε:

- «Αγάπη μου, στο ξαναείπα· η ομορφιά σου είναι σαν τον ελίχρυσο· όσα χρόνια κι αν περάσουν από πάνω σου, η ομορφιά σου πάντα θα λάμπει.»

📌 Ελένη (με νάζι και παράπονο):

- «Για να με παρηγορήσεις τα λες αυτά! Ο ελίχρυσος ανθίζει κάθε άνοιξη· η δική μου άνοιξη έχει περάσει πια!»

📌 Πάρης (τρυφερά):

- «Κάθε άνοιξη ξυπνά στα μάτια μου η ομορφιά σου· για μένα δεν υπήρξε ποτέ άλλη άνοιξη πέρα από σένα. Μέχρι την τελευταία μας ημέρα, τα βάζα σου θα είναι γεμάτα ελίχρυσο, για να σου θυμίζουν πως σε λατρεύω και θαυμάζω την ψυχή και το σώμα σου.»

Όπως λέει ο θρύλος, μέχρι την πτώση της Τροίας ο Πάρης φρόντιζε να μην λείπει ποτέ ελίχρυσος από τα διαμερίσματα της Ελένης, σύμβολο αδιάλειπτης στοργής και θαυμασμού.

Σημείωση: Ο διάλογος μεταξύ Πάρη και Ελένης αποτελεί πρωτότυπη σύγχρονη σύνθεση από τον γράφοντα, εμπνευσμένη από τη μυθολογία.

Παραπομπή:

Φαρμακευτικά, ο ελίχρυσος έχει άριστες επουλωτικές ιδιότητες, επαναφέρει το δέρμα σε πιο υγιή κατάσταση και καθυστερεί τη γήρανση χάρη στην ισχυρότατη κυτταρο-αναπλαστική του δράση. Είναι αντιφλεγμονώδης, αντιλοιμώδης και αιμοστατικός.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

Η αλληγορική εξόντωση των μνηστήρων από τον Οδυσσέα.

 


Σύμφωνα με την Οδύσσεια, όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη, βρίσκει τους 108 μνηστήρες της Πηνελόπης να ξοδεύουν την περιουσία του. Ο Οδυσσέας μαζί με τον γιο του Τηλέμαχο, τον πιστό του οικόεργο Εύμαιο και τον βοσκό Φιλοήτειο, εξοντώνουν τους μνηστήρες. 

Η Οδύσσεια, σε ένα βαθύτερο εσωτερικό και αλληγορικό επίπεδο, όπως έχω αναφέρει στο παρελθόν, ίσως αποτελεί μια μέθοδο αυτοανακάλυψης και αυτογνωσίας, και μπορεί να ερμηνευθεί ως εξής: 

Ο Οδυσσέας θα μπορούσε να συμβολίζει τις πράξεις του ανθρώπου κατά τη διάρκεια του βίου του· συμβολίζει το συνειδητό μέρος του ανθρώπου, τις πράξεις, την κρίση και τις αποφάσεις που λαμβάνονται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής, ενώ η περιπλάνησή του αντικατοπτρίζει την αναζήτηση, την περιπέτεια και τη μάχη για την επίτευξη της ολοκλήρωσης και της αυτογνωσίας. 

Η Πηνελόπη θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως σύμβολο της ψυχής· εκπροσωπεί την καθαρότητα, την εσωτερική ομορφιά και την αυθεντική ουσία του ανθρώπου – τη ψυχή, καθώς ο εσωτερικός της χώρος, δηλαδή ο οίκος, μετατρέπεται σε σφαίρα όπου διαδραματίζονται οι πιο βαθιές ψυχικές διεργασίες. 

Οι μνηστήρες, από την πλευρά τους, θα μπορούσαν να συμβολίζουν τα ενστικτώδη στοιχεία και πάθη του ανθρώπου· υπό αυτήν την ερμηνεία, αντιπροσωπεύουν τις ακατέργαστες, ανεξέλεγκτες δυνάμεις μέσα στον άνθρωπο – τα ένστικτα, τα πάθη, τις φοβίες και τις αρνητικές τάσεις που επιδιώκουν να επηρεάσουν ή και να κατακλύσουν την ψυχή. 

Όπως οι μνηστήρες εισβάλλουν στο σπίτι της Πηνελόπης, έτσι και τα ακατέργαστα ένστικτα διεισδύουν στην ψυχική οργάνωση, προκαλώντας αναστάτωση και αταξία, ενώ οι φόβοι που δεν έχουν αναγνωριστεί ή επεξεργαστεί εμφανίζονται ως καταστροφικές δυνάμεις, απειλώντας να καταστρέψουν την εσωτερική αρμονία· όταν δεν ελέγχονται από τη λογική και την αυτοσυγκράτηση, μπορούν να λειτουργήσουν καταστροφικά, όπως οι μνηστήρες που προσπαθούν να κατακτήσουν το έδαφος της ψυχής. 

Η μάχη και η εξόντωση των μνηστήρων μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαδικασία αυτογνωσίας, διότι ο Οδυσσέας, μέσα από την επιστροφή του και την τελική μάχη, συμβολίζει την εσωτερική προσπάθεια του ανθρώπου να αντιμετωπίσει και να υπερνικήσει αυτά τα ενστικτώδη στοιχεία. Η πράξη της εξόντωσης δεν είναι μόνο φυσική αλλά και ψυχολογική, καθώς με την εξάλειψη των μνηστήρων επαναφέρει την τάξη στον οίκο της ψυχής, επιτρέποντας την αληθινή εσωτερική αρμονία και την αυτοεκπλήρωση. 

