Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

"Εν το πάν". Η φύση ως «ΟΛΟΝ»

 

Στην αυγή  του 21ου αιώνα , θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως   είμαστε κάτοχοι του μεγαλύτερου γνωστικού κεφαλαίου που είχε ποτέ συγκεντρωθεί στην ανθρώπινη ιστορία. 

Ενώ όμως η επιστήμη μας απάλλαξε από τα σκοτάδια της αμάθειας και της δεισιδαιμονίας,  η  τεχνολογία χρησιμοποιείται για μια πολυτελή και άπληστη ζωή, την στιγμή που καταναλώνονται τεράστιοι φυσικοί πόροι εξαντλώντας την γη, δημιουργώντας συσσωρευτικά,  μεγαλύτερα προβλήματα από όσα οφέλη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ενώ τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού  είναι αξιοθαύμαστα,  το μοντέλο ανάπτυξης που έχει ακολουθηθεί, προκάλεσε πλήθος οικονομικών, κοινωνικών και περιβαντολογικών προβλημάτων. 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η  παραγωγή  καλείται  να  ικανοποιήσει  τεχνητές  ανάγκες και όχι  ζωτικές, οι  οποίες  απαιτούν  όλο  και  περισσότερη  κατανάλωση, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. 

Έτσι βιώνουμε την κορύφωση  του προμηθεϊκού ανθρώπου, όπου εκδηλώνονται  όλες οι αντιφάσεις που κλείνει μέσα του, το υφιστάμενο κοινωνικό, πολιτισμικό,  και επιστημονικό  μοντέλο, το οποίο έχει φέρει σε αδιέξοδο τόσο τον άνθρωπο όσο και το φυσικό περιβάλλον,  απαιτώντας άμεσες και καινοτόμες δράσεις.


Σε συλλογικό επίπεδο είναι αναγκαίο να υπάρξει εγρήγορση, και μία νέα αντίληψη του ανθρώπινου προορισμού,  και των πραγματικών αναγκών του, που δεν θα βασίζεται στις πλασματικές επιθυμίες του ανθρώπου,  για  υπερ κατανάλωση, για κυριαρχία, για δύναμη.

Περαιτέρω η  οικονομία ο βασικότερος ίσως παράγοντας στήριξης της ανθρώπινης προόδου,  θα πρέπει να πάψει να είναι πλέον  ένας «αυτόνομος» μηχανισμός,  και να  ενταχθεί  στην υπηρεσία της κοινωνίας, και στις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες, και του φυσικού περιβάλλοντος.

Κάθε βέβαια αλλαγή κυοφορεί συγκρούσεις και διαμάχες. Η ακμή του 21ου αιώνα, όπως φαίνεται  θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας μεταβατικής περιόδου που θα κυριαρχήσει η ανάγκη μίας νέας αντίληψης του ανθρώπου, τόσο με τον ίδιο του τον εαυτό, όσο και με την σχέση του με τον φυσικό κόσμο στο σύνολο του.

.
Το πρόβλημα σε όλες τις εκφάνσεις του είναι συστημικό, και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η  σύγχρονη επιστήμη και πιο συγκεκριμένα η κβαντική φυσική συναντώντας αρχαίες πεποιθήσεις μας δείχνει το δρόμο. Το « κλειδί»,  είναι η  αναγνώριση της αλληλεπίδρασης του  αλληλοσυνδεόμενου  φυσικού κόσμου στο σύνολό του. «Στο οργανικό όλο, σφαιρικό και μερικό, μέρος και όλο, ενέχονται αμοιβαία και διαπλέκονται»., αναφέρει χαρακτηριστικά η Dr. Mae -Wan  Ηο, θυμίζοντας το «εν το παν και δι΄ αυτού το παν και εις αυτό το παν», του Παρμενίδη . 


Στην κβαντική θεωρία, στο σύμπαν  υπάρχουν στοιχειώδη σωματίδια που διαρκώς κινούνται,  αλληλοδιαπερνώνται, αλλάζουν και εξελίσσονται ως οργανισμοί.  Κάτι που φαίνεται πως συμβαίνει σε όλες τις κοσμικές κλίμακες, όχι μόνο στοιχειώδη σωματίδια , αλλά  ηλιακά συστήματα,  γαλαξίες, κ.λπ. Το σημαντικό στην έρευνα δεν είναι ότι σου αποκαλύπτει καινούργιους κόσμους, αλλά ότι σε κάνει ικανό  να βλέπεις τον κόσμο με άλλα μάτια.

Μία τέτοια άποψη είναι φορέας μίας τόσο βαθιάς αλλαγής, για τον κόσμο που βλέπουμε τον κόσμο, ώστε ο Alphred North Whitehead παρατηρεί πως  δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την φύση, παρά μόνο αν την δούμε σαν οργανισμό που συμμετέχει απόλυτα στη διαδικασία του «γνωρίζειν». Ο γνώστης και το αντικείμενο της γνώσης του είναι ένα, εφόσον το πως γνωρίζουμε καθορίζει αυτό που γνωρίζουμε. Αν γνωρίσουμε μηχανικά, αν γνωρίσουμε βίαια, τότε η γνώση μας θα είναι μηχανική και βίαιη. Η πράξη του «γνωρίζειν» μεταμορφώνει και τους δύο, και τον γνώστη, και το αντικείμενο της γνώσης του. 

Για αυτό πρέπει πάντα να «γνωρίζουμε»,  με ευαισθησία και συμπόνια. 

Προεκτείνοντας την αμοιβαία εξάρτηση του μέρους και του όλου, του  οργανισμού στις κοινωνίες, τα οικοσυστήματα και σε τελευταία ανάλυση σ’ όλη η φύση, ανακαλύπτουμε τις βαθιές ολιστικές παραδόσεις που υπήρχαν στην κουλτούρα των ιθαγενών σε  όλο τον κόσμο. Αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι ο καθένας από μας είναι η ενσωμάτωση όλων όσων υπάρχουν, και ότι δεν μπορούμε να βλάψουμε κανέναν άλλον χωρίς να βλάψουμε τους εαυτούς μας. Εδώ βρίσκετε η συνειδητή θέληση για το Καλό. 


Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η  αναγνώριση της αλληλεπίδρασης του φυσικού κόσμου στο σύνολό του, η συνειδητοποίηση των αποτελεσμάτων της αλόγιστης και καταστροφικής δραστηριότητας του ανθρώπου,  στο  οικοσύστημα, και  εν τέλη η άρση της ανθρώπινης αλαζονείας,  θα πρέπει να αποτελέσουν  τα βασικά  συνθετικά στοιχεία του συνειδητοποιημένου  πολίτη της κοινωνίας του  21ου αιώνα. Οι πρόγονοι μας  πρωταγωνίστησαν στο παρελθόν στη θέσπιση των άυλων αξιών, εμείς συνεπώς σήμερα έχουμε την ιερή  υποχρέωση  να πρωτοστατήσουμε σε αυτή την αλλαγή συνείδησης για μία άλλη  στάση ζωής.

Θα πρέπει λοιπόν να δούμε την φύση ως «ΟΛΟΝ». Και επειδή η Φύση «ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΝ» ,  η θέληση για το καλό, θα πρέπει να αποτελέσει ένα  οικουμενικό ιδεώδες, για όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Η  ανάγκη των σύγχρονων κοινωνιών συνεπώς,  θα πρέπει  να είναι η αναγνώριση αξιών,  που θα  προϋποθέτει τον σεβασμό για όλες τις μορφές της ζωής, και το δικαίωμα για μια ζωή αξιοπρεπή, με τοποθέτηση του κοινού καλού πάνω και πέρα από το ατομικό συμφέρον.

Απόσπασμα από το βιβλίο μου " Άνθρωπος και Γαία", εκδόσεις Γεωργιάδης, 2007.


Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Αποσυμβολισμός των Αθλων του Θησεά



O ΘΗΣΕΑΣ

O Θησέας κατέχει περίοπτη θέση στους Ήρωες των Ιώνων, καθώς πραγματοποίησε πολλούς άθλους, πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, πολέμησε με τον Ηρακλή εναντίον των Αμαζόνων, αλλά και ένωσε τις πόλεις της Αττικής σε μία, δίνοντας τους το όνομα «αι Αθήναι», προς τιμήν της Θεάς Αθηνάς. (Η οποία είχε κερδίσει τον Ποσειδώνα στον αγώνα για την πόλη στα χρόνια του Κέκροπα). 


Πατέρας του Θησέα ήταν ο Αιγέας, και μητέρα του η Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας. Παρόλο που είχε παντρευτεί ήδη δύο φορές ο Αιγέας δεν μπορούσε να αποκτήσει διάδοχο, για αυτό τον λόγο ζήτησε χρησμό από το Μαντείο των Δελφών. 

Το Μαντείο του έδωσε τον ακόλουθο χρησμό: «Μην ανοίξεις το ασκί του κρασιού σου πριν φτάσεις στην Αθήνα». 

Ο Αιγέας μη κατανοώντας τον χρησμό, επισκέφθηκε τον φημισμένο για την σοφία του βασιλιά της Τροιζηνίας Πιτθέα, με σκοπό να ζητήσει τη συμβουλή του. O Πιτθέας κατάλαβε πως ο Αιγέας θα αποκτούσε σύντομα ένα γιο, και πως θέλημα των θεών ήταν το παιδί αυτό να γεννηθεί στην Αθήνα, έτσι ώστε να υπάρξει συνεχεία στη γενιά του βασιλιά. Υποκρίθηκε όμως πως δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τον χρησμό.

Ο Πιτθέας που είχε μία κόρη σε ηλικία γάμου την Αίθρα, και θέλοντας να επωφεληθεί της περιστάσεως διοργάνωσε γιορτή προς τιμήν του Αιγέα. Το κρασί έρεε άφθονο, και στο τέλος ο Αιγέας μεθυσμένος πέρασε τη νύχτα με την Αίθρα. Το επόμενο πρωί καταλαβαίνοντας τι είχε γίνει, ο Αιγαίας είπε στην Αίθρα πως εάν αποκτούσε παιδί από την συνεύρεση του μαζί της το προηγούμενο βράδυ, θα έπρεπε να μην το μάθει κανείς. Και αυτό διότι οι Παλλαντίδες οι 50 γιοι του αδελφού του Πάλλαντα, διεκδικούσαν το θρόνο του.