Αυτή η διαδικασία αποτελεί ένα απαραίτητο βήμα προς την αυτογνωσία, αφού απαιτεί την αναγνώριση και καταπολέμηση των σκοτεινών πλευρών της φύσης μας. Ακόμα και αν, σε μια πιο μαρκαρισμένη ανάγνωση, οι μνηστήρες «εξοντώνονται», μπορούμε να τους ερμηνεύσουμε και ως μια μεταφορική διαδικασία, μέσω της οποίας το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει τις αρνητικές του τάσεις και να τις ενσωματώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην κυριαρχούν στον εσωτερικό του κόσμο. 

Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία,  ο δρόμος προς την αυτογνωσία δεν είναι μόνο εξωτερικός αλλά και εσωτερικός· ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίσει τις σκοτεινές, ακανόνιστες δυνάμεις που κατοικούν μέσα του – τα ένστικτα, τα πάθη και τους φόβους – ώστε να ανακτήσει την ισορροπία και να ολοκληρώσει την ψυχική του εξέλιξη. Με άλλα λόγια, ο Οδυσσέας δεν επιστρέφει μόνο για να επαναφέρει μια εξωτερική τάξη, αλλά για να καθαρίσει και να επαναφέρει την εσωτερική πραγματικότητα της ψυχής (της Πηνελόπης), καταπολεμώντας τα στοιχεία που απειλούν την αληθινή του ταυτότητα.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

Φριτιλλάρια (Fritillaria graeca), ο μύθος.

 


Στην αρχαία Ελληνική μυθολογία, δεν υπάρχει σχετικός μύθος για την Φριτιλλάρια. Εμπνεόμενος, από το όμορφο φυτό και τις αντίστοιχες μυθολογικές ιστορίες του Οβίδιου στις «μεταμορφώσεις», συνέθεσα εγώ μια μικρή μυθολογική ιστορία, στα πρότυπα των προγόνων μας.

Η Φριτιλλάρια ήταν μια πανέμορφη ιέρεια του Απόλλωνος στην αρχαία Ελλάδα. Σύζυγος της ήταν ο Όνειρος, φημισμένος αθλητής της δισκοβολίας, με καταγωγή από την Λήμνο, όμορφος σαν το θεό που υπηρετούσε η Φριτιλλάρια τον Απόλλωνα, και ρωμαλαίος σαν το Ηρακλή.

Το όμορφο ζευγάρι ήθελε να αποκτήσει ένα αγόρι, το οποίο θα ξεπερνούσε κάθε άλλο στην ομορφιά και την ρώμη. Όταν η Φριτιλλάρια, βρέθηκε σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, θαύμαζε σκοπίμως καθημερινά το άγαλμα του θεού, ευχόμενη να της χαρίσει ο Απόλλων, ένα αγόρι τόσο όμορφο, όσο ο Θεός που θαύμαζε, αγαπούσε και υπηρετούσε.

Ο καιρός πέρασε και η Φριτιλλάρια, όντως γέννησε ένα πανέμορφο αγόρι, στον οποίο έδωσαν το όνομα Απολλόδωρος, εφόσον ήταν τον δώρο του Απόλλωνα σε αυτή και τον σύζυγο της, Όνειρο.

Ο Θεός Απόλλων προίκισε όντως τον γιο της με απίστευτη σωματική και πνευματική ομορφιά. Όταν ο Απολλόδωρος έφτασε στην εφηβεία, η φήμη του για την ομορφιά και την σωματική του ρώμη ξεπέρασε τα όρια της Λήμνου.

Η Φριτιλλάρια ένοιωθε τόσο περήφανη για τον Απολλόδωρο, που έφτασε στο σημείο να υπερηφανευτεί πως ο γιός της ξεπέρασε σε ομορφιά ακόμα και τον ίδιο τον Θεό Απόλλωνα.

Η αυθάδης και αλαζονική αυτή στάση της απέναντι στον Απόλλωνα, επέφερε την οργή του Θεού. Στην αρχαία Ελλάδα εξάλλου, η ύβρις επέφερε πάντα την Νέμεση. Ο θεός Απόλλωνας, εκτός από Θεός του Φωτός, της μουσικής των τεχνών και της θεραπείας, είχε και το προσωνύμιο «Απολλύων», ο καταστροφέας δηλαδή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα σκληρή τιμωρία του Απόλλωνος στον Μαρσύα ο οποίος γδάρθηκε ζωντανός, ως τιμωρία για την Ύβρι που διέπραξε να προκαλέσει θεό Απόλλωνα στην μουσική τέχνη. Η Φριτιλλάρια μέσα στην υπερηφάνεια της το παρέβλεψε αυτό.

Ο Απόλλων έστειλε με τα βέλη του ανίατη ασθένεια στον Απολλόδωρο. Ο νέος μαράζωσε, το κάλλος και το σφρίγος του χάθηκαν από το άλλοτε υπέροχο κορμί του.

Η Φριτιλλάρια κατάλαβε το λάθος της, ικέτευε τον Θεό για συγχώρεση, και τον παρακαλούσε να πάρει την δική της ζωή, αντί του μονάκριβου γιού της, αλλά ήταν πλέον αργά.

Η ύβρις είχε συντελεστεί, η Φριτιλλάρια είχε υπερβεί τη θνητή της φύση, θεωρώντας πως ο γιός της ένας θνητός, είχε εξομοιωθεί με τους θεούς. Ο Απολλόδωρος πέρασε τελικά τις πύλες του Άδη, με αποτέλεσμα η μητέρα του να αρνηθεί την ίδια της την ζωή.