Φεύγοντας όμως άφησε πίσω το ξίφος του και ένα ζευγάρι σανδάλια κάτω από ένα βράχο, και είπε στην Αίθρα πως αν το παιδί ήταν αγόρι, όταν θα γινόταν έφηβος, θα έπρεπε να σηκώσει τον βράχο και αφού έπαιρνε το ξίφος και τα σανδάλια, θα έπρεπε να πάει να τον βρει στην Αθήνα.

Όντως η Αίθρα έκανε ένα αγόρι τον Θησέα, ο οποίος μεγάλωσε στην Τροιζήνα.
Πριν ακόμα γίνει 7 ετών, επισκέφθηκε την Τροιζήνα ο Ηρακλής. Ο Θησέας έπαιζε με άλλα παιδιά όταν είδαν τον Ηρακλή ο οποίος φόραγε την τρομερή του λεοντή. Και ενώ όλα τα παιδιά φοβήθηκαν και κρύφτηκαν, ο Θησέας νομίζοντας πως η λεοντή ήταν πραγματικό λιοντάρι, άρπαξε ένα τσεκούρι και όρμησε να το σκοτώσει ξαφνιάζοντας τον Ηρακλή.!!! 

Όταν ο Θησέας έγινε 16 χρονών η Αίθρα τον οδήγησε στο σημείο που είχε αφήσει ο πατέρας του Αιγαίας το ξίφος και τα σαντάλια του. Ο Θησέας σήκωσε με ευκολία την μεγάλη πέτρα, και αποφάσισε να πάει στην Αθήνα για να βρει τον πατέρα του Αιγέα. Ο Παππούς του Πιτθέας και η μητέρα του Αίθρα, τον παρακαλούσαν να ταξιδέψει με πλοίο, διότι ο δρόμος ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος και γεμάτος ληστές. Ο Θησέας όμως ήθελε να νικήσει τους ληστές και γίνει ήρωας σαν τον Ηρακλή, που τόσο θαύμαζε.

ΟΙ ΑΘΛΟΙ


1.Στον δρόμο του για την Αθήνα η πρώτη δοκιμασία που έπρεπε να φέρει εις πέρας ήταν αντιμετώπιση του ληστή Περιφήτη (ο περιώνυμος), ο οποίος ήταν γιος του Ήφαιστου, και δρούσε στο βουνό Αραχναίο, κοντά στην Επίδαυρο. Εκεί έστηνε καρτέρι στους περαστικούς και τους σκότωνε με ένα μεγάλο μεταλλικό ρόπαλο, γι’ αυτό ονομαζόταν και Κορυνήτης (από την «κορύνη», που στα Αρχαία Ελληνικά σήμαινε «ρόπαλο»). Αφού ο Θησέας σκότωσε τον Περιφήτη, πήρε μαζί του την κορύνη.

2. Όταν ο Θησέας έφθασε στις Κεγχρεές κοντά στον Ισθμό, συνάντησε τον γιο του Ποσειδώνα, Σίνι τον Πιτυοκάμπτη. Ο Σίνις σκότωνε τους περαστικούς δένοντας τους σε λυγισμένες κορυφές πεύκων τις οποίες ξαφνικά άφηνε ελεύθερες, σχίζοντας έτσι τα θύματα του στα δύο. Ο Σίνις μετά από σύντομη μάχη με τον Θησέα, νικήθηκε και τιμωρήθηκε από τον Θησέα με τον ίδιο τρόπο που τιμωρούσε τα θύματα του.

3. Περνώντας την Κόρινθο, έφτασε στον Κρομμύωνα. Εκεί σκότωσε την άγρια γουρούνα Φαία (σκοτεινή) κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας και μητέρα του Καλυδώνιου και του Ερυμάνθιου κάπρου, η οποία έκανε προκαλούσε καταστροφές στην περιοχή.

4. Στην συνέχεια στις Σκιρωνίδες Πέτρες (σημερινή Κακιά Σκάλα), συνάντησε τον Σκίρωνα γιο του Κορίνθου και εγγονό του Πέλοπα, σε ένα σημείο όπου ο δρόμος κατέληγε σε ένα στενό μονοπάτι, το οποίο χώραγε ένα μόνο ένα ταξιδιώτη. Εκεί ο Σκίρωνας υποχρέωνε τους περαστικούς να σκύψουν να του πλύνουν τα πόδια. Τότε τους κλώτσαγε και έπεφταν στον γκρεμό, όπου βρισκόταν μια τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, που τους καταβρόχθιζε. Ο Θησέας πλήρωσε το Σκίρωνα με το ίδιο νόμισμα, ενώ αργότερα κατέβηκε στην παραλία και σκότωσε τη χελώνα, κάνοντας το καβούκι της ασπίδα.

5. Στην Ελευσίνα ο Θησέας νίκησε τον γιο του Ποσειδώνα Πυγμάχο Κερκύονα, ο οποίος προκαλούσε τους διαβάτες σε μάχη μέχρι θανάτου. Ο Θησέας τον σήκωσε ψηλά και τον προσεδάφισε με τόση δύναμη, που σκοτώθηκε. 

6.Στο έκτο του κατόρθωμα ο Θησέας αντιμετώπισε το γιο του Ποσειδώνα ληστή Προκρούστη. Ο Προκρούστης προσφερόταν να παράσχει φιλοξενία στους περαστικούς, αλλά τους υποχρέωνε να ξαπλώσουν σε δύο κρεβάτια που είχε. Τους ψηλούς τους έβαζε σε ένα μικρό κρεβάτι, ενώ τους κοντούς σε ένα μεγάλο. Από τους μεν ψηλούς έκοβε το εξέχον άκρο, από τους δε κοντούς τους έδενε με λουριά και τους τέντωνε μέχρι να φτάσουν το απαιτούμενο μήκος. Και στις δύο περιπτώσεις, αφού ολοκλήρωνε τα βασανιστήριά του, τους σκότωνε και έπαιρνε τα χρήματα τους. Και ο Προκρούστης είχε την τύχη των προηγούμενων ληστών, καθώς ο Θησέας τον σκότωσε με τον ίδιο τρόπο που αυτός σκότωνε τα θύματά του. 

Τον Θησέα στην συνέχεια καλωσόρισαν στην Ιερά οδό οι Φυταλίδες προσφέροντας θυσίες στον τον Δία, εξαγνίζοντας τον παράλληλα για τους φόνους των ληστών. Εκείνη την εποχή ο Αιγέας ήταν νυμφευμένος με τη μάγισσα Μήδεια, κόρη του βασιλιά Αιήτη της Κολχίδας. Η Μήδεια γνώριζε την ταυτότητα του Θησέα, σε αντίθεση με τον Αιγέα. Η Μήδεια προειδοποιούσε τον Αιγέα πως ο Θησέας θα ερχόταν να καταλάβει το βασίλειο του, αποφεύγοντας να του αποκαλύψει ότι ήταν ο γιος του, που είχε πια ενηλικιωθεί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τον έπεισε να σκοτώσει το Θησέα, όταν αυτός θα έφτανε στην Αθήνα. 

Όντως ο Αιγέας υποδέχτηκε με τιμές το Θησέα, του οποίου τα κατορθώματα τον είχαν κάνει ήδη διάσημο στην πόλη, και διοργάνωσε προς τιμήν του συμπόσιο στο οποίο του προσέφερε ένα κρασί με δηλητήριο επηρεασμένος από τα ψέματα της Μήδειας. Κατά την τελετή της σπονδής ο Θησέας σήκωσε το σπαθί του για να κόψει ένα κομμάτι από το θυσιασμένο ζώο. Τότε ο Αιγέας αναγνώρισε το ξίφος και τα σαντάλια του, και πέταξε το δηλητήριο από τα χέρια του Θησέα, αναγνωρίζοντας πως είναι πράγματι ο γιος του. 

Στην συνέχεια θέλοντας να τιμωρήσει τη Μήδεια που τον είχε ξεγελάσει, την εξόρισε στην πατρίδα της και παρουσίασε Θησέα στο λαό των Αθηνών. Οι ανιψιοί του (γιοι του Πάλλαντα), χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και προσπάθησαν να δολοφονήσουν το Θησέα. Ο Θησέας κατάφερε να πληροφορηθεί τον σκοπό τους από τον κήρυκα Λεώς (λαός), και σκότωσε πολλούς από αυτούς, ενώ όσοι γλίτωσαν τράπηκαν σε φυγή. Ο Θησέας συνεπώς με τη βοήθεια του «λαού» όμως υποδεικνύει η ιστορία, εξασφάλισε την κυριαρχία του στην Αττική. 

Λίγο μετά την άφιξη του στην Αθήνα, ο Θησέας συνόδεψε τον Ηρακλή στην άθλο της ζώνης της Αμαζόνας Ιππολύτης. Εκεί ο Θησέας ερωτεύτηκε τη βασίλισσά των Αμαζόνων Αντιόπη, την οποία πήρε μαζί του στην Αθήνα και την έκανε γυναίκα του. Οι Αμαζόνες για να εκδικηθούν την αρπαγή της Ιππολύτης κατευθύνθηκαν με εχθρικές διαθέσεις προς την Αθήνα. Ο Θησέας τις νίκησε, αλλά η Αντιόπη πέθανε μαχόμενη στο πλευρό του άνδρα της. 