Η Φριτιλλάρια σκυμμένη πάνω από το μνήμα του νεκρού της γιού, αργοπέθαινε βασανιστικά αρνούμενη να κοιμηθεί, να φάει και να πιεί οτιδήποτε. Ο θεός Απόλλωνας τελικά την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε στην ομώνυμη όμορφη μικρή τουλίπα που ανθοφορεί την άνοιξη, και γέρνει πάντα το άνθος της προς το έδαφος, μοιρολογώντας για τον χαμένο της γιό...

📷 Φριτιλλάρια η Ελληνική, με την πρωινή υγρασία. Την συναντάμε αυτή την εποχή. Ένα όμορφο ενδημικό και απειλούμενο βολβώδες φυτό (με άσχημο άρωμα), το οποίο συγγενεύει με τις τουλίπες. Το άνθος της στρέφεται προς τη γη, ενώ οι ανθήρες της είναι κιτρινωποί.


Φωτογραφία, μυθοπλασία, Χ.Β , «Μ.Μ».

Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

Οι μυθικές γοργόνες, από την αρχαιότητα έως σήμερα.


 

Στην αρχαία Ελληνική μυθολογία η γοργόνα έχει πολύ μακρινό παρελθόν. Ο Όμηρος (9ος - 8ος αι. π.Χ.) πρώτος κάνει λόγο για δύο Ωκεανίδες την Ευρυνόμη (Ιλιάδα, Σ 398-9)30 και την Πέρση/ Περσηίδα (Οδύσσεια, κ 439)31 .

Κατά τον Ησίοδο (8ος - 7ος αι. π.Χ) οι Ωκεανίδες, που συναντώνται και ως Ωκεανίνες ή Ωκεανίτιδες ή Ωγενίδες (Θεογονία, 340-370, 908) ήταν τρεις χιλιάδες, ωστόσο αναφέρει μόνο σαράντα μία, από τις οποίες η Ευρυνόμη ήταν η μητέρα των Χαρίτων από τον Δία και η Περσηίδα ήταν σύζυγος του Ήλιου και μητέρα του Αιήτη -βασιλιά της Κολχίδας-, του Πέρση, της Κίρκης και της Πασιφαής .

Οι Ωκεανίδες ήταν κόρες του τιτάνα Ωκεανού και της Τηθύος, θεωρούνταν ιδεατές ανθρωπόμορφες έννοιες των πηγών, που κατά το ήμισυ ήταν κοπέλες, εκείνων που τα ύδατά τους μεταφέρονταν από τους ποταμούς στην ανοικτή θάλασσα (αρχαίο Ωκεανό), και κατά το άλλο ήμισυ ψάρι, καταλήγοντας σε απλή εκβολή (ένα ουραίο πτερύγιο) ή σε δέλτα (διπλό ουραίο πτερύγιο).

Αλλά και οι Νηρηίδες, ήταν νύμφες που λατρεύονταν ως θεές της ήρεμης θάλασσας, και προσωποποιούσαν τις καταστάσεις και τα χαρακτηριστικά της θάλασσας. Ήταν κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας και εξ αυτής εγγονές του Ωκεανού. Ήταν γύρω στις πενήντα, ενώ έφταναν και τις εκατό, κατά άλλη άποψη.

Οι Νηρηίδες ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, στο παλάτι του πατέρα τους και περνούσαν τη μέρα τους κολυμπώντας και παίζοντας με δελφίνια, ή καθισμένες σε χρυσούς θρόνους ή βράχους τραγουδώντας και υφαίνοντας ή στεγνώνοντας τα πλούσια και μακριά μαλλιά τους.

 Δεν επέτρεπαν σε καμία θνητή να παραβάλλεται με αυτές στην ομορφιά. Είχαν τη δύναμη να ταράζουν τη θάλασσα αλλά και να την ηρεμούν. Γενικά ήταν πάντοτε περιχαρείς για την αθανασία τους, συνόδευαν τα άρματα των ενάλιων θεών και οι φωνές τους γοήτευαν και τα τραγούδια τους είχαν έλξη ακατανίκητη. Οι Νηρηίδες, ωστόσο, περιγράφονται με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και έχουν ανθρώπινα πόδια, που μπορούν να κολυμπούν.

Οι νεράιδες έχουν ταυτιστεί περισσότερο με τις Νηρηίδες εκ παραφθοράς, που βγήκαν στη στεριά με τα ίδια γνωρίσματα των θαλασσινών αδελφών τους . Άλλες θαλάσσιες θεότητες που ονομάζονται και γοργόνες είναι οι Φορκίδες και οι επτά Πλειάδες που μεταμορφώθηκαν στον αστερισμό της Πούλιας από τον Δία . Παρόλο που οι Ωκεανίδες, ως νύμφες των υδάτων είχαν ψαρίσια ουρά, το όνομα του είδους της γοργόνας το έδωσε μια διαφορετική μυθολογική οντότητα, η Γοργώ (ή Γοργών, -όνος).

Νύμφες της θάλασσας ήταν λοιπόν και οι γοργόνες, κόρες της Κητούς και του Φόρκυ. Αυτές ήταν η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έκοψε ο Περσεύς, καθώς  ήταν η μόνη θνητή από τις τρείς.

Ο μύθος της Μέδουσας εξελισσόταν μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια και φυσικά οι όποιες προσθήκες, αφαιρέσεις, μετατροπές συμβάδιζαν με τις επιταγές και την ιδεολογία του χρόνου και των τόπων. Έτσι, η Μέδουσα μετατράπηκε σε όμορφη κοπέλα  περήφανη και υπεροπτική, που τόλμησε να συγκρίνει την ομορφιά της με της Αθηνάς και να τη βρει ανώτερη. Και η Αθηνά άλλαξε τα μαλλιά της σε φίδια.

Σύμφωνα με την Ρωμαϊκή εκδοχή του μύθου από τον Οβίδιο, η Μέδουσα ήταν μία πανέμορφη ιέρεια της Αθηνάς που ο Ποσειδώνας τη βίασε μεταμορφωμένος σε άλογο, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι μεταμόρφωσε την Μέδουσα σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε.

Η Μέδουσα και ειδικά το κεφάλι της, που ονομάζονταν γοργόνειο, χρησιμοποιούνταν από πολύ παλιά ως προστασία και αποτροπαϊκό σύμβολο και γι' αυτό χρησιμοποιούνταν ως ακροκέραμο σε ναούς και σπίτια αλλά και ως διακόσμηση σε πανοπλίες, όπλα, ασπίδες, άρματα και διάφορα αντικείμενα.

Μέσα από τους μύθους και τις δοξασίες η μυθική γοργόνα επιβιώνει αιώνες τώρα στην Ελληνική συνείδηση ανάμεσα στο χάσμα δύο κόσμων του γήινου και του θαλάσσιου. Καθώς, η Ελλάδα είναι θαλάσσια χώρα, η πανάρχαια αλλά και διαχρονική αυτή οντότητα εμφανίζεται στην παράδοσή της με ποικίλους τρόπους που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα μορφών. Από εκείνη της τρομοκρατικής και αποτρόπαιης μορφής της αρχαιότητας στην διακοσμητική εικόνα του μεσαίωνα, και τέλος, στη συναισθηματική γυναίκα των νεότερων χρόνων,

Συν τω χρόνω η μορφή των γοργόνων λαμβάνει στην λαϊκή φαντασία  την μορφή νεαρής γυναίκας από την μέση και επάνω και ψαριού από την μέση και κάτω.  Στα νεότερα χρόνια, η σύγχρονη μυθοπλασία, εμφανίζει μία  γοργόνα να είναι αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με αυτό το μύθο ο Μ. Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί στην αδερφή του το νερό της αθανασίας, το οποίο είχε αποκτήσει αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε.

Η αδερφή του όμως το έχυσε πριν προλάβει ο αδερφός της να το χρησιμοποιήσει κι έτσι αυτός την καταράστηκε να γίνει ψάρι από την μέση και κάτω και να πλανιέται μέσα στις θάλασσες. Εκείνη όμως γνωρίζοντας το κακό που είχε κάνει στον αδερφό της δεν του κράτησε κακία και με αγωνία σταματά τα καράβια που θα βρεθούν στο δρόμο της και ρωτά τους ναυτικού «ζει ο Μ. Αλέξανδρος;». Κι αν πάρει τη σωστή απάντηση: 

- «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει», τότε ευχαριστημένη χάνεται στα βάθη της θάλασσας, ειδάλλως παίρνει μαζί της και το καράβι.

Ένας άλλος επίσης μεταγενέστερος μύθος, συνδέει με τον Οδυσσέα με μία γοργόνα. Σε κάποιο σημείο του ταξιδιού του, ο Οδυσσέας συνάντησε μια πανέμορφη γοργόνα, μια θαλάσσια νύμφη δηλαδή, της οποίας το σώμα είναι από την μέση και πάνω ανθρώπινο, και από την μέση και κάτω σώμα ψαριού.

Έχοντας ακούσει ότι το σπάνιο αυτό πλάσμα συγγενεύει με τις σειρήνες   και έτσι ο Οδυσσέας θέλησε να ακούσει για μια ακόμη φορά το ίδιο πανέμορφο τραγούδι που είχε ακούσει από τις σειρήνες, και το οποίο τραγουδούσε και η γοργόνα.

Ο Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους, είτε κατασπαράζονταν απ΄ αυτές, κι έτσι διέταξε σε όλο το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους ώστε να μην ακούν το τραγούδι των Σειρήνων, ενώ ό ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι ώστε όταν ακούσει το τραγούδι τους να μη παρασυρθεί στη γοητεία τους. 

Πριν τον Οδυσσέα μόνο οι Αργοναύτες είχαν καταφέρει να περάσουν από την περιοχή τους, όταν ο Χείρων είχε προειδοποιήσει τον Ιάσονα να πάρει μαζί του τον Ορφέα ο οποίος με το τραγούδι του ξεπέρασε σε ομορφιά τις σειρήνες και κατόρθωσαν τελικά να διαφύγουν χωρίς απώλειες.

Θέλοντας να ξανακούσει το θελκτικό τραγούδι των σειρήνων, επισκέφτηκε με τους συντρόφους του την σπηλιά της ακίνδυνης γοργόνας, σε ένα μικρό νησάκι στα ανοιχτά του Ιονίου πελάγους.

Εκεί μαγεύτηκε από το τραγούδι της, και θέλησε να την πάρει κοντά του στα ταξίδια του. Καθ' ότι όμως αυτή ήταν ψάρι από την μέση και κάτω, δεν μπορούσε να φύγει από την ασφάλεια της σπηλιάς της στην ακροθαλασσιά, εφόσον οι άνθρωποι θα την κυνηγούσαν και θα την σκότωναν. Έτσι, αφού ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος, ο μαγεμένος Οδυσσέας κρατούσε τους συντρόφους του στο νησί όλο και περισσότερες μέρες για να ακούει το πανέμορφο τραγούδι της.