7. Ο επόμενος άθλος του ήταν η αιχμαλωσία ενός ταύρου που σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν εκείνος που αναδύθηκε από τη θάλασσα στην Κρήτη με τον οποίο έσμιξε η βασίλισσα Πασιφάη, γεννώντας τον Μινώταυρο. Τον ταύρο τον είχε φέρει ο Ηρακλής από την Κρήτη μετά από εντολή του Ευρυσθέα. Στο δρόμο για τον Μαραθώνα έπιασε καταιγίδα και τον Θησέα φιλοξένησε μία ηλικιωμένη γυναίκα η Εκάλη (σε αυτή οφείλει το όνομα της η σημερινή ομώνυμη περιοχή), θέλοντας να τον ευχαριστήσει επειδή είχε σκοτώσει τον Κερκύονα, θύματα του οποίου ήταν και οι δύο γιοι της. Ο Θησέας κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει ζωντανό τον ταύρο. Τον οδήγησε στην Αθήνα δεμένο από τα κέρατα, ανέβηκε στην Ακρόπολη και εκεί τον θυσίασε στο βωμό του Δελφινίου Απόλλωνα. 

8. Αργότερα ο Θησέας θέλησε να τερματίσει το βάναυσο φόρο αίματος που πλήρωνε η πόλη κάθε εννιά χρόνια με εφτά νέους και εφτά νέες στην Μινωική Κρήτη. Η βάναυση αυτή ποινή είχε οριστεί από τον Μίνωα διότι ο γιος του Μίνωα Ανδρόγεως, είχε πάρει μέρος σε αγώνες στα Παναθήναια επιτυγχάνοντας πολλές νίκες, προκαλώντας έτσι τον φθόνο των Αθηναίων, οι οποίοι τον σκότωσαν. Ο Μίνωας για να τιμωρήσει τους Αθηναίους κήρυξε νικηφόρο πόλεμο στην Αθήνα. Ως ποινή των Αθηναίων όρισε κάθε χρόνο εφτά νέοι Αθηναίοι και εφτά νέες Αθηναίες, να στέλνονται στην Κρήτη και να θυσιάζονται στον σαρκοφάγο Μινώταυρο. Ποίος όμως ήταν ο Μινώταυρος; Πριν ο Μίνωας γίνει βασιλιάς ζήτησε από το θεό Ποσειδώνα ένα σημάδι για το ποίος αυτός ή ο αδερφός του, έπρεπε να ανέβουν στο θρόνο. Ο Θεός έστειλε έναν όμορφο λευκό ταύρο και ζήτησε από το Μίνωα να θυσιάσει αυτόν τον ταύρο στον ίδιο. Ο Μίνωας όμως εντυπωσιασμένος από τον ταύρο, θυσίασε έναν άλλο ελπίζοντας ότι ο Θεός δε θα το προσέξει. 

Ο Ποσειδώνας όμως κατάλαβε τι είχε γίνει εξοργίστηκε, και έκανε τη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη να ερωτευτεί τον ταύρο. Η γυναίκα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος της, και ζήτησε βοήθεια από το μηχανικό Δαίδαλο. Αυτός κατασκεύασε ένα κενό ομοίωμα αγελάδας η Πασιφάη μπήκε μέσα σε αυτό, και ο ταύρος ζευγάρωσε μαζί της. Από την άνομη αυτή ένωση γεννήθηκε ο Μινώταυρος, ένα αιμοσταγές τέρας που είχε την μορφή μισού ανθρώπου και μισού ταύρου. 

Μην μπορώντας να ανεχτεί την θυσία των Αθηναίων ο Θησέας, συμμετείχε εθελοντικά στους νέους που θα πήγαιναν στην Κρήτη, θυσιαζώμενοι στον τρομερό Μινώταυρο. Το πλοίο σάλπαρε με μαύρα πανιά σημάδι πένθους. Ο Αιγέας για την επιστροφή τους είχε δώσει και λευκά πανιά, τα οποία θα χρησιμοποιούσαν εάν ο Θησέας επέστρεφε νικητής. 

Όταν ο Θησέας έφτασε στην Κρήτη τον είδε η Αριάδνη κόρη του Βασιλιά Μίνωα και τον ερωτεύτηκε. Για αυτό τον λόγο, λίγο πριν οι νέοι Αθηναίοι οδηγηθούν στο Λαβύρινθο (τον οποίο είχε επινοήσει ο Δαίδαλος), του έδωσε ένα κουβάρι από κλωστή (τον γνωστό μίτο της Αριάδνης), συμβουλεύοντάς τον να δέσει το ένα άκρο του στην είσοδο του Λαβύρινθου και καθώς προχωρούσε να ξετυλίγει το κουβάρι, ώστε να μπορέσει να βρει το δρόμο προς την έξοδο. 

Ο Θησέας κατάφερε να νικήσει τον Μινώταυρο, γλίτωσε τους συντρόφους του και χρησιμοποιώντας το μίτο της Αριάδνης, κατόρθωσαν να βγουν από το Λαβύρινθο. Μαζί με τους συντρόφους του αλλά και την Αριάδνη απέπλευσαν κρυφά από το λιμάνι της Κνωσού.





Στο δρόμο τους σταμάτησαν στην Νάξο (η οποία τότε ονομαζόταν Δία), όπου και παρέμεινε η Αριάδνη, καθώς στο όνειρο του Θησέα εμφανίστηκε ο Θεός Διόνυσος, λέγοντας του πως θα έπρεπε να φύγουν από το νησί δίχως την Αριάδνη, η οποία θα έπρεπε ήταν γραφτό να γίνει γυναίκα του Θεού. 
Πλησιάζοντας στην Αθήνα πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας, κανένας δεν θυμήθηκε να αλλάξει τα μαύρα πανιά του πλοίου και να βάλει τα λευκά. Έτσι ο Αιγέας που περίμενε στο Σούνιο την επιστροφή του γιου του, βλέποντας το πλοίο να φτάνει με μαύρα πανιά, συμπέρανε πως ο γιος του είχε πεθάνει και θλιμμένος έπεσε και πνίγηκε στο πέλαγος, το οποίο ονομάστηκε προς τιμή του Αιγαίο.

Αργότερα και σε ηλικία πενήντα ετών, ο Θησέας είδε την ωραία Ελένη να χορεύει στον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος και θέλησε να την αποκτήσει. Ο Θησέας την άρπαξε και την άφησε στην φροντίδα της μητέρας του Αίθρας στις Αφίδνες. Τότε ήταν η πρώτη φορά που η ωραία Ελένη στάθηκε αφορμή ενός αιματηρού πολέμου (η δεύτερη ήταν με τον Τρωικό πόλεμο), καθώς τα αδέλφια της ήρθαν να τη διεκδικήσουν και έτσι συγκρούστηκαν με τους υπερασπιστές των Αφιδνών. Οι Διόσκουροι κατάφεραν να πάρουν πίσω την Ελένη και μαζί της την Αίθρα η οποία μάλιστα την ακολούθησε αργότερα στην Τροία.

9. Οι άθλοι του Θησέως τελειώνουν με ένα παράτολμο επιχείρημα. Την κάθοδο του μαζί με τον φίλο του Πειρίθο στον Άδη, με σκοπό την αρπαγή της Περσεφόνης (την σύζυγο του Πλούτωνα). Μπήκαν στο βασίλειο των νεκρών από μία είσοδο στο ακρωτήριο Ταίναρο, ξεγέλασαν τον βαρκάρη Χάροντα και κατάφεραν ζωντανοί να περάσουν στην απέναντι όχθη. Στα ανάκτορα του κάτω κόσμου τούς σταμάτησαν οι Ερινύες οι οποίες κατ’ εντολή του Άδη τους έδεσαν σε θρόνους σκαλισμένους πάνω στον βράχο της λήθης. Η λήθη κράτησε τους δυο επίδοξους άρπαγες αιχμάλωτους βυθισμένους στη λησμονιά. Η ύβρις που είχαν διαπράξει με την εισβολή τους στον Κάτω Κόσμο, και κυρίως η πρόθεση τους να απαγάγουν την Περσεφόνη κι έτσι να διαταραχθεί η κοσμική ισορροπία, δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Η σωτηρία ήρθε μέσω του Ηρακλή. Ο Ηρακλής συνάντησε τους δυο ήρωες όταν κατέβηκε στον Άδη με σκοπό την αιχμαλωσία του Κέρβερου. Έσωσε τον καταδικασμένο Θησέα ελευθερώνοντάς τον, δεν μπόρεσε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθο. Ο πιστός φίλος του Θησέα είχε ήδη κατασπαραχθεί από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο φύλακα της πύλης του άλλου κόσμου. 

Το τέλος του Θησέα ήρθε από τον βασιλιά Λυκομήδη στην Σκύρο, όταν ο δεύτερος τον έριξε από ένα απόκρημνο βράχο. Τα λείψανα του Θησέα βρέθηκαν πολλά χρόνια αργότερα στη Σκύρο, έπειτα από υπόδειξη του μαντείου των Δελφών. «Σκάψτε κάτω από το λόφο όπου έχει τη φωλιά του ένας πελώριος αετός» είχε πει η ιέρεια.

Πράγματι εκεί βρέθηκαν τα οστά του Θησέα τα οποία μεταφέρθηκαν αργότερα στην Αθήνα και τοποθετήθηκαν στο σημερινό Θησείο, το οποίο καθιερώθηκε ως τόπος λατρείας του ήρωα.

Αυτή είναι εν τάχη η ιστορία του Θησέα σύμφωνα με την μυθολογία.
Θα ακολουθήσει μία προσπάθεια ερμηνείας των άθλων σε ένα δεύτερο επίπεδο αποσυμβολισμού του μύθου. 