Κάποια στιγμή αυτοί κουράστηκαν να περιμένουν και διαμαρτυρήθηκαν. Τότε η γοργόνα χάρισε στον Οδυσσέα ένα μαγικό κοχύλι, το οποίο μόλις το ακουμπούσε στο αυτί του μπορούσε να ακούσει το τραγούδι της. Και έτσι αυτός πείστηκε επιτέλους να αναχωρήσει από το νησί.

Κάποια μέρα όμως που βρισκόταν στο κατάστρωμα του καραβιού και είχε κολλήσει το κοχύλι στο αυτί του, φύσηξε δυνατός άνεμος και έγινε τρικυμία μεγάλη, με αποτέλεσμα το κοχύλι να του πέσει στην θάλασσα. Αυτός έκλαιγε μέρα - νύχτα, χωρίς να μπορεί κανείς να τον παρηγορήσει. Τότε η γοργόνα παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του έδωσε την λύση: του είπε πως θα μπορούσε να συνεχίσει να ακούει το ίδιο μαγευτικό τραγούδι από οποιοδήποτε άλλο κοχύλι.

Από τότε φημολογείται ότι αν κάποιος βάλει στο αυτί του ένα οποιοδήποτε απλό κοχύλι, μπορεί να ακούσει την ίδια μαγευτική μελωδία που άκουσε ο Οδυσσέας από την γοργόνα.

Το αρχέτυπο της γοργόνας το συναντάμε και σε ένα μικρό ξωκλήσι της Λέσβου την Σκάλα Συκαμινιάς, υπάρχει μία παράξενη και συνάμα μοναδική απεικόνιση της Παναγιάς ως Γοργόνας. Από την μέση και πάνω έχει την συνηθισμένη μορφή της Παναγιάς, ενώ από την μέση και κάτω έχει σώμα ψαριού, όπως και οι γνωστές από τους θρύλους και τις παραδόσεις γοργόνες. Στο ένα χέρι κρατάει ένα καΐκι, ενώ στο άλλο το σύμβολο του Ποσειδώνα, μία τρίαινα, ως προστάτιδα προφανώς των ναυτικών..

Ο Στράτης Μυριβήλης (1890-1969) εμπνέεται τη  προαναφερθείσα  τοιχογραφία Παναγία Γοργόνα, που υπήρχε στο εκκλησάκι και παρουσίαζε την Παναγία με ουρά γοργόνας, έργο άγνωστου λαϊκού ζωγράφου. Τη φήμη του, όμως, την οφείλει στο ομότιτλο έργο του Μυριβήλη. Το μυθιστόρημα «Η Παναγιά η Γοργόνα» που δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή το 1939 αρχικά με τον τίτλο «Η Παναγιά η Ψαροπούλα», παρουσιάζει τη ζωή ανθρώπων του νησιού και των Μικρασιατών προσφύγων που κατέφυγαν εκεί.

Ο  Μυριβήλης στο έργο αυτό προσπαθεί να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα περισσότερο ποιητική και εξωπραγματική. Αυτή την άποψη υποστηρίζει στη μελέτη της και η Ana Chikovani ότι «ο πολιτισμένος άνθρωπος διατηρεί, αν και ασυνείδητα, εκείνες τις αρχαϊκές ή πρωτογονικές περιοχές της γνώσης που είχε περιχαρακώσει με τρόπο έμμεσο μέσα στη λαογραφία».

Η ίδια υποστηρίζει ότι στο λογοτεχνικό έργο του 20ού αιώνα προχριστιανικές δοξασίες συνενώνονται με την ελληνική θρησκεία και το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό . Η ψαρογυναίκα αναμείχθηκε και με ένα ιερό πρόσωπο της Χριστιανικής πίστης, την Παναγία ως σύμβολο ευσέβειας για τους χριστιανούς και φόβου για τους αντικείμενους εχθρούς.

Με μια άλλη ανάγνωση του μυθιστορήματος, η Παναγία πάνω στους βράχους σαν γοργόνα είναι εκείνη που σώζει τους κατατρεγμένους πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής και με την τρίαινα τους προστατεύει από όλους τους εχθρούς.

Ο Μυριβήλης έτσι περιγράφει την εικόνα:

«Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ’ όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ’ όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας.

Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης […].Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του.

Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. Όμως απ’ την μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι απ’’ τη μια, κι απ’ την άλλη ένα τρικράνι, σαν κι αυτό που κρατά ο αρχαίος θεός της θάλασσας ο Ποσειδώνας».

Ο Παναγιώτης Μαστροδημήτρης προσλαμβάνει διαφορετικά την εικόνα τονίζοντας ότι:

 «η Παναγιά η Γοργόνα είναι το κεντρικό σύμβολο της σύνθεσης των διαφορετικών εμπειριών και δυνάμεων που προέκυψαν μέσα από αυτόν τον πολιτισμό, έτσι όπως την ζωγραφίζει ο Καπτά Λιάς, στον τοίχο της εκκλησίας».

Μια από τις ηγεμονικές γυναικείες θεότητες των κυμάτων που βρίσκονται στους αρχαίους μύθους του Αιγαίου συγχωνευμένη στην χριστιανική πίστη, όπου οι νησιώτες εξέφραζαν τις ευχές και τις δεήσεις για καλό ταξίδι των ναυτικών του τόπου. Όσον αφορά την έμπνευση του αγιογράφου, ο Μυριβήλης, εμπλέκει την αρχαία Eλληνική εκδοχή γέννησης της Αθηνάς, από το κεφάλι του πατέρα της Δία.

Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Και κανείς δεν στοχάστηκε πως εκείνη τη μέρα μέσα από το κεφάλι του γεροκοσμοκαλόγερου (του ζωγράφου), όπως μέσα από το κεφάλι του Δία, πήδηξε και στυλώθηκε πάνω στο μοναδικό θαλλασόβραχο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού μια καινούρια Ελληνική θεότητα, που έδεσε με τον πιο θαυμαστό τρόπο όλες τις εποχές και όλο το νόημα της φυλής. Μιας φυλής που ζει και αγωνίζεται με τα στοιχειά και με τις φουρτούνες του κόσμου, η μισή στη στεριά κι η μισή στη θάλασσα, με το ινί και με την καρίνα, πάντοτε κάτω από μια θεότητα πολεμική, θηλυκιά και παρθένα»..!

Στοιχεία αντλήθηκαν από την Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Κωνσταντίας Γιουβανούδη «Η γοργόνα στην Παιδική Λογοτεχνία: Από τη λαϊκή παράδοση και τη μυθολογία στο σύγχρονο παραμύθι». Παν. Ιωαννίνων. 

 

Κυριακή 6 Αυγούστου 2023

Ηρακλής και Κέρβερος. Η μύηση του Ηρακλή και η κάθοδος στον Άδη.


Ο  Ηρακλής αποδείχθηκε πιο ικανός από όσο θα περίμενε ο βασιλιάς της Τίρυνθας Ευρυσθέας. Κατάφερε έντεκα ήδη άθλους, οι οποίοι φάνταζαν αδύνατοι, ίσως τελικά η θέα Ήρα, να μην ήταν τόσο ισχυρή, ή ο Δίας και η «αμήτωρ» κόρη του Αθηνά, υπερκέρασαν με την βοήθεια τους στον Ηρακλή το μένος της Ήρας..

Σε κάθε περίπτωση, ο Ευρυσθέας, μετά από πολύ σκέψη επινόησε μία τελευταία αποστολή για τον Ηρακλή. Έναν  σημειολογικό άθλο, μία αποστολή που ήταν αδύνατο να στεφθεί με επιτυχία, καθώς  σηματοδοτούσε τον αντίθετο πόλο της ζωής, τον θάνατο, την κάθοδο δηλαδή στο βασίλειο του Άδη.  

Η κάθοδος στον Άδη σηματοδοτούσε ένα δρόμο δίχως επιστροφή. Εδώ η ισχύς και ο λόγος του Διός δεν είχε καμιά σημασία, το βασίλειο του Άδη, ήταν το αντίθετο όριο της ζωής, ρυθμισμένο από τότε που η βασιλεία του κόσμου μοιράστηκε στους τρείς γιούς του έκπτωτου Κρόνου, του Δία, του Ποσειδώνα, και του Άδη.

Και εάν τα δύο πρώτα βασίλεια των Αιθέρων, της Γης, και των υδάτων τα οποία ρύθμιζαν ο Δίας, και ο Ποσειδώνας ήταν αλληλοεξαρτώμενα ως πηγές και συντηρητές της ζωής, το τρίτο το βασίλειο του Άδη, ήταν το χθόνιο βασίλειο του θανάτου, της σήψης, και της εκμηδένισης, και της ανακύκλωσης της ζωής, ήταν αυτόνομα και αυτθύπαρκτο. Αυτή η τελευταία ιδιότητα της ανακλώσης, και του κρυμμένου φυτικού πλούτου έδωσε στον Άδη και το προσωνύμιο Πλούτωνας.

Ο τελευταίος και δωδέκατος άθλος λοιπόν θα ήταν η κάθοδος στον Άδη, και η απαγωγή του τρομερού Κέρβερου. Κανείς δεν είχε κατέβει έως τώρα στον Άδη και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Ο Κέρβερος ο τρικέφαλος φύλακας, σκύλος του Άδη, έστεκε άχρονος φρουρός των πυλών του κάτω κόσμου. Τα τρία του κεφάλια συμβόλιζαν ακριβώς το τέλος του χρόνου για την έμβιο ζωή.

Εδώ το παρελθόν, και το μέλλον  απλά δεν υπήρχαν κυριαρχούσε μόνο το σκιώδες και γκρίζο παρόν, ένα παρόν δίχως πριν και μετά, αιώνιο και αμετάκλητο. Όταν κάποιος νεκρός έφτανε στον Άδη, ο Κέρβερος κουνούσε την ουρά του χαιρετώντας τον, εάν όμως κάποιος από αυτούς που είχαν διαβεί περάσει την Πύλη τολμούσε να επιχειρήσει να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών, τον κατασπάραζε.  

Εδώ τα πάντα λειτουργούν αντίστροφα. Στον πάνω κόσμο ότι μπαίνει βγαίνει,  εδώ δεν ίσχυε αυτό. Και όχι μόνο αυτό, συνήθως στον πάνω κόσμο, πιο δύσκολα μπαίνεις κάπου, και εύκολα βγαίνεις, εδώ γινόταν τον αντίστροφο, εύκολα μπαίνεις ποτέ δεν βγαίνεις. Αυτός ήταν ο νόμος των Θεών και δεν μπορούσε να αλλάξει διότι θα διασαλευόταν η κοσμική τάξη.

-        Καλά τα κατάφερες Ηρακλή, αναπάντεχα καλά πρέπει να το αναγνωρίσω, του είπε χαιρέκακα ο Ευρυσθέας. Υπάρχει λοιπόν μία τελευταία αποστολή για εσένα, αν την φέρεις και αυτή εις πέρας  είσαι ελεύθερος από εμένα.

-        Δεν ικανοποιήθηκες ακόμα Ευρυσθέα, τι άλλο σκαρφίστηκες πάλι;, τον ρώτησε γεμάτος οργή, ο Ηρακλής. Θα ήθελε να τον συντρίψει στα χέρια του, αλλά έπρεπε να καθαρθεί από τα λάθη και τα πάθη του έπρεπε να υπομείνει και τον τελευταίο αυτό άθλο. Αυτή ήταν η επιταγή των Θεών.