Θα πρέπει αρχικά να επισημανθεί πως οι ήρωες για τους αρχαίους Έλληνες σηματοδοτούσαν την ικανότητα υπέρβασης και εξύψωσης του ανθρώπου, καθώς οι ήρωες θεωρήθηκαν Θείας προελεύσεως. Συμβόλιζαν τον σύνδεσμο με το παρελθόν και τους ένδοξους προγόνους, ήταν αυτοί που ακολουθούσαν την δύσκολη ατραπό, που υπερέβαιναν τα ανθρώπινα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν ταυτόχρονα υποταγμένοι στο πεπρωμένο και τις επιταγές των Θεών. Δια μέσω όμως της τραγικότητα της πορείας τους, υπήρξαν οι λυτρωτές της γενιάς τους, καθώς μέσα από τον πόνο και τον θάνατο, έβγαιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θριαμβευτές, αφήνοντας παρακαταθήκη στον χρόνο, την λαχτάρα του θνητού ανθρώπου για αθανασία, την συμμετοχή στο Θείο, την αναζήτηση εν τέλη του αληθινού προορισμού της ψυχής. Αυτό στην αρχαιότητα φαίνεται πως επιτυγχανόταν, και με την μύηση στις κατά τόπους μυητικές τελετές.

Η ΜΥΗΣΗ


Ο Θησέας υπήρξε ήρωας που μυήθηκε στα Ελευσίνια και στα Κρητικά «μυστήρια», και ήρθε αντιμέτωπος με τις ορατές και αόρατες δυνάμεις, ακόμα και με τον ίδιο ακόμα τον θάνατο (τον Άδη), καθώς θέλησε με την αρπαγή της Περσεφόνης να νικήσει τον θάνατο και την κοσμική τάξη.

Τα «μυστήρια» αφορούσαν ιερουργίες και δρώμενα σε σκοτεινά σπήλαια και ναούς υπό άκρα μυστικότητα. Εκεί τελούνταν αλληγορικές αναπαραστάσεις υπό τον μύθο κάποιας Θεότητας που συνήθως πέθαινε και αναγεννιόταν, συμβολίζοντας το πεπρωμένο της ψυχής μετά θάνατον, αλλά ταυτοχρόνως και την ενότητα που συνδέει όλα τα όντα.

Η μυητική διαδικασία αποσκοπούσε στην διεύρυνση της συνείδησης, ώστε να
κατανοηθεί ο εαυτός του στην ολότητα του, και η πραγματική θέση του ανθρώπου στο σύμπαν. Ένα σύμπαν που καταστρέφεται (πεθαίνει) και δημιουργείται (ανασταίνεται) αέναα. 

Αυτό που επιτυγχανόταν δια μέσω μίας «έκτακτης και εκστατικής εμπειρίας μετάβασης» από το υλικό στο πνευματικό πεδίο, η οποία ενδυναμώνονταν μέσω της κατάλυσης του ισχυρότερου ανθρώπινου φόβου, του θανάτου. 

Η μυητική βιωματική εμπειρία του θανάτου κατ’ αντιστοιχία του κύκλου των εποχών του θανάτου και της αναγέννησης, ενίσχυε την αρχέγονη παράδοση που θεωρούσε ότι τα πάντα στον κόσμο αλληλοσυνδέονται ως μέρη μιας και μοναδικής ουσίας με ομογενή ποιότητα και σύσταση (Αρχαίες πεποιθήσεις που συναντούν σήμερα, τα πορίσματα της κβαντικής φυσικής).

Η διαδικασία αυτή υπερέβαινε την καθημερινή γνωστική λειτουργία, για αυτό τον λόγο είχε ανάγκη από ειδικά εργαλεία: 

Τα σύμβολα, τις εικόνες, τον μη κοινό λόγο. Ο συμβολικός, «μυητικός Θάνατος» σε ένα τέτοιο επίπεδο αποτελεί μια «Π- ύλη», το πέρασμα από την ύλη στο πνεύμα την μήτρα όλων των όντων . 

Αρχικά στις πρωτόγονες κοινωνίες δια μέσω της μύησης γίνονταν δεκτοί στην φυλή οι νέοι και οι νέες που ενηλικιώνονταν. Μέσα από το τελετουργικό της μύησης τα νεαρά μέλη της φυλής που ενηλικιώνονταν, υποβάλλονταν σε μια μυητική τελετή που συνίστατο στην αποδοχή εκ μέρους τους των ηθών και των εθίμων και των παραδόσεων της τοπικής κοινωνίας στην οποίαν ανήκαν, αλλά και κατόπιν αυτού, στην αμοιβαία αποδοχή τους από το κοινωνικό σύνολο.
Οι μυήσεις απαιτούσαν αυτές την απομάκρυνση για ένα χρονικό διάστημα από την οικογενειακή εστία και στη σκληραγώγηση των νέων μέσω ενός αυστηρού τρόπου ζωής. Αυτό αποσκοπούσε στο να αποβάλλουν την παιδική τους άγνοια και μυηθούν στη γνώση, μαθαίνοντας οι μυούμενοι να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τις δυσκολίες της ζωής και να επιβιώνουν σε δυσμενείς συνθήκες. 

Ο μυούμενος καλούταν μέσα από τις ιερές τελετουργίες να αποδεχθούν τους ιερούς και απαράβατους νόμους και κανόνες της φυλής, και αφού αποδείκνυε την αξία του, στο τέλος «πέθαινε» για να «ξαναγεννηθεί» ως ισότιμο και ενήλικο μέλος της φυλής. 

Κάθε τελετουργικό μετάβασης σύμφωνα με τον Arnold van Gennep χαρακτηρίζεται από τρία στάδια. Πρώτο είναι το στάδιο του «αποχωρισμού», κατά το οποίο το άτομο αποστασιοποιείται από το σύνολο όπου ανήκε ή την ταυτότητα που είχε ως τότε. Έπειτα το άτομο υπεισέρχεται σε μια διαδικασία «μετάβασης» από το προηγούμενο στάδιο της ζωής του στο νέο. Εν τέλει το άτομο βρίσκεται στο τρίτο στάδιο της «ενσωμάτωσης» ή «ένταξης», κατά τη διάρκεια του οποίου γίνεται μέλος του νέου τρόπου ζωής του. Έτσι, το άτομο μεταβαίνει από κάτι παλαιό, σε κάτι ενδιάμεσο και τέλος σε κάτι νέο.

Ο άνθρωπος ως βρέφος ασυνείδητα περνά από τρία μυητικά στάδια που τον προετοιμάζουν να ενταχθεί για πρώτη φορά στο σκληρό εξωτερικό περιβάλλον. Αρχικά αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σκοτάδι και τη σιγουριά της μήτρας της μητέρας του, (παραπέμπει στο σκότος και στα σπήλαια των μυητικών τελετών), στην συνέχεια αγωνίζεται και μοχθεί να εγκλιματιστεί στις νέες σκληρές εξωτερικές συνθήκες. Το σοκ είναι μεγάλο, (δοκιμασίες των μυητικών τελετών) δεν επιθυμεί την έξοδο του από την μήτρα της «μακαριότητας», όμως εντέλει υπακούοντας στο κάλεσμα της φύσης και του προορισμού του, βγάζει τα τελευταία υγρά από τους πνεύμονες του αναπνέοντας αέρα, γευόμενος για πρώτη φορά το γάλα από τον μαστό της μητέρας του. Ανήκει πλέον σε μια οικογένεια, σε μία χώρα, στην ανθρωπότητα...

Αυτό είναι το πρώτο ακούσιο τελετουργικό μετάβασης, καθορισμένο και οργανωμένο από την ίδια τη φύση. Kάπως έτσι ξεκινά για όλους μας το επίπονο ταξίδι της ζωής.

Ο ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ

 
Οι άθλοι του Θησέα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «μυητικά στάδια» που περνάει ο ήρωας στην πορεία του προς την «Θέωση». Οι άθλοι του Θησέα είναι εννέα. Εννέα διαρκούσαν οι ημέρες μυήσεως στα Ελευσίνια μυστήρια, καθώς το εννέα ως αριθμός, συμβολίζει το κλείσιμο ενός κύκλου και την αρχή κάποιας άλλης. Κάτι που φανερώνει και ο επόμενος αριθμός, το δέκα, που περιέχει την μονάδα και το μηδέν. Ας εξετάσουμε τους άθλους έναν προς ένα. 

Στον πρώτο άθλο, ο Θησέας ως πρώτο σταθμό της μύησης αντιμετωπίζει τον Περιφήτη. Ο Περιφήτης είναι γιος του Ηφαίστου ( του μόνου Θεού που χρησιμοποιούσε τα χέρια του κατασκευάζοντας όπλα και εργαλεία, για αυτό και αποτελούσε ντροπή για τον Δία). Ο Περιφήτης χρησιμοποιεί ρόπαλο. Το ρόπαλο είναι φαλλικό σύμβολο δύναμης και εξουσίας, το oποίο αν χρησιμοποιηθεί ανορθολογικά προκαλεί πόνο. Η νίκη του Πυθέα συμβολίζει την νίκη πάνω στην ύλη και τις εσωτερικές βίαιες παρορμήσεις. 

Στον δεύτερο άθλο, αντιμετωπίζει τον Σίνι γιο του Ποσειδώνα, κυρίαρχου των Θαλασσών (του αστρικού κόσμου και κόσμου των συναισθημάτων).Ο Σίνις χρησιμοποιεί δύο πεύκα. Τα δύο πεύκα συμβολίζουν τις δύο αντίθετες δυνάμεις που δρουν στο σύμπαν, και τον τρόπο που μπορεί ο απλός άνθρωπος να τις αντιληφθεί, το θετικό και το αρνητικό, το καλό και το καλό, το αρσενικό και το θηλυκό. Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις που αποτυπώνονται στο Κηρύκιο του Ερμή , και στο γιν και γιανκ. Όταν ο άνθρωπος καταφέρει να διακρίνει πίσω από τις αντίθετες δυνάμεις την ενοποιό εκείνη δύναμη από την οποία αποτελούνται και οι δύο, τότε αποκτά μία νέα «ολιστική συνειδητότητα». 

Στον τρίτο άθλο ο Θησέας σκοτώνει την γουρούνα Φαία (σκοτεινή) κόρη τεράτων, συμβολίζοντας την νίκη στα κατώτερα πάθη και στις υλικές εξαρτήσεις. Δεν είναι τυχαίο πως θυσίαζαν θηλυκούς χοίρους για εξιλέωση προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης στα Ελευσίνια Μυστήρια, ούτε επίσης πως η Κίρκη μεταμόρφωνε σε χοίρους του συντρόφους του Οδυσσέα λόγω της βουλιμίας τους.