-        Τον έφαγες τον γάιδαρο, Ηρακλή, στην ουρά θα κολλήσεις του είπε χαμογελώντας χαιρέκακα ο Ευρυσθέας. Θέλω να μου φέρεις αλυσοδεμένο τον σκύλο φύλακα του Άδη τον Κέρβερο.

-        Τι μου ζητάς Ευρυσθέα είπε ο χλωμός πλέον Ηρακλής; Αυτό είναι αδύνατο, κανείς δεν μπορεί να περάσει τα σύνορα του Άδη, χωρίς να μείνει για πάντα εγκλωβισμένος εκεί, δεν μπορεί να μου ζητάς κάτι τέτοιο, να μπω στο κρύο βασίλειο των νεκρών να πάρω τον Κέρβερο και να στον φέρω εδώ, κανείς δεν το έχει κάνει έως τώρα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνει στο μέλλον.

-        Είσαι γιός του παντοδύναμου Διός Ηρακλή, αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία και δεν αλλάζει. Θα την βρεις την λύση, πάντα την βρίσκεις…

Ο Ηρακλής έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Τι και εάν ήταν γιός του Διός, στο βασίλειο του Άδη ο πατέρας του δεν είχε καμιά αρμοδιότητα και ισχύ.  Χρειαζόταν μία άλλη βοήθεια, μία βοήθεια, εκ των έσω. Δεν χρειαζόταν να το σκεφθεί και πολύ. Η μόνη δυνατή βοήθεια θα ερχόταν από την βασίλισσα του κάτω κόσμου την Περσεφόνη, και την μητέρα της Δήμητρα.

Ακόμα και ο ισχυρότερος άντρας χρειάζεται την αρωγή και το μυαλό μιας γυναίκας. Αν έχεις στο πλάι σου δύο, ακόμα καλύτερα, άτρωτος.

Και οι δύο ήταν χολωμένες με τον Άδη λόγω της απαγωγής της κόρης Περσεφόνης, συνεπώς ίσως τον βοηθούσαν, κινώντας κάποια νήματα που θα τον βοηθούσαν στο δύσκολο αυτό εγχείρημα.

Για να λάβει την βοήθεια της Δήμητρας της κόρης, έπρεπε όμως να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, γι' αυτό και αποφάσισε να επισκεφτεί την Αθήνα, και την Ελευσίνα . Υπήρχε όμως δύο σημαντικό προβλήματα για τη μύηση του. Πρώτον τα Μυστήρια δεν ήταν ανοιχτά σε όσους είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και ο Ηρακλής είχε κυριολεκτικά λουστεί στο αίμα, και δεύτερον, υπήρχε και το πρόβλημα της υπηκοότητάς του καθώς  μόνο Αθηναίοι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Η λύση και στα δύο προβλήματα δόθηκε από τις ίδια την Δήμητρα. Μετά από παρέμβαση της, ο Αθηναίος Πύλιος υιοθέτησε τον Ηρακλή και τον έκανε πολίτη των Αθηνών, και στην συνέχεια η Δήμητρα ίδρυσε τα Μικρά Μυστήρια ως χάρη στον Ηρακλή ώστε να καθαρθεί και καθαγιαστεί από τις πρότερες μιαρές πράξεις και το αίμα.

Εφόσον, λύθηκε και αυτό το πρόβλημα, ο Ηρακλής,  ξεκίνησε

για το ταξίδι χωρίς επιστροφή,  στην δική του περίπτωση,  ήλπιζε να υπάρξει επιστροφή. μπήκε από την είσοδο που ήταν στο ακρωτήριο Ταίναρο, στη Λακωνική. Στο ακρωτήρι βρισκόταν ένας ναός του Ποσειδώνα και κάτω από αυτόν μια σπηλιά. Σ’ αυτή τη σπηλιά κατέβηκε ο Ηρακλής, και έφτασε στη θάλασσα κάτω από τη γη.

Στην παραλία τον περίμενε ο Χάρος, ο οποίος με το μικρό του πλοιάριο περνούσε τις Ψυχές αντίπερα στο βασίλειο των νεκρών. Όταν είδε τον Ηρακλή και άκουσε πως θέλει να τον πάει απέναντι, αρνήθηκε. Που ακούστηκε να κατεβαίνουν βόλτα οι ζωντανοί στο  Άδη. Που να ήξερε ο Χάρος και την πραγματική αποστολή του Ηρακλή; Θα έχανε την δουλειά του. Εξάλλου ως γνωστόν κάθε νεκρός έπρεπε να δώσει ένα οβολό στον Χάρο ως αντίτιμο για την βαρκάδα στην χώρα του τίποτα, στο βασίλειο του Άδη. Αυτοί ήταν οι κανόνες.

Ο Ηρακλής χαμογέλασε, σήκωσε το ρόπαλο του ακουμπώντας το στον ώμο  και κοίταξε απειλητικά, τον Χάροντα. Η ρώμη και ο οξύθυμος χαρακτήρας του Ηρακλή ήταν γνωστός ακόμα και στον κάτω κόσμο, δεν ήταν να παίζεις με αυτό τον τύπο, καλύτερα να άφηνε τον Αδη να επωμιστεί το πρόβλημα, αυτός ένας βαρκάρης ήταν, καταδικασμένος και αυτός να κάνει αιώνια την  ίδια διαδρομή, δεν άξιζε να χάσει την ησυχία του, για ένα οβολό.