Στον τέταρτο άθλο αντιμετωπίζει τον Σκίρωνα. Το μονοπάτι της γνώσης που επιλέγει ο μύστης είναι δύσκολο και εγκυμονεί κινδύνους, εφόσον θα κληθεί να αντιμετωπίσει τους κρυμμένους στο υποσυνείδητο χειρότερους φόβους του (χελώνα) με κίνδυνο να τρομοκρατηθεί από αυτούς. Εάν όμως καταφέρει να ξεπεράσει τις δοκιμασίες τότε θα μπορέσει να ελέγξει τα συναισθήματα του (θάλασσα) και με ταπεινότητα (πλύσιμο ποδιών) ίσως καταφέρει να γνωρίσει τον πραγματικό εαυτό του. 

Η νίκη επί του βάρβαρου πρωτόγονου σε ένστικτα πυγμάχου Κερκύωνα στον πέμπτο άθλο επιτυγχάνεται με την συμβολική «ανύψωση» του από το έδαφος. Ο μύστης πρέπει να «ανυψωθεί πνευματικά στον ανώτερο του εαυτό», κατακτώντας την ισορροπία και την αρμονία (βλέπε Τροφώνιο άντρο ).

Στον έκτο άθλο αντιμετώπισε τον Προκρούστη, ο μύστης καλείται να αφήσει πίσω του όλα όσα τον δεσμεύουν στην πνευματική του εξέλιξη, ενώ στην καθημερινή ζωή του καλείται να εφαρμόσει την διδαχή «παν μέτρον άριστον».
Στoν έβδομο άθλο ο Θησέας αιχμαλώτισε τον ταύρο που είχε φέρει ο Ηρακλής στον Μαραθώνα ύστερα από εντολή του Μίνωα, τον οποίο θυσίασε στο βωμό του Ηλιακού Θεού Απόλλωνα που συμβολίζει την ακτινοβόλα όψη της ψυχής του.
Αυτός ο άθλος θα πρέπει να ερμηνευτεί σε σχέση με τον όγδοο, καθώς τους συνδέει η πάλη ενάντια σε ταύρο. Ο Θησέας συμβολίζει τον συνειδητό εαυτό που είναι αρκετά δυνατός για να αντιμετωπίσει τα «θηρία», δηλαδή τα πρωτόγονα ένστικτα. 

Ο Μινώταυρος όπως και όλα τα τερατόμορφα όντα στην μυθολογία εκπροσωπούν τα ζωώδη πάθη, τις ψυχικές αδυναμίες, ελαττώματα, διαστροφές και φοβίες, που διαλύονται όταν έρθούν στο φως του Ήλιου, όταν δηλαδή φωτισθούν τα αίτια τους από την εσωτερική γνώση (Ήλιος - Απόλλωνας ).

Χωρίς στη δύναμη «μετουσίωσης της συνείδησης» σε αυτό το μονοπάτι, ο μύστης κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στις κατώτερες όψεις της δημιουργικότητας, που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα. Ο Ταύρος εκπροσωπεί επίσης την μητριαρχική κοινωνία, και τον κόσμο του άλλου «έτερου» κόσμου, της μαγείας και των αόρατων δυνάμεων της Σελήνης, καθώς τα κέρατα του συμβολίζουν το φεγγάρι. Ο Λαβύρινθος συμβολίζει το υποσυνείδητο, και τις ανεξερεύνητες όψεις και δυνατότητες του Νου. Ένας κόσμος σκοτεινός, άγνωστος, φοβερός, και ανεξερεύνητος. Εάν κάποιος προσπαθήσει να εισέλθει εκεί απροετοίμαστος, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα «τέρας», που δεν είναι άλλο από τα πρωτόγονα και ανεξέλεγκτα ένστικτα. 

Η λέξη Λαβύρινθος προέρχεται από την λέξη «λάβρυς», που σημαίνει διπλός πέλεκυς. Ο διπλός πέλεκυς είναι επίσης ένα σεληνιακό σύμβολο.

Ο μίτος της Αριάδνης (Άρι= πολύ αδνή= αγνή σκέψη) εξασφαλίζει τον δρόμο της εξόδου στον Θησέα. Ίσως ο Κρητικός Λαβύρινθος να υπήρξε μια μυητική τελετή καθόδου και της επακόλουθης ανόδου από τον Κάτω Κόσμο, μια τελετουργική διαδικασία θανάτου και αναγέννησης. Ήταν εκείνη που οδηγούσε τον μυούμενο στον θάνατο και εκείνη που του δίδασκε τον τρόπο για να επιστρέψει!
Αυτό ίσως ενισχύεται από το γεγονός πως ο Μινώταυρος λεγόταν και Αστέριος (Σε απεικονίσεις παρουσιάζεται με το σώμα του διάστικτο από άστρα). 

Με το ίδιο αυτό όνομα προσφωνούνταν και ο Διόνυσος σαν αγόρι και παιδί των μυστηρίων. Ο Διόνυσος φαίνεται να ταυτίζεται στην ουσία του με τον Μινώταυρο. Γενικότερα όπου η μινωική επιρροή υπήρξε έντονη, ο Διόνυσος λατρευόταν ξεκάθαρα ως ταύρος.

Σκοτώνοντας ο Θησέας τον Μινώταυρο, νίκησε τον προηγούμενο «εαυτό του» και αφού πέρασε το κατώφλι του θανάτου, αντίκρισε τον Αστέριο, τον Θείο/Διονυσιακό αναγεννημένο στην υπέρτατη γνώση εαυτό του με τη μορφή του ουράνιου, συμπαντικού παιδιού. Έτσι -πάντα υπό την καθοδήγηση της Αριάδνης αναδύθηκε ένας νέος ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Αφού ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο, πήρε μαζί του την Αριάδνη που τον βοήθησε, αλλά περνώντας από τη Νάξο την εγκαταλείπει, εφόσον εκεί τελείται «Ιερός Γάμος» της Αριάδνης με τον Διόνυσο. 

Ιστορικά είναι προφανές πως ο μύθος περιγράφει επίσης ένα μεταίχμιο εποχής, καθώς ο Μινώταυρος είναι εκπρόσωπος ενός μητριαρχικού και «χθόνιου» ιερατείου. Πεθαίνει από τον Θησέα, κομιστή του πατριαρχικού Ολύμπιου ιερατείου, και την θέση του παίρνει ο Θεός της έκστασης Διόνυσος που κάνει γυναίκα του την «αγνή κόρη-παρθένα». Ο Διόνυσος όμως είναι ταυτόχρονα και χθόνιος Θεός. Από τις πρώτες ζωομορφικές μορφές του Διονύσου την πρώτη θέση κατέχει ο Ταύρος. Στις «Βάκχες» ο Χορός τον αποκαλεί σαν ταύρο, και ο Πενθέας τον βλέπει να έρχεται σαν ταύρος.

Στον Ορφικό μύθο ο Διόνυσος παιδί του Δία και της Περσεφόνης (Θεάς του κάτω κόσμου) ως μωρό «Ζαγρεύς» (κυνηγό των ψυχών), κοίταζε ένα καθρέφτη (η αντίληψη όχι των πραγματικών καταστάσεων και όντων αλλά μία ψευδής αντανάκλαση...) Εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι Τιτάνες όρμησαν καταπάνω του με τα μαχαίρια τους, για να τον σκοτώσουν. Τότε ο μικρός Θεός για να τους αποφύγει άρχισε να μεταμορφώνεται: έγινε έφηβος Δίας, Κρόνος, φίδι με κέρατα, άλογο, τίγρη, ταύρος. Η Ήρα παρ' όλα αυτά ενθαρρύνει τους Τιτάνες να μη διστάσουν, κι έτσι με διαταγή της κομματιάζουν το Ζαγρέα την ώρα που είχε τη μορφή ταύρου, έβρασαν το κρέας του και το έφαγαν. 

Ο Δίας οργίστηκε τόσο, ώστε κατακεραύνωσε τους Τιτάνες και τους έστειλε στα Τάρταρα. Από την στάχτη τους γεννήθηκε το ανθρώπινο γένος το οποίο έφερε μέσα του το θεϊκό στοιχείο καθώς οι Τιτάνες είχαν φαει τον Θεό. Ο Διόνυσος ο Ζαγρεύς πεθαίνει ως χθόνια θεότητα και ανασταίνεται ως «Διόνυσος ο Ελευθερέας» δηλαδή ως ελευθερωτής των ανθρωπίνων ψυχών, από τα δεσμά της ύλης. Ο θάνατος του Διόνυσου του Ζαγρέα συμβολίζει, τον θάνατο της τιτανικής του φύσεως. Κατ’ αντιστοιχία στο ανθρώπινο επίπεδο ο θάνατος της τιτανικής του φύσης συμβολίζει τον θάνατο των παθών του, δηλαδή την αποβολή των ελαττωμάτων του. Κατόπιν ανασταίνεται και μεταμορφώνεται σε ουράνια θεότητα, τον Διόνυσο τον Ελευθερέα. 

Ο Ορφικός Διόνυσος είναι κάτοχος και φύλακας των μυστηρίων της ζωής και του θανάτου, το θείο πνεύμα σ’ εξέλιξη μέσα στο σύμπαν, η καρδιά του οποίου πρέπει να αναζητηθεί με σκοπό την αναγέννηση του ανθρώπινου πνεύματος και την εξάγνιση της ψυχής. Γι’ αυτό και επονομάζεται και «Ζαγρεύς», δηλαδή κυνηγός που «κυνηγάει» τις ψυχές και τις οδηγεί προς την έξοδο από το σώμα ώστε να φτάσουνε στη «θέωση».

Στη λατρεία του Διόνυσου «Ζαγρέα» θυσίαζαν ταύρους, επειδή άρεσε στο θεό να μεταμορφώνεται σε ταύρο. Οι μύστες τρώγοντας τις ωμές σάρκες του ταύρου πίστευαν πως αφομοίωναν τη σάρκα του ίδιου του θεού και ότι έτσι έρχονταν σε απόλυτη επικοινωνία μαζί του. Μετά το θάνατό τους πίστευαν πως θα τους αναγνώριζε ο «Διόνυσος Ζαγρέας», και χάρη σ’ αυτόν θα ζούσαν σε άλλα σώματα, καθώς οι ορφικοί πίστευαν στη μετεμψύχωση.

Στον ένατο και τελευταίο άθλο ο Θησέας κατεβαίνει στο Άδη. Είναι η απόλυτη στιγμή όπου με τον μυητικό θάνατο της προσωπικότητάς του, επιχειρείται η Ένωση με την Θεότητα, και η κατάλυση του θανάτου, καθώς αναγνωρίζει πως τίποτα στην πραγματικότητα δεν χάνεται. Πως τα πάντα είναι απλώς αλλαγή κατάστασης ή ενέργειας και μορφής. Είναι η στιγμή όπου τα πάντα «είναι ένα», το μέρος που όλα ενώνονται, όπου τίποτα δεν υφίσταται διαχωρισμένο ακόμα και η ψυχή. Είναι ο χρόνος και ο τόπος που ο ήρωας, ο μύστης ή φιλόσοφος αφού έχει νικήσει τα τρομερά τέρατα, έχει νικήσει το σκότος «βλέπει το φως του μεσονυκτίου». 

Ο φωταγωγός, απ' όπου μπορούμε να καταδυθούμε στην «αληθινή Άβυσσο», την ψυχή του ανθρώπου. Ο Πλούταρχος το περιγράφει στο έργο του Περί του Σωκράτους Δαιμονίου (590Β) :«Η ανθρώπινη Ψυχή προήλθε από τον θείο Νου. Ένα μέρος της , καθώς αναμιγνύεται με τα πάθη της ύλης, αλλοιώνεται, αλλά ένα άλλο θαυμάσιο μέρος της μας κρατάει ψηλά το κεφάλι, ώστε να αναπνέουμε τον ελεύθερο αέρα, σαν αεραγωγός επικοινωνών με το σκάφανδρο ανθρώπου που έχει καταδυθεί στον βυθό. Το μέρος εκείνο που βρίσκεται στο υποβρύχιο σώμα ονομάζεται Ψυχή. Ενώ, γι' αυτό που δεν αλλοιώνεται, οι πολλοί, βλέποντάς το ως ανταύγεια επί εσόπτρου, πιστεύουν ότι βρίσκεται μέσα τους. Όσοι όμως διαισθάνονται σωστά, γνωρίζουν ότι αυτό βρίσκεται έξω από αυτούς, και το αποκαλούν Δαίμονα…».



Ο Θησέας στα Τάρταρα έχει παγιδευτεί στην λήθη. Αυτό είναι ένα επικίνδυνο ταξίδι διότι εάν ο άνθρωπος χάσει την ατομικότητα του, μπορεί να παγιδευτεί σε έναν άλλο κόσμο, ξεχνώντας τα εγκόσμια. Η μάχη πρέπει να δίνεται στον παρόντα χρόνο, αναζητώντας την αρμονία και την ισορροπία, ώστε να τιμούμε ισότιμα την ύλη αλλά και το πνεύμα. Για αυτό τον λόγο ο Ηρακλής με την μυϊκή δύναμη του, βοήθησε τον Θησέα να απεγκλωβιστεί από την λήθη, και τα δεσμά του θανάτου. 


Αυτός που θα καταφέρει βρει την αρμονία και να εντοπίσει το «ιερό μέσα του» θα έχει κερδίσει την μάχη, θα έχει καταφέρει να ξεπεράσει τον κόσμο των σκιών και της αυταπάτης, θα έχει βγει από την σπηλιά του Πλάτωνα. Θα έχει επιτευχθεί ο στόχος της πνευματικής του ολοκλήρωσης.

Αυτή είναι η μυθολογική ιστορία του Θησέα, η οποία εάν εξηγηθεί αλληγορικά κατά το πρότυπο του Πλάτωνα και των Στωικών, μας αποκαλύπτει αρχετυπικές αλήθειες που συντροφεύουν τον άνθρωπο από την αρχή της ιστορίας του έως σήμερα. 

Η Ερμηνεία των μύθων χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ενέχει πολλούς κινδύνους παρερμηνείας. Η παρούσα προσπάθεια αποσυμβολισμού του μύθου, δεν διεκδικεί την ορθότητα ή την μοναδικότητα της ερμηνείας του. Το δόγμα εξάλλου δεν έχει θέση στην αναζήτηση της γνώσης και της ιστορίας. Το μόνο βέβαιο «μήνυμα» που οι ιστορίες αυτές μας μεταφέρουν είναι πώς κανένα δόγμα και κανένα τελετουργικό δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην «αυτοπραγμάτωση», παρά μόνο η δική μας ειλικρινής «εσωτερική» προσπάθεια.




Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Δαναοί και Πελασγοί οι "άγνωστοι λαοί της θάλασσας"

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως στο μυστήριο των «Λαών της Θάλλασας» οι οποίοι με τις μαζικές εισβολές τους στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ, κατέστρεψαν τη Χετιτική αυτοκρατορία, και ταυτόχρονα έγιναν σοβαρή απειλή για την Αίγυπτο. Τους λαούς αυτούς οι Αιγύπτιοι τους ονόμαζαν «Ξένους» , και έως σήμερα δεν γνωρίζουμε ποιοί ακριβώς ήταν.

Σύμφωνα με ανάγλυφα της Μέντινετ Χαμπού οι «Λαοί της Θάλασσας» (όρος που εισήγαγε το 1881 ο Γάλλος Αιγυπτιολόγος Γκαστόν Μασπέρο), περιγράφονται ως εξής από τους Αιγυπτίους:


Οι Πελεσέτ (Prst), οι Τζεκέρ (Tk,r ), οι Ντενυέν (Dnn) και οι Βεσές (Wss) οι οποίοι φορούσαν περικεφαλαίες με φτερά. Παρόμοιες παραστάσεις υπάρχουν στα ευρήματα της Έγκωμης στην Κύπρο. Οι Σερντέν φορούσαν περικεφαλαίες με κέρατα, όμοιες με απεικονήσει που βρίσκουμε σε αγγεία της Μυκηναϊκής. Οι Σεκελές φορούσαν ταινίες στο μέτωπο, πανοπλίες με κοντές φούστες, και ήταν οπλισμένοι με στρογγυλές ασπίδες, δόρια και σπαθιά.


Αιχμάλωτοι των Αιγυπτίων από τους λαούς της Θάλασσας

Από την ενδυμασία και τα πλοία τους αλλά και από επιγραφές που αναφέρουν πως οι «Λαοί της Θάλασσας», έκαναν επιθέσεις από νησιά, οι μελετητές συμπεραίνουν ότι ήταν διάφορα φύλα που είχαν συνάψει συμμαχίες, μεσογειακής προελεύσεως.
Οι εισβολές αυτές των λαών έγιναν τόσο από ξηράς αλλά κυρίως από θάλασσας, συνεπώς οι λαοί αυτοί θα πρέπει να διέθεταν πέρα από ισχυρή στρατιωτική ισχύ και ισχυρές ναυτικές δυνάμεις.

Την ίδια χρονική περίοδο που λαμβάνουν χώρα οι εισβολές των «Λαών της Θάλασσας», έλαβε χώρα και ο Τρωικός πόλεμος. (1)


Στον Τρωικό πόλεμο οι ναυτικές δυνάμεις των Αχαιών - Δαναών (Ελλήνων )
(2) σύμφωνα με Θουκυδίδη αποτελούνταν από 1.200 πλοία. (Οι ναυτικές δυνάμεις περιγράφονται λεπτομερώς, στην β' Ραψωδία της Ιλιάδας ). Ο Ελληνικός στόλος αποτελούνταν από πλοία που προέρχονταν από 28 διαφορετικές περιοχές της Ελλάδος, από την στην Στερεά Ελλάδα έως την Κρήτη. Το σύνολο της εκστρατευτικής δύναμης είναι τεράστιο, καθώς υπολογίζεται σε 70.000 έως 130.000 άντρες. Είναι φυσικό λοιπόν κάποιος να συμπεράνει πως ένας τέτοιος στόλος θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει απειλεί τόσο για την Αίγυπτο όσο και για την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.


Όπως αναφέρουν Αρχαίες Αιγυπτιακές πηγές για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω, οι «Λαοί της Θάλασσας» ήταν οι:


- Πελεσέτ . Προφανώς πρόκειται περί των Πελασγών (3), αλλά και των Φιλισταίων, οι οποίοι σύμφωνα και με την Βίβλο προέρχονταν από την Μινωική Κρήτη (ιδρυτές της Παλαιστίνης). Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη οι Μινωίτες Κρήτες έφτιαξαν πρώτοι στόλο, έδιωξαν τους πειρατές και τους Κάρες, και εποίκησαν πολλά ακατοίκητα νησιά !! «Μίνως γὰρ παλαίτατος ὧν ἀκοῇ ἴσμεν ναυτικὸν ἐκτήσατο καὶ τῆς νῦν Ἑλληνικῆς θαλάσσης ἐπὶ πλεῖστον ἐκράτησε καὶ τῶν Κυκλάδων νήσων ἦρξέ τε καὶ οἰκιστὴς πρῶτος τῶν πλείστων ἐγένετο, Κᾶρας ἐξελάσας καὶ τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας ἡγεμόνας ἐγκαταστήσας• τό τε λῃστικόν, ὡς εἰκός, καθῄρει ἐκ τῆς θαλάσσης ἐφ' ὅσον ἐδύνατο, τοῦ τὰς προσόδους μᾶλλον ἰέναι αὐτῷ..».


Ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα για την ορθότητα της υπόθεσης είναι, πως οι τοιχογραφίες που έχουν βρεθεί στην Αίγυπτο και παρουσιάζουν Πελεσέτ αιχμαλώτους πολεμιστές που φορούν περικεφαλαία, ίδια με αυτή του Μινωίτη πολεμιστή που είναι χαραγμένη στον Δίσκο της Φαιστού.