-        Πολύ καλά Ηρακλή, θα σε περάσω απέναντι αν αυτή είναι η βούληση των θεών,  αν και αυτό είναι ανήκουστο, του είπε αναγκαστικά και με φόβο ο Χάρος.

Όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Άδη, τον είδαν οι ψυχές των νεκρών και σκόρπισαν τρομαγμένες. Εκεί στον κάτω κόσμο ο Ηρακλής είδε και την σκιά του Θησέα, σκιά πραγματική του εν ζωή εαυτού του. Μετά από αναζήτηση στον σκοτεινό και  κρύο κόσμο των νεκρών ψυχών, έφτασε στον θρόνο του Άδη.

-        Καλώς τον Ηρακλή, σπάνια έχουμε την τιμή να έχουμε τόσο διάσημους καλεσμένους στον κάτω κόσμο του είπε χαμογελώντας ο Άδης. Πόσο μάλλον κάποιον που βρίσκεται εν ζωή και κατέβηκε σε εμάς εθελοντικά. Υπάρχει ένα πρόβλημα όμως όπως ξέρεις, ότι κατεβαίνει εδώ δεν ξανα ανεβαίνει στον επάνω κόσμο. Συνεπώς τι δουλειά έχεις εδώ τρανέ γιέ του Διός; Και τι μπορώ να κάνω για εσένα;

-        Δεν είναι δική μου επιλογή, ούτε έχω σκοπό να διαταράξω την κοσμική τάξη βασιλιά του κάτω κόσμου. Πιόνι και εγώ στις επιταγές των Θεών και της ανάγκης είμαι, για αυτό και μπροστά σου σήμερα βρίσκομαι. Χρειάζεται με βασιλική και Θεϊκή εντολή τον Κέρβερο πάνω στη γη να δει για λίγο ο Ευρυσθέας.

Ο Άδης είχε λάβει ραβασάκι τόσο από την Ήρα όσο και από την Αθηνά και τον Ερμή, πως θα έπρεπε κάνει μία εξαίρεση στην περίπτωση του Ηρακλή. Φοβόταν όμως μην η εξαίρεση γίνει κανόνας. Δεν ήθελε όμως και από την άλλη να εναντιωθεί στην θέληση τόσων θεών. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την χάρη στο μέλλον. Με την Περσεφόνη εξάλλου  είχε συνεχώς προβλήματα, το να κάνεις Θεϊκές συμμαχίες, σίγουρα θα τον ωφελούσε κάποια στιγμή στο μέλλον.  

-        Εντάξει Ηρακλή, του είπε ο Άδης, αν καταφέρεις να πιάσεις τον Κέρβερο με τα γυμνά σου χέρια, χωρίς να χρησιμοποιήσεις το ρόπαλο σου, μπορείς να τον πάρεις για λίγο στον πάνω κόσμο, αν και καθόλου δεν θα χαρεί για αυτό.

Ο Ηρακλής δέχτηκε και πήγε να συναντήσει τον Κέρβερο. Για να μην παραβεί τον όρο που του έβαλε ο Άδης, άφησε ρόπαλο του, έχοντας μόνο τη λεοντή του για ασπίδα, ενώ στα χέρια του πήρε μόνο μερικές μυτερές πέτρες.

Όταν τελικά βρήκε τον Κέρβερο στην πύλη του Αχέροντα, χρησιμοποίησε, όπως και στο λιοντάρι της Νεμέας, τα γυμνά του χέρια. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω στα σκυλίσια κεφάλια του και τον έπνιγε, ενώ ο Κέρβερος κατάφερνε φοβερές δαγκωματιές στον Ηρακλή. Παρόλα τα δαγκώματα του τρομερού θηρίου, στο τέλος ο Ηρακλής κατέβαλε τον Κέρβερο, τον έκανε κουτάβι, χώνοντας την φιδίσια ουρά του στα σκέλια, δηλώνοντας υποταγή. Αφού έτσι τον κατέβαλε ο Ηρακλής, τον έδεσε γερά και έφυγε για τον πάνω κόσμο.

Ο Άδης μην περιμένοντας αυτή την εξέλιξη, αθετώντας την υπόσχεση του, δεν άφηνε τον Ηρακλή να φύγει, κάνοντας αόρατες όλες τις πύλες εξόδου.  Τότε ο Ηρακλής, στην απόγνωση του, πλήγωσε τον Άδη με ένα τόξο. Αυτός πληγωμένος και συνυπολογίζοντας τι διακυβεύεται, του έδωσε την άδεια να φύγει.

Η Θεά Αθηνά τον βοήθησε να περάσει το ποτάμι της Στυγός, και έτσι έφτασε στην έξοδο του Κάτω Κόσμου, που βρισκόταν στην Τροιζήνα, από όπου και ανέβηκε πάλι στη γη. Όταν ο Ηρακλής με το τρόπαιο του τον φοβερό Κέρβερο, βγήκαν στη γη, ο Κέρβερος, που δεν ήταν συνηθισμένος στο φως του ήλιου, θαμπώθηκε τόσο πολύ από τη λάμψη του που έβγαλε από το στόμα του χολή.

Όταν τέλος έφτασαν στις Μυκήνες και ο Ηρακλής έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, αυτός από τον τρόμο του κρύφτηκε πάλι στο χάλκινο πιθάρι του. Αφού λοιπόν ο Ηρακλής παρουσίασε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, εκτελώντας τον τελευταίο άθλο, τον γύρισε πάλι πίσω στον Άδη, ώστε να μην διαταραχτεί η κοσμική τάξη και αρμονία.

Δοκίμιο, Χλέτσος Βασίλης