- Τζεκέρ. Όνομα παραπλήσιο με των Τευκρών (ακόλουθοι του Τεύκρου, αδελφού του Αιαντα οι οποίοι έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο), αλλά και των Τρώων.- Ντενυέν . Επίσης παραπλήσιο όνομα των Δαναών,- Σεκελές... Προφανώς Ίωνες Σικελοί.


Οι Χετταίοι επίσης κάνουν αναφορές σε ένα μεγάλο βασίλειο στα δυτικά του Αιγαίου, το ονόμαζαν «Αχιγιάβα» (κοινή ρίζα με το Αχαιός , χώρα των Αχαιών), του οποίου ο βασιλιάς αναφέρουν ήταν ισοδύναμος του Χετταίου βασιλιά. Επίσης, γίνεται λόγος και για μια συνομοσπονδία πόλεων (Ασσούα, πιθανή σχέση με τον αρχαίο ελληνικό όρο Ασία) στη βορειοδυτική Μικρά Ασία και την απέναντι Θρακική ακτή, στην οποία ανήκει και η πόλη Ιουλούσα.( Οι μελετητές θεωρούν ότι πρόκειται για την Τροία).

Σε ένα Χεττιτικό κείμενο αναφέρεται ως βασιλιάς της κάποιος Αλακάσαντου, όνομα που πιθανόν αναφέρεται στον γιο του Πριάμου Πάρη, που ονομάζονταν και Αλέξανδρος. Σε κάποιο άλλο κείμενο (περίπου 1250 π.Χ.) που διασώζεται αποσπασματικά και απευθύνεται στον βασιλιά των Αχαιών (Αχιγιάβα), αναφέρει ότι στην περιοχή της Τροίας είχαν εμπλακεί δυνάμεις και των δύο μεγάλων βασιλείων.

Η συνομοσπονδία των πόλεων στην οποία ανήκε η Τροία κατά την Χετταιο-Αιγυπτιακή μάχη στο Καντές της σημερινής Συρίας (περίπου 1240-1210 π.χ), ενώ αρχικά ήταν να πολεμήσει με το μέρος των Χετταίων, τάχθηκε με τους Αιγύπτιους.....Τις επόμενες δεκαετίες οι Χετταίοι εκστράτευσαν εναντίον αυτής της συνομοσπονδίας αλλά δεν κατάφεραν να την υποτάξουν. Είναι πιθανόν ο Τρωικός πόλεμος να ήταν εκτεταμένη πολεμική σύγκρουση μεταξύ των Δαναών- Αχαιών και της συνομοσπονδίας αυτής που ανήκε και η πόλη της Τροίας (Ασσούα, κατά τα Χετιτικά αρχεία). Αυτό συμβαδίζει και με τις αρχαίες αφηγήσεις: αποβίβαση στην Μυσία, εκστρατείες του Αχιλλέα και του Αίαντα του Τελαμώνιου σε Φρυγία και Θράκη.
πιθανές μετακινήσεις των Λαών της Θάλασσας

Σύμφωνα με την Θάλασσας μετά την καταστροφή της Τροίας, οι Έλληνες λόγω των ιεροσυλιών που είχαν διαπράξει κατά την διάρκεια του πολέμου της Τροίας, είχαν προκαλέσει την οργή των Θεών.

Για αυτό πολλά από τα πλοία των Ελλήνων στο ταξίδι του γυρισμού χάθηκαν ή προσάραξαν σε μακρινές χώρες ιδρύοντας πόλεις και εποικίζοντας ακατοίκητα νησιά ή περιοχές. Ίσως βέβαια να μην ήταν ατύχημα ή τιμωρία των Θεών η διασπορά του τεράστιου αυτού στόλου, καθώς είναι επόμενο μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις μετά από σπουδαίες νίκες να διακρίνονται από αλαζονεία και έπαρση που οδηγούν σε νέες επεκτατικές επιθέσεις. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η περίοδος από το 1400 π.χ έως το 1.200 π.χ, είναι μία περίοδος συνεχών και πολλών πολεμικών συγκρούσεων σε όλη την λεκάνη της Μεσογείου.


Η πιο γνωστή ιστορία περιπλάνησης μετά την Τροία είναι αυτή του Οδυσσέα, υπάρχουν όμως επίσης πολλές ακόμα αναφορές που κάνουν λόγο για τους υπόλοιπους ήρωες και για τις περιπλανήσεις τους.



Ο Δούρειος ίππος στην Τροία

Ο στόλος του Μενέλαου για παράδειγμα παρασυρμένος από τους ανέμους πέρασε από την Κρήτη, την Κύπρο, την Φοινίκη, την Λιβύη και την Αίγυπτο. Τα πέντε εναπομείναντα πλοία ήταν αδύνατο να επιστρέψουν λόγω των έντονων ανέμων. Ο Μενέλαος έμαθε τελικά από τον θαλάσσιο θεό Πρωτέα, ποιες θυσίες έπρεπε να κάνει στους οργισμένους Θεούς για να του επιτραπεί η επιστροφή του στην πατρίδα. «Καὶ τὸν ἀπείκασε ὁ ξανθὸς Μενέλαος σὰ μιλοῦσε, καὶ τοὺς φωνάζει καὶ λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια• “Ποιός ἄνθρωπος, παιδάκια μου, μετριέται μὲ τὸ Δία; ἀθάνατοί 'ναι οἱ πύργοι του καὶ τὰ καλά του ἐκείνου• θνητὸς μονάχα στὰ καλὰ μ' ἐμένανε μετριέται, ἢ κι ὄχι• τὶ μὲ πάθια μου καὶ μὲ πολλὰ ταξίδια μὲς στὰ καράβια τά 'φερα χρόνους ὀχτὼ γυρνώντας• Κύπρο, Φοινίκη διάβηκα, Αἴγυπτο, Αἰθιοπία, καὶ Σιδονιῶτες κι Ἐρεμπούς, καὶ τῆς Λιβύας τὴ χώρα...» Ραψωδια δ 80-85στιχοι.

Σύμφωνα με την «Παλινωδία» του ποιητή του 6ου π.Χ. αιώνα Στησίχορου, όπως αναφέρεται στον «Φαίδρο» του Πλάτωνα, η Ελένη που είχε απαχθεί από τον Πάρη ήταν απλά ένα ομοίωμά της, και η πραγματική Ελένη βρίσκονταν όλο αυτό το διάστημα στην Αίγυπτο, όπου ξανάσμιξε με τον Μενέλαο. Τελικά, ο Μενέλαος επέστρεψε μαζί με την ωραία Ελένη οχτώ χρόνια μετά το πέρας του Τρωικού πολέμου.

Παρομοίως ο Αγαπήνορας γιος του Αργοναύτη Αγκαίου και εγγονός του Λυκούργου, 10ος μυθικός βασιλιάς της αρχαίας Αρκαδίας, ιδρυτής και βασιλιάς της Πάφου, πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγός των Αρκάδων με 60 πλοία που του παραχώρησε ο Αγαμέμνονας. Φέρεται επίσης να ήταν ανάμεσα στους πολεμιστές που κρύφτηκαν μέσα στον Δούρειο Ίππο. Και το δικό του πλοίο κατά την επιστροφή από την Τροία, παρασύρθηκε στις ακτές της Κύπρου, όπου και έμεινε οριστικά σύμφωνα με τους Όμηρο και Παυσανία ιδρύοντας την Πάφο.

Ένας άλλος ήρωας του Τρωικού πολέμου που ίδρυσε πολλές πόλεις ήταν ο Μόψος, ο οποίος αναφέρεται ως οικιστής της Κολοφώνας. Εκδίωξε τους ντόπιους Κάρες και επέκτεινε την εδαφική επικράτεια της πόλης του. Ο Μόψος ήταν διάσημος μάντης εφόσον κατάφερε να νικήσει στη μαντική τέχνη τον περίφημο μάντη Κάλχα, όταν το πλοίο του δεύτερου πετάχτηκε από την τρικυμία στις ακτές του Κολοφώνα κατά την επιστροφή από την Τροία. Σύμφωνα με μία παράδοση, ο Κάλχας και οι σύντροφοί του πήγαν με τα πόδια ως την πόλη αυτή. Εκεί ο Κάλχας συνάντησε τον Μόψο, ήδη γνωστό μάντη. Κοντά στο σπίτι του Μόψου υπήρχε μια συκιά. Ο Κάλχας ρώτησε τον Μόψο πόσα σύκα κάνει και ο Μόψος απάντησε: «Δέκα χιλιάδες και ένα καλάθι και ένα ακόμα σύκο». 

Επαληθεύθηκε ότι ο Μόψος είχε δίκιο. Τότε ο Μόψος ρώτησε τον Κάλχα: «Η γουρούνα που βλέπεις εδώ πόσα γουρουνάκια έχει στην κοιλιά της και πότε θα τα γεννήσει;» Ο Κάλχας απάντησε «8». Ο Μόψος τον πληροφόρησε τότε ότι έκανε λάθος: τα μικρά ήταν εννέα, όλα αρσενικά, και η γουρούνα θα τα γεννούσε στις 6 η ώρα της επόμενης ημέρας, όπως και έγινε. Ο Κάλχας λυπήθηκε τόσο από την ήττα του, ώστε πέθανε από τη λύπη του ή αυτοκτόνησε. Ο παραπάνω μύθος διαδόθηκε μέχρι τη Συρία και τη Φοινίκη.

Ο Μόψος φέρεται να έχει ιδρύσει και πολλές άλλες πόλεις κυρίως στην
Μικρά Ασία. Όπως η Άσπενδος και η Μοψουεστία ( «Μόψου Εστία») η Παμφυλία ( η οποία ονομαζόταν παλαιότερα «Μοψοπία»), αλλά και η πόλη Μάλλο που ίδρυσε μαζί με τον Αμφίλοχο, γιο του Αμφιαράου, έναν ηγέτη των Αχαιών που προηγουμένως ακολουθούσε τον Κάλχα.

Ο Θεόπομπος αναφέρει ότι η πόλη της Ρόδου πήρε το όνομα της μίας από τις τρεις κόρες του. Οι ιστορικοί Αθήναιος και Πομπώνιος Μέλας αναφέρουν πως ο Μόψος έγινε οικιστής της Φασήλιδος. Τέλος αναφέρεται ότι η Ιεράπολη της Φρυγίας γύρω στο 2ο αι. μ.Χ. έκοψε χάλκινα νομίσματα που έφεραν τη μορφή του Μόψου, με το όνομα του ήρωα χαραγμένο σε αυτά.

Είναι προφανές λοιπόν πως η περίοδος αυτή συνδέεται με μία μεγάλης κλίμακας επέκταση και αποίκηση των φυλών των Ελλήνων σε όλη την Μεσόγειο, οποία επέφερε σίγουρα επέφερε και συγκρούσεις για τις οποίες υπάρχουν πολλές αναφορές.
Εφόσον οι επεκτάσεις αυτές γίνονταν κατά κύριο λόγο δια μέσω θαλάσσης, υποδεικνύουν ανεπτυγμένες ναυτικές δυνάμεις.

Όπως έχω εξάλλου περιγράψει σε προηγούμενο άρθρο μου, ήδη από το 3000 π.χ. τα ταξίδια γίνονται όχι μόνο στην λεκάνη της Μεσογείου, αλλά και πέρα του Ατλαντικού.


Σύμφωνα δε με νεότερη έρευνα του Δρ. Μηνά Τσικριτσή που βασίζεται σε κείμενο του Πλουτάρχου, («Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης»παρ. 941Α-942) , περιγράφεται το ταξίδι των Ελλήνων σε μία ήπειρο η οποία βρίσκονταν «δυτικά των τριών νησιών και βορειοδυτικά της Βρετανίας».

Αυτή η Ήπειρος ήταν η Αμερική, στην οποία αναφέρει ότι κατοικούσαν Έλληνες από παλιά και μετά την αποστολή του Μυκηναΐου Ηρακλή, πιθανόν τον 15ο αιώνα πΧ, αναθερμάνθηκε το ελληνικό στοιχείο που έσβηνε από τις επιμειξίες με τους ντόπιους. Όπως αναφέρει ο κ. Τσικριτσής: «όλα αυτά αποδεικνύονται με αστρονομικά στοιχεία, η επεξεργασία των οποίων έγινε με τη βοήθεια προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών επιβεβαιώνοντας τον χρονολογικό προσδιορισμό του ταξιδιού που περιγράφει ο Πλούταρχος».

Ας δούμε όμως και ποίος ήταν ο Δαναός σύμφωνα με την μυθιστορία, το όνομα του οποίου πήραν οι Δαναοί – Έλληνες.
Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Δαναός ήταν πρόγονος του Περσέα και γιος του βασιλιά της Αιγύπτου Βήλου. Μητέρα του ήταν η κόρη του Νείλου Αγχινόη, και αδελφός του ήταν ο Αίγυπτος.

Στον Δαναό ο Βήλος έδωσε το βασίλειο της Λιβύης, ενώ τον Αίγυπτο τον όρισε διάδοχό του। Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, και πενήντα κόρες ο Δαναός. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αιγύπτου στην πατρική κληρονομιά. Θέλοντας να συμφιλιωθούν, ο Αίγυπτος πρότεινε στον Δαναό να νυμφευθούν οι γιοι του τις πενήντα κόρες του. Ο Δαναός απέρριπτε συστηματικά την πρόταση του αδελφού του να νυμφευθούν οι ανεψιοί του τις πενήντα κόρες του, θεωρώντας τους γάμους ανόσια πράξη. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, που έλεγε πως θα δολοφονηθεί από γιο του αδελφού του, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του, και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα, την Ελλάδα.

Αιγύπτιος πολεμιστής

Με τις οδηγίες της Αθηνάς ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορο (πενηντάκωπο πλοίο) την Δαναΐδα, και παίρνοντας τις κόρες του αναχώρησε με προορισμό το Λιμάνι του Άργους. Έτσι εκπληρώθηκε και η προφητεία που είχε δώσει ο Προμηθεύς στην πρόγονο του Δαναού Ιώ: «Πέμπτη μετά από αυτόν (τον Έπαφο) γενιά γυναικεία, με τις πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθη, των ξαδέρφων γάμο συγγενικό για να ξεφύγει κι αυτοί φρενιασμένοι από τον πόθο, σαν τα γεράκια θα ριχτούν ξοπίσω σε περιστέρες, κυνηγώντας γάμους αταίριαστους.»

Όταν επέστρεψε στο Άργος ο Δαναός εκεί βασίλευε ο Γελάνωρ από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να του παραδώσει την εξουσία, αφού του έκανε γνωστή την καταγωγή του. Ο γέροντας και χωρίς διάδοχο Γελάνωρ έφερε αντιρρήσεις, με την επέμβαση όμως του λαού του Αργους του παρεχώρησε τον θρόνο.

Ένας οιωνός βοήθησε σε αυτό, καθώς την χρονική εκείνη περίοδο ένας λύκος νίκησε ένα ταύρο προστάτη μιας αγέλης βοδιών, που έβοσκε μπροστά στα τείχη. Στην πάλη αυτή νικητής αναδείχθηκε ο λύκος. Οι Αργείοι που είχαν συγκεντρωθεί και παρακολουθούσαν, ταύτισαν τον ταύρο με τον Γελάνορα, και έκριναν ότι ο μοναχικός λύκος αντιπροσώπευε τον ξενόφερτο Δαναό.

Ο Δαναός έχτισε στο Άργος την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού. Στην κορυφή της έχτισε ναό προς τιμήν του Λαρισαίου Διός, όπου τοποθετήθηκε ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) του θεού.


Θέσε νόμους, καθιέρωσε την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια, και δίδαξε την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια. Η γη του Άργους έγινε πλούσια με τα αρδευτικά έργα που δίδαξαν στους Αργείους ο Δαναός και οι κόρες του. Αύξησαν επίσης τον φυτικό πλούτο, με την καλλιέργεια νέων άγνωστων φυτών που μετέφεραν από την προηγούμενη πατρίδα τους.

Οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους Δαναό, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς, και κόσμησαν τον τάφο του με λαμπρό μνημείο το οποίο ονόμασαν «Πλίνθιον», ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα .

Δεν άργησε όμως να καταπλεύσει ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι αιμομικτικοί γάμοι. Ο Δαναός προσποιήθηκε ότι δέχεται. Αφού έγινε κλήρωση για να γνωρίζει ο κάθε νέος ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές.

Τη νύχτα όμως του γάμου ο Δαναός, έδωσε σε κάθε κόρη του ένα εγχειρίδιο με την εντολή να θανατώσουν τους συζύγους στον ύπνο τους. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν και πραγματοποίησαν την πατρική διαταγή εκτός από δύο, την Ρόδη (ή Βεβρύκη) σύζυγο του Ιππόλυτου και την Υπερμνήστρα. Από το χέρι του Λυγκέα βρήκε τελικά τον θάνατο ο Δαναός, και έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός του Αιγύπτιου μάντη.

Ο Δαναός όρισε με νόμο στην συνέχεια, οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας τους Έλληνες ως μίαν ολότητα: «κατ’ Ευριπίδην, Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πριν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα».

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, είναι προφανές πως οι μετακινήσεις αλλά και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Αχαιούς- Δαναούς (Έλληνες) και στους Αιγυπτίους, περιγράφονται τόσο μέσα από τις μυθολογικές αναφορές, όσο και από αρχαία κείμενα που έφτασαν έως εμάς.

Εάν δε, ευσταθούν οι αναφορές για το τεράστιο μέγεθος του στρατού των Αχαιών- Δαναών που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία της Τροίας (ο μεγαλύτερος στρατός που αναφέρεται εκείνη την εποχή), τότε είναι προφανές πως τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος των «Λαών της θάλασσας», δεν ήταν άλλοι από τους Αχαιούς – Δαναούς.

Παραπομπές:
(1). Από διαφορετικούς συγγραφείς έχουν διατυπωθεί διαφορετικά έτη: κατά τον Έφορο από την Κύμη το 1135 π.Χ, τον Σωσίβιο το 1172 π.Χ, τον Ερατοσθένη το 1184/83 π.Χ, τον Τιμαίο ο 1193 π.Χ, το Πάριο χρονικό το 1209 π.Χ ή τον Ηρόδοτο το 1250 π.Χ."
(2). Οι Έλληνες στα Ομηρικά έπη καλούνται «Δαναοί» («φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες») και «Αργείοι» και «Αχαιοί» και η λέξη «Έλληνες» αναφέρεται μόνο στον κατάλογο των νέων (Β΄ 684), δηλαδή με την στενή έννοια, σήμαινε τους κατοίκους του κράτους του Πηλέα της Θεσσαλικής Ελλάδος. Εμφανίζεται η λέξη «Πανέλληνες» (Β530) που προφανώς σημαίνει το σύνολο των Ελλήνων. Η λέξη Πανέλληνες που δηλώνει όλο το Ελληνικό γένος συναντάται πρώτη φορά στον Ησίοδο τον Ζ’ π.Χ. αιώνα (Έργα 528) και στον Αρχίλοχο (απ. 52). Κατά τις αρχές του ΣΤ΄ αιώνα υπήρχε ο όρος Έλληνες σε κοινή χρήση σημαίνοντας το σύνολο των Ελλήνων εφόσον προτού του 580 είχε επικρατήσει η λέξη «Ελλανοδίκαι» που δήλωνε τους κριτές των Ολυμπιακών αγώνων.(3). Οι Πελασγοί είναι ένα από τα αυτόχθονα προελληνικά φύλα , γενάρχης των οποίων ήταν ο Πελασγός.